Λέξεις που αρχίζουν από ζ

 

Λέξεις που αρχίζουν από ζ

 

Δημήτρη Λιθοξόου

2016-2017

 

 



 

Πηγές - Βιβλιογραφία

 

1527 | Stefano da Sabio | Εισαγωγή νέα επιγραφομένη  Στέφανος Τίμιος ~ Introduttorio nuovo intitolato Corona Preciosa | Venetiis 

1614 | Johannes Meursius | Glossarium Graeco-Barbarum | Lugdunum Batavorum

1622 | Girolamo Germano | Vocabolario Italiano et Greco | Roma

1635 | Simon Portius | Λεξικόν λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν - Dictionarium Latinum, Graeco-barbarum et litterale | Parisiorum

1659 | Γεράσιμος Βλάχος | Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος - Thesaurus encyclopaedicae basis quadrilinguis | Venetiis

1688 | Du Cange | Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis (2 τόμοι) | Lugduni

1708 | Johann Michael Lange | Philologiae Barbaro-Graecae | Noribergae

1709 | Alessio da Somavera | Θησαυρός της Ρωμαίκης και της Φράγκικης γλώσσας - Tesoro della lingua Greco-Volgare ed Italiana | Parigi

1790 | Γεώργιος Βεντότης | Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου | Βιέννη

1835 | Δημήτριος Σκαρλάτος ο Βυζάντιος | Λεξικόν της καθ' ημάς Ελληνικής διαλέκτου | Αθήναι

1860 | Arnoldus Passow | Τραγούδια Ρωμαίικα - Popularia carmina Graeciae recentioris | Lipsiae

1866 | Ιωάννης Πρωτοδίκης | Ιδιωτικά της νεωτέρας ελληνικής γλώσσης | Σμύρνη

1869 | Νέστωρ Ξυδιάς | Συλλογή λέξεων εν χρήσει εν τε Αιγύλη και Κρήτη [Πανδώρα τεύχη 464-473] | Αθήναι

1870 | Franz Miklosich | Die slawischen Elemente im Neugriechischen | Wien

1874 | Δημοσθένης Χαβιαράς | Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη [Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’] | Κωνσταντινούπολις

1874 | Ηλίας Τσιτσέλης | Γλωσσάριον Κεφαλονιάς | Αθήναι

1876 | Νικόλαος Πεταλάς | Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της Θηραϊκής γλώσσης | Αθήναι

1879 | Στέφανος Κλων | Γλωσσάριον Σύρου [Bulletin de correspondance hellenique, τεύχος 3, σελ. 20-29] |  

1882 | Emile Legrand | Nouveau dictionnaire grec moderne-francais | Paris

1882 | Αντώνιος Βάλληνδας | Κυθνιακά | Ερμούπολις

1884 | Franz Miklosich | Die türkischen Elemente in den südost- und osteuropäischen Sprachen | Wien

1884 | Μ. Μουσαίος | Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της Λειβησιανής διαλέκτου | Αθήναι

1884 | Φίπιππος Ιωάννου, Λ. Παλάσκας, Α. Κουμελάς | Ονοματολόγιον Ναυτικόν | Αθήναι

1885 | Παύλος Καρολίδης | Γλωσσάριον συγκριτικόν ελληνοκαππαδοκικών λέξεων | Σμύρνη

1887 | Αντώνιος Βάλληνδας | Πάρεργα φιλολογικά πονήματα – ιδιωματισμοί ήτοι συλλογή λέξεων εκ της ζώσης γλώσσης Κυθνίων, Τηνίων, Μεγαρέων, Κυπρίων κλπ. | Ερμούπολις

1887 | Παναγιώτης Παπαζαφειρόπουλος | Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου | Πάτρα

1888 | Αλέξανδρος Πασπάτης | Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα | Αθήναι

1888 | Νικόλαος Φαρδύς | Ύλη και σκαρίφημα ιστορίας της εν Κορσικής Ελληνικής αποικίας, μετά συλλογής Καρυατικών τραγουδιών και συλλογής Καρυατικών λέξεων | Αθήναι

1889 | Σωκράτης Κρινόπουλος | Τα Φερτάκαινα υπό εθνολογικήν και φιλολογικήν έποψην εξεταζόμενα | Αθήναι

1891 | Αθανάσιος Σακελλαρίου | Τα Κυπριακά, τόμος δεύτερος: Η εν Κύπρω γλώσσα | Αθήναι

1891 | Albert Thumb | Μελέτη περί της σημερινής εν Αιγίνη λαλουμένης διαλέκτου [Αθηνά, τόμος τρίτος, σελ. 95-128] | Αθήναι

1892 | Ευθύμιος Μπουντώνας | Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού | Αθήναι

1893 | Επαμεινώνδας Σταματιάδης | Ικαριακά | Σάμος

1894 | Αστέριος Γούσιος | Η κατά το Παγγαίον χώρα Λακκοβηκίων | Λειψία

1894 -1895 | Gustav Meyer | Neugriechische Studien (3 τόμοι) | Wien

1895 | Συμεών Φαρασόπουλος | Τα Σύλατα | Αθήναι

1899 | Αρχέλαος Σαραντίδης | Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού | Αθήναι

1903 | Σπυρίδων Αναγνώστου | Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών | Αθήναι

1903 | Dirk Christiaan Hesseling | Les Mots maritimes empruntés |

par le Grec aux langues romanes | Amsterdam |  |

1905 | Σταμάτιος Ψάλτης | Θρακική ή μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως των Σαράντα Εκκλησιών | Αθήναι

1905 | Paul Kretschmer | Der Heutige Lesbische Dialekt | Wien

1908 | Karl Dieterich | Sprache und Volksuberlieferungen der sudlichen Sporaden im Vergleich mit denen der ubrigen Inseln des agaischen Meeres | Wien

1908 | Αντώνιος Ηπίτης | Λεξικόν Ελληνογαλλικόν της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης ήτοι καθαρευούσης και δημώδους, τόμος πρώτος (Α-Ι) | Αθήναι

1908 | Φαίδων Κουκουλές | Οινουντιακά – μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος | Χανιά

1909 | Αντώνιος Ηπίτης | Λεξικόν Ελληνογαλλικόν της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης ήτοι καθαρευούσης και δημώδους, τόμος δεύτερος (Κ-Π) | Αθήναι

1909 | Κωνσταντίνος Νικολαΐδης | Ετυμολογικόν λεξικόν της Κουτσοβλαχικής γλώσσης | Αθήναι

1910 | Αντώνιος Ηπίτης | Λεξικόν Ελληνογαλλικόν της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης ήτοι καθαρευούσης και δημώδους, τόμος τρίτος (Ρ-Ω) | Αθήναι

1910 | Θ. Χελδράιχ (Heldreich) | Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη | Αθήναι

1911 | Φάβης Βασίλειος | Γλωσσικαί επισκέψεις αναφερόμεναι εις το ιδίωμα Αυλωναρίου και Κονιστρών | Αθήναι

1911 - 1912 | Δημήτριος Καμπούρογλου | Στοιχεία Αθηναϊκού γλωσσικού ιδιώματος [Δίπυλον, τεύχη 2-7] | Αθήναι

1912 | Albert Thumb | Handbook of the Modern Greek vernacular | Edinburg

1914 | Νικόλαος Ζαφειρίου | Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου | Αθήναι

1914 | Παναγιώτης Γεννάδιος | Λεξικόν φυτολογικόν | Αθήναι

1915 | Ευάγγελος Παπαχατζής | Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ | Αθήναι

1918 | Γεράσιμος Σαλβάνος | Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων | Αθήναι

1920 | Αντώνιος Ηπίτης | Συμπλήρωμα του Ελληνογαλλικού λεξικού της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης | Αθήναι

1920 | Στυλιανός Βίος | Χιακά γλωσσικά | Χίος

1925 | Σπύρος Μουσούρης | Η γλώσσα της Ιθάκης | Ιθάκη

1926 | Θ. Χελδράιχ (Heldreich) | Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Β’ έκδοσις επηυξημένη και βελτιωμένη | Αθήναι

1926 | Κωνσταντίνος Άμαντος | Συμβολή εις το Χιακόν γλωσσάριον | Αθήναι

1931 | Πέτρος Βλαστός | Συνώνυμα και συγγενικά – τέχνες και σύνεργα | Αθήνα

1933 | Ακαδημία Αθηνών | Ιστορικόν λεξικόν της Νέας Ελληνικής της τε κοινώς ομιλουμένης και των ιδιωμάτων, τόμος πρώτος (Α-ΑΜ) | Αθήναι

1933 | Δημήτριος Πασχάλης | Ανδριακόν γλωσσάριον ή λέξεις και φράσεις εκ του γλωσσικού ιδιώματος της κοινής εν Άνδρω λαλιάς | Αθήναι

1933 -1934 | Πρωία (εφημερίδα) - επιμέλεια Γεώργιος Ζευγώλης) | Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης (2 τόμοι) | Αθήναι

1933 -1950 | Δημήτριος Δημητράκος (εκδότης) - διευθυντής σύνταξης Ι. Ζερβός) | Μέγα λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, 9 τόμοι: 1. α-αρίφ (1933), 2. αρίφ-δήμο (1936), 3. δήμο-επίδ (1937), 4. επίδ-καρφ (1938), 5. καρφ-μείγμ (1939), 6. μείγμ-παράβ, 7. παράβ-προτ (1949), 8. προτρ-τετράγ (1950), 9. τετράγ-ωώδης (1950) | Αθήναι

1939 | Ακαδημία Αθηνών | Ιστορικόν λεξικόν της Νέας Ελληνικής της τε κοινώς ομιλουμένης και των ιδιωμάτων, τόμος δεύτερος (ΑΝ-ΑΠ) | Αθήναι

1941 | Ακαδημία Αθηνών | Ιστορικόν λεξικόν της Νέας Ελληνικής της τε κοινώς ομιλουμένης και των ιδιωμάτων, τόμος τρίτος – τεύχος πρώτο (άρα-αφής) | Αθήναι

1941 | Κωνσταντίνος Άμαντος | Προσθήκαι εις το Χιακόν γλωσσάριον και το Χιακόν τοπωνυμικόν [Λεξικογραφικόν Δελτίον, τόμος τρίτος, σελ.133-174] | Αθήναι

1942 | Ακαδημία Αθηνών | Ιστορικόν λεξικόν της Νέας Ελληνικής της τε κοινώς ομιλουμένης και των ιδιωμάτων, τόμος τρίτος – τεύχος δεύτερο (αφητέ-βλέπω) | Αθήναι

1946 | Βλ. Σκορδέλλης | Γλωσσάριο Στενιμάχου [Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τομ. ΙΒ', σελ. 181-191] | Αθήναι

1946 | Φιλ. Τσομπάρη | Γλωσσάριο Στενιμάχου [Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τομ. ΙΒ', σελ. 191-227] | Αθήναι

1948 | Νικόλαος Ανδριώτης | Το Γλωσσικό Ιδίωμα των Φαράσων | Αθήνα

1949 | Αγαπητός Τσοπανάκης | Το ιδίωμα της Χάλκης Δωδεκανήσου | Ρόδος

1949 | Carl Darling Buck | A dictionary of selected synonyms in the principal Indo-European languages - A contribution to the history of ideas | Chicago & London

1951 | Ι. Κεσίσογλου | Το γλωσσικό ιδίωμα του Ουλαγάτς | Αθήνα

1952 | Δημήτριος Οικονομίδης | Περί του γλωσσικού ιδιώματος Απεράθου Νάξου | Αθήναι

1952 | Χρίστος Γεωργίου | Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριά | Θεσσαλονίκη

1953 | Ακαδημία Αθηνών | Ιστορικόν λεξικόν της Νέας Ελληνικής της τε κοινώς ομιλουμένης και των ιδιωμάτων, τόμος τέταρτος – τεύχος πρώτο (βλεφαρίδα-γάργαρος) | Αθήναι

1958 | Άνθιμος Παπαδόπουλος | Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής διαλέκτου, τόμος πρώτος (Α) | Αθήναι

1958 | Απόστολος Αλεξανδρής | Το γλωσσικόν ιδίωμα της Κύμης και των περιχώρων [Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών, τόμος Ε’, σελ. | Αθήναι

1959 | Βλ. Γεωργίεφ & Μ Φιλίπποβα-Μπαΐροβα | Βουλγαροελληνικόν λεξικόν | Σόφια

1960 | Άνθιμος Παπαδόπουλος | Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής διαλέκτου, τόμος πρώτος (Β-Λ) | Αθήναι

1960 | Γεώργιος Μαυροχαλυβίδης & Ιωάννης Κεσίσογλου | Το γλωσσικό ιδίωμα της Αξού | Αθήνα

1960 | Δημήτριος Φωστέρης & Ιωάννης Κεσίσογλου | Το λεξιλόγιο του Αραβανί | Αθήνα

1960 | Κωνσταντίνος Κουκκίδης | Λεξιλόγιον Ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της Τουρκικής | Αθήναι

1960 | Χρήστος Παπασταματίου-Μπαμπαλίτης | Ιδιωματικαί λέξεις Σουφλίου, [Θρακικά Σύγγραμμα Περιοδικόν, τόμος τριακοστός τρίτος, σελ. 206-220] | Αθήναι

1960 -1961 | Σπύρος Μουσελίμης | Ποιμενικό λεξιλόγιο Σουλίου-Θεσπρωτίας [Ηπειρωτική Εστία, τεύχη 102-105] | Ιωάννινα

1961 | Άνθιμος Παπαδόπουλος | Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής διαλέκτου, τόμος δεύτερος (Μ-Ω) | Αθήναι

1961 - 1963 | Δημήτριος Σκαλαμάγκας | Τουρκο-περσο-αραβικές λέξεις στο Γιανννιώτικο γλωσσικό ιδίωμα [Ηπειρωτική Εστία, τεύχη 110-131] | Ιωάννινα

1962 | Βρασίδας Καπετανάκης | Το λεξικό της πιάτσας | Αθήνα

1962 | Παύλος Χαριστός | Τα δημώδη ονόματα των φυτών της Χαλκιδικής [Χρονικά της Χαλκιδικής, τεύχος 4, σελ. 234-238 (α-κ)] | Θεσσαλονίκη

1963 | Λεωνίδας Ζώης | Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τόμος Β’ λαογραφικόν | Αθήναι

1964 | Ευάγγελος Μπόγκας | Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου – τόμος Α’ Γιαννιώτικο | Ιωάννινα

1964 | Πάνος Γρίσπος | Έρευνα φυτωνυμική των Κυκλάδων νήσων [Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, τόμος Δ’, σελ. 543-594] | Αθήναι

1965 | Αναστάσιος Καραναστάσης | Η φωνητική των ιδιωμάτων της νήσου Κω [βλ. Λεξικογραφικόν Δελτίον, τόμος δέκατος, σελ.3-96] | Αθήναι

1966 | Ευάγγελος Μπόγκας | Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου – τόμος Β’ γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.ά. | Ιωάννινα

1967 | Δημήτριος Τομπαΐδης | Το γλωσσικό ιδίωμα της Θάσου | Θεσσαλονίκη

1968 | Θανάσης Κωστάκης | Το γλωσσικό ιδίωμα της Σίλης | Αθήνα

1968 | Μαρία Βλάχου | Συλλογή λαογραφικού υλικού εκ Δάφνης Κερκύρας και άλλων χωρίων του Β. συγκροτήματος της νήσου και εκ της πόλεως Κερκύρας [Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών] |  

1968 | Πηνελόπη Ψάνη | Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Πολιχνίτου, της επαρχίας Πολιχνίτου, της νήσου Λέσβου Κυκλάδων [Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών] |  

1969 | Άννα Χατζηστεφάνου | Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Καρδαμαίνης, της επαρχίας Κω, της νήσου Κω, του νομού Δωδεκανήσου [Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών] |  

1969 | Μαρία Μαυρομμάτη | Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Πύργος, της επαρχίας Θήρας, του νομού Κυκλάδων [Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών] |  

1969 | Μαρία Χρυσού | Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Πύργος της νήσου Θήρας ή Σαντορίνης, του νομού Κυκλάδων [Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών] |  

1970 | Μιχαήλ Κομνηνός | Το γλωσσικό ιδίωμα του Καστελλόριζου | Αθήναι

1970 | Τάσος Παπαποστόλου | Η γλώσσα της Αιδηψού-Ιστιαίας [Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών, τόμος ΙΣΤ] | Αθήναι

1971 | Νίκος Γκίνης | Λεξικό Αλβανοελληνικό | Τίρανα

1972 | Αδαμάντιος Σάμψων | Το γλωσσικόν ιδίωμα Σκοπέλου και Γλώσσης [Αρχείον Θεσσαλικών Μελετών, τόμος Α, σελ. 94-123] | Βόλος

1972 | Αχ. Βαμβακούδης | Γλωσσάρι Βασιλικών [Χρονικά της Χαλκιδικής, τεύχος 21-22] | Θεσσαλονίκη

1972 | Νίκος Κοσμάς | Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά [Μακεδονικά, τόμος δωδέκατος, σελ. 317-360] | Θεσσαλονίκη

1973 | Secrétariat de la rédaction de l’ A.L.E. | Atlas Linguarum Europae: Premier Questionnaire | Nijmegen

1976 | Μιλτιάδης Παπαϊωάννου | Το γλωσσάριο των Γρεβενών | Θεσσαλονίκη

1977 -1978 | Σταύρος Γκατσόπουλος | Γλωσσάριον των δύο επαρχιών Πωγωνίου και Κονίτσης [Ηπειρωτική Εστία, τεύχη 307-312] | Ιωάννινα

1978 | Ανδρέας Στεφόπουλος | Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς [Μακεδονικά, τόμος δέκατος όγδοος, σελ. 241-288] | Θεσσαλονίκη

1980 | Ακαδημία Αθηνών | Ιστορικόν λεξικόν της Νέας Ελληνικής της τε κοινώς ομιλουμένης και των ιδιωμάτων, τόμος τέταρτος – τεύχος δεύτερο (γαρδαλώνω-γεροδάσκαλος) | Αθήναι

1980 | Βασίλης Αναστασιάδης | Τουρκικές λέξεις στο Φαρασιώτικο ιδίωμα [Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τόμος 2] | Αθήνα

1981 | Κώστας Ξεινός | Του νησιού μας η γλώσσα – Γλωσσάρι της Ίμβρου | Θεσσαλονίκη

1981 | Παύλος Χαριστός | Τα δημώδη ονόματα των φυτών της Χαλκιδικής [Χρονικά της Χαλκιδικής, τεύχος 36, σελ. 21-26 (λ-ω)] | Θεσσαλονίκη

1981 - 1982 | Στράτος Χατζηγιάννης | Ιδιωματικές λέξεις [Περιοδικό Αγιάσος, τεύχη 6-12] | Αθήνα

1981 - 1987 | Στρατής Χατζηβασιλείου | Γλωσσικά Αγιάσου [Περιοδικό Αγιάσος, τεύχη 2-37] | Αθήνα

1982 | Θανάσης Παπαθανασόπουλος | Γλωσσάρι Ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς | Αθήνα

1982 | Κυριάκος Κάσσης | Το γλωσσικό ιδίωμα της Μάνης, τόμος Α’ | Αθήνα

1983 | Ακακίας Κορδόση | Μιλήστε Μεσολογγίτικα | Αθήνα

1983 | Νικόλαος Ανδριώτης | Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής | Θεσσαλονίκη

1983 | Φ. Τάσιος | Γλωσσάριο του Πολυγύρου [Χρονικά της Χαλκιδικής, τεύχος 37-38] | Θεσσαλονίκη

1984 | Ακαδημία Αθηνών | Ιστορικόν λεξικόν της Νέας Ελληνικής της τε κοινώς ομιλουμένης και των ιδιωμάτων, τόμος πέμπτος – τεύχος πρώτο (γεροδέματος-γλωσσωτός) | Αθήναι

1984 | Αναστάσιος Καραναστάσης | Ιστορικόν λεξικόν των Ελληνικών ιδιωμάτων της Κάτω Ιταλίας, τόμος πρώτος (α) | Αθήναι

1984 | Νικόλας Δράκος | Λεξικογραφικά της Καλύμνου [Καλυμνιακά Χρονικά, τόμος Δ’, σελ. 126-138]. | Αθήνα

1986 | Αναστάσιος Καραναστάσης | Ιστορικόν λεξικόν των Ελληνικών ιδιωμάτων της Κάτω Ιταλίας, τόμος δεύτερος (β-ι) | Αθήναι

1986 | Θανάσης Κωστάκης | Λεξικό της Τσακώνικης διαλέκτου – τόμος πρώτος (Α-Ι) & τόμος δεύτερος (Κ-Ο) | Αθήνα

1986 | Στέργιος Αποστόλου | Το γλωσσικό ιδίωμα της Νάουσας [περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 35, σελ. 70-77] | Νάουσα

1986 | Χριστόδουλος Παπαχριστοδούλου | Λεξικό των Ροδίτικων ιδιωμάτων | Αθήνα

1987 | Γεράσιμος Χυτήρης | Κερκυραϊκό Γλωσσάρι | Κέρκυρα

1987 | Γιώργος Καπελλάρης | Γλωσσικά Αιδηψού [Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών, τόμος ΚΖ] | Αθήνα

1987 | Θανάσης Κωστάκης | Λεξικό της Τσακώνικης διαλέκτου –τόμος τρίτος (Π-Ω) | Αθήνα

1987 | Κώστας Μαυρομμάτης | Λεξικό τοπικών όρων και ιδιωματισμών Καναλιών Καρδίτσας | Θεσσαλονίκη

1988 | Αναστάσιος Καραναστάσης | Ιστορικόν λεξικόν των Ελληνικών ιδιωμάτων της Κάτω Ιταλίας, τόμος τρίτος (κ-μ) | Αθήναι

1988 | Δέσποινα Κοντονάτσιου | Η διάλεκτος της Λήμνου, εθνογλωσσολογική προσέγγιση | Θεσσαλονίκη

1988 | Ι.Τ. Παμπούκης | Τουρκικό λεξιλόγιο της Νέας Ελληνικής, τόμος Α’ | Αθήνα

1988 | Ντίνος Απαλοδήμος | Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας | Αθήνα

1989 | Ακαδημία Αθηνών | Ιστορικόν λεξικόν της Νέας Ελληνικής της τε κοινώς ομιλουμένης και των ιδιωμάτων, τόμος πέμπτος – τεύχος δεύτερο (γναθάδα-δαχτυλωτός) | Αθήναι

1991 | Αναστάσιος Καραναστάσης | Ιστορικόν λεξικόν των Ελληνικών ιδιωμάτων της Κάτω Ιταλίας, τόμος τέταρτος (ν-σ) | Αθήναι

1992 | Αναστάσιος Καραναστάσης | Ιστορικόν λεξικόν των Ελληνικών ιδιωμάτων της Κάτω Ιταλίας, τόμος πέμπτος (σ-ω) | Αθήναι

1992 | Παναγιώτης Δορμπαράκης & Κασσιανή Πανουτσοπούλου | Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας – ιστορία, λαογραφία, γλώσσα | Αθήνα

1994 | Νικόλαος Κοντοσόπουλος | Διάλεκτοι και ιδιώματα της Νέας Ελληνικής | Αθήνα

1995 | Εμμανουήλ Κριαράς | Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας γραπτής και προφορικής | Αθήνα

1995 | Μενεκράτης Ζαφειρίου | Το γλωσσικό ιδίωμα της Σάμου | Αθήνα

1996 | Απόστολος Σαχίνης | Το Καστοριανό γλωσσάρι | Καστοριά

1996 | Δημήτρης Κόμης | Κυθηραϊκό Λεξικό | Αθήνα

1996 | Κώστας Λιάπης | Το γλωσσικό ιδίωμα του Πηλίου | Βόλος

1996 | Κώστας Τζανεττής | Γλωσσάριο του Μαραθόκαμπου Σάμου | Θεσσαλονίκη

1996 | Παναγιώτης Κουσαθανάς | Χρηστικό λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου | Ηράκλειο

1997 | Νίκος Κοσμάς | Το γλωσσικό ιδίωμα των Ιωαννίνων | Αθήνα

1998 | Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης | Λεξικό της κοινής Νεοελληνικής | Θεσσαλονίκη

1999 | Κυριάκος Δεληγιάννης | Κουβουκλιώτικα, ένα Μικρασιατικό ιδίωμα | Αδελαΐδα Αυστραλίας

2000 | Λεωνίδας Καρατζάς & Faruk Tuncay | Τουρκοελληνικό Λεξικό | Αθήνα

2001 | Αντώνιος Ξανθινάκης | Λεξικό ερμηνευτικό και ετυμολογικό του Δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος | Ηράκλειο

2001 | Νίκος Αλιπράντης | Λεξικό των ιδιωμάτων και των εγγράφων της Πάρου | Αθήνα

2001 | Πανταζής Κοντομίχης | Λεξικό του Λευκαδίτικου γλωσσικού ιδιώματος | Αθήνα

2001 | Ρόης Παπαγγέλου | Το Κυπριακό ιδίωμα | Αθήνα

2002 | Κωνσταντίνος Γιαγκούλης | Θησαυρός Κυπριακής διαλέκτου | Λευκωσία

2002 | Μαρία Πλαδή-Ντέμκα | Το ιδίωμα του Λιτόχωρου | Θεσσαλονίκη

2002 | Μιχαήλ Χατσιούλης | Σιατιστινή ντοπιολαλιά | Σιάτιστα

2002 | Νίκος Τσικής | Γλωσσικά από το Πυργί της Χίου | Αθήνα

2003 | Ερμιόνη Κοροσίδου-Καρρά | Τα ρομανικά (ιταλικά-γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου | Θεσσαλονίκη

2003 | Μιχάλης Σκανδαλίδης | Κοινά διαλεκτικά Κω και Καλύμνου (Α) [Καλυμνιακά Χρονικά, τόμος ΙΕ’, σελ. 117-136] | Αθήνα

2003 | Χριστόδουλος Χριστοδούλου | Τα κουζιανιώτκα (λεξικό του Κοζανίτικου ιδιώματος) | Κοζάνη

2003 - 2016 | Ανδρέας Πασσάς | Από τη Συριανή Ντοπιολαλιά [δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Συνδέσμου Συριανών, τεύχη 28-82] | Αθήνα

2004 | Ανδρέας Καλαντζάκος | Λεξικό Ρουμελιώτικης λαϊκής γλώσσας | Αθήνα

2005 | Κώστας Ντίνας | Το γλωσσικό ιδίωμα της Κοζάνης | Κοζάνη

2006 | Αγγελική Σύρκου | Το Μεγαρικό γλωσσικό ιδίωμα | Αθήνα

2006 | Ευανθία Δούγα-Παπαδοπούλου & Χρήστος Τζιτζιλής | Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας | Θεσσαλονίκη

2006 | Μαρίνος Ιδομενέως | Κρητικό γλωσσάριο | Ηράκλειο

2006 | Νικόλαος Κοντοσόπουλος | Αντίστροφο λεξικό της Κρητικής διαλέκτου (από την Κοινή Νεοελληνική στο Κρητικό ιδίωμα) | Αθήνα

2007 | Σπύρος Κούκουρας | Λεκκάτικα – Το χωριό Λέκκα της Σάμου |  

2007 | Μιχάλης Σκανδαλίδης | Κοινά διαλεκτικά Κω και Καλύμνου (Β) [Καλυμνιακά Χρονικά, τόμος ΙΖ’, σελ. 331-357] | Αθήνα

2008 | Αριστοτέλης Σπύρος | Το ελληνικό γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής Δελβίνου και Αγίων Σαράντα | Αθήνα

2008 | Ρίκα Τζιαμπίρη-Στούπα | Ντοπιολαλιές - λέξεις και φράσεις από την τοπική διάλεκτο της περιοχής μας ( Αγίου Κοσμά Γρεβενών) | Γρεβενά

2008 - 2010 | Στρατής Χατζηβασιλείου | Λέξεις τουρκικής, αραβικής και περσικής αρχής στο ιδίωμα της Αγιάσου [Περιοδικό Αγιάσος, τεύχη 166-177] | Αθήνα

2009 | Γεωργία Λιούτα | Η επίδρασή των ιδιωμάτων του νομού Τρικάλων στα παιδιά προσχολικής ηλικίας | Θεσσαλονίκη

2009 - 2015 | Γιάννης Μαθές | Λεξικό ντοπιολαλιάς Αρκαδίας [Εφημερίδα «Το Μπουλιάρι»] | Τρίπολη

2010 | Robert Beekes | Etymological dictionary of Greek | Brill, Netherlands

2010 | Δήμητρα Αγγελοπούλου | Το Γορτυνιακό ιδίωμα και η χρήση του στην εκπαίδευση | Αθήνα

2010 | Θύμιος Αλπός | Γλωσσάρι Μεσσηνίας | Internet

2010 | Χρήστος Παπαναγιώτου | Λεξιλόγιο και μορφολογική ανάλυση της γλωσσικής ποικιλίας του Νεοχωρίου Υπάτης | Πάτρα

2011 | Γιώργος Αλβανός | Βασιλτσιώτκα λόγια - Λεξικό της ντοπιολαλιάς Βασιλικών Λέσβου | Αθήνα

2011 | Δημήτριος Νικοπολιτίδης | Λεξικό της Ποντιακής διαλέκτου | Θεσσαλονίκη

2011 | Ελένη Μουστάκη | Λεξικό του Φιλωτίου Νάξου | Πάτρα

2011 | Марија Чичева-Алежсиќ | Σύγχρονο Μακεδονικό-Ελληνικό λεξικό | Θεσσαλονίκη

2013 | Δημήτριος Τσαφαράς | Λαγκαδινό Λεξικό – συμβολή στη μελέτη του γλωσσικού ιδιώματος των Λαγκαδίων Αρκαδίας | Θεσσαλονίκη

2013 | Βασιλική Μακρή | Η επίδραση της Ιταλικής γλώσσας στη μορφολογία των Επτανησιακών διαλέκτων | Πάτρα

2013 | Μιχάλης Δελισάββας | Το λεξικό Μάκρης & Λιβισίου Μικράς Ασίας | Αθήνα

2013 | Νίκος Πασχαλούδης | Τα Τερπνιώτικα και τα Νιγριτινά | Σέρρες

2013 | Χαράλαμπος Ξυλογιάννης | Γλωσσικά ιδιώματα λέξεις και εκφράσεις του κάμπου Άρτας | Άρτα

2014 | Βασίλης Ορφανός | Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο Κρητικό ιδίωμα | Ηράκλειο

2014 | Νίκος Ζαχαριάδης | Λεξικό του Κωνσταντινουπολίτικου γλωσσικού ιδιώματος | Αθήνα

2015 | Μιχάλης Σκανδαλίδης | Λεξικό του ιδιώματος της Νισύρου | Αθήνα

2015 | Χρυσούλα Μπατσιακοπούλου | Γλωσσικά ιδιώματα στον Μικρόβαλτο Κοζάνης | Φλώρινα

2016 | Ακαδημία Αθηνών | Χρηστικό λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας (2η έκδοση – 7 τόμοι) | Αθήνα

2016 | Ευάγγελος Γιαννικόπουλος | Το γλωσσικό ιδίωμα των Ολυμπίων | Αθήνα

2017 | Αγγελική Ράλλη | Λεξικό διαλεκτικής ποικιλίας Κυδωνιών, Μοσχονησίων & Βορειοανατολικής Λέσβου | Αθήνα

Βαρτσαμάτικο λεξικό [Κεφαλονιά] | Internet

Λεξικό Βορειοηπειρωτικής διαλέκτου | Internet

Γλωσσικό ιδίωμα Μάνης | Internet

Λιαπαδίτικο γλωσσάρι | Internet

Βασίλης Αλιμπέρτης | Κωμιακίτικη Ντοπιολαλιά [Σύλλογος Κορωνίδας Νάξου] | Internet

Γιάννης Σκούρτης | Λέξεις που Χάνονται [Ψάρι Κορινθίας] | Internet

Ευστράτιος Φούσκας | Λεξιλόγιο Σουφλίου | Internet

Ζαχαρίας Σπίντιος | Δαρνάκικο Γλωσσάρι | Internet

Νίκος Καββαδάς & Χρυσούλα Σκλαβενίτη [διαχειριστές ιστοσελίδας] | Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου | Internet

Νίκος Παπακωνσταντόπουλος | Λέξεις του Καλαβρυτινού Λεξιλογίου | Internet

Σταμάτης Κυριάκης | Κερκυραϊκό λεξικό | Internet

Σωκράτης Λέφας | Σαρακατσάνικο λεξιλόγιο | Internet

Σωκράτης Παπαδόπουλος | Κορνοφωλιώτικα [Κορνοφωλιά Σουφλίου] | Internet

 

 

ζα τα -> πληθυντικός του ζο (ζώο)  |  Buck List 3.15 livestock ~ ζα Meursius 1614, Germano 1622, Lange 1708, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Άρτα, Βόρεια Εύβοια, Ζάκυνθος, Ημαθία, Θράκη, Ηλεία, Ίμβρος, Καρδίτσα, Κέρκυρα, Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Κως, Λακωνία, Λέσβος, Λήμνος, Μέγαρα, Μεσσηνία, Μάνη, Μοσχονήσι, Μύκονος, Νάξος, Νότια Εύβοια, Πόντος, Ρόδος, Σάμος, Τσακώνικα, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χιμάρα, Χίος  |  ζζα Κως  |  ζόγα Ιωάννινα  |  ντζα Φούρνοι

ζαβ -> πολύ ~ ζαβ Καππαδοκία

ζαβά -> στραβά, λοξά, ανάποδα  |  τρελά, λωλά ~ ζαά Κύπρος  |  ζαβά Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Αιτωλοακαρνανία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κοζάνη, Κύθηρα, Κύπρος, Λευκάδα, Πιερία, Σέρρες, Σιάτιστα, Χαλκιδική

ζάβα η -> δαχτυλίδι  |  σκουλαρίκι  |  κρίκος ~ ζάβα Miklosich 1884, Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Θεσπρωτία, Πόντος

ζάβα η -> κόπιτσα  |  πόρπη (λόγιο) ~ ζάβα Βλαστός 1931, Αρκαδία, Άρτα, Δελβίνο, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Λάρισα, Πιερία  |  ζάβια Ιωάννινα, Λευκάδα

ζάβα η -> το σφοντύλι του αδραχτιού ~ ζάβα Καππαδοκία

ζαβάγρα η -> ζαβάδα ~ ζαβάγρα Πρωία 1933, Νάξος, Κρήτη, Πάρος  |  ζαβάργα Σιάτιστα

ζαβάδα η -> στραβάδα  |  στρεβλότητα (λόγιο)  |  λόξα  |  ανοησία (λόγιο)  |  κουταμάρα  |  λωλάδα  |  τρέλα  |  παραξενιά ~ ζαβάδα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ πληθυντικός: ζαβάδες

ζαβαίνου -> γίνομαι ζαβός ~ ζαβαίνου Σάμος

ζαβάκας ου -> κοντός ~ ζαβάκας Σαρακατσάνικα

ζαβακιάζου -> καμπουριάζω ~ ζαβακιάζου Σάμος

ζάβαλα τα -> συστάδα από θάμνους ~ ζάβαλα Καρδίτσα

ζάβαλης ο -> καημένος, κακομοίρης, φουκαράς, κακούσουρος  |  τούρκικο zavallı ~ ζάβαλε Σκύρος, Τσακώνικα  |  ζαβαλέ Καππαδοκία  |  ζάβαλης Somavera 1709, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Αρκαδία, Θεσπρωτία, Ίος, Λακωνία, Κωνσταντινούπολη, Μύκονος, Πάρος, Πόντος  |  ζαβαλής Δημητράκος 1938, Κρήτη, Λέσβος, Πόντος, Φωκίδα  |  ζάβαλλης Κύπρος  |  ζάβαλλντης Ρόδος  |  ζάβαλος Βλαστός 1931, Παμπούκης 1988, Αρκαδία, Πάρος, Κρήτη  |  ζάβαλλος Κύπρος  |  ζάβαλους Αιτωλοακαρνανία, Μαγνησία, Σκόπελος  |  ζαβαλούς Καππαδοκία, Πόντος  |  ζάβαλς Κουκκίδης 1960, Ίμβρος, Ιωάννινα, Μακεδονία, Σουφλί ~ θηλυκό: ζάβαλη Somavera 1709, Πρωία 1933, Αρκαδία, Πάρος  |  ζάβαλλη Κύπρος  |  ζαβάλλντισσα Ρόδος  |  ζαβάλσα Πάρος

ζάβαλης ο -> γάιδαρος ~ ζάβαλης Βεντότης 1790, Λευκάδα  |  ζάβαλς Ανατολική Ρωμυλία  |  ζαβάλς Σουφλί

ζάβαλι -> δυστυχώς (λόγιο) ~ ζάβαλι Κύθηρα

ζάβαλι -> τουλάχιστον ~ ζάβαλι Χίος

ζαβαλιάζω -> κάνω ζαβολιές ~ ζαβαλιάζω Κύπρος  |  ζαβαλλιάζω Κύπρος

ζαβαλίδκους -> ζάβαλης (φουκαράς) ~ ζαβαλίδκους Λέσβος

ζαβαλκά τα -> τα ζάκατα ~ ζαβαλκά Πιερία

ζαβαλλεύκω -> κάνω ζαβολιές ~ ζαβαλλεύκω Κύπρος

ζάβαλλντι -> ευτυχώς (λόγιο) ~ ζάβαλλντι Ρόδος

ζαβανερόδιαστος -> άσχημος ~ ζαβανερόδιαστος Πάρος

ζαβάρα η -> ζαβάδα ~ ζαβάρα Κύπρος

ζαβαριάζω -> γλαρώνω ~ ζαβαριάζω Βάλληνδας 1887, Κύθνος

ζαβάριαση η -> υπνηλία (λόγιο) ~ ζαβάριαση Βάλληνδας 1887

ζάβαρο το -> σκουπίδι ~ ζάβαρο Δελβίνο  |  πληθυντικός ζαβαρικά (τα) Δελβίνο

ζάβατα -> στη φράση «πως πάν τα ζάβατα;», δηλαδή πως είναι η υγεία σου ~ ζάβατα Λευκάδα

ζαβατάρικος -> που έχει ζαβάδες ~ ζαβατάρικος Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: ζαβατάρικη Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: ζαβατάρικο Δημητράκος 1938

ζαβατιάρκους ου -> ζαβατιάρς ~ ζαβατιάρκους Σαρακατσάνικα

ζαβατιάρς ου -> παραστρατημένος  |  μοναχικός  |  ατίθασος (λόγιο) ~ ζαβατιάρς Αιτωλοακαρνανία

ζάβατους -> αδιάβατος ~ ζάβατους Καρδίτσα

ζάβατους ου -> λόγγος με καστανιές ~ ζάβατους Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Καρδίτσα

ζάβατους ου -> ποδοβολητό ~ ζάβατους Σαρακατσάνικα

ζαβγατζούρης -> ζαβολιάρης ~ ζαβγατζούρης Θράκη  |  ζαβιατζούρης Θράκη

ζάβγου -> χτυπώ ~ ζάβγου Λέσβος

ζαβεδάκι το -> μικρό κίτρινο πουλί ~ ζαβεδάκι Κύθηρα

ζαβέλι το -> δαυλός ~  |  ζαβέλι Τσακώνικα ~ αρσενικό ζαβελέ Τσακώνικα  |  νταβελέ Τσακώνικα

ζάβεμα το -> σβήσιμο (της φωτιάς) ~ ζάβεμα Τσακώνικα

ζαβέτα η -> βίδα με παξιμάδι  |  ιταλικό chiavetta, βενετσιάνικο ciavéta ~ ζαβέτα Φούρνοι

ζαβεύω -> ζαβώνω ~ ζαβεύου Αιτωλοακαρνανία, Φωκίδα

ζαβέχω -> σβήνω (τη φωτιά) ~ ζαβέχου Τσακώνικα  |  ζαβέχω Τσακώνικα

ζαβί -> ζαβολιά ~ ζαβί Θράκη, Χαλκιδική

ζαβιά η -> ζαβάδα ~ ζαβιά Βεντότης 1790, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938  |  ζαβία Somavera 1709

ζαβιά η -> κλεψιά ~ ζαβιά Καστοριά

ζαβιά η -> ζαβολιά ~ ζαβιά Ανατολική Ρωμυλία, Βελβεντός, Ημαθία, Καστοριά, Κοζάνη, Νότια Εύβοια, Πιερία, Σουφλί, Χαλκιδική

ζάβιακας ο -> ζαβός, τρελός ~ ζάβιακας Καστοριά

ζαβιάρης -> ζαβολιάρης ~ ζαβιάρης Νότια Εύβοια  |  ζαβιάρς Κοζάνη, Κύμη, Σάμος, Σουφλί, Χαλκιδική

ζαβιάρκους -> ζαβολιάρης ~ ζαβιάρκους Κοζάνη

ζαβιατζής -> ζαβολιάρης ~ ζαβιατζής Ανατολική Ρωμυλία

ζαβίδα η -> είδος θαλασσινού όστρακου ~ ζαβίδα Βάλληνδας 1887

ζαβίζου -> βλέπω με δυσκολία  |  γκαβίζω ~ ζαβίζου Κοζάνη, Πιερία, Σάμος, Σέρρες

ζαβίλες οι -> έρπης (λόγιο) ~ ζαβίλες Κωνσταντινούπολη

ζαβίρ το -> φραγκοστάφυλο ~ ζαβίλ Πόντος  |  ζαβίρ Πόντος  |  ζεβίρ Πόντος ~ θηλυκό: ζεβιρίτα Πόντος

ζαβιρέα η -> τόπος που έχει πολλά φραγκοστάφυλα ~ ζαβιρέα Πόντος

ζαβκιά η -> πονηριά ~ ζαβκιά Κύπρος

ζάβλα η -> ζαβλακωμάρα ~ ζάβλα Αιτωλοακαρνανία

ζαβλάκα η -> ζαβλακωμάρα ~ ζαβλάκα Καπετανάκης 1962

ζάβλακας ο -> ζαβλακωμένος ~ ζάβλακας Κριαράς 1995

ζαβλακούδι το -> το φυτό Hyacinthus orientalis, ζιμπούλι, ζουμπούλι, τσιμπούλι ~ ζαβλακούδι Somavera 1709, Χίος  |  ζεβλακούδι Χίος

ζαβλάκωμα το -> ζαβλακωμάρα  |  αποχαύνωση (λόγιο) ~ ζαβλάκουμα Αιτωλοακαρνανία, Κοζάνη, Φωκίδα, Χαλκιδική  |  ζαβλάκωμα Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία  |  ζαμπλάκουμα Κοζάνη, Σιάτιστα

ζαβλακωμάρα η -> αποχαύνωση (λόγιο)  |  κουταμάρα ~ ζαβλακομάρα Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938  |  ζαβλακωμάρα Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

ζαβλακωμένος -> αποβλακωμένος, κουτός  |  ζαλισμένος ~ ζαβακαωμένος Νάξος  |  ζαβλακωμένος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Αρκαδία, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Καστελλόριζο, Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Λακωνία, Μεσσηνία, Μύκονος, Ρόδος, Σύρος  |  ζαβλακουμένους Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Θεσσαλονίκη, Καρδίτσα, Κοζάνη, Κρήτη, Λέσβος, Λήμνος, Πιερία, Σάμος, Φωκίδα, Χαλκιδική  |  ζαβακουμένους Ίμβρος  |  ζαμπλακωμένος Ηλεία  |  ζαμπλακουμένους Κοζάνη, Σιάτιστα  |  ζζαβλακωμένος Κως, Νίσυρος ~ θηλυκό: ζαβλακωμένη Κρήτη ~ ουδέτερο: Βλαστός 1931, ζαβλακωμένο Κρήτη

ζαβλακώνομαι -> αποχαυνώνομαι (λόγιο)  |  ζαλίζομαι ~ ζαβακώνομαι Κορινθία  |  ζαβακώνουμι Αιτωλοακαρνανία, Ίμβρος, Καβάλα, Καρδίτσα, Λέσβος, Χαλκιδική  |  ζαβλακώνομαι Somavera 1709, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Κύθηρα, Νάξος, Πάρος, Σύρος  |  ζαβλακώνουμαι Βλαστός 1931  |  ζαβλακώνουμι Κοζάνη, Λήμνος, Σέρρες  |  ζαμπλακώνομαι Κρήτη  |  ζζαβλακώννομαι Κως

ζαβλακώνω -> αποχαυνώνω (λόγιο), χαζεύω, αλαλιάζω  |  χτυπώ κάποιον στο κεφάλι και τον ρίχνω κάτω  |  σλάβικο zavalka (πέσιμο) ή τούρκικο savalak (βλάκας) ~ ζαβακώνου Ίμβρος, Σάμος  |  ζαβλακώννω Κάλυμνος  |  ζαβλακώνου Αιτωλοακαρνανία, Λέσβος, Σάμος, Χαλκιδική  |  ζαβλακώνω Βάλληνδας 1887, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Κάλυμνος, Κάρυστος, Καστελλόριζο, Κύθνος, Μύκονος, Ρόδος, Χίος  |  ζζαβλακώννω Κως, Νίσυρος  |  ζεβλακώνω Χίος  |  ντζαβλακώννω Κάρπαθος

ζαβλάρουμα του -> ξάπλωμα  |  ύπνος ~ ζαβλάρουμα Σουφλί

ζαβλαρώνου -> ξαπλώνω  |  κοιμάμαι ~ ζαβλαρώνου Σουφλί ~ μετοχή: ζαβλαρουμένους Σουφλί

ζαβλιάκος ο -> μεγάλο χταπόδι ~ ζαβλιάκος Βλαστός 1931  |  ζαβλιάκους Ιωάννινα  |  ζούλιακος Θεσπρωτία

ζάβλιστρε το -> φουρνόξυλο ~ ζάβλιστρε Τσακώνικα

ζαβλουμάρα η -> χαζομάρα ~ ζαβλουμάρα Αιτωλοακαρνανία

ζαβλώνου -> χαζεύω ~ ζαβλώνου Αιτωλοακαρνανία

ζαβογεννημένος -> ζαβός από κούνια ~ ζαβογεννημένος Μύκονος

ζαβογιαγλής -> πειραχτήρι ~ ζαβογιαγλής Πάρος

ζαβοζαβέας ο -> πολύ κουτός ~ ζαβοζαβέας Κύθηρα

ζαβοκαλιάρς ι -> ζαβός ~ ζαβουκαλιάρς Ίμβρος

ζαβοκαμωμένος -> κουτός ~ ζαβοκαμωμένος Πάρος  |  ζαβοκαωμένος Νάξος

ζαβοκολίκιν το -> στάβλος για γελάδια ~ ζαβοκολίκιν Κύπρος

ζαβόκοσα η -> γυναικείο ασημένιο στολίδι ~ ζαβόκοσα Δρόπολη

ζαβοκούταλου του -> ο κακότροπος άνθρωπος ~ ζαβοκούταλου Ιωάννινα

ζαβολαούδα η -> μαγκούρα  |  καμπούρης ~ ζαβολαούδα Κεφαλονιά

ζαβολιά η -> κλέψιμο σε παιχνίδι ~ ζαβαλιά Καστελλόριζο, Κύπρος, Σάμος  |  ζαβγανιά Σάμος  |  ζαβγουλιά Σάμος  |  ζαβλιά Βόρεια Εύβοια, Κοζάνη, Σιάτιστα  |  ζαβολιά Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θήρα, Ηλεία, Λακωνία, Λευκάδα  |  ζαβολία Μάνη  |  ζαβουκλιά Κοζάνη, Λάρισα  |  ζαβουλιά Καρδίτσα, Λέσβος, Φωκίδα  |  ζαγαλιά Μαγνησία

ζαβολιάρης ο -> που κάνει ζαβολιές ~ ζαβαλιάρης Καστελλόριζο  |  ζαβαλιάρς Σάμος  |  ζαβγανιάρς Σάμος  |  ζαβγιάρς Κοζάνη  |  ζαβλιάρας Κοζάνη, Σιάτιστα  |  ζαβολιάρης Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Λευκάδα, Μάνη  |  ζαβουλιάρς Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική  |  ζαγαλιάρς Μαγνησία  |  ζαγανιάρς Μαγνησία ~ θηλυκό: ζαβολιάρα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016  |  ζαβολιάρισσα Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, ~ ουδέτερο: ζαβολιάρικο Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ζαβολιάρικος -> ο τρόπος του ζαβολιάρη ~ ζαβολιάρικος ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ θηλυκό: ζαβολιάρικη ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: ζαβολιάρικο ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ επίρρημα: ζαβολιάρικα ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ζαβολίας ο -> ζαβολιάρης ~ ζαβολέας Μάνη  |  ζαβολίας Κύθηρα

ζαβομάρα η -> ανοησία (λόγιο), χαζομάρα, αστοχιά  |  γκαβομάρα ~ ζαβομάρα Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Θήρα, Κύθηρα, Κρήτη, Μύκονος  |  ζαβουμάρα Κοζάνη

ζαβόματος -> γκαβός ~ ζαβόματος Βλαστός 1931

ζαβόν του -> το πέπλο της νύφης  |  δώρο της πεθεράς στη νύφη ~ ζαβόν Βόρεια Εύβοια, Μαγνησία, Σέρρες, Σάμος

ζαβοντεγκλής -> ψηλός και άμυαλος ~ ζαβοντεγκλής Κύθηρα

ζαβοπόδης -> κουτσός ~ ζαβοπόδης Βλαστός 1931

ζαβοπουλάδα η -> κουτός ή κουτή ~ ζαβοπουλάδα Άνδρος

ζαβόρτσα η -> εξώπορτα  |  σλάβικο zavorna ~ ζαβόρτσα Γρεβενά  |  ζαρβόντζα Λάρισα  |  ζαρβόντσα Γρεβενά, Πιερία

ζαβός -> στραβός  |  γκαβός  |  ανάποδος  |  βλαμμένος  |  αδύνατος  |  σακάτης ~ ζαβέας Κύθηρα  |  ζαβό Τσακώνικα  |  ζαβός Meursius 1614, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Passow 1860, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Άνδρος, Αρκαδία, Άρτα, Αχαΐα, Βελβεντός, Βόρεια Εύβοια, Γρεβενά, Δελβίνο, Ζάκυνθος, Ηλεία, Καστοριά, Ήπειρος, Θεσπρωτία, Θήρα, Θράκη, Ικαρία, Καππαδοκία, Καστελλόριζο, Καστοριά, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κορινθία, Κρήτη, Κύμη, Κύπρος, Κως, Λακωνία, Λέσβος, Λευκάδα, Λήμνος, Λυκία, Μαγνησία, Μάνη, Μεσσηνία, Μοσχονήσι, Νάξος, Πιερία, Ρόδος, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Σιάτιστα, Τήνος, Τρίκαλα, Φωκίδα, Χίος  |  ζεβός Πελοπόννησος  |  ντζαός Κάρπαθος ~ θηλυκό: ζαβή Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Δελβίνο, Θήρα, Καστοριά, Κρήτη, Κύπρος  |  ζαβιά Τρίκαλα  |  ζαβία Κύμη ~ ουδέτερο: ζαβό Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Δελβίνο, Θήρα, Καστοριά, Κρήτη, Τρίκαλα, Φωκίδα

ζαβοσύνη η -> ζαβομάρα ~ ζαβοσύνη Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

ζαβότη η -> αδυναμία (λόγιο) ~ ζαβότη Ρόδος

ζαβοτοπιά η -> κακοτράχαλος τόπος  |  κακοστρατιά ~ ζαβοτοπιά Βλαστός 1931, Αρκαδία  |  ζαβουτουπιά Ιωάννινα ~ ουδέτερο: ζαβουτόπ Σαρακατσάνικα

ζαβούδ του -> η ζαβολιά, ο ζαβολιάρης ~ ζαβούδ Σέρρες

ζαβουδιασμένους -> για καρπό με ζαρωμένη φλούδα ~ ζαβουδιασμένους Πιερία

ζάβουδους -> μέρος σκιερό, υγρό και στενό ~ ζάβουδους Ανατολική Ρωμυλία

ζαβουκοιτώ -> στραβοκοιτώ, λοξοκοιτώ ~ ζαβουκοιτώ Πιερία

ζαβούλιακας -> χαζός  |  στραβούλιακας ~ ζαβούλακας Ίμβρος  |  ζαβούλιακας Κοζάνη

ζάβουλος -> κουτός ~ ζάβουλος Βλαστός 1931

ζάβουμα το -> ζαβομάρα ~ ζάβουμα Αιτωλοακαρνανία, Μάνη

ζαβουμάτς -> που έχει το ένα μάτι κλειστό ~ ζαβουμάτς Πιερία

ζαβουπατάου -> στραβοπατώ ~ ζαβουπατάου Αιτωλοακαρνανία, Φωκίδα

ζαβουπάτμα του -> στραβοπάτημα ~ ζαβουπάτμα Αιτωλοακαρνανία

ζαβουρντώ -> τινάζω, ρίχνω, πετώ, σφεντονίζω  |  τούρκικο savurmak ~ ζαβουρντάου Σέρρες  |  ζαβουρντώ Παμπούκης 1988, Θεσσαλονίκη, Λέσβος

ζαβουτηρώ -> αλληθωρίζω (λόγιο) ~ ζαβουτηρώ Κοζάνη

ζαβόχος ο -> πολύ κοντός  |  νάνος ~ ζαβόχος Πελοπόννησος

ζαβράζος -> επαρίστερος (λόγιο) ~ ζαβράζος Κύπρος ~ θηλυκό: ζαβράζα Κύπρος  |  ζαβράζισσα Κύπρος

ζάβρακας ο -> ζαρωμένος, καχεκτικός (λόγιο)  |  ανυπόληπτος (λόγιο) ~ ζαβράκας Δελβίνο  |  ζάβρακας Ιωάννινα  |  ζαβράκας Σουφλί ~ ουδέτερο: ζιαβράκι Meyer 1894

ζαβράκι το -> κατσάδα  |  ζόρισμα  |  τιμωρία (λόγιο)  |  βλάχικο zăvrake ~ ζαβράκι Κρήτη  |  ζαβράκ Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Κοζάνη, Λήμνος, Πιερία, Σιάτιστα

ζαβρακιάζου -> κατσαδιάζω ~ ζαβρακιάζου Πιερία

ζαβρακιασμένος -> καχεκτικός (λόγιο) ~ ζαβρακιασμένος Ηλεία  |  ζαβρακιασμένους Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ιωάννινα, Σαρακατσάνικα

ζαβράν του -> ξυλοδαρμός (λόγιο)  |  αναμπουμπούλα ~ ζαβράν Κοζάνη

ζαβρός ο -> φαγάς ~ ζαβρός Lange 1708

ζαβώνου -> κουμπώνω την κόπιτσα ~ ζαβώνου Καστοριά

ζαβώνω -> στραβώνω  |  παλαβώνω  |  ζαλίζομαι ~ ζαβόνω Ηπίτης 1908  |  ζαβώνου Αιτωλοακαρνανία, Βούρμπιανη, Γρεβενά, Κοζάνη, Λέσβος, Λυκία, Πιερία, Σαρακατσάνικα, Φωκίδα  |  ζαβούνου Μάνη  |  ζαβώνω Lange 1708, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Ζάκυνθος, Θήρα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος, Λακωνία, Λέσβος, Λευκάδα, Νάξος, Νότια Εύβοια, Χίος  |  ζαβώννου Λυκία  |  ζαβώννω Κύπρος  |  ζαώννω Κύπρος ~ μετοχή: ζαβωμένος Βλαστός 1931

ζαγά -> σιγά και αθόρυβα ~ ζαγά Αρκαδία, Ηλεία, Κορινθία, Μεσσηνία, Χίος

ζαγάδα η -> βραγιά, πεζούλα ~ ζαγάδα Αιτωλοακαρνανία

ζάγαζα η -> τράτα λίμνης ~ ζάγαζα Καστοριά

ζαγαζότ του -> αγιζότι, εμπύρευμα (λόγιο) ~ ζαγαζότ Καστοριά

ζαγαλάρκους -> ζωηρός και παράξενος ~ ζαγαλάρκους Πιερία

ζαγαλικιά η -> ψέμα, ψευτιά ~ ζαγαλικιά Λακωνία ~ ουδέτερο: ζαγαλίκ Γρεβενά, Σαρακατσάνικα

ζαγανάς ο -> καμπίσιος ~ ζαγανάς Πρωία 1933, Δημητράκος 1938  |  ζαγγανάς Πρωία 1933

ζαγανάς ο -> μικρό πριόνι ~ ζαγανάς Λευκάδα  |  ζανάς Κύπρος  |  ζγανάς Αιτωλοακαρνανία, Βοιωτία  |  ζουγανάς Αιτωλοακαρνανία

ζαγανεύω -> ψάχνω κάνοντας φασαρία  |  καιροφυλακτώ ~ ζαγανεύω Κεφαλονιά, Λευκάδα

ζαγάνι το -> μπακιρένιο πιάτο  |  τούρκικο sahan ~ ζαγάνι Θεσπρωτία

ζαγάνι το -> το πουλί Hieraaetus pennatus, σταυραετός ~ ζαγάνι Άνδρος ~

ζαγανιάρης -> αρρωστιάρης, καχεκτικός (λόγιο) ~ ζαγανιάρης Πρωία 1933, Δημητράκος 1938  |  ζαγγανιάρης Πρωία 1933 ~ θηλυκό: ζαγανιάρα Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: ζαγανιάρικο Δημητράκος 1938

ζαγάνος ο -> τα πουλιά Hieraaetus pennatus (σταυραετός) και Gyps fulvus (όρνιο)  |  τούρκικο zağanos ~ ζαγάνος Meursius 1614, Du Cange 1688, Miklosich 1884, Βλαστός 1931, Άνδρος  |  ζάγανος Lange 1708

ζαγάρι το -> κυνηγόσκυλο, λαγωνικό  |  παλιάνθρωπος, παλιόπαιδο  |  αδύνατος  |  τούρκικο zağari ~ ζαάρ Καππαδοκία  |  ζάαριν Κύπρος  |  ζαάριν Κύπρος  |  ζαγάζι Τσακώνικα  |  ζαγάρ Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Βόρεια Εύβοια, Γρεβενά, Ημαθία, Θάσος, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Λάρισα, Πιερία, Πόντος, Πρέβεζα, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Σιάτιστα, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική  |  ζαγάρι Germano 1622, Legrand 1882, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Miklosich 1870, Miklosich 1884, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Κριαράς 1995, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Αχαΐα, Δελβίνο, Δρόπολη, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θάσος, Θεσπρωτία, Θήρα, Κέρκυρα, Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Μεσσηνία, Νότια Εύβοια, Τσακώνικα  |  ζάγαρος (ο) Βούρμπιανη  |  ζαγάρζι Τσακώνικα ~ υποκοριστικό: ζααρούδιν Κύπρος  |  ζααρούιν Κύπρος  |  ζαγαράκι Παμπούκης 1988, Λακωνία ~ πληθυντικός: ζαγάρια Du Cange 1688,

ζαγαριάζου -> κοπροσκυλιάζω ~ ζαγαριάζου Καστοριά, Λήμνος

ζαγαριγκής -> εκπαιδευτής ζαγαριών  |  τούρκικο zağarcı ~ ζαγαριγκής Παμπούκης 1988  |  ζαγαργκής Παμπούκης 1988

ζάγαρο το -> μικρό καρφί με πλατύ κεφάλι ~ ζάγαρο Κρήτη

ζαγαρογλωσσάτος -> γλυκομίλητος ~ ζαχαρογλωσσάτος Κύπρος

ζαγαρόσκλου του -> ζαγάρι  |  παλιάνθρωπος ~ ζαγαρόσκλου Αιτωλοακαρνανία, Κοζάνη, Σάμος

ζαγαροτρώω -> με βασανίζει κάποια σκέψη ~ ζαγαροτρώω Κύθηρα

ζαγαρώ -> παρακινώ (λόγιο)  |  τσιγκλάω ~ ζαγαρώ Κρήτη, Κύθηρα

ζαγιά -> τώρα ~ ζαγιά Καππαδοκία  |  ζαριά Καππαδοκία

ζάγκα-ζούγκσα -> ο ήχος των μουσικών βιολιών ~ ζάγκα-ζούγκα Μαγνησία

ζαγκάνα η -> μεγάλη κουδούνα για τα ζώα ~ ζαγκάνα Μαγνησία

ζαγκανάου -> κουνιέμαι ακανόνιστα  |  ενοχλώ (λόγιο) ~ ζαγκανάου Άρτα, Καρδίτσα, Τρίκαλα ~ ζαγκανιέμι Τρίκαλα

ζαγκανιέρα η -> δίφυλλη πόρτα (τύπου σαλούν) ~ ζαγκανιέρα Γρεβενά

ζαγκανότρπα η -> μικρή τρύπα ~ ζαγκανότρπα Καρδίτσα

ζαγκάριν το -> σκουριά ~ ζαγκάρ Πόντος  |  ζαγκάριν Πόντος  |  τζαγκάρ Πόντος

ζάγκαρ-ζούγκαρ -> πέρα-δώθε ~ ζάγκαρ-ζούγκαρ Γρεβενά

ζαγκαρώνω -> σκουριάζω ~ ζαγκαρώνω Πόντος  |  τζαγκαρώνω Πόντος

ζαγκέα η -> η μυρουδιά της σκουριάς ~ ζαγκέα Πόντος

ζαγκέτα η -> τα ψάρια Citharus linguatula & Arnoglossus kessleri ~ ζαγκέτα Ακαδημία 2016

ζαγκιάζω -> σκουριάζω ~ ζαγκιάζω Πόντος

ζάγκλα η -> στροφή ~ ζάγκλα Αρκαδία, Ηλεία, Μεσσηνία

ζαγκλακούτις -> τα ορνιθοσκαλίσματα (για γράψιμο) ~ ζαγκλακούτις Μαγνησία

ζαγκλός -> κουτσός και στραβοπόδαρος ~ ζαγκλός Μαγνησία

ζαγκότς ο -> καντηλανάφτης ~ ζαγκότς Πόντος

ζαγκότς ου -> ξύλινο εργαλείο που βοηθάει στο σφίξιμο των δεματιών ~ ζαγκότς Θεσσαλονίκη, Κοζάνη

ζαγκουβάνα η -> είδος παιχνιδιού ~ ζαγκουβάνα Πόντος

ζαγκούλιν το -> φάντασμα (λόγιο)  |  ξωτικό ~ ζαγκούλιν Λυκία

ζαγκούλιν το -> στρουμπουλό ~ ζαγκούλιν Κύπρος

ζάγκουλος -> χοντρός ~ ζάγκουλος Κύπρος

ζαγκουλούδιν το -> στρουμπουλό ~ ζαγκουλούδιν Κύπρος

ζαγκούνι το -> κάποιο βότανο ~ ζαγκούνι Δελβίνο  |  ζανγκούνι Δελβίνο

ζάγκρα η -> πολύ αδύνατος, κοκαλιάρης ~ ζάγκρα Πόντος

ζάγκωμαν το -> σκούριασμα ~ ζάγκωμα Πόντος  |  ζάγκωμαν Πόντος  |  τζάκωμαν Πόντος

ζαγκωματέα η -> η μυρουδιά της σκουριάς ~ ζαγκωματέα Πόντος

ζαγκώνω -> σκουριάζω ~ ζαγκώνω Πόντος  |  τζαγκώνω Πόντος

ζαγλαπίδα η -> το μαλακό στραγάλι ~ ζαγλαπίδα Λέσβος

ζαγλίζω -> χαστουκίζω ~ ζαγλίζω Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708

ζαγλίκι το -> χαστούκι, μπάτσος ζαγλίκι Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Legrand 1882

ζαγλικίζομαι -> χαστουκίζομαι ~ ζαγλικίζομαι Somavera 1709

ζαγλικίζω -> χαστουκίζω, μπατσίζω ~ ζαγλικίζω Legrand 1882

ζαγλίκισμα το -> χαστούκισμα ~ ζαγλίκισμα Somavera 1709

ζαγλικισμένος -> χαστουκισμένος ~ ζαγλικισμένος Somavera 1709 ~ θηλυκό: ζαγλικισμένη Somavera 1709

ζαγλός -> κουλός ~ ζάγλος Lange 1708  |  ζαγλός Κρήτη

ζαγλώνω -> κουλαίνω ~ ζαγλαίνω Κρήτη

ζάγος ο -> παπαδάκι  |  βενετσιάνικο zago ζάγος Somavera 1709, Meyer 1895

ζαγούλα η -> παραγινωμένο φρούτο ~ ζαγούλα Λέσβος  |  ζαχούλα Λέσβος

ζάγρα -> γκρινιάρα ~ ζάγρα Κύπρος

ζαγραβιάζου -> για πλεκτό που χνουδιάζει ~ ζαγραβιάζου Πιερία

ζαγραδένιος -> φτιαγμένο από δέρμα ζαγρέ ~ ζαγραδένιος Κρήτη  |  σαγραδένιος Κρήτη

ζαγρέ το -> κατεργασμένο δέρμα αλόγου ή γαϊδάρου  |  τούρκικο sağrı ~ ζαγρέ Κρήτη  |  σαγρέ Κρήτη

ζαγρί το -> ζαρόγρια, μπαμπόγρια ~ ζαγρί Κοζάνη, Μαγνησία

ζαγρί του -> πούτσα ~ ζαγρί Σκόπελος

ζαγριάζου -> για κλωστή που κάνει κόμπους ~ ζαγριάζου Πιερία

ζαγρός -> καχεκτικός (λόγιο) ~ ζαγρός Αρκαδία

ζαενός -> αδύνατος, ισχνός (λόγιο) ~ ζαανός Πόντος  |  ζαενός Πόντος

ζαενώνω -> αδυνατίζω ~ ζαανώνω Πόντος  |  ζαενίνω Πόντος  |  ζαενώνω Πόντος

ζαερές ο -> προμήθειες (λόγιο), εφόδια (λόγιο)  |  ζωοτροφή (λόγιο)  |  τούρκικο zahire ~ ζαερές Miklosich 1884, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Αρκαδία, Αχαΐα, Δρόπολη, Θεσπρωτία, Κρήτη, Μέγαρα, Μύκονος  |  ζαϊρές Ηπίτης 1908, Κουκκίδης 1960, Αιτωλοακαρνανία, Δρόπολη, Θεσσαλονίκη, Ηλεία, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Κοζάνη, Κρήτη, Λακωνία, Μαγνησία, Πάρος, Πιερία, Πωγώνι, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Φθιώτιδα, Φωκίδα  |  ζαχαρές Κύπρος  |  ζαχερές Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Κύπρος  |  ζαχιρές Σκαρλάτος 1835, Παμπούκης 1988, Ίμβρος, Καστοριά, Κοζάνη, Κύπρος, Σέρρες, Σουφλί, Σιάτιστα  |  ζαχράς Καππαδοκία  |  ζαχρές Λυκία, Προύσα  |  ζεχρές Λυκία  |  τζαϊρές Σάμος ~ ουδέτερο: ζαχιρέ Passow 1860

ζαέρης ο -> τροφοδότης (λόγιο) ~ ζαέρης Νάξος

ζαέρι -> λοιπόν, μαθές, τάχα  |  βέβαια  |  αραβικό zahir ~ ζαέζι Τσακώνικα  |  ζαέρ Καρδίτσα  |  ζαέρι Κρήτη, Τσακώνικα, Χάλκη  |  ζαέριν Κύπρος  |  ζάρι Κρήτη  |  ζέρ Παμπούκης 1988  |  ντζαέρι Κάρπαθος

ζαέρι -> φαίνεται  |  τούρκικο zahiren ~ ζαέρι Παμπούκης 1988

ζαέρι το -> σπλάχνο ~ ζαέρι Πάρος

ζαζαρίζου -> καταγγέλω (λόγιο) ~ ζαζαρίζου Λέσβος

ζαζέλα η -> είδος θάμνου ~ ζαζέλ (το) Πόντος  |  ζαζέλα Πόντος

ζάζου -> ωριμάζω ~ ζάζου Τσακώνικα  |  ζάσου Τσακώνικα ριάζου

ζάζω -> ζυγίζω ~ ζάζω Καππαδοκία  |  ζάνω Καππαδοκία

ζάζω -> κάνω ~ ζάζω Καππαδοκία

ζάθος ο -> σκουλήκι παράσιτο που ζει κάτω από το δέρμα των μηρυκαστικών ~ ζάθος Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Λευκάδα

ζαΐδα η -> παραφυάδα δέντρου ~ ζαΐδα Κέρκυρα

ζαΐμης ο -> μεγαλοκτηματίας (λόγιο), τσιφλικάς  |  τούρκικο zaîm ~ ζαΐμης Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Κύπρος  |  ζαΐμς Κοζάνη, Φωκίδα

ζαΐρ -> ίσως (λόγιο), βεβαίως (λόγιο)  |  τούρκικο zahir ~ ζαΐρ Καππαδοκία  |  ζάρι Καππαδοκία

ζαϊράκι το -> κοριτσάκι αδύνατο και άσχημο ~ ζαϊράκ Μαγνησία

ζαΐρι -> φαινομενικά (λόγιο)  |  τούρκικο zahiri ~ ζαΐρι Ρόδος

ζαΐρου -> καχεκτική γυναίκα ~ ζαΐρου Μαγνησία

ζαϊφεδένιος -> μεταξωτός ~ ζαϊφεδένιος Μύκονος  |  ζαμφεδένιος Μύκονος

ζαΐφης -> κοκαλιάρης, ξερακιανός, αδύνατος, αρρωστιάρης  |  τούρκικο zayıf ~ ζαγίβς Λέσβος  |  ζαγίφς Ίμβρος  |  ζαΐφη Τσακώνικα  |  ζαΐφης Σκαρλάτος 1835, Miklosich 1884, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Άνδρος, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Πόντος, Ρόδος  |  ζαΐφς Κουκκίδης 1960, Θεσσαλονίκη, Αϊβαλί, Ιωάννινα, Κοζάνη, Μοσχονήσι, Πόντος, Σέρρες, Φωκίδα, Χαλκιδική  |  ντζαρίφης Κάρπαθος

ζαϊφιάζω -> αρρωσταίνω  |  αδυνατίζω ~ ζαϊφιάζω Νάξος  |  ζαϊφίζου Χαλκιδική

ζαΐφικος -> ζαΐφης ~ ζαΐφικος Κρήτη, Μάνη  |  ζαΐφκος Προύσα  |  ζαΐφκους Ημαθία, Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Λάρισα, Μαγνησία, Πιερία, Σαρακατσάνικα, Σιάτιστα, Χαλκιδική  |  ντζαρίφικος Κάρπαθος

ζαϊφλάντισμα το -> αδυνάτισμα ~ ζαϊφλάντισμα Καππαδοκία

ζαϊφλαντισμένος -> άκεφος ~ ζαϊφλαντισμένος Κρήτη

ζαϊφλίκι το -> αδυναμία (λόγιο), αρρώστια, αδυνάτισμα  |  τούρκικο zayıflık ~ ζαϊφλήκι Σκαρλάτος 1835  |  ζαϊφλίκ Ιωάννινα  |  ζαϊφλίκι Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Άνδρος, Κωνσταντινούπολη  |  ζαϊφλίκκιν Κύπρος  |  ζαϊφλίχι Καππαδοκία

ζαΐφτ του -> ζαϊφλίκι ~ ζαΐφτ Λήμνος

ζαΐχου -> πηγαίνω  |  μεταφέρω (λόγιο) ~ ζαΐχου Τσακώνικα  |  ζακού Τσακώνικα

ζάκα η -> ανδρική αμάνικη ζακέτα  |  ιταλικό giacca ~ ζάκα Meyer 1895  |  ζζάκα Κως, Νίσυρος  |  ζιάκα Σέρρες

ζάκα η -> δύναμη, ορμή (λόγιο) ~ ζάκα Κρήτη, Τσακώνικα  |  τσάκα Κρήτη

ζάκα η -> είδος πουλιού ~ ζάκα Αιτωλοακαρνανία

ζάκα η -> μπερδεμένη τούφα μαλλιών ~ ζάκα Ίμβρος

ζάκα η -> σακί ~ ζάκα Δελβίνο, Ιωάννινα

ζάκα η -> στεναχώρια, μαράζι ~ ζάκα Κρήτη

ζάκα η -> τσέπη ~ ζάκα Καππαδοκία

ζακαλίζου -> πειράζω, ενοχλώ (λόγιο) ~ ζακαλίζου Μαγνησία

ζακαμτσούκ του -> μικρό θαυματουργό  εργαλείο ~ ζακαμτσίκ Σουφλί  |  ζακαμτσούκ Σουφλί

ζακανιέμι -> κουνιέμαι ~ ζακανιέμι Καστοριά  |  ζακαλνιέμι Πιερία  |  ζακανιώμι Σουφλί

ζακανούρας -> πειραχτήρι  |  αεικίνητος (λόγιο) ~ ζακανιάρς Καστοριά  |  ζακανούρας Πιερία

ζακανώ -> κουνάω ~ ζακανώ Σουφλί

ζακάρς -> θορυβώδης (λόγιο) ~ ζακάρς Ιωάννινα

ζάκατα τα -> άχρηστα ή μικρής αξίας πράγματα  |  τα έπιπλα του σπιτιού  |  βλάχικο zacata ~ ζάκατα Βελβεντός, Θεσσαλονίκη, Θεσπρωτία, Ημαθία, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Λάρισα, Πιερία, Σέρρες, Σιάτιστα, Σουφλί  |  ζιάκατα Θεσσαλονίκη

ζάκατα τα -> το μουνί και η πούτσα ~ ζάκατα Θράκη ~ ενικός: ζάκατο (: μουνί) Σαράντα Εκκλησιές

ζακατίζου -> καταχωνιάζω  |  χάνω κάτι  |  σλάβικο zakatam ~ ζακατίζου Γρεβενά, Ημαθία, Καστοριά, Κοζάνη, Πιερία, Χαλκιδική  |  ζακατσίζου Κοζάνη, Σιάτιστα  |  ζιαγκατίζω Πωγώνι ~ ζακατίζουμι Καστοριά ~ μετοχή: ζακατσμένους Καστοριά

ζακατίζουμι -> εκνευρίζομαι (λόγιο) ~ ζακατίζουμι Μαγνησία

ζακατούρ του -> τιποτένιο πράγμα ~ ζακατούρ Κοζάνη

ζακατούρα η -> ανακατωσούρα ~ ζακατούρα Μαγνησία

ζακατρίκ του -> κάθε εργαλείο που κάνει θόρυβο ~ ζακατρίκ Σουφλί

ζακάτσμα του -> κρύψιμο, καταχώνιασμα ~ ζακάτσμα Θεσσαλονίκη, Κοζάνη

ζακατώ -> ζακατίζου ~ ζακατώ Χαλκιδική

ζακέ το -> ζακέτα ~ ζακέ Πρωία 1933, Ζάκυνθος

ζακές ο -> ανδρικός επενδύτης ~ ζακές Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

ζακέτα η -> ελαφρύ κοντό πανωφόρι  |  ιταλικό giacchetta , βενετσιάνικο jachéta ~ ζακέτα Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Λακωνία  |  ζακέττα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κύπρος  |  ζικέτα Θεσσαλονίκη, Κοζάνη ~ υποκοριστικό: ζακετάκι Ακαδημία 2016

ζακέτο το -> σακάκι  |  τούρκικο ceket, γαλλικό Jaquette ~ ζακέτο Κριαράς 1995, Κωνσταντινούπολη  |  ζακέτου Μαγνησία  |  τζακέτο Κωνσταντινούπολη

ζακιάζου -> μπερδεύω ~ ζακιάζου Σέρρες

ζάκιασμα το -> ανακάτεμα, μπέρδεμα ~ ζάκιασμα Σέρρες

ζακίζα η -> μαστίχα  |  τούρκικο sakız ~ ζακίζα Κρήτη ~ ουδέτερο: σακίζι Κρήτη

ζακίζω -> χάνω όγκο ή βάρος ~ ζακίζω Νάξος

ζακιώνω -> μπερδεύω ~ ζακιώνω Προύσα

ζακλιάζω -> ποδοπατώ ~ ζακλιάζω Ηλεία

ζάκο ο -> μυρμήγκι σκούρο που ζει σε σάπια ξύλα ~ ζάκο Τσακώνικα  |  όζακα (ο) Τσακώνικα

ζακόνι το -> έθιμο (λόγιο), συνήθειο  |  σλάβικο zakon ~ ζακόν Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Ημαθία, Θράκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Σάμος, Σέρρες, Σιάτιστα, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική  |  ζακόνι Passow 1860, Miklosich 1870, Meyer 1894, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Αργολίδα, Αρκαδία, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θράκη, Ικαρία, Κορινθία, Κορσική, Κύθηρα, Λακωνία, Μαγνησία, Μάνη, Μέγαρα, Μεσσηνία, Πωγώνι, Σαρακατσάνικα, Σιάτιστα, Τσακώνικα  |  ζακόνιν Du Cange 1688, Λυκία

ζακουμνιά η -> το φυτό Nerium oleander, πικροδάφνη, πρικοδάφνη, ροδόδεντρο, ροδοδάφνη, αροδάφνη, αριοδάφνη, πικροφυλλάδα, πικροφλλάδα, φυλλάδα, σφάκα, σέμα, μπαμτσίνα, φροκαλίδα, ψαροφλλάδα  |  τούρκικο zakkum ~ ζακουμνιά Θράκη ~ ουδέτερο: ζακούμ Θράκη, Σιάτιστα  |  ζακούμι Κουκκίδης 1960  |  ζακούμν Θράκη  |  ζουκούμ Κοζάνη, Σέρρες  |  ζουκούμι Καπετανάκης 1962  |  ζουχούμ Θεσσαλονίκη

ζάκουρε το -> μικρόσωμος (λόγιο) ~ ζάκουρε Τσακώνικα

ζάκουρο το -> η βάση ξύλινου αγγείου ~ ζάκουρο Πελοπόννησος

ζάκουρος ο -> στάχτη ~ ζάκουρος Δελβίνο

ζάκουτα -> θυμωμένα  |  δυνατά ~ ζάκουτα Ιωάννινα

ζακώνω -> στεναχωριέμαι, μαραζώνω ~ ζακώνω Κρήτη

ζάλα η -> ζάλη, ζαλάδα ~ ζάλα Κύπρος  |  ζαλά Ρόδος

ζάλα η -> ζαλίκι ~ ζάλα Βούρμπιανη, Ηλεία, Κορινθία

ζάλα τα -> βήματα ~ ζάλα Ηπίτης 1908, Λέσβος

ζαλάδα η -> ζάλη, ίλιγγος (λόγιο), σκοτοδίνη (λόγιο) ~ ζαλάα Κύπρος  |  ζαλάδα Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Θήρα, Λέσβος, Μάνη, Πιερία, Τσακώνικα  |  ζαοάδα Τσακώνικα

ζαλαλός -> τρελός ~ ζαλαλός Πόντος

ζαλάλωμαν το -> ζαλάδα ~ ζαλάλωμαν Πόντος

ζαλαλώνω -> ζαλίζω ~ ζαλαλώνω Πόντος

ζαλαμουκιάρης -> δύστροπος (λόγιο) ~ ζαλαμουκιάρης Κρήτη  |  ζουλουμακιάρης Κρήτη  |  ζουλουμικιάρης Κρήτη

ζαλάπατα τα -> θόρυβος στο σκοτάδι  |  ήχος βημάτων~ ζαλάπατα Ρόδος  |  ντζαλάπατα Κάρπαθος

ζαλαριά η -> κάποια αρρώστια ~ ζαλαριά Δρόπολη

ζαλάτσιν το -> το πουλί Gyps fulvus, όρνιο, αγιούπας, βατσίλα, σκανίτης ~ ζαλάτζιν Κύπρος  |  ζαλάτσιν Κύπρος

ζαλάτσιν το -> το φυτό Lycium barbarum, ζανατζιά, λουτσιά ~ αζουλάτζιν Κύπρος  |  ζαλάτζιν Κύπρος  |  ζαλάτσιν Κύπρος  |  ζιλίτσιν Κύπρος  |  ζουλάτζιν Κύπρος  |  ζουλάτσιν Κύπρος ~ αρσενικό: ζάλακος Κύπρος

ζαλαχανάς ο -> σφαγείο ζώων  |  τούρκικο salhana ~ ζαλαχανάς Κουκκίδης 1960, Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Πόντος, Χαλκιδική

ζαλάχισμα το -> σαλάγημα, φώναγμα του βοσκού στο κοπάδι ~ ζαλάχισμα Δελβίνο

ζάλαχος ο -> σάλαγο  |  αλβανικό zallahi ~ ζάλαχος Δρόπολη  |  ζάλαχους Σουφλί

ζαλαχώ -> σαλαγώ ~ ζαλαχώ Δελβίνο

ζαλέβω -> ζαλικώνω ~ ζαλέβω Βλαστός 1931

ζαλεύω -> σαλεύω  |  ζαλίζω ~ ζαλεύω Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995

ζαλέχου -> διαλέγω ~ ζαλέχου Τσακώνικα

ζάλη η ->  ζάλ Αιτωλοακαρνανία, Καστοριά, Λήμνος  |  ζάλη Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Passow 1860, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ήπειρος, Κύπρος, Κρήτη, Λευκάδα, Πόντος, Τσακώνικα  |  ντζάλη Κάρπαθος

ζάλη η -> πηγή με λίγο νερό ~ ζάλη Αρκαδία

ζαλιά η -> ζαλίκι ~ ζαλιά Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Κορινθία, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Φθιώτιδα, Φωκίδα  |  ζαλία Τσακώνικα

ζαλιά η -> χνάρι  |  βήμα ~ ζαλέ Κρήτη  |  ζαλιά Αιτωλοακαρνανία, Κρήτη

ζαλιάζω -> ζαλικώνω ~ ζαλιάζω Πελοπόννησος

ζαλιακό το -> ζάλη, ζαλάδα ~ ζαλιακό Αρκαδία

ζαλιάρα -> αυτό που κάνει τις άλλες να ζηλεύουν (λόγω της ομορφιάς της) ~ ζαλιάρα Θεσπρωτία

ζαλιάρης -> φορτικός (λόγιο), ενοχλητικός (λόγιο) ~ ζαλιάρης Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938  |  ζαλιάρς Άρτα ~ θηλυκό: ζαλιάρα Ιωάννινα  |  ζαλιάρισσα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: ζαλιάρικο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

ζαλιάρικος -> ζαλιάρης ~ ζαλιάρικος Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Λακωνία  |  ζαλιάρκους Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ιωάννινα ~ θηλυκό: ζαλιάρικη Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: ζαλιάρικο Δημητράκος 1938  |  ζαλιάρκου Ιωάννινα

ζαλίζομαι -> ζαλίζομαι Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Πρωία 1933  |  ζαλίζουμαι Πρωία 1933, Κωνσταντινούπολη  |  ζαλίζουμι Καστοριά, Λήμνος  |  ζαλίζουμου Καππαδοκία

ζαλίζω -> ζαλίζου Κοζάνη, Μάνη, Σέρρες, Σιάτιστα, Τσακώνικα  |  ζαλίζω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Passow 1860, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Πόντος, Τσακώνικα  |  ζαλίνου Λυκία  |  ζιαλίζου Καστοριά  |  ντζαλίντζω Κάρπαθος

ζαλίκα η -> ζαλίκι ~ ζαλίγκα Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Αιτωλοακαρνανία, Άρτα  |  ζαλίκα Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αλόννησος, Γρεβενά, Ίμβρος, Καρδίτσα, Μαγνησία, Πωγώνι, Σάμος, Σκόπελος, Τσακώνικα, Φθιώτιδα

ζαλίκα η -> πρόχειρο έλκηθρο για μεταφορά πραγμάτων ~ ζαλίκα Πιερία

ζαλίκας -> πειραχτήρι ~ ζαλίκας Πιερία

ζαλίκι το -> το φορτίο που κουβαλάει κάποιος στους ώμους ~ ζαλήκι Ηπίτης 1908  |  ζαλίγκ Άρτα, Καρδίτσα, Τρίκαλα  |  ζαλίκ Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Βελβεντός, Βόρεια Εύβοια, Γρεβενά, Θεσπρωτία, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Μαγνησία, Πιερία, Σέρρες, Σιάτιστα, Φωκίδα  |  ζαλίκι Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Πωγώνι  |  ζαλίτσιν Κύπρος  |  σαλάκ Πόντος  |  σελέκ Πόντος

ζαλικιάρς ου -> πειραχτήρι ~ ζαλικιάρς Πιερία

ζαλικιόρικος -> ζαλιάρης ~ ζαλικιόρικος Δελβίνο ~ θηλυκό: ζαλικιόρικη Δελβίνο ~ ουδέτερο: ζαλικιόρικο Δελβίνο

ζαλικό το -> ζαλάδα  |  ελαφρά αδιαθεσία ~ ζαλιακό Μεσσηνία  |  ζαλικό Μύκονος  |  ζαλικόν Πόντος

ζαλίκωμα το -> ζαλίκι ~ ζαλίκουμα Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Σαρακατσάνικα  |  ζαλίκωμα Κριαράς 1995

ζαλικώνομαι -> φορτώνομαι στους ώμους ~ ζαλιγκώνουμαι Πρωία 1933  |  ζαλιγκώνομαι Πρωία 1933  |  ζαλικόνομαι Ηπίτης 1908  |  ζαλικώνουμαι Πρωία 1933  |  ζαλικώνομαι Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998  |  ζαλικώνουμι Άρτα, Καβάλα, Κοζάνη, Σιάτιστα, Πιερία  |  ζαλκώνουμι Ίμβρος, Ιωάννινα, Κοζάνη, Μαγνησία, Πιερία, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σιάτιστα, Φωκίδα, Χαλκιδική  |  ζαρλακώνομαι Μάνη

ζαλικώνω -> φορτώνω στους ώμους ~ ζαλιγκώνου Κοζάνη  |  ζαλιγκώνω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Στερεά  |  ζαλικώνου Καστοριά, Μάνη  |  ζαλικώνω Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998  |  ζαλκώνου Βόρεια Εύβοια, Ίμβρος, Μαγνησία  |  ζαρλακώνου Μάνη  |  σαλιακιάζω Πόντος  |  σελεκιάζω Πόντος

ζαλίμης -> άδικος, σκληρός, νευρικός  |  τούρκικο zalim ~ ζαλήμης Ηπίτης 1908  |  ζαλίμης Παμπούκης 1988  |  ζαλίμς Ιωάννινα  |  ζαλούμης Παμπούκης 1988

ζαλίμι το -> το πολύ ζωηρό, το άταχτο παιδί  |  το γαϊδούρι ~ ζαλίμ Αιτωλοακαρνανία, Βοιωτία, Θάσος, Μαγνησία, Φωκίδα, Χαλκιδική  |  ζαλίμι Λευκάδα

ζαλίμικος -> ζαλίμης ~ ζαλίμικος Βλαστός 1931, Παμπούκης 1988  |  ζαλίμκους Μαγνησία

ζάλισμα το -> ζαλάδα ~ ζάλισμα Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μάνη  |  ζάλισμαν Πόντος  |  ζάλτσμα Σέρρες

ζαλισμάρα η -> ζάλισμα ~ ζαλισμάρα Πρωία 1933, Ζάκυνθος

ζαλισμένος -> ζαλισμένος Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Πόντος  |  ζαλσμένους Λέσβος, Βοιωτία, Φωκίδα  |  ζαλτζμένους Καστοριά ~ θηλυκό: ζαλισμένη Somavera 1709

ζαλισούρα η -> ζαλάδα ~ ζαλισούρα Κύπρος

ζαλιχές -> εύπιστος (λόγιο) ~ ζαλιχές ζάβαλι

ζαλκιά η -> το ζαλίκι ~ ζαλκιά Πιερία

ζαλκούρα η -> ζαλίκι ~ ζαλκούρα Σάμος

ζαλλίδι το -> χόρτο που μοιάζουν με βλίτο ~ ζαλλίδι Κως  |  ζζαρλίδι Κως, Νίσυρος

ζαλνώ -> ζαλίζω ~ ζαλνώ Καστοριά ~ ζαλνιούμι Καστοριά

ζάλο το -> βήμα, πήδημα  |  πατημασιά, χνάρι ~ ζαλέ η Κρήτη  |  ζάλο Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κύθηρα, Κρήτη  |  ζάλον Βλάχος 1659, Lange 1708, Legrand 1882  |  ζάλου Λέσβος  |  ζάρο Passow 1860  |  ζζάλο Κως, Νίσυρος  |  ντζάλο Κάρπαθος ~ ουδέτερο: ντζάλος Κάρπαθος

ζαλοβροντισμένος -> τρελός  |  ταραγμένος  |  αλαφιασμένος ~ ζαλοβροντισμένος Βλαστός 1931  |  ζαλουβροντσμένους Ιωάννινα

ζάλογγο το -> ο πυκνός λόγγος ~ ζάλογγο Δημητράκος 1938  |  ζάλουγγου Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα ~ πληθυντικός: ζάλογγα Βλαστός 1931

ζαλοκουνημένη -> ζαλιάρα ~ ζαλοκουνημένη Θεσπρωτία

ζαλοκουνισμένος -> τρελός ~ ζαλοκουνισμένος Βλαστός 1931

ζαλοπατώ -> τσαλαπατώ  |  περπατώ με μικρά βήματα ~ ζαλοπατώ Δημητράκος 1938  |  ζαλουπατώ Λέσβος

ζάλος ο -> η ζάλη  |  το ζαλίκι  |  πήδημα  |  βήμα  |  το φορτίο στην πλάτη ~ ζάλος Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κύθηρα, Πόντος  |  ζάλους Αιτωλοακαρνανία

ζαλότ το -> φυτό που φτιάχνανε σκούπες ~ ζαλότ Πόντος

ζαλοτάραμα το -> ζαλίμι ~ ζαλοτάραμα Αιτωλοακαρνανία

ζαλουβρουντιούμι -> ταράζομαι ~ ζαλουβρουντιούμι Ιωάννινα

ζαλουζί τα -> περσίδες (λόγιο)  |  τούρκικο jaluzi > γαλλικό jalouzi ~ ζαλουζί Κωνσταντινούπολη

ζαλούκα η -> ζαλίκι ~ ζαλούκα Αρκαδία, Μεσσηνία

ζαλουκφαίνου -> ζαλίζω ~ ζαλουκφαίνου Λέσβος

ζαλούκωμα το -> ζαλίκι ~ ζαλούκωμα Αρκαδία

ζάλουμα το -> ζαλίκι ~ ζάλουμα Τσακώνικα  |  ζάουμα Τσακώνικα

ζαλουξλώνου -> ξυλοφορτώνω ~ ζαλουξλώνου Ίμβρος

ζαλούρα η -> ζάλη ~ ζαλούρα Λέσβος

ζαλουταραμένους -> ζωηρός (λόγιο), ιδιότροπος (λόγιο)  |  ζαλουταραμένους Αιτωλοακαρνανία, Άρτα

ζαλουφόρτουμα -> ζαλίκι ~ ζαλουφόρτουμα Αιτωλοακαρνανία

ζαλουφουρτουμένους -> φορτωμένος στους ώμους ~ ζαλουφουρτουμένους Αιτωλοακαρνανία

ζαλουφουρτώνουμι -> ζαλώνομαι ~ ζαλουφουρτώνουμι Αιτωλοακαρνανία

ζαλοφρόντισμα το -> σκοτούρα ~ ζαλοφρόντισμα Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

ζαλταρδιά η -> θάμνος που μοιάζει με ρείκι ~ ζαλταρδιά Ανατολική Ρωμυλία

ζάλω -> σαλεύω ~ ζάλω Ικαρία

ζάλωμα το -> το ζαλίκι ~ ζάλωμα Αιτωλοακαρνανία, Δρόπολη, Θεσπρωτία, Κέρκυρα, Λακωνία  |  ζάουμα Τσακώνικα

ζαλώνω -> φορτώνω ~ ζαλώνου Μάνη, Φθιώτιδα  |  ζαλώνω Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αχαΐα, Αρκαδία, Θεσπρωτία, Ηλεία, Κέρκυρα, Κορινθία, Κύθηρα, Λακωνία, Μεσσηνία, Τσακώνικα, Χίος  |  ζαλώννω Κύπρος  |  ζαλούκου Τσακώνικα  |  ζαούκου Τσακώνικα ~ ζαλόνομαι Ηπίτης 1908  |  ζαλώνομαι ΑΠΘ 1998 ~ μετοχή: ζαλουμένους Φωκίδα  |  ζαλωμένος Κύπρος

ζαλωτά -> στον ώμο, στην πλάτη ~ ζαλωτά Δημητράκος 1938, Μάνη

ζάμα το -> πηγαιμός ~ ζάμα Τσακώνικα

ζαμακιά η -> πέσιμο ~ ζαμακιά Καβάλα

ζαμάκουμα του -> σύλληψη (λόγιο), φόρτωμα  |  τρύπωμα ~ ζαμάκουμα Σέρρες, Χαλκιδική

ζαμακώνω -> δέρνω, συλλαμβάνω (λόγιο), φορτώνω  |  τρυπώνω ~ ζαμακώνω Βάλληνδας 1887  |  ζαμακώνου Αλόννησος, Ανατολική Ρωμυλία, Θεσσαλονίκη, Μαγνησία, Σέρρες, Σουφλί, Χαλκιδική  |  ζαπακώνω Δελβίνο

ζαμαναριά η -> γεροντοκόρη ~ ζαμαναριά Βούρμπιανη, Καστοριά

ζαμάνας ο -> ζαμανίσος ~ ζαμάνας Κοζάνη

ζαμάνι το -> χρόνος (λόγιο), καιρός, εποχή (λόγιο)  |  τούρκικο zaman ~ ζαμάν Κουκκίδης 1960, Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλονίκη, Ήπειρος, Ίμβρος, Ιωάννινα, Κοζάνη, Λέσβος, Λήμνος, Μακεδονία, Πόντος, Σάμος, Σέρρες, Σιάτιστα, Σουφλί, Φωκίδα, Χαλκιδική  |  ζαμάνι Passow 1860, Miklosich 1884, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Ηλεία, Θεσπρωτία, Καππαδοκία, Καστελλόριζο, Κύθηρα, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Λευκάδα, Μεσσηνία, Νάξος, Πωγώνι, Ρόδος  |  ζαμάνιν Κύπρος, Λυκία, Πόντος, Ρόδος  |  ζζαμάνι Νίσυρος  |  ζζαμάννιν Νίσυρος  |  ζεμάνι Παμπούκης 1988  |  ντζαμάνιν Κάρπαθος ~ πληθυντικός: ζαμάνια (τα) Βλαστός 1931, Ακαδημία 2016, Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Άρτα, Γρεβενά, Εύβοια, Ηλεία, Θεσπρωτία, Καστοριά, Κοζάνη, Κορινθία, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Λέσβος, Μοσχονήσι, Νάξος, Σαρακατσάνικα, Φωκίδα, Χαλκιδική  |  ζζαμάννια Νίσυρος  |  ντζαμάνιν Κάρπαθος

ζαμανίσιους -> αιωνόβιος (λόγιο)  |  αναχρονιστικός (λόγιο)  |  μικρομέγαλος ~ ζαμανίσιους Κοζάνη, Σέρρες, Σουφλί

ζαμάρα η -> διχαλωτό κόκαλο στο στήθος της κότας ~ ζαμάρα Πιερία

ζαμάρα η -> η κοιλιά της γκαστρωμένης  |  το φουσκωμένο ασκί ~ ζαμάρα Σουφλί

ζαμάρα η -> το κοτσάνι του κρεμμυδιού ~ ζαμάρα Χαλκιδική

ζαματούρα η -> πρόχειρη σούπα με λάδι και κομματάκια ψωμί μέσα ~ ζαματούρα Δρόπολη  |  ζεματούρα Δρόπολη

ζαμενάδι το -> τορβάς  |  δισάκι ~ ζαμενάδι Βλαστός 1931

ζαμέτι το -> πάθημα, νίλα, κάζο ~ γιαμέτι Μάνη  |  ζαμέτι Μάνη

ζάμινα η -> εξέταση (λόγιο), έρευνα (λόγιο)  |  ιταλικό esame , βενετσιάνικο exàme ~ ζαμίνα Ζάκυνθος

ζαμινάρω -> εξετάζω (λόγιο), ερευνώ (λόγιο)  |  ιταλικό esaminare , βενετσιάνικο examinàr ~ ζαμινάρω Ζάκυνθος

ζαμλάκια τα -> κίτρινα αγριολούλουδα ~ ζαμλάκια Ιωάννινα

ζαμμός ο -> μασιά ~ ζαμμός Κύπρος

ζαμνί το -> κυψέλη μελισσών ~ ζαμνί Πόντος  |  ζαμνίν Πόντος

ζαμούξ ου -> ατροφικός (λόγιο) ~ ζαμούξ Σουφλί

ζαμουριάζω -> ζαρώνω  |  μαραζώνω ~ ζαμουριάζου Λέσβος  |  ζαμουριάζω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

ζαμουρώ -> ζαρώνω  |  είμαι κακόκεφος ~ ζαμουρώ Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Λέσβος

ζαμουρώνω -> ζαρώνω ~ πατικώνω ~ ζαμουρώνου Ίμβρος  |  ζαμουρώνω Προύσα ~ μετοχή: ζαμουριασμένους Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι

ζαμούχα η -> γκρινιάρα ~ ζαμούχα Λέσβος

ζάμπα η -> μπράσκα, βούζα, φουρνιά, φρύνος (λόγιο)  |  Bufo bufo  |  σλάβικο žaba ~ ζάμπα Portius 1635, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Miklosich 1870, Meyer 1894, Βλαστός 1931, Αρκαδία, Ηλεία, Θεσπρωτία, Ιωάννινα, Καστοριά, Κέρκυρα  |  ζάπα Δελβίνο  |  ζιάμπα Άρτα, Γρεβενά, Δρόπολη, Ημαθία, Θεσσαλονίκη, Θράκη, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Πιερία, Σέρρες, Μελένικο, Σιάτιστα  |  ζιάμπρα Κοζάνη  |  ζιάπα Αιτωλοακαρνανία, Δρόπολη, Κοζάνη  |  ζιάπκα Θράκη, Σέρρες  |  ζόμπα Βλαστός 1931  |  ζούμπα Meyer 1894  |  τζάμπα Πιερία ~ αρσενικό: ζάμπας Θράκη  |  ζιάπκους Θράκη ~ μεγεθυντικό: ζιάμπακας Γρεβενά, Κοζάνη, Πιερία  |  ζιαμπαρόκας Θεσσαλονίκη  |  ζιάμπλακας Θράκη ~ υποκοριστικό: ζαμπίτσι Κέρκυρα  |  ζιαπλακάκι Δρόπολη  |  ζιάπκους Θράκη

ζάμπαβους -> πλαδαρός (λόγιο) ~ ζάμπαβους Καστοριά

ζαμπάζης ο -> ζωέμπορος (λόγιο) ~ ζαμπάζης Κρήτη  |  τζαμπάζης Κρήτη  |  τσαμπάγης Κρήτη  |  τσαμπάζης Κρήτη  |  τσαμπάτζης Κρήτη

ζαμπαζοδουλειά η -> απατεωνιά (λόγιο) ~ ζαμπαζοδουλειά Κρήτη

ζαμπαθάρης -> παθιασμένος ~ ζζαμπαθάρης Νίσυρος

ζάμπακας -> κοντός, αδύνατος κι άσχημος ~ ζάμπακας Ηλεία  |  ζάμπακος Πωγώνι  |  ζιάμπλακας Πωγώνι

ζαμπάκι το -> το φυτό Narcissus tazetta, βούτσινο, γκρίζο, ίτσο, μανουσάκι, τεμπέρι, τουμπάκι, τσαμπάκι, νάρκισσος (λόγιο)  |  τούρκικο zambak ~ ζαμπάκ Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ιωάννινα, Κοζάνη, Λήμνος, Μαγνησία, Σέρρες, Σιάτιστα, Χαλκιδική  |  ζαμπάκι Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Θεσπρωτία, Κρήτη, Σύρος  |  ζαμπάκιν Κύπρος, Λυκία  |  ζαμπακιά Παμπούκης 1988, Ηπίτης 1908  |  ζαμπάτς Λέσβος  |  ζαμπάτσιν Κύπρος  |  ζαμπάκον Κύπρος αρσενικό: ζαμπάκος Κύπρος ~ πληθυντικοί: ζαλαμπάκκοι Ρόδος

ζαμπακώνω -> βουλώνω  |  πλακώνω  |  γαμώ ~ ζαμακώνω Θήρα  |  ζαμπακώνω Βούρμπιανη, Θεσπρωτία  |  ζαμπακώνου Θράκη, Κοζάνη, Λάρισα, Πιερία, Σιάτιστα

ζαμπάρα η -> παιδική σφυρίχτρα ~ ζαμπάρα Πόντος

ζαμπαραλίκι το -> μπερμπαντιά, τσιλιμπούρδισμα, κορτάρισμα  |  τούρκικο zamparalık ~ ζαμπαραλίκ Λέσβος, Σουφλί  |  ζαμπαραλίκι Κουκκίδης 1960, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη  |  ζαμπαραλίτς Λέσβος

ζαμπαράς ο -> γυναικάς, κορτάκιας, μπερμπάντης, μουρντάρης  |  τούρκικο zampara ~ ζαμπαράς Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Αϊβαλί, Ίμβρος, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Λέσβος, Λήμνος, Μοσχονήσι, Πόντος, Σάμος, Σουφλί, Χαλκιδική  |  ζαρπαράς Νάξος  |  ζουμπούρς Σέρρες

ζαμπάρκια η -> ο ζυγός της πατήτρας στον αργαλειό ~ ζαμπάρκια Ρόδος

ζαμπάρκουδο το -> πολύ άσχημος ~ ζαμπάρκουδο Λευκάδα

ζαμπαρόλα η -> γυρίνος (λόγιο) ~ ζαμαπρόλα Ηλεία

ζαμπαρόλα η -> το ψάρι Aphanius fasciatus, ζαχαριάς ~ ζάμπα Μεσολόγγι  |  ζαμπαρέλα Μεσολόγγι  |  ζαμπαρόλα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938  |  ζαμπαρόλι Ηλεία

ζαμπάς ου -> ζαμπάκι ~ ζαμπάς Λέσβος

ζαμπάς ου -> σημάδι ~ ζαμπάς Σαρακατσάνικα

ζαμπάφα η -> συνάχι, κρύωμα ~ ζαμπάφα Ιωάννινα

ζαμπαφίζουμι -> ανακουφίζομαι (λόγιο) ~ ζαμπαφίζουμι Χαλκιδική

ζαμπαχείλα -> κλαψιάρα ~ ζαμπαχείλα Λέσβος

ζαμπαχτιάρς -> κρυωμένος, συναχωμένος ~ ζαμπαχτιάρς Κοζάνη

ζαμπέλα η -> ποικιλία αμπελιού ~ ζαμπέλα Ζάκυνθος, Ιωάννινα

ζαμπέλς -> τεμπέλης ~ ζαμπέλς Πάρος

ζαμπέτα η -> μυθικό πλάσμα που σχετίζεται με τα νερά ~ ζαβέτα Καππαδοκία  |  ζαμπέτα Καππαδοκία

ζαμπέτης -> μπεκρής ~ ζαμπέτης Ηπίτης 1908  |  θηλυκό: ζαμπέτω Ηπίτης 1908

ζαμπέτι το -> ζώα της οικογένειας Viverridae  |  μοσχογαλή (λόγιο)  |  ιταλικό zibetto ~ ζαμπέτι Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

ζαμπετούλα η -> μικρή στάμνα ~ ζαμπιτούλα Σάμος

ζαμπί το -> ζεμπερέκι πόρτας ~ ζαμπί Καστοριά

ζαμπίτεμα το -> αστυνόμευση (λόγιο) ~ ζαμπίτεμα Κρήτη

ζαμπιτεύω -> αστυνομεύω (λόγιο) ~ ζαμπιτεύω Κρήτη

ζαμπιτιανός ο -> ζαμπίτης ~ ζαμπιτιανός Κουκκίδης 1960

ζαμπίτης ο -> αξιωματικός (λόγιο)  |  αστυνομικός (λόγιο)  |  χωροφύλακας (λόγιο)  |  κακότροπος  |  τούρκικο zabit ~ ζαμπίτ Καππαδοκία  |  ζαμπίτης Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Αρκαδία, Καστελλόριζο, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Λακωνία, Πάρος  |  ζαμπίτσης Καππαδοκία  |  ζαμπίτς Αιτωλοακαρνανία, Ίμβρος, Ιωάννινα, Λήμνος, Μαγνησία, Προύσα, Σάμος, Σέρρες, Χαλκιδική  |  ζαπίτης Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Κύπρος, Λυκία, Μεσσηνία, Πάρος  |  ζαπίτς Καππαδοκία  |  τζαμπίτης Κρήτη  |  τσαμπίτης Κρήτη  |  τζαπίτης Miklosich 1884

ζαμπιτιλίκι το -> η στρατιωτική καριέρα  |  τούρκικο zabitlik ~ ζαμπιτιλίκι