Skip to main content

θα-θάψυχον

 

Ρωμαίικα Διαλεκτικά

 

θα-θάψυχον

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 12.2.2017

προσθήκες: 11.7.2017

θα

μόριο μελλοντικό, πιθανολογικό, δυνητικό, επαναληπτικό ~ α Thumb 1912, Θεσσαλία, Θράκη, Καππαδοκία, Καστελλόριζο, Κρήτη, Λέσβος, Μακεδονία, Πόντος, Προύσα, Ρόδος, Σαμοθράκη, Σέρρες, Σουφλί, Τσακώνικα, Χίος | αά Σαμοθράκη | ααν Σαμοθράκη | αθθα Καστελόριζο | δα Βελβεντός, Θράκη, Καβακλί, Κρήτη, Γρεβενά, Πελοπόννησος, Προύσα | εθά Τσακώνικα | θα Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αιτωλοακαρνανία, Αλόννησος, Αργολίδα, Αρκαδία, Γρεβενά, Εύβοια, Ίμβρος, Ιωάννινα, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κοζάνη, Κορινθία, Μάνη, Πάργα, Πόντος, Ρόδος, Σκόπελος, Τσακώνικα, Χαλκιδική | θαλά Αρτάκη, Αχαΐα, Βιθυνία, Εύβοια, Ήπειρος, Θεσπρωτία, Θράκη, Μαγνησία, Προύσα, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Τσακώνικα, Φθιώτιδα, Φωκίδα | θαν Thumb 1912, Αρκαδία, Αχαΐα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κρήτη, Λακωνία, Λέσβος, Μεσσηνία, Παξοί, Σαμοθράκη | θανά Thumb 1912, Πρωία 1933, Ιωάννινα, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Σουφλί | θε Καστελλόριζο, Κρήτη, Λέσβος, Σαρακατσάνικα | θέα Κάσος | θελ Ίμβρος, Σαμοθράκη | θέλα Αρκαδία, Μάνη, Σαμοθράκη | θελά Πρωία 1933, Αρκαδία, Κύθνος, Νότια Εύβοια, Σκύρος, Τσακώνικα, Φωκίδα | θελλά Κως | θανά Πρωία 1933 | θενά Thumb 1912, Πρωία 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Κέρκυρα, Λέσβος, Μύκονος, Πόντος, Τσακώνικα | θέννα Κάρπαθος, Κύπρος, Ρόδος | θεννά Κύπρος |  θθα Χίος | θάγκι Ίμβρος | θι Λέσβος, Τσακώνικα | θια Πόντος | θία Κάρπαθος | θιλα Σάμος | θλα Σάμος | ια Κρήτη | ιθά Αιτωλοακαρνανία | μα Τσακώνικα | να Καππαδοκία | τα Θράκη, Μακεδονία, Τσακώνικα | τσα Κως | σα Σύμη, Πόντος | σε Καππαδοκία | χα Κύπρος, Λυκία, Πόντος, Ρόδος, Τσακώνικα | χανά Λυκία | χεννά Ρόδος

θαβάρα η

βραχνάς, εφιάλτης (λόγιο) ~ θαβάρα Ηπίτης 1908, Πόντος | θαφέρα Καππαδοκία | ταβάρα Πόντος

θάβω

θάπτω (λόγιο) | παραχώνω | Buck List: 4.78, bury (the Dead) | αρχαία ΘΑΠΤΩ ινδοευρωπαϊκό (?) *dhembh Beekes 2010 ~ βγκιω Ρόδος | βγκω Ρόδος | θάβγκω Αστυπάλαια, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κως, Λέρος | θάβγου Λυκία | θάβγω Κύπρος, Νίσυρος, Τσακώνικα, Χίος | θάβγιω Ρόδος | θάβκω Καστελλόριζο, Κύπρος, Λέσβος, Χίος | θάβου Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Μάνη, Σαμοθράκη | θάβω Σκαρλάτος 1835, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Ζάκυνθος, Κύπρος, Τσακώνικα | θαύγω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709 | θάφκω Κύπρος | θάφτου Γρεβενά, Θεσσαλονίκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Λυκία, Σαμοθράκη, Σαρακατσάνικα, Σέρρες | θάφτω Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Δελβίνο, Ήπειρος, Κρήτη, Κύθηρα, Πελοπόννησος, Πόντος, Σαρακατσάνικα | ταύγω Somavera 1709 | χάβκω Κύπρος~ θάβομαι ΑΠΘ 1998 | θαύγομαι Germano 1622, Somavera 1709 | θάφκουμαι Πόντος | θάφτομαι Βλάχος 1659, Somavera 1709 ~ μετοχή: θαμμένος Germano 1622, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Μάνη | θαμμένους Ίμβρος, Ιωάννινα

θάγκι

ίσως (λόγιο) | μάλλον (λόγιο) ~ θάγκι Ίμβρος

θαγκρίζω

μόλις που βλέπω ~ θαγκίζου Τσακώνικα | θαγκρίζω Αρκαδία

θαγματούρι το

θάμα ~ θαγματούρι Πόντος

θαδάτσιν το

χόβολη ~ θαδάτσιν Ηπίτης 1908, Πόντος

θάζω

εκπλήσσομαι (λόγιο) ~ θάζω Κεφαλονιά

θαθαούκας ο

κεκές, τραυλός ~ θαθαούκας Ήπειρος

θαΐχω

σηκώνω ~ θαΐχω Τσακώνικα

θαλά α

πετριά, λιθαριά ~ θαλά Καππαδοκία

θαλαμάρης ο

είδος χταποδιού ~ αθαλαμάρης Ιθάκη | θαλαμάρης Ιθάκη |

θαλαμάρικος

θαλαμάρης ~ αθαλαμάρικος Ιθάκη | θαλαμάρικος Ιθάκη ~ ουδέτερο: αθαλαμάρικο Ιθάκη | θαλαμάρικο Ιθάκη

θαλαμεύω

βασανίζω | φυλακίζω (λόγιο) ~ θαλαμεύγω Χίος | θαλαμεύω Χίος

θαλάμι το

τρύπα στο βυθό της θάλασσας, όπου φωλιάζει το χταπόδι, ο κάβουρας ή κάποιο ψάρι | αρχαία ΘΑΛΑΜΟΣ προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 ~ θαλάμ Σάμος, Σκιάθος | θαλάμι Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Μάνη, Τσακώνικα | θαλάμιν Κάρπαθος | θαλάμπι Σίφνος | θελάμι Πελοπόννησος | θολάμ Τήνος | θολάμι Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Νάξος, Πελοπόννησος, Σύρος | θουλάμ Αϊβαλί, Ίμβρος, Λέσβος, Μοσχονήσι | θουλάμιν Λυκία | φαλάμι Λακωνία, Τσακώνικα | ~ θηλυκό: αθαλάμη Ιθάκη, Μεγανήσι | θαλάμη Κάρπαθος, Κεφαλονιά, Λευκάδα

θαλαμίδι το

μικρό διαχωριστικό μέσα σε κιβώτιο | διαχωριστικό σε αποθήκη ~ θαλαμίδ Πόντος | θαλαμίδι | φαλαμίδι Πόντος | φαλαμίδιον Πόντος | φελαμίδ Πόντος ~ υποκοριστικό: φαλαμιδόπον Πόντος

θαλαμικό το

το ψάρι που φωλιάζει σε θαλάμι ~ θαλαμικό Αμοργός

θαλαμίσι το

μικρή σαύρα, σαπομίτα ~ θαλαμίσι Καστελλόριζο

θαλαμουνή η

στεναχώρια ~ θαλαμουνή Μαγνησία

θαλάμωμα το

κλεισούρα (σε κάποιο χώρο για μεγάλο χρονικό διάστημα) | η είσοδος του ζώου στο θαλάμι ~ θαλάμουμα | Μάνη θαλάμωμα Αρκαδία

θαλαμώνω

μπαίνω στο θαλάμι (για ψάρια και θαλασσινά) | μένω κλεισμένος σε κάποιο χώρο για μεγάλο χρονικό διάστημα γεμίζω | κρύβω | ζαλίζομαι ~ θαλαμόνω Ηπίτης 1908 | θαλαμούνου Μάνη | θαλαμώνου Μαγνησία | θαλαμώνω Κρήτη, Πελοπόννησος | θαλαμώννω Κάρπαθος ~ θαλαμούνομαι Μάνη | θαλαμώνουμι Μαγνησία ~ μετοχή: θαλαμωμένος Ηλεία

θαλανονώ

πονώ λίγο, αλλά συνέχεια ~ θαλανονώ Νότια Εύβοια

θαλάπουμα του

ανησυχία (λόγιο) | δαρμός (λόγιο) | κρύψιμο ~ θαλάπουμα Αιτωλοακαρνανία, Σαρακατσάνικα, Φθιώτιδα

θαλαπώνου

ανησυχώ (λόγιο) | καθησυχάζω (λόγιο) | ταράζω | σκεπάζω | κρύβω | δέρνω ~ θαλαπώνου Αιτωλοακαρνανία, Μαγνησία, Σαρακατσάνικα, Φθιώτιδα, Φωκίδα

θαλασά η

πλημμύρα ~ θαλασά Δελβίνο

θάλασσα η

λέγεται και γιαλός | Swadesh List: 154, sea | Buck List: 1.32, sea | ALE List 26 | αρχαία ΘΑΛΑΣΣΑ, ΘΑΛΑΤΤΑ, ΘΑΛΑΘΘΑ προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 ~ θάασσα Τσακώνικα | θάσσα Τσακώνικα | θάβασσα Τσακώνικα | θάλασσα Corona Preciosa 1527, Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αιτωλοακαρνανία, Αμοργός, Άνδρος, Αργολίδα, Αρκαδία, Άρτα, Αχαΐα, Βιθυνία, Βοιωτία, Γρεβενά, Εύβοια, Ευρυτανία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ημαθία, Θεσπρωτία, Θήρα, Θράκη, Ικαρία, Ιωάννινα, Καβακλί, Καβάλα, Καλαβρία, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Καστοριά, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κορινθία, Κορσική, Κως, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος, Κως, Λακωνία, Λάρισα, Λέσβος, Λήμνος, Μαγνησία, Μάνη, Μέγαρα, Μεσσηνία, Μήλος, Μύκονος, Νάξος, Νίσυρος, Πάργα, Πάρος, Πόντος, Πρέβεζα, Ρόδος, Σαμοθράκη, Σάμος, Σέρρες, Σιάτιστα, Σκύρος, Σύμη, Φωκίδα, Χαλκιδική | θάλασση Καλαβρία | θάλατσα Αστυπάλαια, Κάρπαθος, Χίος | θάοασσα Τσακώνικα | θάοβασσα Τσακώνικα | θάουασσα Ανατολική Ρωμυλία, Τσακώνικα | θάσσα Τσακώνικα | θάρασσα Νάξος | σάλασσα Λακωνία | τάλασσα Απουλία | χάλασσα Κύπρος ~ ουδέτερο: θαλάσσι Δημητράκος 1938 | θαλάτσιν Κάρπαθος ~ υποκοριστικό: θαλασσάκι Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016, Κέρκυρα | θαλασσίτσα Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016 | θαλασσού Κύπρος | θαλασσούα Κύπρος | θαλασσούλα Ακαδημία 2016

θαλασσάγκαθο το

το φυτό Echinops graecus, κεφαλάγκαθο, χονδροκέφαλο ~ θαλασσάγκαθο Γεννάδιος 1914, Heldreich 1926, Δημητράκος 1938, Κέα, Κύθνος

θαλασσάγκαθο το

το φυτό Salsola kali, θαλασσόχορτο, καλιά, τριβόλι, τρίβολο, τσίλωμα ~ θαλασσάγκαθο Heldreich 1926, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κέα, Κύθνος, Πάρος

θαλασσάδα η

η μυρουδιά της θάλασσας ~ θαλασσάδα Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Χίος

θαλασσαετός ο

το πουλί Haliaeetus albicilla, ασπρονούρης ~ θαλασσαετός Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θαλασσαητός Πρωία 1933

θαλασσάκι

μικρός κυματισμός της θάλασσας ~ θαλασσάκι Βλαστός 1931

θαλασσάκι το

είδος φυτού ~ θαλασσάκι Παξοί

θαλασσάκρα η

ακρογιαλιά ~ θαλασσάκρα Πόντος ~ ουδέτερο: θαλασσάκ Πόντος | θαλασσάκρ Πόντος | θαλασσάκριν Πόντος | θαλασσάκρον Πόντος | θαλασσοάκρ Πόντος

θαλασσάρμη η

η αρμύρα της θάλασσας ~ θαλασσάρμη Βλαστός 1931

θαλασσάτσιν το

μικρός κυματισμός ~ θαλασσάτσιν Κύπρος

θαλασσαφρός ο

ο αφρός της θάλασσας ~ θαλασσαφρός Μάνη

θαλασσέα η

η μυρουδιά της θάλασσας ~ θαλασσέα Πόντος ~ αρσενικό: θαλασσέας Πόντος

θαλασσένιος

θαλασσής ~ θαλασσένιος Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: θαλασσένια Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: θαλασσένιο Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998

θαλασσής

που έχει το χρώμα της θάλασσας | γαλάζιος ~ θαλασσής Βλαστός 1931, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μάνη | θαλασσίς Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | θαλασσύς Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1938 | θαλασσός Μάνη, Ρόδος | θαλατσής Κάρπαθος | θαλαχιός Μάνη ~ θηλυκό: θαλασσά Λήμνος | θαλασσιά Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κύπρος | θαλατσιά Κάρπαθος ~ ουδέτερο: θαλασσύ Ηπίτης 1908 | θαλασσί Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θαλατσίν Κάρπαθος

θάλασσι

αλήθεια ~ θάλασσι Ικαρία

θαλασσί το

γαλάζιο ~ θαλασσί ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία

θαλάσσι το

μικρός κυματισμός ~ θαλάσσι Βλαστός 1931, Κέρκυρα, Μάνη, Σίφνο

θαλασσιά η

η μυρουδιά της θάλασσας ~ θαλασσιά Πόντος

θαλασσιά η

φουρτούνα ~ θαλασσέα Πόντος | θαλασσεά Πόντος | θαλασσιά Θράκη, Μακεδονία, Πόντος

θαλασσία η

φαγώσιμο χόρτο που φυτρώνει κοντά στη θάλασσα ~ θαλασσία Κάλυμνος, Κως | θαλασσιά Κως

θαλασσίδι το

μέρος της αγίας τράπεζας ~ θαλασσίδι Κωνσταντινούπολη

θαλασσίλα η

η μυρουδιά και η γεύση του θαλασσινού νερού ~ θαλασσίλα Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995

θαλάσσιμος

θαλασσινός ~ θαλάσσιμος Portius 1635, Κύπρος

θαλασσινά (τα)

τα φαγώσιμα της θάλασσας (μαλάκια και οστρακόδερμα), εκτός από τα ψάρια ~ θαλασσινά Σκαρλάτος 1835, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θήρα, Πάργα, Πελοπόννησος | θασιανά Τσακώνικα

θαλασσινόμπλαβος

που έχει μπλαβί-θαλασσί χρώμα ~ θαλασσινόμπλαβος Κρήτη ~ θηλυκό: θαλασσινόμπλαβη Κρήτη ~ ουδέτερο: θαλασσινόμπλαβο Κρήτη

θαλασσινός

θαλάσσιος (λόγιο) | αντίθετο: στεριανός | ναυτικός (λόγιο) ~ θαασσινέ Τσακώνικα | θαβασσινέ Τσακώνικα | θαλασσινέ Τσακώνικα | θαλασσινός Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Δελβίνο, Κρήτη, Λυκία | θαλασσνός Καστοριά | θασσιανέ Τσακώνικα | ταλάσσινο Απουλία ~ θηλυκό: θαλασσινή Somavera 1709, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κρήτη | θαλασσνή Καστοριά ~ ουδέτερο: θαλασσινό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κρήτη | θαλασσινόν Πόντος | θαλασσνό Καστοριά

θαλασσινός ο

ναυτικός (λόγιο) | νησιώτης | αντίθετο: στεριανός ~ θαλασσινός Ηπίτης 1920, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κεφαλονιά, Πόντος | θαλασσνός Σιάτιστα | θαλατσινός Κάρπαθος

θαλασσίτης

θαλασσινός ~ θαλασσίτης Θήρα ~ θηλυκό: θαλασσίτρα Μήλος

θαλασσίτης ο

είδος χόρτου ~ θαλασσίτης Ανάφη

θαλασσνιάς ου

το πουλί Tadorna tadorna, αλατζάς, θαλασσουγέρμανου, βαρβάρα, καζάρκα, ντελής, παρδαλάς ~ θαλασσνιάς Αιτωλοακαρνανία

θαλασσόβραση η

πλημμύρα ~ θαλασσόβραση Somavera 1709, Βλαστός 1931

θαλασσόβραχος ο

βράχος στην ακτή ~ θαλασσόβραχος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995 ~ θηλυκό: θαλασσοβραχιά Βλαστός 1931

θαλασσοβρεγμένος

που έχει βραχεί από τη θάλασσα ~ θαλασσοβρεγμένος Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | θαλασσοβρεμένος Βλάχος 1659, Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κάρπαθος, Κεφαλονιά ~ θηλυκό: θαλασσοβρεγμένη Πρωία 1933 | θαλασσοβρεμένη Somavera 1709, Πρωία 1933 ~ ουδέτερο: θαλασσοβρεγμένο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | θαλασσοβρεμένο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

θαλασσοβρεμός ο

θαλασσοβρέξιμο ~ θαλασσοβρεμός Νάξος

θαλασσοβρέξιμο το

το βρέξιμο από της θάλασσα ~ θαλασσοβρέξιμο Νάξος

θαλασσογάιδαρος ο

δελφίνι ~ θαλασσογάιδαρος Πελοπόννησος

θαλασσογάλαζος

γαλανός ~ θαλασσογάλαζος Βλαστός 1931

θαλασσόγαμπρος

το φυτό Taxanthema limonium, λάπαθο, προβάτσα ~ θαλασσόγαμπρος Γεννάδιος 1914, Δημητράκος 1938, Ζάκυνθος

θαλασσογέννημα το

δημιούργημα της θάλασσας ~ θαλασσογέννημα Δημητράκος 1938

θαλασσογέρακο το

το πουλί Falco eleonarae, βάρβακας, βαρβάκι, βαρβακίνα, κουτσογέρακο, μαυρογέρακας, μαυροπετρίτης, φαλκόνι ~ θαλασσογέρακο Κρήτη

θαλασσογυρισμένος

πολυταξιδεμένος ~ θαλασσογυρισμένος

θαλασσοδαρμός ο

φουρτούνα ~ θαλασσοδαρμός

θαλασσόδαρτος

θαλασσοδαρμένος ~ θαλασσόδαρτος Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Επτάνησος ~ θηλυκό: θαλασσόδαρτη Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: θαλασσόδαρτο Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

θαλασσόδεντρο το

δέντρα του γένους Tamarix, αλμυρίκι, αρμύριγκας, αρμυρίγκι, αρμυρίκι, μερεχλιά, μυρίγκα, μυρίγκο, μυρίκι, μυρικιά ~ θαλασσόδεντρο Αντίπαρος, Πάρος | θαλατσόεντρον Κάρπαθος

θαλασσοδέρνω

κινδυνεύω να πνιγώ σε φουρτούνα ~ θαλασσουδέρνου Καρδίτσα | θαλασσοδέρνω Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ θαλασσοδέρνομαι Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θαλασσοδέρνουμαι Ζάκυνθος | θαλασσουδέρνουμ Σαμοθράκη ~ μετοχή: θαλασσοδαρμένος Somavera 1709, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κεφαλονιά

θαλασσοζωσμένος

κυκλωμένος από θάλασσα ~ θαλασσοζωσμένος Δημητράκος 1938

θαλασσόζωστος

θαλασσοζωσμένος ~ θαλασσόζωστος Δημητράκος 1938

θαλασσόθρεφτος

που μεγαλώνει στη θάλασσα ~ θαλασσόθρεφτος Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θαλασσόθρεφτη Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θαλασσόθρεφτο Δημητράκος 1938

θαλασσόκαμπια η

είδος θάμνου ~ θαλασσόκαμπια Θράκη

θαλασσοκίβουρος ο

κιβούρι θαλασσινού (τάφος ναυτικού) ~ θαλασσοκίβουρος Ικαρία

θαλασσοκόρακας ο

το πουλί Phalacrocorax aristotelis, βουτακίνα, βουταναριά, βουτηχτάρα, βουτηχτάρι, βουτηχτής, βουτοπούλι, βούτος, θαλασσοκουρούνα, καλικατζού, καλικατσού, καλιτζακού, καρακούσι, καραμπατάκα, καραμπατάκι, καρκατζούνα ~ θαλασσοκόρακας Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016, Κύπρος

θαλασσοκουρούνα η

το πουλί Phalacrocorax carbo, βλ. θαλασσοκόρακας ~ θαλασσοκουρούνα Κυκλάδες

θαλασσολαγός ο

μοβ μαλάκιο με δυο μεγάλα πτερύγια, σε μέγεθος όσο ένα κουτάβι ~ θαλασσολαγός Μάνη

θαλασσόλουστος

που λούζεται στη θάλασσα | κυκλωμένος από θάλασσα ~ θαλασσόλουστος Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θαλασσόλουστη Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θαλασσόλουστο Δημητράκος 1938

θαλασσόλυκος ο

έμπειρος ναυτικός ~ θαλασσόλυκος Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

θαλασσομαβής

που έχει χρώμα θαλασσί-μαβί ~ θαλασσομαβής Παμπούκης 1988

θαλασσομάνα η

τσούχτρα, τρεμούλα | μέδουσα (λόγιο) ~ θαλασσομάνα Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Πόντος

θαλασσόματο το

σαλιγκάρι της θάλασσας με κόκκινο καπάκι (που μοιάζει με μάτι), το έχουν σαν φυλακτό για το μάτιασμα ~ θαλασσόματο Μάνη ~ αρσενικό: θαλασσόματος Μάνη

θαλασσομουνάρα η

άσπρη, πλακέ και διάφανη μέδουσα | χοντρή και αδέξια γυναίκα ~ θαλασσομουνάρα Μάνη

θαλασσόμυγα η

είδος εντόμου που ζει κοντά στη θάλασσα και θεωρείται άγγελος καλών ειδήσεων ~ θαλασσόμυγα Θήρα, Μύκονος, Σίφνος

θαλασσόνερο το

το θαλασσινό νερό ~ θαλασσονέρι Λακωνία, Μάνη | θαλασσόνερο Βλάχος 1659, Lange 1708, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μάνη, Πόντος | θαλασσόνερον Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πόντος

θαλασσοξακουσμένος

ξακουστός θαλασσινός ~ θαλασσοξακουσμένος Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θαλασσοξακουσμένη Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θαλασσοξακουσμένο Δημητράκος 1938

θαλασσόξυλο το

ξύλο που έχει βγει στην ακτή και είχε μείνει για καιρό μέσα στη θάλασσα ~ θαλασσόξυλο Αχαΐα, Καστελλόριζο, Μύκονος | θαλατσόξυλον Κάρπαθος

θαλασσοπάλεμα το

το πάλεμα με τα κύματα (στη φουρτούνα) ~ θαλασσοπάλεμα Δημητράκος 1938, Μύκονος

θαλασσοπαραδέρνω

υποφέρω από φουρτούνες ~ θαλασσοπαραδέρνω ~ μετοχή: θαλασσοπαρμένος Νάξος

θαλασσόπαρμα το

οικόπεδο ή κτήμα που το τρώει η θάλασσα ~ θαλασσόπαρμα Νάξος

θαλασσόπατο το

ο πάτος της θάλασσας ~ θαλασσόπατο Βλαστός 1931

θαλασσοπέντικος ο

είδος ποντικού ~ θαλασσοπέντικος Πόντος

θαλασσοπεράτης ο

που περνά τη θάλασσα ~ θαλασσοπεράτης Κρήτη

θαλασσοπέρδικα η

το πουλί Otis tetrax, αγριόκουτα, χουματίδα, μπιζιλντλέκ, ρούσα, τσελνόκουτα, ~ θαλασσοπέρδικα Κέρκυρα

θαλασσοπερνώ

διαπλέω (λόγιο) ~ θαλασσοπερνώ Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Legrand 1882

θαλασσόπετρα η

σκόπελος (λόγιο) ~ θαλασσόπετρα Βλάχος 1659, Legrand 1882, Βλαστός 1931

θαλασσοπνίγομαι

κινδυνεύω να πνιγώ σε φουρτούνα | εργάζομαι σκληρά σαν ναυτικός ~ θαλασσοπνίγομαι Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ακαδημία 2016, Μάνη | θαλασσοπνίγουμαι Ζάκυνθος | θαλασσοπνίουμαι Κύπρος

θαλασσοπνίγω

πνίγω κάποιον στη θάλασσα ~ θαλασσοπνίγω Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016 ~ θαλασσοπνίγομαι Κεφαλονιά, Πάργα ~ θαλασσοπνίω Κάρπαθος ~ μετοχή θαλασσοπνιγμένος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κύπρος | θαλασσοπνιμένος Πρωία 1933

θαλασσοπνιμός ο

το πνίξιμο στη θάλασσα ~ θαλασσοπνιμός Νάξος

θαλασσοπόλεμος

ναυμαχία ~ θαλασσοπόλεμος Βλάχος 1659, Somavera 1709, Δημητράκος 1938, Βεντότης 1790

θαλασσοπολεμώ

ναυμαχώ (λόγιο) ~ θαλασσοπολεμώ Βλάχος 1659, Somavera 1709

θαλασσοπούλι το

τα πουλιά: Alcedo atthis, Procellaria diomedea, Tringa glareola, Tringa hypoleucos, Tringa totanus | γενικά κάθε πουλί που πιάνει ψάρια στη θάλασσα | έμπειρος ναυτικός ~ θαασόπουλε Τσακώνικα | θαβασόπουλε Τσακώνικα | θαλασσοπούλ Πόντος | θαλασσόπουλε Τσακώνικα | θαλασσοπούλι Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Λευκάδα | θαλασσοπούλιν Κύπρος, Πόντος | θαλατσοπούλλιν Κάρπαθος | χαλασσοπούλιν Κύπρος ~ θηλυκό: θαλασσοπούλα Αμοργός, Ανάφη, Κεφαλονιά

θαλασσόπουτσος ο

θαλάσσιο εχινόδερμο με μακρύ σώμα, ανήκει στην ομοταξία των ολοθουροειδή (Holothuroidea) | γνωστό και με τα ονόματα αφρόπουτσος, γιαλόπουτσος, πουτσόγιαλος, πουτσόγιαννος, ψωλιάγκος, ψωλιόγκος ~ θαλασσόμπουτσος Μάνη | θσαλασσόπουτσος

θαλασσοσπηλιά η

σπηλιά στην ακτή της θάλασσας, που μπαίνει το νερό μέσα ~ θαλασσοσπηλιά Ακαδημία 2016

θαλασσόσταυρος ο

θαλάσσιο εχινόδερμο της ομοταξίας των αστεροειδών (Asteroidea), αστερίας (λόγιο), αστέρι, αστρί, άστρο ~ θαλασσόσταυρος Μάνη

θαλασσοστοίβη η

το φυτό Centaurea spinosa, αλιφόνας, αλιφόνι, αλιφός, γιαλοστοιβή, φόνος ~ θαλασσοστοίβη

θαλασσοταραχή η

φουρτούνα | αντίθετο: κάλμα, μπουνάτσα ~ θαλασσοταραχή Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μάνη

θαλασσουγέρμανου του

θαλασσνιάς ~ θαλασσουγέρμανου Άρτα

θαλασσούκλα η

φουρτούνα ~ θαλασσούκλα Αλόννησος, Σκόπελος

θαλασσούρα η

φουρτούνα ~ θαλασσούρα Αλόννησος, Κάλυμνος, Κρήτη

θαλασσουριά η

φουρτούνα ~ θαλασσουριά Σίφνος

θαλασσουρία η

το ελαφρύ τάραγμα της θάλασσας ~ θαλασσουρία Μάνη

θαλασσοφάγος ο

που τρώει (δαμάζει) τη θάλασσα | που τον τρώει η θάλασσα ~ θαλασσοφάγος Κύθνος, Νάξος, Χίος

θαλασσοφόρης

χαλασοχώρης | ταραξίας (λόγιο) ~ θαλασσοφόρης Βάλληνδας 1887

θαλασσοφουρτούνα η

φουρτούνα ~ θαλασσοφουρτούνα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Αρκαδία

θαλασσοφούσκωμα το

φουσκοθαλασσιά ~ θαλασσοφούσκωμα ~ θηλυκό: θαλασσοφουσκωσιά

θαλασσόφρυδο το

η γραμμή του ορίζοντα στη θάλασσα ~ θαλασσόφρυδο Βλαστός 1931

θαλασσοφτεϊριάζου

θαλασσώνω | αποτυχαίνω ~ θαλασσοφτεϊριάζου Μάνη | θαλασσοφτεϊρου Μάνη ~ θαλασσοφτεϊριάζομαι Μάνη

θαλασσόφτερη η

είδος φυκιού ~ θαλασσόφτερη Μάνη

θαλασσόχαρος

που του αρέσει ιδιαίτερα η θάλασσα ~ θαλασσόχαρος Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θαλασσόχαρη Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θαλασσόχαρο Δημητράκος 1938

θαλασσοχελώνα η

η θαλάσσια χελώνα (όλα τα είδη) ~ θαλασσοχελώνα Πρωία 1933, Ακαδημία 2016, Μάνη

θαλασσόχορτο το

το φυτό Salsola kali, θαλασσάγκαθο καλιά, τριβόλι, τρίβολο, τσίλωμα ~ θαλασσόχορτο Heldreich 1926, Πρωία 1933, Ακαδημία 2016, Κάρπαθος, Σίφνος

θαλασσοχοχλιός ο

το σαλιγκάρι της θάλασσας ~ θαλασσοχοχλιός Μάνη

θαλασσοχώρι το

παραθαλάσσιο χωριό ~ θαλασσοχώρι Βλαστός 1931

θαλασσόψαρος

ψαρός, γκρίζος (για χρώμα ζώου) ~ θαλασσόψαρος Κρήτη

θαλασσοψωλή η

θαλασσόπουτσος ~ θαλασσοψωλή ~ μεγεθυντικό: θαλασσοψωλάρα Μάνη

θαλάσσωμα το

κατάδυση (λόγιο) | ανακάτεμα, μπέρδεμα | αποτυχία (λόγιο) ~ θαλάσσουμα Μάνη | θαλάσσωμα Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Μάνη, Πόντος | θαλάσσωμαν Πόντος

θαλασσώνω

βουτώ στη θάλασσα | ρίχνω κάποιον στη θάλασσα | φουρτουνιάζω | αποτυχαίνω | ανακατεύω, μπερδεύω ~ θαλασσώνου Θάσος | θαλασσόνω Legrand 1882, Ηπίτης 1908 | θαλασσώνω Σκαρλάτος 1835, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κύπρος, Μάνη, Πόντος, Ρόδος, Σύμη | θαλασσούνου Μάνη | θαλατσώνω Κάρπαθος | χαλασσώνω Κύπρος~ θαλασσώνουμαι Βλαστός 1931 |μετοχή: θαλασσωμένος Κύπρος, Πάργα, Πόντος | θαλατσωμένος Κάρπαθος

θαλατσοβρέχομαι

βρέχομαι από τη θάλασσα ~ θαλατσοβρέχομαι Κάρπαθος

θαλατσομάχος ο

το συρματόσκοινο που ενώνει την άκρη του μπαστουνιού του καϊκιού με την άκρη της πλώρης ~ θαλατσομάχος Κάρπαθος

θαλατσοπαραέρω

παραδέρνω στη θάλασσα ~ θαλατσοπαραέρω Κάρπαθος

θαλατσοπλυμένος

βρεγμένος από τη θάλασσα ~ θαλατσοπλυμένος Κάρπαθος

θαλατσορουφώ

θαλασσοπνίγω ~ θαλατσορουφώ Κάρπαθος ~ μετοχή: θαλατσορουφημένος Κάρπαθος

θαλατσουλέα η

η μυρουδιά της θάλασσας ~ θαλατσουλέα θαλατσοφαωμένος

θαλατσοφαωμένος

θαλασσοπνιγμένος ~ θαλατσοφαωμένος Κάρπαθος

θάλι το

λιθάρι, πέτρα ~ θάλι Καππαδοκία | θαλί Καππαδοκία ~ θηλυκό: θάλη Καππαδοκία

θαλλία η

κλαδί ελιάς (το βάζανε στο ανώφλι των σπιτιών που πουλούσανε κρασί) ~ θαλλία Κύμη, Παλιά Αθήνα ~ ουδέτερο: θαλλό Κύμη

θάλλια τα

αθάσια, φρέσκα αμύγδαλα ~ θάλλια Κρήτη

θαλλός ο

βλαστός ~ θαλλός Εύβοια, Λήμνος

θαλλύνω

θάλλω ~ θαλλύνω Πόντος

θάλλω

βγάζω βλαστούς και φύλλα ~ αρχαία ΘΑΛΛΩ ινδοευρωπαϊκό *dh(e)h2-l-, dhh2l- Beekes 2010 ~ θάλλω Καππαδοκία

θάλμπωση η

καταχνιά, αχλή (λόγιο) ~ θάλμπωση Αρκαδία

θαλός ο

το φύλλο της φοινικιάς ~ θαλός Du Cange 1688

θαλπένιος

ζεστός ~ θαλπένιος Ικαρία ~ θηλυκό: θαλπένια Ικαρία ~ ουδέτερο: θαλπένιο Ικαρία

θάλπη η

ζεστασιά | κάμα, κάψα | θαλπωρή (λόγιο) | αρχαία ΘΑΛΠΟΣ προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 ~ θάλπη Κύθηρα | θαλπιά Ικαρία ~ ουδέτερο: θάρπος Ικαρία, Κύθηρα | θάρφος Ικαρία

θάλπωμα το

σκοτείνιασμα ~ θάλπωμα Βλαστός 1931

θαλπώνω

θολώνω | σκοτεινιάζω ~ θαλπώνω Ηλεία

θαμά

αρκετά ~ θαμά Καβάλα

θάμα το

θαύμα (λόγιο) | αρχαία ΘΑΥΜΑ προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010~ θάγμα Ηπίτης 1908, Θεσπρωτία, Θράκη, Καππαδοκία, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κρήτη, Κύθηρα, Μύκονος, Νάξος, Πόντος, Σύρος, Τσακώνικα | θάγμαν Πόντος | θάμα Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Άνδρος, Αρκαδία, Άρτα, Αρτάκη, Άρτα, Αχαΐα, Βιθυνία, Γρεβενά, Δελβίνο, Εύβοια, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ημαθία, Θεσσαλονίκη, Θεσπρωτία, Θήρα, Θράκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καβακλί, Καππαδοκία, Καρδίτσα, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Καστοριά, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κορινθία, Κρήτη, Λακωνία, Λήμνος, Λυκία, Μάνη, Μαγνησία, Μέγαρα, Μεσσηνία, Μύκονος, Νίσυρος, Νότια Εύβοια, Πόντος, Προύσα, Ρόδος, Σάμος, Σέρρες, Σιάτιστα, Σίφνος, Σκόπελος, Σκύρος, Σύρος, Τήλος, Τρίκαλα, Τσακώνικα, Φθιώτιδα, Φιλιππούπολη, Φωκίδα | θάμαν Πόντος | θάμμα Καστελλόριζο, Κύπρος, Ρόδος, Σύμη | θάμμαν Κύπρος, Λυκία, Ρόδος | θιάμα Δημητράκος 1938, Άρτα, Γρεβενά, Δρόπολη, Ημαθία, Θεσπρωτία, Καστοριά, Κέρκυρα, Λευκάδα, Θεσπρωτία, Οθωνοί, Πιερία, Πρέβεζα, Πωγώνι, Σαρακατσάνικα, Σκύρος | θυάμα Δημητράκος 1938 | χάμμαν Κύπρος | θιάκα Ήπειρος | τάγμα Καππαδοκία, Κρήτη ~ πληθυντικός: θάματα Αρκαδία, Αχαΐα, Βοιωτία, Ηλεία, Ημαθία, Ήπειρος, Ικαρία, Κέα, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Νάξος, Φθιώτιδα, Χάλκη | θιάματα Θεσπρωτία, Καστοριά

θαμάζω

θαυμάζω (λόγιο) | απορώ (λόγιο) | ματιάζω ~ θαγμάζου Κοζάνη | θαγμάζω Ηπίτης 1908, Θεσπρωτία, Μύκονος, Πόντος | θαμάζου Γρεβενά, Καβακλί, Καστοριά, Κοζάνη, Λήμνος, Μάνη, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σιάτιστα, Σουφλί, Τσακώνικα, Χαλκιδική | θαμάζω Passow 1860, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Άνδρος, Ζάκυνθος, Καστελλόριζο, Κρήτη, Κύθηρα, Μύκονος, Νάξος, Πόντος, Τσακώνικα, Χιμάρα | θαμάντζω Κάρπαθος | θαμάω Πόντος | θαμιάζω Λευκάδα | θαμμάζω Κάλυμνος, Κύπρος, Νίσυρος | θιαμάζου Ιωάννινα, Σαρακατσάνικα, Σουφλί | θιαμάζω Passow 1860, Thumb 1912, Δημητράκος 1938, Δελβίνο, Κέρκυρα, Κρήτη, Λευκάδα, Πωγώνι | ταμάτζω Απουλία | χαμμάζω Κύπρος ~ θαγμάουμαι Πόντος | θαμάζομαι Passow 1860, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Αμοργός, Κρήτη, Λευκάδα, Νάξος, Χάλκη | θαμάζουμ Ίμβρος, Σαμοθράκη | θαμάζουμαι Ρόδος | θαμάζουμι Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλονίκη, Καβακλί, Σάμος, Σέρρες, Σουφλί, Χαλκιδική | θαμμάζομαι Κάλυμνος, Καστελλόριζο, Νίσυρος | θαμάντζομαι Κάρπαθος | θαμμάζουμαι Κύπρος | θαμμάτζομαι Σύμη | θαμάουμαι Πόντος | θαμάσκουμαι Πόντος | θιαμάζομαι Δημητράκος 1938, Κέρκυρα | θιαμάζουμι Ιωάννινα | θιαμάσκομαι Πόντος | θυαμάζομαι Δημητράκος 1938 | χαμάζουμαι Ρόδος ~ μετοχή: θαμασμένος Πάρος | θαμασμένους Λυκία | θιαμασμένους Ιωάννινα

θαμαίνουμι

απορώ (λόγιο) | θαμάζω | παραξενεύομαι ~ θαμαίνουμι Αιτωλοακαρνανία, Βελβεντός, Γρεβενά, Ευρυτανία, Ημαθία, Θεσσαλονίκη, Θράκη, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Μαγνησία, Σαρακατσάνικα, Σιάτιστα, Σέρρες, Στενίμαχος | θαμάννουμου Λυκία | θιαμαίνομαι Passow 1860, Δημητράκος 1938, Δελβίνο, Θεσπρωτία, Λευκάδα | θιαμαίνουμαι Πρωία 1933, Πωγώνι | θιαμαίνουμι Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Θράκη, Ιωάννινα, Καστοριά, Πιερία, Σαρακατσάνικα, Τρίκαλα | θυαμαίνομαι Δημητράκος 1938 | θιαμαίνουμαι Βλαστός 1931 ~ θιαμαίνω Passow 1860, Λευκάδα, Ήπειρος

θαμαντουρία η

μεγάλο θάμα ~ θαμαντουρία Πόντος

θάμαξη η

θαυμασμός (λόγιο) ~ θάμαξη Κρήτη

θάμαρη η

τρομάρα | στεναχώρια ~ θάμαρη Κεφαλονιά, Λευκάδα

θαμασιά η

θάμασμα ~ θαμασιά Σέρρες

θαμάσιος

θαυμάσιος (λόγιο) ~ θαμάσιος Μάνη ~ θηλυκό: θαμάσια Μάνη ~ ουδέτερο: θαμάσιο Μάνη | θαμμάσιο Σύμη

θάμασμα το

θαυμασμός (λόγιο) | απορία (λόγιο) | θαύμα (λόγιο) | μάτιασμα ~ θαγμασμός Κοζάνη | θάμαγμα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ιωάννινα, Καστελλόριζο, Σίφνος, Χίος | θάμαγμαν Πόντος | θαμαγμός Κοζάνη | θάμασμα Corona Preciosa 1527, Meursius 1614, Du Cange 1688, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Ηλεία, Θήρα, Θράκη, Κάρπαθος, Κρήτη, Κύθηρα, Μακεδονία, Μάνη, Νάξος, Πόντος, Ρόδος, Σάμος, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χάλκη, Χίος | θάμασμαν Λυκία, Πόντος, Ρόδος | θιάμαγμα Σαρακατσάνικα | θιάμασμα Κέρκυρα, Λευκάδα | θάμμασμα Σύμη | θαύμασμα Κύθηρα, Πελοπόννησος, Σίφνος ~ πληθυντικός: θαμάσματα Μύκονος, Πάρος

θαμασμός ο

θαυμασμός (λόγιο) ~ θαγμασμός Κοζάνη | θαμασμός Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Μάνη, Νίσυρος

θαμαστός

θαυμαστός (λόγιο) ~ θαγμαστός Πόντος | θαμαστός Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κρήτη, Μάνη, Πόντος | θαματός Πάρος | θαμαχτός Πρωία 1933, Μάνη | θαμμαστός Κύπρος | θιαμαχτός Ιωάννινα ~ θηλυκό: θαμαστή Δημητράκος 1938 | θαμαστέσα Πόντος ~ ουδέτερο: θαμαστό Δημητράκος 1938 | θιαμαχτό Ιωάννινα

θάματ

σάματι, σάματις ~ θάματ Σουφλί

θαματκά τα

θαυματουργά (λόγιο) ~ θαματικά Θεσσαλονίκη

θαματουργός

θαυματουργός (λόγιο) ~ θαγματουργός Σύρος | θαματουργιός Ρόδος | θαματουργό Τσακώνικα | θαματουργός Δημητράκος 1938, Γρεβενά, Καστοριά, Κάλυμνος, Μάνη, Σαμοθράκη, Θήρα, Θράκη | θιαματουργός Δελβίνο ~ θηλυκό: θαματουργή Δημητράκος, 1950 Θήρα | θιαματουργή Δελβίνο ~ ουδέτερο: θαματουργό Δημητράκος 1938, Θήρα | θιαματουργό Δελβίνο

θαματουργώ

θαυματουργώ (λόγιο) ~ θαματουργώ Thumb 1912, Επτάνησος | θαματουργού Μάνη | θαμματουρκώ Κύπρος

θαμεύουμι

θαυμάζω (λόγιο) ~ θαμεύουμι Φθιώτιδα

θαμή η

ταφή (λόγιο) ~ θαμή Κρήτη

θάμιγγας ο

κοντή αγριελιά (Olea oleaster) ~ αθάμιγγας Κάρπαθος | θάμιγγας Κάρπαθος ~ ουδέτερο: θαμίγγιν Κάρπαθος

θαμιγγιάντζω

ατροφώ (για δέντρο) ~ θαμιγγιάντζω Κάρπαθος

θαμματουργία η

θαυματουργία (λόγιο) ~ θαμματουργία Κύπρος

θαμνάδι το

θάμνο ~ θαμνάδι Χίος

θαμνεύω

κόβω τα θάμνα με αξίνα ~ θαμνεύγιου Κύμη | θαμνεύου Μαγνησία, Σάμος | θαμνεύω Πάρος | θανεύου Σάμος | θανεύω Κάρυστος | χαμνεύου Σάμος

θάμνιμα του

το κόψιμο των θάμνων με αξίνα ~ θάμνιμα Σάμος

θάμνο το

θάμνος (λόγιο) | ALE List 46 | αρχαία ΘΑΜΝΟΣ προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 ~ θαμνί Καππαδοκία | θαμνίν Πόντος | θάμνο Μάνη ~ αρσενικό: θάμνε Τσακώνικα ~ πληθυντικός: θάμνα Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998

θαμπά

χαράματα ~ θαμπά Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Λευκάδα, Σαρακατσάνικα, Τρίκαλα

θάμπα α

θαμπάδα ~ θάμπα Τσακώνικα

θάμπα η

ελάχιστη ποσότητα αέρα ή υγρού ~ θάμπα Μάνη

θάμπα η

σταγόνα ~ θάμπα Ζάκυνθος

θαμπάγρα η

θαμπάδα | θόλωση της όρασης~ θαμπάγρα Πρωία 1933, Κρήτη

θαμπάδα η

θάμπωμα | αντίθετο: γυαλάδα ~ θαμπάδα Lange 1708, Somavera 1709, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Κρήτη, Λυκία, Σάμος ~ ουδέτερο: θαμπάδι Δημητράκος 1938 ~ πληθυντικός: θαμπάδια (τα) Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

θαμπάζζω

μένω έκπληκτος ~ θαμπάζζω Νίσυρος,

θαμπαίνω

θαμπώνω ~ θαμπαίνω Δημητράκος 1938, Κάρπαθος

θαμπερός

αμαυρός (λόγιο) | λαμπερός ~ θαμπερός Δημητράκος 19388, Θήρα ~ θηλυκό: θαμπερή Δημητράκος 19388 ~ ουδέτερο: θαμπερό Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

θαμπιά η

θάμπωμα ~ θαμπιά Δημητράκος 1938

θαμπίζω

βλέπω θαμπά | φωτίζω θαμπά ~ θαμπίζου Τσακώνικα | θαμπίζω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κορινθία, Λακωνία, Μεσσηνία | χαμπαλίτζω Καλαβρία

θαμποβλέπω

βλέπω θαμπά ~ θαμποβλέπω Επτάνησα, Σύρος

θαμποβραδιάζει

σουρουπόνει ~ θαμποβραδιάζει Βλαστός 1931

θαμπογυαλίζω

θαμπά ακτινοβολώ ~ θαμπογυαλίζω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

θαμποθωρώ

βλέπω θαμπά ~ θαμποθωρώ Ρόδος

θαμποκόπημα το

~ θαμποκόπημα Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

θαμποκοπώ

~ θαμποκοπώ Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

θαμποπουλάδα η

νυχτόβιο πουλί | άνθρωπος που δε βλέπει καλά ~ θαμποπουλάδα Μάνη

θαμποπούλι το

θαμποπουλάδα ~ θαμποπούλι Μάνη

θαμπός

αμαυρός (λόγιο) | αμυδρός (λόγιο) | θολός | μουντός | σκοτεινιασμένος ~ θαμπό Τσακώνικα | θαμπός Germano 1622, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Δημητράκος 1938, Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Θράκη, Κάρπαθος, Κορινθία, Κρήτη, Λυκία, Μάνη, Πόντος, Ρόδος, Φωκίδα | θάμπος Κύπρος | χαμπός Καλαβρία | θομπός Germano 1622, Somavera 1709, Μύκονος, Σύρος ~ θηλυκό: θαμπή Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θομπή Μύκονος ~ ουδέτερο: θαμπό Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θομπό Μύκονος ~ επίρρημα: θαμπά Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1920, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αιτωλοακαρνανία, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Λυκία, Μαγνησία, Ρόδος, Σάμος, Τσακώνικα | χαμπά Καλαβρία

θάμπος το

δυνατό και διάχυτο φως | αρχαία ΘΑΜΒΟΣ προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 ~ θάμπο Μάνη | θάμπος Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θεσπρωτία, Μάνη

θαμποστεφάνωμα το

η άλως του φεγγαριού ~ θαμποστεφάνωμα Μύκονος

θαμπούλια τα

χαράματα ~ θαμπούλια Βλαστός 1931, Αιτωλοακαρνανία, Φθιώτιδα

θαμπουλίζω

αχνοφέγγω | θαμπώνω ~ θαμπουλίζω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κεφαλονιά

θαμπουξικίνμα του

το ξεκίνημα του κοπαδιού, για μετεγκατάσταση, πριν χαράξει ~ θαμπουξικίνμα Σαρακατσάνικα

θαμπούρα η

θαμπωμάρα | ζαλάδα ~ θαμπούρα Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Μαγνησία, Πάργα

θαμπουρίζω

βλέπω θαμπά ~ θαμπουρίζω Κέρκυρα | χαμπουρίζζω Καλαβρία | χαμπουρίτζω Καλαβρία

θαμπούρωμαν το

θάμπωμα ~ θαμπούρωμαν Πόντος

θαμπουρώνω

θαμπώνομαι ~ θαμπουρώνω Πόντος

θάμπουση α

θάμπωμα ~ θάμπουση Τσακώνικα

θαμποφαίνεται

μισοφαίνεται ~ θαμποφαίνεται Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

θαμποφεγγοβολώ

θαμποφέγγω ~ θαμποφεγγοβολώ Δημητράκος 1938

θαμποφέγγω

φέγγω θαμπά | τρεμοσβήνω ~ θαμποφέγγω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Επτάνησα

θαμποχαράζω

αχνοφέγγω ~ θαμποχαράζω Δημητράκος 1938

θαμποχάραμα το

αυγή ~ θαμποχάραμα Βλαστός 1931

θάμπωμα το

θάμβος (λόγιο) | σκοτείνιασμα | σούρουπο ~ θάμπουμα Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ιωάννινα, Μάνη, Τσακώνικα, Φωκίδα | θάμπωμα Somavera 1709, Βεντότης 1790, Passow 1860, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Μεσσηνία, Πάργα | θάμπωμαν Πόντος

θαμπωμάρα η

στραβισμός (λόγιο) | σκοτοδίνη (λόγιο) ~ θαμπουμάρα Ιωάννινα, Τσακώνικα | θαμπωμάρα Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Πελοπόννησος

θαμπώνω

θαμβώνω (λόγιο) | αμαυρώ (λόγιο) | σκοτίζω ~ θαμπόνω Legrand 1882, Ηπίτης 1908 | θαμπούκου Τσακώνικα | θαμπούνου Μάνη | θαμπώνου Μάνη, Ιωάννινα, Σαρακατσάνικα | θαμπώνω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αστυπάλαια, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κάλυμνος, Καππαδοκία, Κρήτη, Μεσσηνία, Πόντος, Σύμη, Τσακώνικα | θαμπώννω Κάρπαθος, Κύπρος, Κως, Ρόδος | θομπώνω Somavera 1709, Μύκονος | χαμπώννω Καλαβρία ~ θαμπώνομαι Somavera 1709, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Κρήτη, Μάνη, Πόντος | χαμπώννομαι Καλαβρία ~ μετοχή: θαμπωμένος Somavera 1709, Βεντότης 1790, Βλαστός 1931, Ακαδημία 2016 | χαμπωμένο Καλαβρία

θαμπωτικός

θαμβωτικός (λόγιο) ~ θαμπωτικός Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: θαμπωτική Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: θαμπωτικό Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ επίρρημα: θαμπωτικά Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

θαμπωτός

αδιαφανής (λόγιο) ~ θαμπωτός Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θαμπωτή Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θαμπωτό Δημητράκος 1938

θαμώ

νομίζω (λόγιο) ~ θάμμαι Καλαβρία | θαμώ Καστοριά

θαν

αν ~ θαν Σουφλί

θαν

σα, σαν ~ θα Θράκη | θαν Σουφλί

θανά

τάχα ~ θανά Σέρρες

θάνα

ευτυχώς (λόγιο) ~ θάνα Καππαδοκία

θαναδκιά η

θανατίλα ~ θαναδκιά Κύπρος

θανακίτζια τα

θαφτικά ~ θανακίτζια Τσακώνικα

θανασίμια τα

τα ρούχα που φορούν στο νεκρό ~ θανασίμια Ίμβρος

θάνατα τα

η ώρα του θανάτου | ταφή (λόγιο) ~ θάνατα Λέσβος

θανατάς ο

θάνατος | χάρος ~ θανατάς Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κρήτη, Κύπρος, Λέσβος, Λήμνος, Ρόδος, Σάμος, Χίος

θανατερός

θανατηφόρος (λόγιο) ~ θανατερός Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κρήτη, Μάνη | θανατηρός Δημητράκος 1938, Ίμβρος ~ θηλυκό: θανατερή Somavera 1709, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θανατηρή Δημητράκος 1938, Ίμβρος ~ ουδέτερο: θανατερό Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | θανατηρό Δημητράκος 1938, Ίμβρος ~ επίρρημα: θανατερά Βλάχος 1659, Somavera 1709, Δημητράκος 1938

θανατιά η

θανατίλα ~ θανατέα Πόντος | θανατιά Κύπρος

θανατίδιν το

κάτι το πολύ πικρό ~ θανατίδιν Ηπίτης 1908, Πόντος ~ θηλυκό: θανατίτα Πόντος

θανατίκι το

τα θαφτικά ~ θανατίκι Αρκαδία, Μεσσηνία

θανατίκια τα

τα ρούχα που φορούν στο νεκρό ~ θανατίκια Αρκαδία, Ηλεία, Μεσσηνία | θανακίτσα Τσακώνικα | θανατίτσα Τσακώνικα

θανατικό το

θανατηφόρα επιδημία | λοιμός (λόγιο) | πανούκλα, σκορδούλα ~ αθανατκό Σαμοθράκη | θανακικό Τσακώνικα | θανατικό Corona Preciosa 1527, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Ηλεία, Ζάκυνθος, Καππαδοκία, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κρήτη, Μάνη, Μεσσηνία, Ρόδος, Τσακώνικα, Φωκίδα | θανατικόν Meursius 1614, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Κάρπαθος, Κύπρος, Λυκία, Πόντος, Ρόδος | θανατκό Ιωάννινα, Σάμος

θανατικός

που σχετίζεται με το θάνατο | θανατηφόρος (λόγιο) ~ θανατικός Lange 1708, Βλαστός 1931, Πόντος

θανατικώνω

θανατώνω | σκοτώνω ~ θανατικόνω Legrand 1882 | θανατικώνω Βλάχος 1659, Lange 1708

θανατίλα η

η δυσοσμία του πτώματος ~ θανατίλα Βλαστός 1931, Ακαδημία 2016 ~ πληθυντικός θανατέλες (οι) Δελβίνο επίρρημα: θανατίλας Κέρκυρα

θανατίσιμος

θανάσιμος (λόγιο) ~ θανατίσιμος Κύπρος

θανατίτας η

θανατηφόρα αρρώστια (σε ζώα) | παγωνιά ~ θανατίτας Κέρκυρα

θανατίτζα η

εξάνθημα που προμηνύει το θάνατο ~ θανατίτζα Πόντος

θανατίτης ο

θανατίτζα ~ θανατίτης Κύπρος

θανατίτης ο

κάποιο φαρμακερό μανιτάρι ~ θανατίτης Κύπρος

θανατοβόσκω

χαροπαλεύω ~ θανατοβόσκω Κύθηρα

θανατογραφή η

θανατική καταδίκη ~ θανατογραφή Δημητράκος 1938

θάνατος

Buck List: 4.75, death | αρχαία ΘΑΝΑΤΟΣ ινδοευρωπαϊκό *dh(u)enh2 Beekes 2010 ~ θάνατε Τσακώνικα | θάνατος Germano 1622, Portius 1635, Somavera 1709, Βλάχος 1659, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Ανάφη, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Θήρα, Θράκη, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Καστοριά (πόλη), Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Μήλος, Μύκονος, Νίσυρος, Πόντος, Ρόδος | θάνατους Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Λάρισα, Λυκία, Σαρακατσάνικα, Φιλιππούπολη, Φωκίδα | τάνατο Απουλία

θανατούλια τα

πρηξίματα που παρουσιάζει ο μελλοθάνατος ~ θανατούλια Σάμος

θανατουλίδα η

η ασθένεια του άνθρακα: μαυροτήγανο, καρβούνι | πληγή από τη διαρκή κατάκλιση ~ θανατουλήδα Somavera 1709 | θανατουλήθρα Τσακώνικα | θανατουλίδα Βάλληνδας 1887, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κρήτη, Κύθνος, Μύκονος, Πελοπόννησος, Τσακώνικα

θανατουλίδα η

φαρμακερό μανιτάρι ~ θανατουλίδα Κεφαλονιά

θανατούλλιν το

είδος αράχνης ~ θανατούλλιν Κάρπαθος

θανάτωμα το

σκότωμα ~ θανάτωμα Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995

θανατωμός ο

θανάτωμα ~ θανατωμός Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

θανατώνω

σκοτώνω | φονεύω (λόγιο) ~ θανατόνω Legrand 1882, Ηπίτης 1908, | θανατούκου Τσακώνικα | θανατώνου Καστοριά, Μάνη | θανατώνω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κρήτη, Πόντος | θανατώννω Κάρπαθος, Κύπρος ~ θανατούμαι Πόντος | θανατώνομμαι Κύπρος | θανατώνομαι Germano 1622, Somavera 1709, ΑΠΘ 1998 | θανατώνουμι Καστοριά ~ μετοχή: θανατουμένους Καστοριά | θανατωμένος Somavera 1709, Βεντότης 1790, Ακαδημία 2016, Κύπρος

θανέσα τα

το γεύμα μετά την κηδεία ή το μνημόσυνο ~ θανέσα Πόντος | θανήσα Πόντος

θανή η

θάνατος | κηδεία (λόγιο) ~ θανή Meursius 1614, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ίμβρος, Καλαβρία, Καππαδοκία, Κέρκυρα, Κρήτη, Κύπρος, Λυκία, Πόντος, Τσακώνικα, Φωκίδα, Χίος ~ αρσενικό: θανός Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

θάνι

τότε, τότες ~ θάνι Ίμβρος

θάρα η

το μαστάρι του ζώου ~ θάρα Μέγαρα

θαραπαή η

ευχαρίστηση (λόγιο) | απόλαυση (λόγιο) | επιθυμία (λόγιο) γιάτρεμα ~ θαραπά Κύπρος | θαραπαή Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1938, Αιτωλοακαρνανία, Ζάκυνθος, Κορινθία, Λευκάδα, Μάνη, Μέγαρα, Σάμος, Τσακώνικα | θεραπαή Αρκαδία ~ ουδέτερο: θαράπι Κρήτη | θεράπιο Κρήτη

θαραπαΐλα η

μεγάλη ανακούφιση ~ θαραπαΐλα Μάνη

θαραπαμός ου

θαραπαή ~ θαραπαμός Meursius 1614, Du Cange 1688, Κύπρος, Πιερία, Σάμος ~ θηλυκό: θαράπαμα: Ζάκυνθος, Κύπρος

θαράπαψη η

θαραπαή ~ θαράπαυση Κύπρος | θαράπαψ Αιτωλοακαρνανία | θαράπαψη Δημητράκος 1938, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Λευκάδα

θαραπαψίδα η

σπυράκι ~ θαραπαψίδα Χαλκιδική

θαραπεία η

θεραπεία (λόγιο) ~ θαραπεία Κάρπαθος, Κέρκυρα, Μύκονος, Πόντος, Σάμος | θαράπεια Νίσυρος, Ρόδος

θαράπειο το

θαραπαή ~ θαράπειο Δημητράκος 1938, Βούρμπιανη, Κέρκυρα, Κρήτη

θαραπεύω

θεραπεύω (λόγιο) | ευχαριστώ | ανακουφίζω (λόγιο) | χαροποιώ (λόγιο) | διορθώνω (λόγιο) | αρχαία ΘΕΡΑΠΕΥΩ, προελληνικό - μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 | Buck List: 4.86, cure, heal ~ θαραπαύου Χαλκιδική | θαραπεύγου Λυκία | θαραπέγκου Τσακώνικα | θαραπεύγκω Κάρπαθος, Κως | θαραπεύγω Κάλυμνος, Κως, Νίσυρος, Προύσα, Ρόδος | θαραπεύου Αιτωλοακαρνανία, Ζάκυνθος, Ιωάννινα, Καστοριά, Κεφαλονιά, Λευκάδα, Μάνη, Φθιώτιδα | θαραπεύω Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Άνδρος, Μύκονος, Σέριφος | θεραπεύκω Κύπρος ~ θαραπαύουμι Ημαθία, Κοζάνη, Σέρρες, Φθιώτιδα, Χαλκιδική | θαραπεύγιουμαι Ρόδος | θαραπεύγομαι Κάλυμνος, Κως, Σύμη | θαραπεύομαι Βούρμπιανη, Θεσπρωτία, Κέρκυρα, Μεσσηνία | θαραπεύουμαι Πόντος | θαραπεύουμι Βελβεντός, Γρεβενά, Ημαθία, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Σαρακατσάνικα, Σιάτιστα, Φθιώτιδα ~ μετοχή: θαραπαϊμένος Κρήτη | θαραπαμένος Ζάκυνθος | θαραπιμένους Λέσβος | θαραπούμενος Σαρακατσάνικα

θαράπεψη η

θεραπεία η ~ θαράπεψη Μύκονος

θαραπιά η

θαραπαή ~ θαραπιά Ηπίτης 1908

θαραπίδες οι

ουλές ~ θαραπίδες Πόντος

θαράψα η

θαραπεία ~ θαράψα Κάλυμνος

θαρμίζω

ματιάζω ~ θαρμίζου Λέσβος | θαρμίζω Θήρα, Κρήτη | θιαρμίζω Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | θιαρμίζω Κρήτη

θαρμομάτης

που ματιάζει ~ θαρμομάτης Θήρα ~ θηλυκό: θαρμομάτα Θήρα ~ ουδέτερο: θαρμομάτικο Θήρα

θαρμός ο

μάτιασμα ~ θαρμός Δημητράκος 1938, Θήρα, Κρήτη | θιαρμός Κρήτη | φταρμός Κρήτη

θαρμώ

ματιάζω ~ θαρμώ Θήρα

θάρουμ

ίσως (λόγιο) | μακάρι ~ θάραμ Βελβεντός | θάριμ Κοζάνη | θάρου Καστοριά | θάρουμ Γρεβενά, Καβακλί, Καστοριά, Κοζάνη, Λάρισα, Σιάτιστα

θαρρείσκι

σαν να ~ θαρρείσκι Σάμος

θάρρεμα το

ενθάρρυνση (λόγιο) | ελπίδα ~ θάρρεμα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Πόντος

θάρρεμαν το

το να νομίζει κανείς ~ εθάρρεμαν Πόντος | θάρρεμαν Πόντος

θαρρεμός ο

θάρρος | εμπιστοσύνη (λόγιο) ~ θαρρεμός Αμοργός, Μύκονος, Νάξος | θαρριμός Αμοργός | θαρριμός Σάμος

θαρρεσιά η

θάρρος ~ θαρρεσιά Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

θαρρετικός

θαρρετός ~ θαρρετικός Μάνη ~ επίρρημα: θαρρετικά Μάνη

θαρρετόν το

εκείνο που νομίζει κανείς ~ θαρρετόν Πόντος

θαρρετός

θαρραλέος (λόγιο) | άφοβος ~ θαρρετέ Τσακώνικα | θαρρετός Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αχαΐα, Θήρα, Κάρπαθος, Κρήτη, Μάνη | θαρριτός Γρεβενά, Καστοριά, Λυκία ~ θηλυκό: θαρρετή Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κρήτη | θαρριτή Καστοριά ~ ουδέτερο: θαρρετό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κρήτη | θαρριτό Καστοριά ~ επίρρημα: θαρρετά Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Κρήτη, Μάνη, Τσακώνικα | θαρριτά Σάμος

θαρρευτικός

θαρρετός ~ θαρρευτικός Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θαρρευτική Somavera 1709, Δημητράκος 1938 | θαρρεφτικός Βλαστός 1931 ~ ουδέτερο: θαρρευτικό Δημητράκος 1938 | επίρρημα: θαρρευτικά Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709

θαρρευτός

θαρρετός ~ θαρρευτός Βεντότης 1790, Legrand 1882, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θαρρευτή Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: θαρρευτό Δημητράκος 1938 ~ επίρρημα: θαρρευτά Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908

θαρρεύω

ξεθαρρεύω | νομίζω (λόγιο) | πιστεύω | εμπιστεύομαι (λόγιο) ~ θαρρέβκω Ρόδος | θαρρέβω Βλαστός 1931 | θαρρέγκου Τσακώνικα | θαρρεύγκω Κάρπαθος | θαρρεύγου Λυκία | θαρρεύγω Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Legrand 1882, Καστελλόριζο, Κρήτη, Νίσυρος | θαρρεύου Μάνη, Σέρρες | θαρρεύω Βλάχος 1659, Somavera 1709, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Ακαδημία 2016, Καππαδοκία, Κωνσταντινούπολη ~ θαρρεύγκομαι Κάρπαθος | θαρρεύγομαι Βλάχος 1659, Somavera 1709, Θήρα, Κρήτη, Νάξος, Νίσυρος | θαρρεύκουμαι Κύπρος, Πόντος | θαρρεύομαι Germano 1622, Portius 1635, Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Θήρα, Κρήτη, Κύθηρα, Μύκονος, Φούρνοι | θαρκούμαι Κύπρος ~ μετοχή: θαρρεμένος Germano 1622, Somavera 1709, Βλαστός 1931, Πρωία 1933 | θαρριμένους Σάμος, Σαρακατσάνικα

θάρρεψη η

θάρρος | εμπιστοσύνη (λόγιο) ~ θάρρεψη Νάξος

θάρρη τα

τα σουσούμια (τα χαρακτηριστικά του προσώπου) ~ θάρρη Άρτα, Ιωάννινα

θάρρος το

αφοβία (λόγιο) | τόλμη (λόγιο) | εμπιστοσύνη (λόγιο) | ελπίδα | αρχαία ΘΑΡΣΟΣ & ΘΑΡΡΟΣ ινδοευρωπαϊκό *dhers-Beekes 2010 ~ εθάρ Πόντος | εθάρρος Πόντος | θάζι Τσακώνικα | θάρρι Πόντος, Τσακώνικα | θάρριν Πόντος | θάρρο Μάνη | θάρρος Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Αρκαδία, Αχαΐα, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Μάνη, Μύκονος, Νάξος, Πόντος | θάρρους Βελβεντός, Γρεβενά, Ευρυτανία, Ημαθία, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Λυκία, Φωκίδα ~ αρσενικό: θάρρος Κύπρος ~ θηλυκό: θαρρειά Λακωνία, Στερεά ~ πληθυντικός: θάρρα τα Πόντος | θάρρετα (τα) Πελοπόννησος | θάη Σαμοθράκη| θάητα Σαμοθράκη | θάρρη τα Κάρπαθος, Κρήτη, Κύπρος | θάρρητα (τα) Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ίμβρος, Κάρπαθος, Κρήτη, Κως, Μύκονος, Τσακώνικα | θάρρτα Σάμος | θαρρικά τα Πόντος

θαρρούμενος

θαρρετός ~ θαρρούμενος Ηπίτης 1908, Κύπρος, Πόντος ~ επίρρημα: θαρρούμενα Κύπρος

θαρρούσιμος

θαρρετός ~ θαρρούσιμος Κύπρος

θάρρυμα το

εξέγερση (λόγιο) ~ θάρρυμα Βλάχος 1659

θαρρώ

νομίζω (λόγιο) | πιστεύω | λογιάζω | φαντάζομαι | ελπίζω | Buck List: 17.14, think~ εθαρρώ Πόντος | θάρρου Καρδίτσα, Σαρακατσάνικα | θαρρού Καβακλί, Καλαβρία, Λυκία, Μάνη, Σαρακατσάνικα, Τσακώνικα | θαρρώ Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αϊβαλί, Βελβεντός, Γρεβενά, Ηλεία, Θήρα, Ίμβρος, Καλαβρία, Κάρπαθος, Κάρυστος, Καστοριά, Καστελλόριζο, Κοζάνη, Κορινθία, Κρήτη, Κως, Λακωνία, Λέσβος, Μοσχονήσι, Μύκονος, Νάξος, Νίσυρος, Πόντος, Ρόδος, Σέρρες, Σιάτιστα, Σουφλί, Τσακώνικα, Φωκίδα, Χαλκιδική, Χίος | θάρρω Ηπίτης 1908 | θαώ Σαμοθράκη | χαρρώ Καλαβρία, Κύπρος, Ρόδος ~ μετοχή: θαρρούμενος Πόντος

θάρφος ο

ζέστη | μεσημέρι ~ θάρφος Ικαρία

θάρω

άραγε ~ θάρω Δελβίνο

θάσου του

το χλωρό αμύγδαλο | σουμάδα ή αμυγδαλόπομα ~ θάσιου Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι | θάσου Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι | θιάσο Somavera 1709 | θιάσου Ιωάννινα, Σάμος

θάταλο το

το φυτό Tetragonolobus purpureus, άσπαγος, μάνταλο ~ πληθυντικός: θάταλα (τα) Heldreich 1926, Δημητράκος 1938, Ζάκυνθος | τάταλα Heldreich 1926, Ζάκυνθος

θαφή η

ταφή (λόγιο) ~ θαμή Κρήτη | θαφή Legrand 1882, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κρήτη, Κύπρος, Ρόδος ~ ουδέτερο~ θαφειόν Κύπρος | θαφείον Κύπρος | θαφκειόν Κύπρος | χαφκειόν Κύπρος

θαφικόν το

θαφτικά ~ θαφικόν Κύπρος

θαφτήρι το

νεκροταφείο (λόγιο) ~ θαφτήρι Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

θάφτης ο

νεκροθάφτης | κακολόγος (λόγιο) | φαρμακόγλωσσος ~ θάφτης Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Legrand 1882, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: θάφτρα Somavera 1709 | θάφτρια Somavera 1709

θαφτιάρης

νεκροθάφτης ~ θαφτιάρης Δημητράκος 1938

θαφτικά (τα)

τα έξοδα της κηδείας ~ θαφκά Λέσβος | θαφτικά Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αμοργός, Ήπειρος, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κρήτη, Νάξος, Ρόδος | θαφτκά Ίμβρος, Θράκη | ψαρτικά Αμοργός ~ ενικός: θαφτικό Θήρα

θαφτικό το

νεκροταφείο (λόγιο) | ταφή (λόγιο)~ θαφτικό Ηπίτης 1908, Ζάκυνθος, Ήπειρος, Κεφαλονιά | θαφτκό Ιωάννινα

θαφτό το

νεκροταφείο (λόγιο) | τάφος ~ θαφτιό Λευκάδα | θαφτό Thumb 1912

θαφτός

θαμμένος ~ θαφτός Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: θαφτή Δημητράκος 1938, Κάρπαθος ~ ουδέτερο: θαφτό Δημητράκος 1938, Θήρα ~ υποκοριστικό: θαφτούλιν Πόντος

θαψιά η

το φυτό Thapsia garganica, ασκάλιαρος, μαγκούτα, ογρήγορα, πολύκαρπος, φιδόχορτο, χρυσόξυλο ~ θαψιά Heldreich 1926, Δημητράκος 1938 | αρσενικό: θάψος Heldreich 1926, Νότια Εύβοια

θάψιμο το

ενταφιασμός (λόγιο) | παράχωμα | κακολογία (λόγιο) ~ θάψιμο Lange 1708, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Μάνη | θάψιμον Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πόντος | θάψμου Ιωάννινα, Καστοριά

θάψος ο

το φυτό Rhus cotinus, κόκκινο ασμάκι, βέντζα, κράτσια, μπογιά, πορδάλα, πουρδαλιά, σβέντσα, σπαθίστρα, σύννεφο, τσερμετζέλα, χεροβουλιά, χρυσόξυλο ~ θάψος Heldreich 1926, Κύμη, Κύπρος

θάψυχον το

το φυτό Origanum majorana, μαντζουράνα ~ θάψυχον Ηπίτης 1908, Κάρπαθος | σάψυχο Κεφαλονιά