Skip to main content

Τα Ορλωφικά [2000]

 

Τα Ορλοφικά

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

 Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Νέα Ανατολή (31.3.2000)

Ως Ανατολικό Ζήτημα, θεωρείται από τους ευρωπαίους ιστορικούς, το πρόβλημα της διαδοχής των Οθωμανών στην Ευρώπη, ζήτημα που ουσιαστικά αρχίζει από τα τέλη του 17ου αιώνα και λήγει με τη δημιουργία του τουρκικού κράτους από τον Κεμάλ Ατατούρκ.

Ωστόσο ο βασικός παράγοντας της δημιουργίας του Ανατολικού Ζητήματος, είναι κατά τη γνώμη μας, η σταθερή και διαχρονική επιδίωξη της Ρωσίας, στην κληρονομιά των βυζαντινών εδαφών και της μεταφοράς του τσαρικού θρόνου από το βορρά στην Κωνσταντινούπολη, ή βάση της διπλωματικής έκφρασης του ρώσου ιστορικού Γκοριάνοφ, “η επέκταση της ρώσικης εξουσίας επί των στενών του Βοσπόρου και του Ελλησπόντου”.

Η αντιοθωμανική πολιτική της ρωσικής διπλωματίας, εδράζεται ιδεολογικά στον Πανσλαβισμό και την Ορθοδοξία, δηλαδή, στην γλωσσική συγγένεια ή την κοινότητα πίστης (ή και των δύο), μεταξύ των Ρώσων και ενός σημαντικού τμήματος των oθωμανών υπηκόων. Με υπόβαθρο αυτήν την ιδεολογία, η τσαρική εξουσία στέλνει συχνά τα στρατεύματά της να πολεμήσουν στα Βαλκάνια και βάση αυτής της ιδεολογίας διασκορπίζει τους πράκτορές της να εξαγοράσουν ληστές και να κατασκευάσουν “χριστιανούς επαναστάτες” στην βαλκανική ενδοχώρα.

Αφετηρία αυτής της πολιτικής, μπορούμε να ορίσουμε την άνοδο του Πέτρου Α΄, στον τσαρικό θρόνο (1689 – 1725), συστηματική πάντως εφαρμογή της έχουμε από την εποχή της Αικατερίνης Β΄ (1762 – 1796).

Από το σύνολο των βαλκανικών λαών, ο προσηλυτισμός των Ρωμιών αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ρώσικης εξωτερικής πολιτικής. Οι λόγοι βασικά είναι δύο. Πρώτον ο έλεγχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και συνακόλουθα του ιδεολογικοπολιτικού μηχανισμού αυτής της εκκλησίας από το ρωμαίικο στοιχείο και δεύτερον η γεωγραφική κατανομή του ρωμαίικου πληθυσμού στα στρατιωτικοπολιτικά στρατηγικής σημασίας παράλια της Άσπρης Θάλασσας (Αιγαίο).

Το ρώσικης “έμπνευσης” ρωμαίικο δημοτικό τραγούδι “ακόμα τούτη η άνοιξη ραγιάδες / τούτο το καλοκαίρι / καημένη Ρούμελη / όσο να έρθει ο Μόσκοβος (: Ρώσος) / να φέρει το σεφέρι (: επιστράτευση) / Μοριά και Ρούμελη”, αποτελεί το εκλαϊκευμένο ιδεολογικό πλαίσιο δράσης των ρώσων πρακτόρων στη νότια Βαλκανική, αλλά ταυτόχρονα συνιστά και πάγια πολιτική στο εσωτερικό της τσαρικής αυτοκρατορίας.

Ο διμέτωπος χαρακτήρας του προσηλυτισμού των Ρωμιών στο άρμα της ρώσικης πολιτικής, επιβάλει αφενός μεν, τη δημιουργία ευκαιριών ενσωμάτωσής τους στο τσαρικό διοικητικό κατεστημένο εντός της ρωσικής επικράτειας, παρέχοντάς τους οικονομικά (κυρίως εμπορικά) προνόμια αλλά και θέσεις επίσης στο στρατιωτικό, διπλωματικό, θρησκευτικό και επιστημονικό μηχανισμό, τη δημιουργία δε, βάσιμων ελπίδων για τους κατοικούντες επί οθωμανικών εδαφών, πλην όμως εργαζόμενων για την υλοποίηση των ρωσικών σχεδίων, ώστε να προαχθούν στο εγγύς μέλλον σε σημαντικά περιφερειακά στελέχη ενός ρωσο-βυζαντινού μπλοκ εξουσίας.

Είναι αυτή η πολιτική, που οδηγεί τον τσάρο Πέτρο Α΄, να υψώσει το 1709, στο μητροπολιτικό ναό της Μόσχας αντίγραφο του λαβάρου του Μεγάλου Κωνσταντίνου, με την ελληνική επιγραφή “Εν τούτω Νίκα” και να δηλώσει στη Ρίγα πως η τύχη των επιστημών και των τεχνών είναι να επιστρέψουν μέσω Ρωσίας στα πατρικά ελληνικά εδάφη.

Κι είναι η ίδια πολιτική που βάζει τον αγιορείτη αρχιμανδρίτη Ησαΐα και τον Ιωάννη Κομνηνό τον Βυζάντιο να καλέσουν τον Τσάρο σε αντιοθωμανική σταυροφορία, τον καλόγερο Θεόκλητο Πολυειδή να ξαναγράφει την “οπτασία του Αγαθάγγελου”, τον Αθανάσιο Σκιαδά, τον Αλεξάνδριο Ελλάδιο, το Λαρισινό Πανταζή και τον Αναστάσιο Μιχαήλ να γίνουν τσαρικοί αυλοκόλακες, και τους ανώνυμους ρώσους πράκτορες να καλέσουν, ως νέοι προφήτες, το “ξανθό γένος” να φέρει τη λευτεριά στους Ρωμιούς, τη στιγμή που μοιράζουν σε εκκλησιές και σε μοναστήρια (επί οθωμανικής επικράτειας) πουγκιά ρώσικου χρυσού και προσωπογραφίες του Πέτρου Α΄, τυπωμένες στο Άμστερνταμ, με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο : “Petrus primus Russograecorum Monarcha” (: Πέτρος Α΄ ο των Ρωσογραικών Mονάρχης).

Είναι στοιχείο της ρώσικης διπλωματίας, που πρέπει εμφαντικά να επισημανθεί, ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός της.

Τα γνωστά στην ελληνική ιστορία ως Ορλοφικά, η πρώτη δηλαδή στρατιωτική εμπλοκή ρωμιών υπηκόων της Πύλης εναντίον της και στο πλευρό των ρωσικών στρατευμάτων, πραγματοποιείται το 1770, δύο χρόνια μετά την έναρξη ενός νέου ρωσοτουρκικού πολέμου. Η οργάνωση όμως της “εξέγερσης” των Ρωμιών ξεκινά χρόνια πριν.

Οι Ρώσοι στέλνουν στην Ελλάδα ικανούς πράκτορές τους να προετοιμάσουν το έδαφος, να κατασκοπεύσουν και να στρατολογήσουν στα ρώσικα σχέδια κλέφτες, κληρικούς και πρόκριτους. Ο Εμμανουήλ Σάρρος, ο Γιαννιώτης Λουδοβίκος Σωτήρης, ο Ουκρανός Βασίλης Ταμάρα, ο Μολδαβός ψευτο-ιμάμης Χατζή Μουράτ και ο Σιατιστανός Γιώργος Παπάζογλου ή Παπαζόλης, είναι οι γνωστότεροι από αυτούς και βρίσκονταν όλοι τους στην υπηρεσία των ρώσων αριστοκρατών αδελφών Ορλόφ, που είχαν εξουσιοδοτηθεί από την Αικατερίνη Β΄ να υλοποιήσουν τη ρωμαίικη ανταρσία.

Την ίδια περίοδο δρουν στη βόρεια βαλκανική, πολλοί ρώσοι πράκτορες, σημαντικότεροι των οποίων είναι οι Γερμανός, Εζντεμίροβιτς, Βέλιτς, Ναζάρ Καραζίν, και Στέφανος Πίκολος.

Ο Παπάζογλου κατορθώνει να συγκεντρώσει στην Καλαμάτα στις αρχές του 1767, στον πύργο του προκρίτου Παναγιώτη Μπενάκη, τα σπουδαιότερα πρόσωπα που στρατεύονται στο ρωσικό σχέδιο.

Εκτός από τον Παπάζογλου και τον Μπενάκη, στη σύσκεψη παίρνουν μέρος ο μητροπολίτης Λακεδαίμωνος Ανανίας, ο Μεθώνης Άνθιμος Καράκαλος, ο Κορίνθου Μακάριος, ο Παλαιών Πατρών, ο Ρέοντος, ο Ζαρνάτας Νεόφυτος Δεληγιάννης, ο Μέγας Οικονόμος Καλαβρύτων, ο Κερνίτσης και Καλαβρύτων Δανιήλ, οι πρόκριτοι Μυστρά Παναγιώτης Κρεββατάς, Λεονάρδος Καφετζής και Ιωάννης Κρεββατάς ή Μελιτάκης, οι Κορίνθου Σπύρος και Γεωργαντάς Νοταράς, ο Πατρών Πόλος, ο Αιγίου Χρίστ. Μελετόπουλος, καθώς οι Παναγιώτης Ζαΐμης και Ιωάννης Δεληγιάννης.

Οι ανωτέρω αποδέχονται το ρωσικό σχέδιο και δηλώνουν εγγράφως την πίστη τους στην τσαρίνα Αικατερίνη Β΄. Ο Παπάζογλου γνωρίζει πως ο προσεταιρισμός των κεφαλών του τόπου είναι ο αναγκαίος, πλην όμως όχι και ικανός όρος, για την ευόδωση του σχεδίου. Πρέπει επιπλέον να στρατολογήσει ικανό αριθμό αξιόμαχων μισθοφόρων από τον ιθαγενή ορθόδοξο πληθυσμό. Και στο Μοριά αυτός ο εν δυνάμει ρωσικός στρατός, κατοικούσε στη Μάνη.

Η μανιάτικη κοινωνία ήταν μια κοινωνία με αρχαϊκά χαρακτηριστικά, αυστηρά πατριαρχικά δομημένη. Ο σκληρός πυρήνας αυτού του πληθυσμού κατοικούσε στο νότιο άκρο της δεύτερης χερσονήσου του Μοριά, από την Τσίμοβα (Αρεόπολη) μέχρι τον κάβο Ματαπά (Ταίναρο), σκαρφαλωμένος στις πλαγιές της Σαγιάς και στο Κακοβούνι. Αυτή είναι η περιοχή της Bassa Maina και κυρίως το δυτικό τμήμα της, η Μέσα Μάνη ή Κακκαβουλία.

Όταν λοιπόν μιλάμε για τους Μανιάτες, μιλάμε πρωταρχικά για τους Κακκαβουλιώτες. Επάγγελμά τους η κλεψιά και η ληστεία. Δευτερευόντως η προσφορά υπηρεσιών μισθοφορικής φρουράς σε άρχοντες και κράτη. Οι μεταξύ των πατριών σχέσεις, είναι κατά κανόνα σχέσεις ανταγωνισμού και πολέμου. Ζούνε οχυρωμένοι στους πύργους τους και βγαίνουν από αυτούς για πλιάτσικο ή για φόνους (βεντέτες).

Έτσι ακριβώς περιγράφει τους συντοπίτες του, την εποχή εκείνη, ο Μανιάτης στιχουργός Νικήτας Νιφάκος: “Οι άνδρες, άλλοι περπατούν στον κούρσον και κλεψίες / και άλλοι σ’ άλλους πολεμούν να κάμουν απιστίες. / Άλλος αλλούθε περπατεί να εύρη τι να κλέψη / και άλλος άλλον καρτερεί δια να τον φονεύση. / Άλλος τον πύργον του κρατεί να μην τον πιάση άλλος / και άλλος άλλον κυνηγά και άλλος πάλιν άλλον. / Και γείτονας τον γείτονα, κουμπάρος τον κουμπάρον / και αδελφός τον αδελφόν τον βλέπει σαν τον χάρον… / Ανθρώπους δεν εντρέπονται, Θεόν και δεν φοβούνται, / πτωχούς δεν ευσπλαχνίζονται, τους ξένους δεν λυπούνται. / Πολλήν έχουν ωμότητα και θηριογνωμίαν, / δεν έχουν ομοιότητα ανθρωπινήν καμμίαν.”

Φόβο και τρόμο αποτελεί και μόνο το όνομα των Μανιατών για τους γειτονικούς πληθυσμούς, μα περισσότερο για τους ταξιδιώτες και τα πληρώματα των καραβιών που η ρότα τους φέρνει κοντά στις ακτές της Μάνης.

Αγναντεύουν συνεχώς από τους βράχους και τα βουνά τους κατά τη θάλασσα, όχι τόσο για να εξασφαλισθούν από τις επιδρομές των πειρατών όσο για να ληστέψουν οι ίδιοι όποιον πέσει στα χέρια τους. Τους χριστιανούς ταξιδιώτες που αιχμαλωτίζουν στις ακτές τους πουλάνε στους Τούρκους για να δουλέψουν στις γαλέρες ή αλλού σαν σκλάβοι. Κι όπως βεβαιώθηκα, όταν πιάνουν Τούρκους, τους μεταχειρίζονται με τον ίδιο τρόπο: μόνο που τους πουλάνε στον πρώτο χριστιανό δουλέμπορο”, γράφει ο άγγλος διπλωμάτης Τζον Κόβελ, οι δε ολλανδοί περιηγητές Βαν Έγκμοντ και Τζον Χέυμαν συμπληρώνουν: “ Αν πέσει ξένος στα χέρια τους πρέπει να περάσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του σκλάβος ή να καταβάλει τεράστια λύτρα …Ακόμη και οι παπάδες τους ακολουθούν στις επιδρομές και παίρνουν το ένα δέκατο από τις λείες ως δικαίωμα της εκκλησίας”.

Αυτοί λοιπόν οι ληστοσυμμορίτες θεωρούνται από τους Ρώσους ο ιδανικός προς εξαγορά πληθυσμός. Αυτούς θα γεμίσουν με χρυσάφι, αυτούς θα ντύσουν με ρωσικές στρατιωτικές στολές και θα εξαπολύσουν ως σμήνος ακριδών να αφανίσουν το Μοριά.

Για να διαπραγματευτεί το ποσό της εξαγοράς τους, να εξηγήσει το ρωσικό σχέδιο και να συζητήσει τις λεπτομέρειες, ο Παπάζογλου μένει για μήνες στη Μάνη. Το έδαφος είχε προετοιμάσει ο Σάρρος, σε προηγουμένη επίσκεψή του στην περιοχή.

Κλείνοντας τη μίσθωση των Μανιατών και έχοντας τη συμφωνία ορισμένων ισχυρών δεσποτάδων και κοτζαμπάσηδων, ο Παπάζογλου είχε εκτελέσει με επιτυχία την αποστολή του. Τη σκυτάλη παραλαμβάνουν τώρα οι ρώσοι προϊστάμενοί του, οι αδελφοί Ορλόφ.

Οι αδελφοί Αλέξης και Θόδωρος Ορλόφ, φτάνουν στην Ιταλία στα τέλη του 1768, λίγους μήνες μετά την έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου. Η Αικατερίνη Β΄ έχει αποφασίσει να στείλει το στόλο της από τη βαλτική θάλασσα στο Μοριά. Οι Ορλόφ αναμένοντας την άφιξη του ρώσικου στόλου στη Μεσόγειο, αναλαμβάνουν να στρατολογήσουν μισθοφόρους, να εξασφαλίσουν τα αναγκαία εφόδια και να βρίσκονται σε συνεχή επαφή με τους ανθρώπους τους στο Μοριά.

Οι Ορλόφ εγκαθίστανται στη Βενετία, με το ψευδώνυμο Οστρόφ. Εκεί τους συναντά ο Παπάζογλου και τους ενημερώνει για την κατάσταση. Συναντούν επίσης έναν άλλο κορυφαίο πράκτορα τους, τον ζακυνθινό κόμη Δημήτρη Μοτσενίγκο ( Ο γιος του Γεώργιος, αρκετά χρόνια μετά, θα στρατολογήσει ως ρώσο πράκτορα τον Ιωάννη Καποδίστρια). Ο Μοτσενίγκος προμηθεύει τους Ορλόφ με αναλυτικούς χάρτες και αναφορές κατασκόπων του, σχετικά με τις στρατιωτικές δυνάμεις και τις δυνατότητες άμυνας των οθωμανικών στρατευμάτων.

Από τις 29/1/1769, η τσαρίνα διορίζει και τυπικά τον Αλέξη Ορλόφ αρχηγό των επιχειρήσεων στην περιοχή. Αυτός αναθέτει σε έναν έμπιστο άνθρωπο των Ρώσων, τον ηπειρώτη μεγαλέμπορο και τραπεζίτη Πάνο Μαρούτση, το σημαντικό μέρος της οικονομικής προετοιμασίας της επιχείρησης.

Ο Αλέξης Ορλόφ συντονίζει από τη Βενετία τη δράση των ρώσων πρακτόρων που τον επισκέπτονται και λαμβάνουν τις οδηγίες του. Η βενετσιάνικη γερουσία αντιλαμβάνεται το πραγματικό πρόσωπο των Οστρόφ και θέλοντας να διατηρήσει την ουδετερότητά της, τους υποχρεώνει να εγκαταλείψουν την επικράτειά της. Οι τελευταίοι συνεχίζουν τη δράση τους στη Γένοβα και κατόπιν στο δουκάτο της Τοσκάνης.

Εν τω μεταξύ ο ρώσος πρωθυπουργός Πάνιν έχει γράψει (από τις 23/1/1769) στον αρχηγό των μυημένων Μανιατών Γιώργο Μαυρομιχάλη και τον ενημερώνει για τις εξελίξεις. Ο ανιψιός του τελευταίου Στέφανος Μαυρομιχάλης, συνοδευόμενος από τον ρώσο πράκτορα Άγγελο Αδαμόπουλο, μεταβαίνει στην Ιταλία και συναντά τον Αλέξη Ορλόφ για να συζητήσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες.

Η πρώτη ρωσική μοίρα του ρωσικού στόλου αναχωρεί από την Κρονστάνδη τέλη Ιουνίου 1769, υπό την ηγεσία του ναυάρχου Σπιρίντοφ. Μεταξύ των αξιωματικών βρίσκεται ο άγγλος πλοίαρχος Γκρέιγκ και ο μυκονιάτης πλοίαρχος Αντώνης Ψαρός. Η μοίρα αποτελείται από δεκαοκτώ σκάφη και 5183 άντρες. Φτάνει στην Αγγλία τον Οκτώβριο για επισκευές και προμήθειες, έχοντας την άδεια της αγγλικής κυβέρνησης, η οποία όχι μόνο διευκολύνει το ρωσικό στόλο αλλά και δηλώνει κατηγορηματικά προς τη Γαλλία και την Ισπανία, ότι κάθε ενέργεια εναντίον των Ρώσων θα θεωρηθεί εχθρική πράξη προς την Αγγλία.

Η ρωσική μοίρα εισέρχεται στη Μεσόγειο και φτάνει στο νησί Μινόρκα (Βαλεαρίδες) τον Ιανουάριο του 1770. Εκεί βρίσκεται ήδη αναμένοντάς την ο Θόδωρος Ορλόφ, ο οποίος είχε προετοιμάσει τον εφοδιασμό της. Η ρωσική μοίρα έχει υποστεί μεγάλες απώλειες από την κακοκαιρία. Από τα δεκαοκτώ πλοία έχουν μείνει μόνο οκτώ και αυτά με αποδεκατισμένα από τις επιδημίες πληρώματα.

Την ίδια χρονική περίοδο, έχει αφιχθεί στην Αγγλία η δεύτερη ρωσική μοίρα υπό το σκοτσέζο αντιναύαρχο Έλφινστον, με δέκα πλοία και αποστολή να πλεύσει το δυνατόν γρηγορότερα στη Μεσόγειο για να βοηθήσει τις επιχειρήσεις του Σπιρίντοφ.

Ο Θόδωρος Ορλόφ, με ένα πολεμικό της μοίρας μεταβαίνει στο Λιβόρνο όπου παραλαμβάνει τρία αγορασμένα, εξοπλισμένα και με μισθοφόρους επανδρωμένα πολεμικά σκάφη. Από εκεί σαλπάρει και στις 17 Φεβρουαρίου εισέρχεται στο λιμάνι Βίτουλο (Οίτυλο) της Μάνης, όπου την επομένη καταφθάνει και η κυρίως μοίρα υπό το ναύαρχο Σπιρίντοφ.

Οι Μανιάτες υποδέχονται τους Ρώσους με τραγούδια και ολοήμερους πυροβολισμούς στον αέρα. Ο ναύαρχος Σπιρίντοφ καλεί τους μανιάτες αρχηγούς στη ναυαρχίδα, τους διαβάζει προκήρυξη της τσαρίνας με την οποία τους καλεί υπό την εξουσία της και τους παραδίδει ρωσικές σημαίες “ευλογημένες” από τον αρχιεπίσκοπο Μαυροβουνίου που έχουν μαζί τους. Στη συνέχεια οι Μανιάτες στρατολογούνται επίσημα ως μισθοφόροι, ορκίζονται πίστη στην Αικατερίνη Β΄, ντύνονται με ρωσικές στολές και εξοπλίζονται με πολεμικά όπλα.

Δημιουργούνται δύο μισθοφορικά σώματα, η Ανατολική και η Δυτική Λεγεώνα, υπό την ηγεσία του λοχαγού Μπάρκοφ και του αντισυνταγματάρχη Ντολγκορούκοφ αντίστοιχα και την περιορισμένη συμμετοχή λίγων ρώσων υπαξιωματικών και στρατιωτών. Η Ανατολική Λεγεώνα αριθμεί στην αρχή 200 άντρες, η δε Ανατολική 1200, νούμερα όμως που τις επόμενες μέρες θα αυξηθούν σημαντικά.

Το ρωσικό σχέδιο αποτελείται από τρία σκέλη. Ο ρωσικός στόλος με τη βοήθεια ενός πολύγλωσσου μπουλουκιού μισθοφόρων που κουβαλά από την Ιταλία, θα πολιορκούσε την Κορώνη. Η Δυτική Λεγεώνα θα εκστράτευε στη Μεσσηνία και η Ανατολική θα επιδίωκε την κατάληψη του Μυστρά. Ήταν ένα σχέδιο που αποσκοπούσε στην απόκτηση ενός οχυρά προστατευμένου λιμένος, για να χρησιμοποιηθεί ως ναύσταθμος, καθώς επίσης στην, για λόγους ασφαλείας, κατοχή της ευρύτερης ενδοχώρας.

Η σημαντικότερη στρατιωτική τους επιτυχία υπήρξε αναμφίβολα η κατάληψη του Μυστρά. Η Ανατολική Λεγεώνα πολιόρκησε την πόλη, η οποία παραδόθηκε στις 8 Μαρτίου από έλλειψη νερού. Οι όροι της παράδοσης προέβλεπαν το σεβασμό της ζωής και της τιμής των κατοίκων, την παράδοση των όπλων και της κινητής περιουσίας των μουσουλμάνων υπερασπιστών της.

Μόλις ωστόσο οι μουσουλμάνοι παρέδωσαν τα όπλα, οι Μανιάτες, με την ανοχή των ρώσων αξιωματικών αρχίζουν να σφάζουν αδιακρίτως. Η έννοια της μπέσας δεν υπάρχει στο λεξιλόγιο τους. Οκτώ χιλιάδες άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων των γερόντων των γυναικών και των παιδιών, μακελεύτηκαν. Απ’ το μαχαίρι δεν ξεφεύγουν τα βρέφη, η εβραϊκή κοινότητα αλλά και πολλοί ρωμιοί χριστιανοί. Ταυτόχρονα πλιατσικολογούν τα πάντα. Μόνο οι πέτρες στις μάντρες μένουν στη θέση τους.

Τα ίδια ακριβώς γεγονότα, επαναλαμβάνονται δύο μέρες αργότερα από τη Δυτική Λεγεώνα στην Αρκαδιά (Κυπαρισσία). Οι μουσουλμάνοι υπερασπιστές της παραδίδονται υπό όρους, η συμφωνία της παράδοσης δεν γίνεται σεβαστή, ξεσπά γενική σφαγή και πλιάτσικο. Η πόλη τέλος παραδίδεται στις φλόγες. Το Λεοντάρι και η Ανδρούσα έχουν την ίδια τύχη.

Τα νέα γίνονται γνωστά με φρίκη στο μουσουλμανικό πληθυσμό του Μοριά, ο οποίος συνειδητοποιεί ότι η ζωή του εξαρτάται και μόνο από τη δυνατότητα υπεράσπισης των οχυρών που καταφεύγει. Οι αρχικές σκέψεις για υπό όρους παράδοση ισοδυναμεί πια με την άνευ όρων σφαγή του.

Οι γενικευμένες σφαγές γίνονται έτσι μπούμερανγκ για τους Ρώσους. Η Κορώνη που ήταν έτοιμη να παραδοθεί, προβάλει τώρα λυσσαλέα αντίσταση, ανατρέποντας το στρατηγικό ρωσικό στόχο.

Η Ανατολική Λεγεώνα μεθυσμένη από το αίμα και το πλιάτσικο αποφασίζει να χτυπήσει στις 21 Μαρτίου την οθωμανική καρδιά του Μοριά: την Τριπολιτσά (Τρίπολη). Στη δύναμή της έχουν προστεθεί συμμορίες ληστών (Κολοκοτρωναίοι, Ντάρας, Θιακός, Ρούσης, Κόδρας, Ντουσιακίτης, Μπαρακύρας, Κρεμαστιώτης, Μαντζάρης). Οι Μανιάτες παίρνουν μαζί τους , ως εν δυνάμει υποζύγια, τις γυναίκες τους, που κουβαλάνε σακιά για να φορτώσουν τα υποσχόμενα πλούσια λάφυρα.

Το σύνολο των αντρών που εκστρατεύουν κατά της Τριπολιτσάς ξεπερνά τις οκτώ χιλιάδες. Οι Τούρκοι και οι Αλβανοί μουσουλμάνοι μάχιμοι που βγαίνουν στα Τρίκορφα στις 29 Μαρτίου να τους αντιμετωπίσουν είναι σαφώς λιγότεροι, πολεμούν όμως με τέτοιο σθένος και αποφασιστικότητα που σε σύντομο χρονικό διάστημα διαλύουν κυριολεκτικά το ρωσο-ρωμαίικο στράτευμα, το οποίο και τρέπεται σε άτακτη φυγή.

Η μάχη αυτή αποτελεί ουσιαστικά και την αρχή του τέλους της ρωσικής εισβολής στο Μοριά. Οι ρώσοι αποφασίζουν να λύσουν την πολιορκία της Κορώνης και να επιχειρήσουν την κατάληψη του πλημμελώς φυλασσόμενου Ναβαρίνου (Πύλου). Το επιτυγχάνουν στις 10 Απριλίου. Εκεί καταπλέουν δυο μέρες αργότερα τρία ρώσικα πολεμικά πλοία, έχοντας μαζί τους το γενικό αρχηγό της εκστρατείας Αλέξη Ορλόφ.

Εκτιμώντας την γενική κατάσταση ο Αλέξης Ορλόφ, επιχειρεί με όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις που έχει στις διαταγές του να καταλάβει τη Μεθώνη. Η προσπάθειά του στέφεται από πλήρη αποτυχία. Μια νέα βαριά ήττα για τα ρώσικα όπλα σημειώνεται έξω από τα τείχη της Μεθώνης στις 17 Μαΐου. Τρεις μέρες αργότερα ο ρωσικός στόλος εγκαταλείπει οριστικά το Μοριά και το φιλόδοξο σχέδιο της κατάκτησής του και ενισχυμένος με τη δεύτερη ναυτική μοίρα υπό τον Έλφινστον (11 Ιουνίου) κατευθύνεται στις Κυκλάδες και συγκεκριμένα στο φυσικό λιμένα του χωριού Νάουσα της Πάρου, όπου και μετατρέπεται σε ρωσικό ναύσταθμο.

Από κει ο ρωσικός στόλος εξορμά και επιτυγχάνει, λόγω εξαιρετικά κακών χειρισμών του αντιπάλου του, την καταστροφή του τουρκικού στόλου στο μικρασιατικό λιμάνι Τσεσμέ (απέναντι από τη Χίο), στις 26 Ιουνίου.

Οι Ρώσοι αναδεικνύονται έτσι μέσα σε μια μέρα κυρίαρχη ναυτική δύναμη του Αιγαίου. Δεν έχουν ωστόσο τη δυνατότητα, παρά την ενίσχυσή τους και με τρίτη ναυτική μοίρα υπό τον αντιναύαρχο Χαρφ, για χερσαίες επιχειρήσεις. Περιορίζουν έτσι την κατοχή τους σε 18 νησιά, με επίκεντρο τις Κυκλάδες.

Οι νησιώτες χαρακτηρίζονται υπήκοοι της Αικατερίνης Β΄. Τους επιβάλλονται βαριές αγγαρείες και σκληρή φορολογία. Τα τρόφιμα κατάσχονται για τις ανάγκες του ρώσικου στόλου. Ο ρώσος πλοίαρχος Στέφαν Χμετιόβσκι, στέλεχος των δυνάμεων κατοχής στις Κυκλάδες, περιγράφει γλαφυρά στο ημερολόγιό του την κατάσταση που οδηγούν οι Ρώσοι τους κατοίκους της Πάρου και της Νάξου: “ Τριγυρίζουν γυμνοί, πειναλέοι, τρέφονται με χόρτα και η όψη του προσώπου τους παριστά απλή ανθρώπινη σκιά”.

Οι μισθοφόροι των Ρώσων πλιατσικολογούν και βιαιοπραγούν κατά των ντόπιων. Οι καθολικοί κάτοικοι διώκονται επιπλέον για το δόγμα τους. Τα παράλια της Μικρασίας, της Θράκης και της Μακεδονίας λεηλατούνται. Ρωμιοί πειρατές, υψώνουν ρωσικές σημαίες και σπέρνουν τον τρόμο σε θάλασσα και παράκτια κατοικημένους τόπους. Τέλος οι ρώσοι αξιωματικοί επιδίδονται σε συστηματική αρπαγή των αρχαιοτήτων.

Ο κυκλαδίτικος πληθυσμός αρνείται να συνεργαστεί με τους Ρώσους. Πολλοί εγκαταλείπουν τον τόπο τους και άλλοι συνομιλούν μυστικά με τους Τούρκους για την επαναφορά της οθωμανικής διοίκησης.

Με τη ρωσοτουρκική συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (10 Ιουλίου 1774) ο ρωσικός στόλος εγκαταλείπει το Αιγαίο, αφήνοντας πίσω του φτώχεια, δυστυχία και ερήμωση. Η ρωσική κατοχή κράτησε τέσσερα χρόνια και φανέρωσε στο ρωμαίικο νησιώτικο πληθυσμό το πραγματικό πρόσωπο του Μεγάλου Ορθόδοξου Αδελφού. Η εξουσία της Πύλης αποκαθίσταται και οι χριστιανοί επιστρέφουν στο παλαιό καθεστώς, στην πριν “των Ρώσων ραδιουργία” - κατά την έκφραση του συγχρόνου με τα γεγονότα Μοραΐτη Π. Παπατσώνη – στο καθεστώς εκείνο όπου “οι χριστιανοί ευημερούσαν πλησίον των Τούρκων”.