Λέξεις που αρχίζουν από α

 

 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από α-αβ

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 21.8.2019

αναθεώρηση: 3.11.2020

 

 


 

Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στη στήλη a, δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει ένας αριθμός από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, που αφορά τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχνότητα 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχνότητα 2) και η λέξη «άβολα» (με συχνότητα 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Στη στήλη b, το γράμμα δ σημαίνει πως η λέξη χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής. Το γράμμα λ σημαίνει πως η λέξη είναι λόγια, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Στη στήλη c, μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Στη στήλη c, συνυπάρχουν οι λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με εκείνες της σύγχρονης γλώσσας, γνωστής και ως «κοινής νεοελληνικής». Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Στη στήλη c, με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους (στήλη d ) τα συνώνυμα. Στη ίδια στήλη, με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε (μια σειρά πριν ή μετά) και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως πλάι τους (στήλη d) δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Στη στήλη d και όταν στην προηγούμενη στήλη c υπάρχουν (με κόκκινο χρώμα) λέξεις της «κοινής νεοελληνικής», βρίσκονται συγκεντρωμένα μαζί τα διαλεκτικά συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Επίσης στη στήλη d, όπου βρίσκονται γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί, πρόκειται για τα ονόματα των τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της εγγραφής, της διπλανής στήλης c). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως το σύνολο των Ρωμιών του οικισμού εγκατέλειψε τον τόπο μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις στην αρχή της στήλης d, υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Τέλος στη στήλη e καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις και σε λιγότερο γνωστές λέξεις, που αποτελούν όμως λήμματα αναφοράς.

 

 

a

b

c

d

e

 

 

α

Απουλία, Κάρπαθος

αγία

 

 

α

Βελβεντός, Γρεβενά, Ιωάννινα, Κρήτη, Λέσβος, Μάνη, Μεσσηνία, Σάμος, Σίλλη*

άγιος

 

 

α

Απουλία, Βιθυνία*, Θήρα, Καλαβρία, Κάλυμνος, Νάξος

από

 

 

α

Τσακωνιά

ας

 

 

α

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Οινόη*, Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Φάρασα*, Χαλδία

αυτό

 

 

α

Χάλκη

δα

 

 

α

Κάρπαθος, Κύπρος

εδώ

 

 

α

Θεσπρωτία, Τσακωνιά

η

 

 

α

Καστελλόριζο, Κρήτη, Κοτύωρα*, Κως, Λέσβος, Λουλέβουργας*, Νίσυρος, Ρόδος, Σαμοθράκη, Σαράντα Εκκλησιές*, Σουφλί, Σύμη, Τήλος, Τρίγλια*, Τσακήλι*, Χάλκη, Χίος

θα

 

 

α

Καστελλόριζο, Κως, Λέσβος, Νίσυρος, Ρόδος, Σύμη, Τήλος, Τσακήλι*, Τσακωνιά, Χάλκη, Χίος

να

 

 

α

Σουφλί

ναι

 

 

α

Σουφλί

όχι

 

 

α

Λέσβος

σαν

 

 

α

Κοτύωρα*

το

 

δ

α [Germano 1622]

Απουλία, Θεσπρωτία, Καλαβρία, Κάσος, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κρήτη, Κως, Λέσβος, Λευκάδα, Μάνη, Μύκονος, Νάξος, Παξοί, Σάμος, Σκύρος, Τσακωνιά, Χαβουτσί*, Χίος

αν

 

δ

α [Βεντότης 1790]

Άρτα, Αχαΐα, Εύβοια, Ηλεία, Θεσσαλονίκη, Θεσπρωτία, Ηλεία, Κοζάνη, Κορινθία, Κύπρος, Νιγρίτα, Σιάτιστα, Σουφλί, Τρίκαλα

τι

 

δ

α [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

Απουλία, Λέσβος, Λευκάδα, Νιγρίτα, Τσακήλι*, Χίος

άντε

 

 

αά

Κάρπαθος

αγία

 

 

αά

Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ευρυτανία, Θεσπρωτία, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Κοζάνη, Μαγνησία, Νιγρίτα, Νίσυρος, Πρέβεζα, Σιάτιστα, Σουφλί

ναι

 

 

αά

Αιτωλοακαρνανία, Απουλία, Καλαβρία, Πρέβεζα

τι

 

 

άα

Άρτα, Ιωάννινα, Καστοριά, Κως, Λέσβος, Μαγνησία, Ρόδος, Σιάτιστα, Σκόπελος, Σουφλί

όχι

 

 

ααά

Καστελλόριζο, Κυκλάδες

λίκνο

 

 

αάζ

Σάντα*, Χαλδία*

αγιάζι

 

 

αάζω

Ικαρία, Κοτύωρα*, Χαλδία*

αγιάζω

 

 

αάζω

Βάτικα*, Βιθυνία

αλλάζω

 

 

ααθάγρα

Κάλυμνος

αφέλεια

 

 

ααθεύγκω

Κάρπαθος

χαζεύω

 

 

ααθίτζω

Κάρπαθος

χαζεύω

 

 

ααθομάρα

Κάρπαθος

αφέλεια

 

 

ααθοπρατίνα

Κάρπαθος

αγαθιάρα

 

 

ααθοπρουατίνα

Κάρπαθος

αγαθιάρα

 

 

ααθός

Κάρπαθος, Λιβίσι*, Μάκρη*, Ρόδος

αγαθιάρης

 

 

άαθος

Κάρπαθος

ρηχός

 

 

ααθοσύνη

Κάρπαθος

αφέλεια

 

 

ααθότητα

Ρόδος

αφέλεια

 

 

ααθουσύνη

Λιβίσι*

αφέλεια

 

 

ααίματους

Ευρυτανία, Καρδίτσα

αναίματος

 

 

αακίζου

Τσακωνιά

αλατίζω

 

 

αάλια

Χίος

σιγά

 

 

ααλίνιστος

Νάξος

αγαλήνευτος

 

 

αανά

Μάκρη*

εδωδά

 

 

αανά

Λιβίσι*, Χίος

τώρα

 

 

ααναχτώ

Κάρπαθος

αγανακτώ

 

 

αανέβγκω

Κάρπαθος

συκοφαντώ

 

 

αάνευτος

Κάρπαθος

ασυκοφάντητος

 

 

αάνης

Κάρπαθος

συκοφάντης

 

 

αανιά

Κάρπαθος, Νάξος

συκοφαντία

 

 

αανιάρης

Κάρπαθος

συκοφάντης

 

 

αάνισα

Κάρπαθος

συκοφάντρια

 

 

αάνιτσα

Κάρπαθος

συκοφάντρια

 

 

άανο

Νάξος, Χάλκη

άγανο

 

 

αανού

Κάρπαθος

συκοφάντρια

 

 

αάνωτος

Κάρπαθος, Νάξος

αγάνωτος

 

 

ααπάω

Κάρπαθος, Κάλυμνος, Ρόδος

αγαπώ

 

 

αάπη

Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κρήτη, Κύπρος, Λιβίσι*, Μάκρη*, Χίος

αγάπη

 

 

αάπημα

Κάρπαθος

αγάπη

 

 

αάπημα

Κάρπαθος

συμφιλίωση

 

 

ααπημένος

Κύπρος

αγαπημένος

 

 

ααπητική

Κύπρος

γκόμενα

 

 

ααπητικιά

Κάρπαθος

γκόμενα

 

 

ααπητικός

Κάρπαθος, Κύπρος, Λιβίσι*, Χίος

γκόμενος

 

 

ααπητός

Κύπρος

αγαπητός

 

 

ααπίντζω

Κάρπαθος

συμφιλιώνομαι

 

 

ααπκιούμαι

Κύπρος

αγαπιέμαι

 

 

ααπό

Κάρπαθος

αγαπημένος

 

 

ααπό (η)

Κάρπαθος, Κύπρος, Χίος

γκόμενα

 

 

ααπός

Κάρπαθος, Κύπρος, Χίος

γκόμενος

 

 

ααπού

Λιβίσι*, Μάκρη*

αγαπώ

 

 

ααπού

Λιβίσι*

γκόμενα

 

 

ααπώ

Ικαρία, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κύπρος, Χίος

αγαπώ

 

 

αάργα

Τσακωνιά

μακριά

 

 

ααργάρω

Νάξος

απομακρύνομαι

 

 

ααργιουμάδα

Λιβίσι*

αγριάδα

 

 

ααργιουμάδα

Λιβίσι*

αγριότητα

 

 

άαργιους

Λιβίσι*

άγριος

 

 

ααργουντρανού

Μάκρη*

αγριοκοιτάζω

 

 

ααρεσιά

Κάρπαθος

εργατικότητα

 

 

αάρετος

Κάρπαθος, Κύπρος

ακούραστος

 

 

αάς

Λιβίσι*

αγάς

 

 

αασία

Κάρπαθος

σειρά

 

 

άασμα

Βάτικα*

άλλαγμα

 

 

αάσμαν

Χαλδία*

αγίασμα

 

 

άασμαν

Χαλδία*

αγίασμα

 

 

αασμόν

Χαλδία*

αγιασμός

 

 

αασμός

Ικαρία, Κάρπαθος, Σάντα*, Χαλδία*

αγιασμός

 

 

αάτ

Κοτύωρα*

χαγιάτι

 

 

αάτευτο

Κάρπαθος

αβάτευτο

 

 

αάτζωτος

Νάξος

αγάντζωτος

 

 

αάτρευτος

Σάντα*, Χαλδία*

αγιάτρευτος

 

 

αατσέρα

Βάτικα*

αλατιέρα

 

 

αάτσι

Νάξος

αλάτι

 

 

αατσίζω

Βάτικα*

αλατίζω

 

 

ααφαέρι

Κάρπαθος

μάταια

 

 

ααφαρί

Κάρπαθος

μάταια

 

 

ααφαρινά

Κάρπαθος

μάταια

 

 

άαφος

Κάρπαθος

άβαφος

 

 

ααφρύς

Νάξος

ελαφρύς

 

 

αάφτιστος

Κάρπαθος

αβάπτιστος

 

 

αβ

Φάρασα*

πια

 

 

αβ [Κουκκίδης 1960]

Κοτύωρα*, Λαγκαδάς, Λέσβος, Μάδυτος*, Νιγρίτα, Ουλαγάτς*, Όφις*, Σάμος, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Τσακήλι*, Χαλδία*

κυνήγι

 

 

αβά

Βάτικα*

αλλά

 

 

αβάβιστος

Μάνη

αγάβγιστος

 

 

αβαβοέ

Κύπρος

προκαταβολή

 

 

Αβαγγελίστρια

Νίσυρος

Ευαγγελίστρια

 

 

αβαγή

Βάτικα*

αλλαγή

 

 

αβάγια

Μάνη

φοίνικας

 

 

αβαγιανός

Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι*

χαμολίβανο

 

 

αβάδα

Νάξος

γαβάθα

 

 

αβαδάρω

Καστελλόριζο

αβαράρω

 

 

αβαδέ

Κεφαλονιά

ραντεβού

 

 

αβαδέος

Αρκαδία

αλογόμυγα

 

 

αβαδέρω

Καστελλόριζο

αβαράρω

 

 

αβαδέρω

Καστελλόριζο

καθελκύω

 

 

αβάδι

Νάξος

γαβάθα

 

 

αβάδωτος

Κύπρος

ανοιχτός

 

 

αβάδωτος

Κύπρος

ξεκλείδωτος

 

 

αβάζ

Σάντα

κραυγή

 

 

αβάζ

Ήπειρος

φωνή

 

 

αβάζο

Ανατολική Θράκη*

επιπλέον

 

δ

αβάζος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Κύπρος, Λακωνία

φωνακλάς

 

 

αβάθα

Νάξος

γαβάθα

 

δ

άβαθα

Αιτωλοακαρνανία, Αχαΐα, Κεφαλονιά, Παξοί

άπατα

 

δ

άβαθα [Λεξικό Πρωίας 1933]

Κεφαλονιά

ρηχά

 

 

αβαθάκι

Νάξος

γαβαθάκι

 

 

αβαθάρα

Νάξος

γαβαθάρα

 

 

αβαθή

Κύπρος

αγαθιάρα

 

 

αβάθι

Νάξος

γαβάθα

 

 

αβαθίζζω

Νίσυρος

χαζεύω

 

 

άβαθνα

Ιωάννινα

άπατα

 

 

άβαθνους

Ήπειρος

άπατος

 

δ

αβαθός

Καστελλόριζο, Κύπρος, Κως, Νίσυρος

αγαθιάρης

 

δ

άβαθος [Germano 1622]

Αχαΐα, Κερασούντα*, Κεφαλονιά, Κοτύωρα*, Κύπρος, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Μύκονος, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

ρηχός

 

 

άβαθος [Βλαστός 1931]

Αχαΐα, Λακωνία, Σαράντα Εκκλησιές*

άπατος

 

 

αβαθοσύνη

Καστελλόριζο

αφέλεια

 

 

αβαθούκλα

Νάξος

γαβαθάρα

 

δ

αβαθούλωτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αβαθύλωτος

αβαθούλωτος

 

 

άβαθους

Αιτωλοακαρνανία

άπατος

 

 

άβαθους

Αιτωλοακαρνανία, Ήπειρος, Καστοριά

ρηχός

 

 

αβαθοφέρνω

Νίσυρος

χαζεύω

 

 

αβάθτιστο

Καλαβρία

αβάπτιστος

 

 

αβαθύλωτος

Τρίπολη*

αβαθούλωτος

 

 

αβάιστος

Κάλυμνος, Κως, Παξοί

αλύγιστος

 

 

αβάιστος

Κάλυμνος, Κως

ισχυρογνώμων

 

 

αβάιστους

Χαλκιδική

αλύγιστος

 

 

αβάκα

Αραβανί*

άβακας

 

 

αβάκα

Κέρκυρα

γκόμενα

 

 

αβάκα

Αιτωλοακαρνανία

εταιρία

 

 

αβάκα

Τσακωνιά

κρυφά

 

 

αβάκα

Μάνη

μαζί

 

δ

αβάκα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Αρκαδία, Αχαΐα, Λευκάδα, Μάνη, Φθιώτιδα

συμφωνία

 

δ

αβάκα [Λεξικό Πρωίας 1933]

Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Παξοί

συνεταιρικά

2

λ

άβακας

αβάκα, άμπακας, άμπακος, άμπακους, άμπαχους

άβακας

 

 

αβάκλιστος

Κύπρος

ατίναχτος

 

 

αβάκλιστος

Κύπρος

ατρύγητος

 

 

αβάλ

Πιερία

βουβάλι

 

 

αβάλ

Λευκάδα

όρμος

 

 

αβαλάνγκ

Αξός*

βελανίδι

 

 

αβαλές

Δέλβινο

βαλές

 

 

αβάλετος

Οινόη*, Όφις*

άβαλτος

 

 

αβάλη

Θεσπρωτία, Κέρκυρα, Παξοί, Πάργα, Πάρος

όρμος

 

 

αβαλητό

Κύθηρα

θόρυβος

 

 

αβάλι

Θεσπρωτία

όρμος

 

 

αβάλι

Κύθηρα

χοροπηδητό

 

 

αβαλίζω

Κύθηρα

χοροπηδώ

 

 

αβάλιτε

Τσακωνιά

άβαλτος

 

 

αβαλιτός

Κύθηρα

χοροπηδητό

 

 

αβάλιτος

Νάξος

άβαλτος

 

 

αβάλλιν

Κύπρος

λίκνο

 

 

αβάλλντοτος

Ρόδος

άβαλτος

 

 

αβαλοκοπώ

Κύθηρα

χοροπηδώ

 

δ

αβαλσάμωτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αμπαλσάμωτος, αμπαλτσαμάριστος, αμπαλτσάμουτους

αβαλσάμωτος

 

δ

άβαλτος [Βεντότης 1790]

αβάλετος, αβάλιτε, αβάλιτος, αβάλλντοτος, αβάλωτος, άβαλτους, άβαρτος, ανέβαρτος

άβαλτος

 

 

άβαλτους

Καστοριά, Λιβίσι*, Σέρρες, Τρίκαλα, Φθιώτιδα

άβαλτος

 

 

αβάλωτος

Σύμη

άβαλτος

 

 

αβάν (του)

Σάμος

συκοφαντία

 

 

άβανα

Ζάκυνθος

σκουλήκια

 

 

αβανάκ

Αξός*

βλάκας

 

 

αβανάκης [Κουκκίδης 1960]

Βιθυνία*, Κωνσταντινούπολη, Τρίγλια*

βλάκας

 

 

αβανακιά

Σουφλί

βλακεία

 

 

αβανακλίκ

Σουφλί

βλακεία

 

 

αβανακλούγ

Χαλδία*

βλακεία

 

 

αβανακλούκ

Τραπεζούντα*

βλακεία

 

 

αβανακλούχ

Σάντα*

βλακεία

 

 

αβανακωτός

Σάντα*

αγαθιάρης

 

 

άβαναν

Οινόη*

χωρίς

 

 

αβανάξ [Κουκκίδης 1960]

Αδριανούπολη*, Κοτύωρα*, Κουβούκλια*, Σάντα*, Σουφλί, Τσακήλι*, Χαλδία

βλάκας

 

δ

αβαναριά [Somavera 1709]

 

συκοφάντρια

 

 

αβαναχλιέχι

Φάρασα*

βλακεία

 

 

αβαναχλίχι

Φάρασα*

βλακεία

 

 

αβανάχος

Φάρασα*

βλάκας

 

 

αβάνεμα

Χίος

συκοφαντία

 

 

αβανεύγω

Χίος

συκοφαντώ

 

 

αβανεύκω

Κύπρος

συκοφαντώ

 

 

αβανεύω

Χίος

συκοφαντώ

 

δ

αβάνης [Βλάχος 1659]

Βουρλά*, Κύπρος, Μάνη, Μέγαρα, Χίος

συκοφάντης

 

 

αβανιά

Τήνος

ρετσινιά

 

δ

αβανιά [Du Cange 1688]

Αϊβαλί*, Αίγινα, Αρκαδία, Αχαΐα, Βουρλά*, Ευρυτανία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Ιωάννινα, Κάλυμνος, Κάρυστος, Καστελλόριζο, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κρήτη, Κύμη, Κύπρος, Λακωνία, Λέρος, Λέσβος, Λευκάδα, Μάκρη*, Μεσσηνία, Μοσχονήσι*, Μύκονος, Νάξος, Χίος, Μάνη, Παξοί, Πάρος, Ρόδος, Σάμος, Σκόπελος, Σκύρος, Σύμη, Σύρος, Σύρος, Φωκίδα, Χαλκιδική

συκοφαντία

 

δ

αβανία [Germano 1622]

Ζάκυνθος, Κύθηρα, Λακωνία, Μάνη, Μέγαρα, Τσακωνιά

συκοφαντία

 

 

αβανιάζου

Ήπειρος

συκοφαντώ

 

δ

αβανιάζω [Βλαστός 1931]

Αχαΐα, Μύκονος

συκοφαντώ

 

δ

αβανιάρα [Λεξικό Πρωίας 1933]

Λακωνία

συκοφάντρια

 

δ

αβανιάρης [Portius 1635]

Καστελλόριζο, Λακωνία, Μάνη, Σμύρνη*, Σύρος

συκοφάντης

 

 

αβανίζομαι [Βλάχος 1659]

 

συκοφαντούμαι

 

δ

αβανίζου

Αδριανούπολη*

συκοφαντώ

 

δ

αβανίζω [Germano 1622]

Βιθυνία*, Καστελλόριζο, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος

συκοφαντώ

 

δ

αβανικός [Somavera 1709]

Κεφαλονιά

συκοφάντης

 

 

αβανίσα [Somavera 1709]

 

συκοφάντρια

 

δ

αβάνισα [Βεντότης 1790]

Αρκαδία

συκοφάντρια

 

δ

αβανισμένος [Somavera 1709]

 

συκοφαντημένος

 

δ

αβανιστής [Portius 1635]

 

συκοφάντης

 

δ

αβανιστικά [Portius 1635]

 

συκοφαντικά

 

δ

αβανιστικός [Portius 1635]

 

συκοφαντικός

 

 

αβάνκους

Μάδυτος*

μεγάλος

 

 

αβάνκους

Μάδυτος*

μπόλικος