Λεξικό Συνωνύμων. Λέξεις που αρχίζουν από απγ-απν

 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από απγ-απν

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 21.1.2021

 

 


Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στη στήλη a, δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει ένας αριθμός από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, που αφορά τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχνότητα 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχνότητα 2) και η λέξη «άβολα» (με συχνότητα 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Στη στήλη b, το γράμμα δ σημαίνει πως η λέξη χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής. Το γράμμα λ σημαίνει πως η λέξη είναι λόγια, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Στη στήλη c, μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Στη στήλη c, συνυπάρχουν οι λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με εκείνες της σύγχρονης γλώσσας, γνωστής και ως «κοινής νεοελληνικής». Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Στη στήλη c, με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους (στήλη d ) τα συνώνυμα. Στη ίδια στήλη, με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε (μια σειρά πριν ή μετά) και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως πλάι τους (στήλη d) δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Στη στήλη d και όταν στην προηγούμενη στήλη c υπάρχουν (με κόκκινο χρώμα) λέξεις της «κοινής νεοελληνικής», βρίσκονται συγκεντρωμένα μαζί τα διαλεκτικά συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Επίσης στη στήλη d, όπου βρίσκονται γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί, πρόκειται για τα ονόματα των τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της εγγραφής, της διπλανής στήλης c). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως το σύνολο των Ρωμιών του οικισμού εγκατέλειψε τον τόπο μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις στην αρχή της στήλης d, υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Τέλος στη στήλη e καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις και σε λιγότερο γνωστές λέξεις, που αποτελούν όμως λήμματα αναφοράς.

 

a

b

c

d

e

 

 

απγάνος

Πάρος

απήγανος

 

 

απγεντσά

Λευκάδα

ανυπακοή

 

 

απδάδ

Ίμβρος

αχλαδίλα

 

 

απδάω

Λευκάδα

γαμώ

 

 

απδέ

Λέσβος

αχλαδιά

 

 

απδέλ

Αϊβαλί*

αχλαδάκι

 

 

απδιά

Λέσβος, Νιγρίτα

αχλαδιά

 

 

απέ

Αιτωλοακαρνανία, Λέσβος

αλλιώς

 

 

απέ

Αχαΐα, Σάμος

λοιπόν

 

δ

απέ [Germano 1622]

Αρκαδία, Αχαΐα, Κεφαλονιά, Κουβούκλια*, Κύπρος, Λέσβος, Τσακωνιά, Χαβουτσί*, Χίος

από

 

δ

απέ [Γούλας 1961]

Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Βουρλά*, Δέλβινο, Θεσπρωτία, Ιθάκη, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Κέα, Κοζάνη, Κρήτη, Κύθνος, Κύθηρα, Κύπρος, Κως, Λευκάδα, Μήλος, Μύκονος, Νάξος, Νίσυρος, Παξοί, Πάρος, Ρόδος, Σκόπελος, Σύμη, Σύρος, Τήνος, Τρίγλια*, Χαλκιδική, Χίος

μετά

 

 

απεάτα

Τσακωνιά

βοηθός

 

 

απεάτα

Τσακωνιά

κλέφτης

 

 

απεάτα

Τσακωνιά

τεμπέλης

 

 

απεβγαίνω

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Χαλδία*

ξοφλώ

 

 

απέβγαλμα

Κοτύωρα*

εξόφληση

 

 

απέβγαλτος

Κερασούντα*, Χαλδία*

ανεξόφλητος

 

 

απεβγάλω

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*

 

 

 

απεβγώνω

Κερασούντα*

ξοφλώ

 

 

απεγβαίνω

Χαλδία*

ξοφλώ

 

 

απεγβάλω

Σαμψούντα*, Χαλδία*

ξοφλώ

 

 

απεγβώνω

Κερασούντα*

ξοφλώ

 

 

απεδά

Κως, Ρόδος

αποδώ

 

 

απέδανα

Ίμβρος

αποδώ

 

 

απεδιά

Ήπειρος

αχλαδιά

 

 

απέδιου

Λέσβος

αποδώ

 

 

απέδου

Άρτα, Ιωάννινα, Σουφλό

αποδώ

 

 

απεδούκλωτος

Κορινθία

αμπέρδευτος

 

 

απέδω

Δέλβινο

αποδώ

 

δ

απεδώ [Portius 1635]

Ικαρία, Χίος

αποδώ

 

 

απεδωά

Σύμη

αποδώ

 

 

απεδωβά

Κως

αποδώ

 

δ

απεδώθε [Deheque 1825]

 

αποδώ

 

 

απεδωνά

Χίος

αποδώ

 

 

απεέντιστος

Ήπειρος

ακατάδεκτος

 

 

απεέντιστος

Κύπρος

αμελητέος

 

 

απεέντιτος

Κύπρος

αμελητέος

 

 

απεζά

Κύπρος

πεζή

 

 

απέζεμαν

Κύπρος

ξεπέζεμα

 

 

απεζεύγω

Κύπρος

ξεπεζεύω

 

 

απεζεύω

Κύπρος

ξεπεζεύω

 

 

απέζζωστος

Νίσυρος

ξυπόλυτος

 

 

απεζή

Μέγαρα

πεζή

 

δ

απεζός [Somavera 1709]

Αμοργός, Αχαΐα, Καστελλόριζο, Κεφαλονιά, Κύπρος, Λακωνία, Μέγαρα, Νάξος, Παλιά Αθήνα

πεζός

 

δ

απεθαίνω [Germano 1622]

Δέλβινο, Κύθηρα, Κύπρος, Νάξος

πεθαίνω

 

 

απεθαμένος [Corona Preciosa 1527]

Αμοργός, Δελβίνο, Κέρκυρα, Κύπρος, Νάξος, Σύρος, Χάλκη

πεθαμένος

 

 

απεθαμμένος

Κύπρος

πεθαμένος

 

δ

απεθαμός [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

θάνατος

 

 

απεθανίσκω

Κύπρος

πεθαίνω

3

δ

απέθαντος [Βλαστός 1931]

Αρκαδία, Λακωνία, Μεσσηνία, Σύμη

αθάνατος

 

 

απέθαντους

Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Καστοριά, Λάρισα, Τρίκαλα

αθάνατος

 

 

απέθατος

Ηλεία, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Προποντίδα*, Σύμη

αθάνατος

 

 

απέθατους

Καβάλα, Καστοριά, Κοζάνη, Λαγκαδάς, Πιερία, Σκόπελος, Χαλκιδική

αθάνατος

 

 

απεθυμάω

Ζάκυνθος

επιθυμώ

 

 

απεθύμια

Ζάκυνθος

επιθυμία

 

 

απεθυμώ

Χίος

επιθυμώ

 

 

απέι

Κάρπαθος, Μάνη, Χίος

μετά

3

λ

απειθαρχία

αζαπιά

απειθαρχία

3

λ

απείθαρχος

αγρίκιτος, αζάτικος, ανιόρστους, άπειθος

απείθαρχος

 

 

άπειθος

Κύθηρα

απείθαρχος

 

λ

απειθώ

ανταρτεύω

απειθώ

 

δ

άπεικα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ανάρμοστα

 

 

απεικάζζω

Νίσυρος

καταλαβαίνω

 

 

απεικάζου

Τσακωνιά

νιώθω

 

 

απεικάζου

Τσακωνιά

παρομοιάζω

 

 

απεικάζου

Τσακωνιά

σκέφτομαι

 

 

απεικάζω

Παλιά Αθήνα

παρομοιάζω

 

δ

απεικάζω [Germano 1622]

Άνδρος, Θεσπρωτία, Κύθηρα, Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Κύπρος, Λακωνία, Όφις*, Ρόδος, Στενήμαχος*, Χαλδία* Χίος

καταλαβαίνω

 

δ

απεικάζω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

υποθέτω

 

δ

απεικάζω [Λεξικό Πρωίας 1933]

Άνδρος, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Κύθηρα

συμπεραίνω

 

δ

απεικασιά [Βλαστός 1931]

Κρήτη

συμπέρασμα

 

 

απεικασιά [ΙΛΝΕ 1939]

 

αίνιγμα

 

 

απείκασμα

Ιωάννινα

αίνιγμα

 

 

απείκασμα [Germano 1622]

 

κατανόηση

 

δ

απείκασμα [Βλαστός 1931]

 

συμπέρασμα

 

δ

απείκασμα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

υπόθεση

 

 

απεικασμένος [Germano 1622]

 

κατανοητός

 

δ

απεικασμός [Βλαστός 1931]

 

συμπέρασμα

 

δ

απεικαστάνος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

μάντης

 

δ

απεικαστής [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

πανέξυπνος

 

δ

απεικαστικά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

συμπερασματικά

 

δ

απεικαστικά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

υποθετικά

 

δ

απεικαστικός [Βλαστός 1931]

 

συμπερασματικός

 

δ

απεικαστό [Λεξικό Πρωίας 1934]

Κρήτη

αίνιγμα

 

 

απείκαστος

Χίος

 

 

δ

απείκαστος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Χίος

αστόχαστος

 

δ

άπεικος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ανάρμοστος

 

 

απεικουσιάνος

Νιγρίτα

εμπειρογνώμονας

5

λ

απειλή

αναπείλημα, ανάπλιασμα

απειλή

 

 

απείλιχτρον

Κύπρος

τυλιγάδι

 

δ

απείλιχτρος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κύπρος

τυλιγάδι

3

λ

απειλώ

Buck List 18.44 | αναπειλώ, ανιπλιάζουμ, ανιπλιέμι, ανιπλούμι, ανιχιντρώνου, απονούμαι, γρυλομαχώ, νεπλιούμ

απειλώ

 

δ

απείραγος [Βλαστός 1931]

Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κόνιτσα, Κορινθία, Λακωνία, Μύκονος, Οινόη*, Χαλδία*

απείραχτος

 

 

απείραγους

Αιτωλοακαρνανία, Μαγνησία, Πιερία, Σκόπελος, Τρίκαλα

απείραχτος

 

 

απείραος

Μάνη

απείραχτος

 

 

απείραους

Σάμος

απείραχτος

 

 

απείρατε

Χαβουτσί*

παρθένα

 

 

απείραχτε

Βάτικα*, Τσακωνιά, Χαβουτσί*

απείραχτος

 

 

απείραχτος

Κάρπαθος

άκακος

2

δ

απείραχτος [Βεντότης 1790]

απείραγος, απείραγους, απείραος, απείραους, απείραχτε, απείραχτους

απείραχτος

 

 

απείραχτους

Λιβίσι*, Πιερία

απείραχτος

 

δ

απείργασμα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

σκευωρία

2

λ

απειρία

ακατεχιά, αναπραγιά, απραγιά

απειρία

3

λ

άπειρος

αντίθετο του έμπειρος (κοινωνικά): άβγαλτος, άβγαλτους, άενος, ακάτεχος, άμαθε, αμάθητε, αμαθός, αμάθητους, αμαθός, ανάτσερο, ανάσφερο, ανέβγαλτος, ανέβγαλτους, αξάνοιχτος, αξέβγαλτος, αξέβγαλτους, αξέβγαρτος, αξεύγαλτος, αξήσκιστους, απερπάτηγος, άπραγος, άπραος, άπραχτος, άσυρτους, άτριβους, νάτσερο, νάφσερο, νιόβγαρτους

άπειρος

 

 

άπειρτε

Τσακωνιά

άσπαρτος

 

δ

απεισμάτωτος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

απείσμωτος

 

 

απείσμουτους

Αιτωλοακαρνανία

απείσμωτος

 

δ

απείσμωτος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

απεισμάτωτος, απείσμουτους

απείσμωτος

 

 

απέκ

Ιωάννινα, Σκόπελος, Σουφλί

αποκεί

 

 

απέκα

Κως

αποκεί

 

 

απέκα

Νίσυρος

μετά

 

 

απέκας

Κως

αποκεί

 

 

απέκει

Θήρα, Δέλβινο, Ινέπολη*, Κερασούντα*, Μύκονος, Οινόη*, Σαμψούντα*, Σινασός*

αποκεί

 

δ

απεκεί [Germano 1622]

Ζάκυνθος, Καππαδοκία*, Κοτύωρα*, Κρώμνη, Νίσυρος, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αποκεί

 

δ

απέκει [Germano 1622]

Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Σκόπελος

μετά

 

δ

απεκείθε [Deheque 1825]

 

αποκεί

 

δ

απεκείθε [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

απέναντι

 

 

απεκείθεν

Κερασούντα*, Χαλδία*

αποκεί

 

 

απεκεινά

Χίος

αποκεί

 

 

απεκεινάς

Σαμψούντα*

αποκεί

 

 

απέκεις

Κρήτη

αποκεί

 

 

απεκειχά

Χαλδία*

αποκεί

 

 

απέκια

Κέρκυρα, Παξοί

αλλιώς

 

 

απέκια

Αξός*, Άρτα, Αυδήμι*, Ήπειρος, Θήρα, Κέρκυρα, Κίμωλος, Λευκάδα, Μήλος, Μύκονος, Ναξος, Προποντίδα*, Σίφνος*, Τρίκαλα

αποκεί

 

 

απέκια

Κέρκυρα

μετά

 

 

απέκιο

Βιθυνία*, Θήρα, Ιθάκη, Ικαρία, Κάλυμνος, Λευκάδα, Μύκονος, Νάξος, Σμύρνη*, Χίος

αποκεί

 

 

απέκιο

Χίος

εξάλλου

 

 

απέκιο

Ιθάκη, Χίος

έπειτα

 

 

απέκιο

Θήρα, Νάξος, Τσακήλι*, Χίος

μετά

 

 

απέκιονε

Λευκάδα

μετά

 

 

απέκιος

Τήνος

αποκεί

 

 

απεκιού

Καππαδοκία*

αποκεί

 

 

απέκιου

Προποντίδα*, Σάμος

αποκεί

 

 

απέκνα

Ίμβρος

αποκεί

 

 

απέκο

Ρόδος, Τήλος

αποκεί

 

 

απεκόβγω

 

απογαλακτίζω

 

 

απέκον

Ρόδος

μετά

 

 

απεκορδίζομαι

Χίος

τεντώνομαι

 

 

απέκου

Καππαδοκία*

αποκεί

 

 

απεκούω

Χίος

απαντώ

 

 

απέλα

Κύθηρα

ξεροκόμματο

 

 

απέλα

Καρδίτσα, Λάρισα, Τρίκαλα

πέταυρο

 

 

απελάντε

Κέρκυρα, Παξοί

εφεσιβάλλων

 

 

απέλαργος

Κουβούκλια*

πελαργός

 

 

απελάρω

Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Παξοί

εφεσιβάλλω

 

 

απελάτα

Τσακωνιά

φάντασμα

 

 

απελάτζιο

Παξοί

έφεση

 

 

απελατζιόνε

Λευκάδα

έφεση

 

δ

απελάτης [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Λακωνία

ζωοκλέφτης

 

 

απελατίκι [Βλαστός 1931]

 

ρόπαλο

 

 

απελάω

Κέρκυρα

εκσφενδονίζω

 

 

απελέκατε

Τσακωνιά

απελέκητος

 

 

απελέκετος

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

απελέκητος

 

 

απελέκητος

& Αχαΐα, Θεσπρωτία, Ικαρία, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Λέρος, Νάξος, Νικόπολη*, Νίσυρος, Οινόη*, Ρόδος

απελέκητος

 

δ

απελέκητος [Somavera 1709]

άγλυφτος, ακράπιστος, ακρόπιστος, απελέκατε, απελέκετος, απελέκιγος, απελέκιστος, απελέκυτος, απελέτζητος, απελέτσετος, απελέτσηστο, απελέτσητος, απιλέκγους, απιλέτστους

απελέκητος

 

 

απελέκιγος

Μεσσηνία

απελέκητος

 

 

απελέκιστος

Σαμψούντα*

απελέκητος

 

 

απελέκω

Κοτύωρα*

αφήνω

 

 

απελέτζητος

Κύπρος

απελέκητος

 

 

απελέτσετος

Όφις*

απελέκητος

 

 

απελέτσηστο

Σκύρος

απελέκητος

 

 

απελέτσητος

Άνδρος, Κάρπαθος, Κύπρος

απελέκητος

2

 

απελευθερωμένος

αζάτης

απελευθερωμένος

4

λ

απελευθέρωση

αζάτ, αζάτι, αζάτιν, λευτερωμός

απελευθέρωση

 

 

απελής

 

πάμφτωχος

 

 

απελησιά

Κέρκυρα

ριξιά

 

 

απελιάς

 

πάμφτωχος

 

 

απελογιάζω

Κύπρος

διώχνω

 

 

απελπιδομάγρα

Κύθηρα

γεροντοκόρη

 

 

απελπιδομοίρα

Κρήτη

γεροντοκόρη

2

δ

απελπίζομαι [Germano 1622]

απελπίσκουμαι, απερπίζομαι, απιπλίζουμι, απιφουρμιζουμ, απολπίζομαι, απολπίζουμαι, απορπίζζομαι, απορπίζομαι, απορπίζουμαι, απουλπίζουμι, απουρπίζουμι, ντεσπεράρω, περπίζομαι, πιφουρμιζουμ, πορπίζομαι, πορπίζουμαι

απελπίζομαι

 

δ

απελπίζω [Germano 1622]

απερπίζω, απολπίζου, απολπίζω, απορπίζζω, απορπίζου, απορπίζω, απορπίντζω, απορπώ, αποφλίζω

απελπίζω

4

λ

απελπισία

ανελπισιά, απελπισιά, απέλπισμα, απελπισμός, απερπισία, απολπισά, απολπισιά, απολπισία, απολύπηση, απορπισά, απορπισία, απορπισιά, απορπισμός, ντεσπεράδα, περπισία, πορπισιά

απελπισία

 

δ

απελπισιά [Portius 1635]

 

απελπισία

 

δ

απελπισιάρης [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

απαισιόδοξος

 

 

απελπίσκουμαι

Κερασούντα*, Τραπεζούντα*

απελπίζομαι

 

δ

απέλπισμα [Deheque 1825]

 

απελπισία

3

δ

απελπισμένα [Βλάχος 1659]

ανέλπιδα, απολπισμένα, απορπισμένα

απελπισμένα

 

 

απελπισμένος

& Αρκαδία, Αχαΐα, Κύπρος, Λακωνία

απελπισμένος

4

δ

απελπισμένος [Germano 1622]

ανέλπιδος, απελπιστέ, απερπισμένος, απέρπιστος, απιλπισμένους απολπισμένος, απολπιστέ, απορισμένος, απορπισμένος, απορπιστέ, ντεσπεράδος

απελπισμένος

 

 

απελπισμός [Portius 1635]

 

απελπισία

 

 

απελπιστέ

Τσακωνιά

απελπισμένος

3

λ

απελπιστικά

πορπιστικά

απελπιστικά

2

λ

απελπιστικός

απολπιστικός, απορπιστικός

απελπιστικός

 

 

απέμκας

Ίμβρος

απερίσκεπτος

 

 

απεμονή

Κάλυμνος, Καστελλόριζο, Μέγαρα

υπομονή

 

 

απέμπρ

Κοτύωρα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

απομπρός

 

 

απέμπρα

Χαλδία*

απομπρός

 

 

απεμπρός [ΙΛΝΕ 1939]

 

απομπρός

 

 

απεμπροστά

Πόντος*

απομπρός

 

 

απέμπρου

Κερασούντα*, Τραπεζούντα*

απομπρός

 

 

απεμπρουστά

Οινόη*

απομπρός

 

 

απέμρ

Κοτύωρα*

απομπρός

 

 

απένα

Ζάκυνθος, Κέρκυρα

μόλις

 

 

απέναντι

Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | & Άνδρος, Θεσπρωτία, Ιθάκη, Κέα, Κέρκυρα, Κρήτη, Λέρος, Λευκάδα, Ρόδος, Σύρος

απέναντι

5

δ

απέναντι [Deheque 1825]

αγκίκζι, αγκίκου, αγνάδα, αγνάδια, αγναδιαστά, αγνάδιου, αγνάδου, αγνάντ, αγνάντι, αγνάντια, αγνάντιο, αγναντιρό, ακαριζνά, ακόντο, αλλάι, ανάγκια, ανάγναντα, ανάδια, ανάδιο, ανάιντια, ανάντια, αντζά, αντί, αντίκιρια, αντίκρ, αντίκρα, αντίκρια, άντικρυ, αντίκρυ, αντικρύ, αντίκρυα, αντίκρυς, άντικρυς, αντίκρυτα, αντικρυτά, αντικρυτάς, αντίπερα, αντιπέρα, αντίπεραν, αντίπιρα, αντιπιρού, αξάντια, αοπέρα, αουπέρα, απαγνάδια, απαγνάντια, απανάγκια, απανάντια, απάντικρυ, απάντικρυς, απεκείθε, απέρα, αποκείθε, απόπερα, αποπεραθιό, απουπέρα, αρέντε, γνάντια, γνέντα, καρσί, κατάφαστα

απέναντι