Λεξικό Συνωνύμων. Λέξεις που αρχίζουν από αρλ-αρω

 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από αρλ-αρω

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 24.7.2021

 

 


Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στα λήμματα συνυπάρχουν λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με λέξεις της «κοινής νεοελληνικής».

Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους τα συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως δίπλα τους δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει η συχν(ότητα) εμφ(άνισης) και ένας αριθμός, από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχν. εμφ. 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχν. εμφ. 2) και η λέξη «άβολα» (με συχν. εμφ. 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Όπου υπάρχει η ένδειξη δημοτική, σημαίνει πως η λέξη που προηγείται χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής γλώσσας. Όπου υπάρχει η ένδειξη λόγιο σημαίνει πως η λέξη είναι λόγιο δάνειο, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Μετά τις διαλεκτικές λέξεις, ακολουθούν γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί. Πρόκειται για ονόματα τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της διπλανής εγγραφής). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως οι χριστιανοί Ρωμιοί του οικισμού εγκατέλειψαν τον τόπο τους μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Στο τέλος του λήμματος καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις.

Η βιβλιογραφία υπάρχει στον ιστότοπο σε χωριστή ανάρτηση https://www.lithoksou.net/2020/11/lexiko-synonymon-eisagogi.html

 

 

αρλαή || Αιτωλοακαρνανία || αλλαγή

αρλεκίνος || Ζάκυνθος || κωμικός

αρλιέμι || Ίμβρος || ουρλιάζω

άρλισμα || Ίμβρος || ουρλιαχτό

αρλόγος || Αμοργός, Πάρος || κόσκινο

αρλοΐντζω || Κάρπαθος || κοσκινίζω

αρλόκι || Απουλία || ρολόι

αρλόος || Θήρα || κόσκινο

αρλός || Κάρπαθος || κόσκινο

αρλούμπα || & Αρκαδία, Βουρλά*, Ηλεία, Ζάκυνθος, Θήρα, Κρήτη, Λευκάδα, Μεσσηνία, Νίσυρος, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική || αρλούμπα

αρλούμπα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αρλουμπαρία || αρλούμπα

αρλουμπαρία || Βουρλά* || αρλούμπα

αρλούμπας [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αρλουμπατζής

αρλουμπατζής [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αρλούμπας, αρλουμπιτζής || αρλουμπατζής

αρλούμπες [Βλαστός 1931] || κουρουμπέλντες || αρλούμπες

αρλουμπιτζής [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρλουμπατζής

αρμ || Θάσος, Σάμος, Χαλκιδική || άλμη

αρμά || Κάλυμνος || αρμαθιά

άρμα || Βουρλά* || θυρεός

άρμα [Germano 1622] || δημοτική || Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Κερασούντα*, Κεφαλονιά, Κύπρος, Μάνη, Οινόη*, Σινασός* || όπλο

άρμα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κύθηρα, Κύπρος || οικόσημο

αρμάα || Κύπρος || στόλος

αρμαγά || Κοτύωρα* || δώρο

αρμαγάν || Σάμος || αρμαθιά

αρμάγκου || Κεφαλονιά || τουλάχιστον

αρμαγό || Κοτύωρα* || πεσκέσι

αρμάδ || Λέσβος || ρημάδι

αρμάδα || Ζάκυνθος || αμάδα

αρμάδα || Καρδίτσα, Λάρισα || ρημάδα

αρμάδα [Meursius 1614] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Θήρα, Κάρπαθος, Κάσος, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος, Λιβίσι*, Μάνη, Σωζόπολη*, Χαλκιδική || στόλος

αρμαδάδα || Ζάκυνθος || ιματιοθήκη

αρμάδι || Καλαβρία || ερμάρι

αρμάδι [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || ρημάδι

αρμαδιακός || Λέσβος || ρημαδιασμένος

αρμαδιασμένους || Λέσβος || ρημαδιασμένος

αρμαδούρα || Κάλυμνος || εξάρτιση

αρμάδς || Λέσβος || ρημαδιασμένος

αρμάζου || Κοζάνη || κερδίζω

αρμάζου || Καρδίτσα, Κοζάνη, Λαγκαδάς, Λέσβος || ρημάζω

αρμάζουμαι || Κύπρος || παντρεύομαι

αρμάζω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κύπρος || παντρεύω

αρμάθ || Κοτύωρα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || αρμαθιά

αρμαθά || Θεσπρωτία, Ίμβρος, Φθιώτιδα || αρμαθιά

αρμάθα [Βεντότης 1790] || δημοτική || Αδριανούπολη*, Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Βάτικα*, Βουρλά*, Ιωάννινα, Λάρισα, Λέσβος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Πάργα, Πιερία, Σάμος, Σκόπελος, Φθιώτιδα, Χαβουτσί* || αρμαθιά

αρμαθάζω || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Οινόη*, Όφις*, Τραπεζούντα*, Χαβουτσί* || αρμαθιάζω

αρμαθαλιά || Κρήτη || αρμαθιά

αρμαθαρέα || Ινέπολη* || αρμαθιά

αρμαθαριά || Χίος || αρμαθιά

αρμαθαστά || Χαβουτσί* || αρμαθιαστά

αρμαθέα || Βάτικα*, Κάρπαθος, Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Κύθηρα, Χαλδία || αρμαθιά

αρμαθερό || Λακωνία || αρμαθιά

αρμάθι [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Άνδρος, Σινασός*, Ινέπολη*, Οινόη* || αρμαθιά

αρμαθιά || & Αϊβαλί*, Αρκαδία, Βουρλά*, Ηλεία, Ημαθία, Θήρα, Καρδίτσα, Κάρπαθος, Λέσβος, Λακωνία, Λάρισα, Λέσβος*, Λιβίσι*, Μεσσηνία, Μοσχονήσι*, Μύκονος, Νάξος, Νίσυρος, Σύμη, Τρίγλια*, Τρίκαλα, Χίος, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική || αρμαθιά

αρμαθία || Κάρπαθος, Τσακωνιά || αρμαθιά

αρμαθιά [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αμαθαριά, αραμαθιά, αρμά, αρμαγάν, αρμάθ, αρμάθα, αρμαθά, αρμαθέα, αρμαθαλιά, αρμαθουλιά, αρμαϊθιά, αρμαθία, αρμαθαριά, αρμαθερό, αρμάθι, αρμάθιν, αρμαθκιά, αρμαθός, αρμαϊχιά, αρμάτα, αρματιά, αρματτιά, αρματσά, αρμόδ, αρμόθ, αρμοθέα, αρμόθιν, βουρλίδα, κοληταρά, κρεμανταλιά, μάτσα, μπουρλιά, μπρουλιασταριά, ντζόλια, ορμάθ, οραοθέα || αρμαθιά

αρμαθιάζου || Αϊβαλί*, Άρτα, Καρδίτσα, Λάρισα, Λέσβος, Μοσχονήσι*, Σάμος, Σκόπελος, Τρίκαλα, Φθιώτιδα, Χαλκιδική, Τσακωνιά* || αρμαθιάζω

αρμαθιάζω || & Βάτικα*, Θεσπρωτία, Λακωνία, Τσακωνιά, Χαβουτσί* || αρμαθιάζω

αρμαθιάζω [Somavera 1709] || δημοτική || αρμαθάζω, αρμαθιάζου, αρμαθιάννου, αρμαθιάντζω, αρμαθίτζω, αρμαθκιάζω, αρμαϊθάζου, αρμαϊθιάζου, αρματιάζου, αρματσάζω, αρμοδάζω, αρμοθάζω, βουρλιάζω, μπουρλιάζου, ορμοθάζω || αρμαθιάζω

αρμαθιάννου || Λιβίσι* || αρμαθιάζω

αρμαθιάντζω || Κάρπαθος || αρμαθιάζω

αρμάθιασμα [Somavera 1709] || δημοτική || αρμάτιασμα, μπούρλιασμα || αρμάθιασμα

αρμαθιαστά [Somavera 1709] || αρμαθαστά, αρμαϊθαστά, αρμαϊθιαστά || αρμαθιαστά

αρμάθιαστος [Somavera 1709] || αρμάθιαστους, αρμαϊθιαστός || αρμάθιαστος

αρμάθιαστους || Φθιώτιδα || αρμάθιαστος

αρμάθιν || Οινόη* || αρμαθιά

αρμαθίτζω || Σύμη || αρμαθιάζω

αρμαθκιά || Κύπρος, Κως, Ρόδος || αρμαθιά

αρμαθκιάζω || Κύπρος || αρμαθιάζω

αρμαθός || Κύθηρα, Κύπρος || αρμαθιά

αρμαθουλιά || Κρήτη || αρμαθιά

αρμαϊθάζου || Τσακωνιά || αρμαθιάζω

αρμαϊθαστά || Τσακωνιά || αρμαθιαστά

αρμαϊθιά || Μάνη || αρμαθιά

αρμαϊθιάζου || Μάνη || αρμαθιάζω

αρμαϊθιαστά || Μάνη || αρμαθιαστά

αρμαϊθιαστός || Μάνη || αρμάθιαστος

αρμαϊχιά || Μάνη || αρμαθιά

αρμακά || Τσακωνιά || λιθοσωρός

αρμακάς || Αρκαδία, Ηλεία, Μεσσηνία || στοίβα

άρμακας || Λακωνία || λιθοσωρός

αρμακάς [Βλαστός 1931] || δημοτική || Αιτωλοακαρνανία, Αλόννησος, Αρκαδία, Αυδήμι*, Αχαΐα, Βοιωτία, Βουρλά*, Ηλεία, Ιωάννινα, Μάνη, Μέγαρα, Μεσσηνία, Παξοί, Πάρος, Σάμος, Σκόπελος, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική || λιθοσωρός

αρμάκι || Λακωνία || λιθοσωρός

αρμάκι || λόφος

αρμάκι || Ηλεία || ξερολιθιά

αρμακία || Τσακωνιά || αμαρτία

αρμακία || Αχαΐα || ξερολιθιά

αρμακιάζω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || γκρεμίζω

αρμακιέμαι || Δέλβινο || μασώ

αρμαλακιά [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αλμύρα

αρμάλατσο || Κύθηρα || άλμη

αρμαμέντα || Νάξος || έπιπλα

αρμαμέντο || Λακωνία || εξάρτιση

αρμαμέντο || Κρήτη || όπλο

αρμαμμένο || Απουλία || παντρεμένος

αρμάν || Κοζάνη, Πιερία, Τρίκαλα, Χαλκιδική || δάσος

άρμαν || Κερασούντα*, Λιβίσι*, Χαλδία* || όπλο

αρμάνι || Κως || βάτος

αρμανίζω [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρμενίζω

αρμανίσιους || Χαλκιδική || δασικός

αρμάνισμα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρμένισμα

αρμανταγάνι || Βουρλά* || ανακατωσούρα

αρμάντζμα || Λάρισα || μάτιασμα

αρμαούρα || Κάλυμνος || εξάρτιση

αρμάρ || Λέσβος, Μύκονος, Σκόπελος, Χαλκιδική || ερμάρι

αρμάρα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Κως || ερμάρι

αρμαράδα || Ζάκυνθος || ερμάρι

αρμάρη [Corona Preciosa 1527] || ερμάρι

αρμάρι || Νάξος || σμάρι

αρμάρι [Germano 1622] || δημοτική || Άνδρος, Απουλία, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Ιθάκη, Αχαΐα, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Κως, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Μεσσηνία, Μύκονος, Νάξος, Ρόδος, Σύμη || ερμάρι

αρμάριν || Κάρπαθος, Κύπρος, Μάκρη*, Νίσυρος, Ρόδος || ερμάρι

αρμάριο || Καλαβρία || ερμάρι

αρμαρόνι || Λευκάδα, Παξοί || ερμάρι

αρμαρόριζα || Αργολίδα || αρμπαρόριζα

αρμασιά || Κύπρος || παντρειά

αρμασία || Κύπρος || γάμος

αρμασία || Απουλία || παντρειά

αρμασιά [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Κύπρος || γάμος

άρμασμα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || γάμος

άρμασμαν || Κύπρος || γάμος

αρμασμένος || Κύπρος || παντρεμένος

αρμαστή || Λιβίσι*, Ρόδος || αρραβωνιαστικιά

αρμαστή || Ικαρία, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κάσος, Λιβίσι* || γκόμενα

αρμαστής || Φούρνοι || αρραβωνιαστικός

αρμαστική || Κύπρος || σύζυγος (η)

αρμαστικός || Κύπρος || σύζυγος (ο)

αρμαστολοούμαι || Κάρπαθος || γκομενίζω

αρμαστός || Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κάσος, Καστελλόριζο, Κρήτη, Νίσυρος, Πάρος, Χάλκη || γκόμενος

αρμαστός [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κως, Νίσυρος, Ρόδος, Σάμος, Χάλκη || αρραβωνιαστικός

αρμαστουλόγια (τα) || Σάμος || αρραβώνες

αρμαστουλουήματα (τα) || Σάμος || αρραβώνες

αρμάτα || Πιερία || αρμαθιά

αρμάτα || Τρίκαλα || εξοπλισμός

αρμάτα || Γρεβενά, Τρίκαλα || προίκα

άρματα || Απουλία || εργαλεία

άρματα [Meursius 1614] || δημοτική || Αρκαδία, Ηλεία, Θήρα, Φθιώτιδα || όπλα

αρμάτα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Αιτωλοακαρνανία, Τρίκαλα || στολή

αρμάτα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || στόλος

αρμάτα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Καστοριά, Τρίκαλα || στολίδια

αρματάνω || Οινόη* || αμαρτάνω

αρματαριά [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Χίος || εργατιά

αρμάτζομαι || Απουλία || παντρεύομαι

αρμάτζω || Απουλία || παντρεύω

αρματήρι || Απουλία || καρδάρα

αρματιά || Λάρισα || αρμαθιά

αρματία || Οινόη* || αμαρτία

αρματιάζου || Λάρισα, Πιερία, Φθιώτιδα || αρμαθιάζω

αρμάτιασμα || Λάρισα || αρμάθιασμα

αρματίννου || Μάκρη* || αραδιάζω

άρματο || Κεφαλονιά || όπλο

αρματοθάλασσα || Παξοί || τρικυμία

αρματολογιά [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || οπλισμός

άρματον || Κύπρος || όπλο

αρμάτος [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || οπλίτης

αρμάτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ένοπλος

αρματούκου || Τσακωνιά || εξοπλίζω

αρματούκου || Τσακωνιά || οπλίζω

αρμάτουμα || Μαγνησία, Τσακωνιά || εξάρτιση

αρματούμαι || Κοτύωρα* || στολίζομαι

αρματουμένους || Καστοριά, Σκόπελος, Τρίκαλα || οπλισμένος

αρματούρα || Κάρπαθος || εξάρτιση

αρματουσά || Σάμος || οικοσκευή

αρματουσιά || Θεσπρωτία, Ίμβρος, Μαγνησία, Μάδυτος*, Τρίκαλα || εξάρτιση

αρματουσιά || Τρίκαλα || εξοπλισμός

αρματουσιά || Ίμβρος, Τρίκαλα || οπλισμός

αρματουσία || Τσακωνιά || εξάρτιση

αρματουσία || Τσακωνιά || οπλισμός

αρματοφορεμένος [Portius 1635] || δημοτική || οπλισμένος

αρματσά || Κάλυμνος || αρμαθιά

αρματσάζω || Κάλυμνος || αρμαθιάζω

αρμάτσο || Κάλυμνος || μάτσο

αρματσουλουήματα (τα) || Σάμος || αρραβώνες

αρματσουλουΐσματα || αρραβωνιάσματα

αρματτιά || Ρόδος || αρμαθιά

αρματωλός || Αρκαδία, Οινόη* || αμαρτωλός

αρμάτωμα || Λακωνία || εξάρτιση

αρμάτωμα [Somavera 1709] || δημοτική || οπλισμός

αρμάτωμα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κοτύωρα* || στόλισμα

αρμάτωμα [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || Κοτύωρα* || εξοπλισμός

αρμάτωμαν || Κερασούντα*. Οινόη*, Σάντα*, Τραπεζούντα* || εξοπλισμός

αρματωμένος || Μάνη || ασπράγκαθο

αρματωμένος [Corona Preciosa 1527] || συχν. εμφ. 2 || Ζάκυνθος, Μάνη || οπλισμένος

αρματωμός [Βλάχος 1659] || οπλισμός

αρματώννω || Κάρπαθος, Κύπρος || οπλίζω

αρματώννω || Κύπρος || προικίζω

αρματώννω || Κύπρος || στολίζω

αρματώνομαι || Θεσπρωτία || στολίζομαι

αρματώνομαι [Βλάχος 1659] || οπλίζομαι

αρματώνου || Ίμβρος, Μάνη, Καστοριά, Μαγνησία, Σάμος, Σκόπελος || οπλίζω

αρματώνου || Καστοριά, Σάμος, Τρίκαλα || στολίζω

αρματώνουμι || Φθιώτιδα || στολίζομαι

αρματώνω || Κεφαλονιά, Κοτύωρα*, Λακωνία, Πάργα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Κάσος, Κύθηρα, Λιβίσι*, Μάνη, Σωζόπολη* || εξαρτίζω

αρματώνω [Portius 1635] || δημοτική || Ζάκυνθος, Θεσπρωτία || οπλίζω

αρματώνω [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Οινόη*, Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || εξοπλίζω

αρματώνω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Ηλεία, Θεσπρωτία, Κοτύωρα* || στολίζω

αρματωσά || Μάνη || εξάρτιση

αρματωσά || Μάνη || οπλισμός

αρματωσία || Ζάκυνθος || εξάρτιση

αρματωσία || Κερασούντα*, Οινόη*, Τραπεζούντα* || εξοπλισμός

αρματωσία || Ζάκυνθος, Κύπρος || οπλισμός

αρματωσία [Germano 1622] || δημοτική || Μάνη || οπλισμός

αρματωσιά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κάρπαθος, Κεφαλονιά, Κύπρος, Λακωνία, Πάργα, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Θήρα, Κάσος, Κύθηρα, Λιβίσι*, Μάνη, Σωζόπολη* || εξάρτιση

αρματωσίγια || Κερασούντα* || εξοπλισμός

αρματωτής [Βλάχος 1659] || οπλίτης

αρματωτής [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || εφοπλιστής

αρμάτωτος [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Κερασούντα*, Τραπεζούντα* || άοπλος

αρματωχία || Κύπρος || οπλισμός

αρμαχία || Κύπρος || γάμος

αρμεά || Νάξος || άρμεγμα

αρμεά || Νάξος || αρμεξιά

αρμέα || Ινέπολη* || άλμη

αρμεάτορας || Νάξος || αρμεχτής

αρμεατόρος || Νάξος || αρμεχτής

αρμεγά || Κρήτη || άρμεγμα

αρμεγάι || Κρήτη || καρδάρα

αρμεγάρης [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Κρήτη, Σίφνος || αρμεχτής

αρμεγάρι || Κρήτη || καρδάρα

αρμεγάτορας || Κρήτη || αρμεχτής

αρμεγή [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Κρήτη || άρμεγμα

αρμεγιά || Κϊμωλος, Κρήτη, Σίφνος || άρμεγμα

αρμεγιά || Κίμωλος, Κρήτη || αρμεξιά

αρμεγίδι || Κρήτη || καρδάρα

αρμεγιδιά || Κρήτη || αρμεξιά

αρμεγιό || Κως || άρμεγμα

αρμέγκ || Καρδίτσα || μαργαρίτα

αρμέγκα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || μαργαρίτα

αρμέγκου || Τσακωνιά || αρμέγω

αρμέγκουω || Καλαβρία || αρμέγω

αρμέγκω || Καλαβρία || αρμέγω

άρμεγμα || & Αχαΐα, Βάτικα*, Μάνη, Τσακωνιά, Χαβουτσί* || άρμεγμα

άρμεγμα [Βεντότης 1790] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || άλμεγμα, άλμεγμαν, αμουργκή, άριμα, αριτέ, αρμεά, αρμεγά, αρμεγή, αρμεγιά, αρμεγιό, άρμεμα, άρμεμαν, αρμεμός, αρμεξά, αρμεξιά, άρμεσση, αρμεχτό, αρμή, αρμιά, αρμιγή, άρμιγμα, άρμιμα, άρμιμαν, αρμιξά, αρμιξιά, άρμπεμα, άρνεμα, μουργκή, ρμέμα || άρμεγμα

αρμεγμένος [Βεντότης 1790] || δημοτική || αρμεμένος, αρμεμμένο || αρμεγμένος

άρμεγος || Αυλωνάρι, Αχαΐα, Κονίστρες, Κρήτη, Μεσσηνία, Μήλος || ανάρμεχτος

άρμεγος || Κάσος || αρμεχτής

αρμεγός [Βλαστός 1931] || δημοτική || Κρήτη, Κύθηρα, Πάρος, Χίος || καρδάρα

αρμέγου || Αδριανούπολη*, Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Κύμη, Λάρισα, Λέσβος, Μάνη, Τρίκαλα, Τσακωνιά || αρμέγω

αρμέγω || & Αχαΐα, Βάτικα*, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Ηλεία, Καλαβρία, Κέα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Λακωνία, Μεσσηνία, Πάρος, Χαβουτσί* || αρμέγω

αρμέγω [Βλάχος 1659] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || Buck List 5.87 | αϊμέγου, αλιμέβω, αλιμέγω, αλμέγω, αλμέζω, αμέλγου, αρμέγκου, αρμέγκουω, αρμέγκω, αρμέγου, αρμέζζω, αρμέου, αρμεύγκω, αρμεύγω, αρμεύκω, αρμεύω, αρμέω, αρμπέου, αρνεύγω, αρνεύω, αρού, ερμέω, λιμέβω, λιμέζω, ρμέω, ρουμέω || αρμέγω

αρμεγώνας [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Χίος || καρδάρα

αρμέδι || Σίφνος || καρδάρα

αρμεζένου || Τσακωνιά || αλμυρίζω

αρμέζζω || Καλαβρία || αρμέγω

αρμεζία || Τσακωνιά || άλμη

άρμεθτο || Καλαβρία || ανάρμεχτος

άρμεκτος || Σίφνος || ανάρμεχτος

αρμεκχιά || Μάνη || αρμεξιά

άρμεμα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Άνδρος, Αργολίδα, Αχαΐα, Καλαβρία, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κεφαλονιά, Κονίστρες, Κορινθία, Κρήτη, Κως, Μεσσηνία, Νίσυρος, Ρόδος, Σαράντα Εκκλησιές*, Χίος || άρμεγμα

άρμεμαν || Κύπρος, Λιβίσι* || άρμεγμα

αρμεμένος || Κάλυμνος || αρμεγμένος

αρμεμμένο || Απουλία || αρμεγμένος

αρμεμός || Κρήτη, Παξοί || άρμεγμα

αρμέν || Κοζάνη, Πιερία, Τρίκαλα || χαμομήλι

Αρμένα || Λέσβος || Αρμένισσα

άρμενα || & Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Κερασούντα*, Κεφαλονιά, Κοτύωρα*, Κύπρος, Λακωνία, Λιβίσι*, Τραπεζούντα* || άρμενα

άρμενα [Corona Preciosa 1527] || δημοτική || τα πανιά του ιστοφόρου: άρμινα || άρμενα

άρμενα [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || Κρήτη, Πάργα || ξάρτια

αρμενάκ || Αυδήμι* || χαμομήλι

αρμενάλι || Λευκάδα, Παξοί || σοφίτα

αρμενάλι || Πάργα || φεγγίτης

αρμενάς || Κάρπαθος || ανεμόμυλος

αρμενάω [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρμενίζω

αρμενεύω || Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || αργοπορώ

αρμένηδες || Δογάν Κιόι* || χαμομήλι

Αρμένης [Somavera 1709] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || Κερασούντα*, Οινόη*, Χίος || Αρμένιος

αρμένι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || χαμομήλι

Αρμενία || λόγιο || συχν. εμφ. 2 || Αρμενιά || Αρμενία

αρμενιά [ΙΛΝΕ 1941] || αργαλειός

Αρμενιά [ΙΛΝΕ 1941] || Αρμενιά

αρμένιασμα || Νιγρίτα || εκλαμψία

αρμενίδι || Ήπειρος || αργοναύτης

αρμενίζου || Μάνη, Τσακωνιά || αρμενίζω

αρμενίζω || Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || αργοπορώ

αρμενίζω || & Αμοργός, Αργολίδα, Αρκαδία,Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ιθάκη, Κάλυμνος, Κάρυστος, Καστελλόριζο, Κερασούντα*, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Κύθνος, Λακωνία, Μεσσηνία, Μήλος, Νάξος, Νίσυρος, Οινόη*, Παξοί, Πάργα, Ρόδος, Σάντα*, Χίος || αρμενίζω

αρμενίζω [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || Swadesh List 143 | αρμανίζω, αρμενάω, αρμενίζου, αρμενίντζω, αρμενώ, αρμινίννου, αρμινώ, αρμπουρίζω, ρμενίζω, ρμενίζζω || αρμενίζω

αρμενικά || λόγιο || αρμένικα || αρμενικά

αρμένικα [Somavera 1709] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αρμένικα

αρμενικός || λόγιο || αρμένικος || αρμενικός

αρμένικος [Somavera 1709] || δημοτική || αρμένκους || αρμένικος

αρμενίντζω || Κάρπαθος || αρμενίζω

Αρμένιος || λόγιο || συχν. εμφ. 2 || Αρμένης, Αρμένους, Αρμένς, Αρμέντζ, Ζερβός || Αρμένιος

αρμενισιά [Βλαστός 1931] || δημοτική || αρμένισμα

αρμενισιά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ιστιοδρομία

αρμένισμα [Βεντότης 1790] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αρμάνισμα, αρμενισιά, αρμίνισμαν || αρμένισμα

αρμένισμα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ιστιοπλοΐα

Αρμένισσα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Αρμένα, Αρμέντσα || Αρμένισσα

αρμενιστάρι || Ζάκυνθος, Κύθηρα, Σύμη || αργοναύτης

αρμένκους || Καστοριά, Νιγρίτα, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || αρμένικος

αρμενοβελόνα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || σακοράφα

αρμενοβέλονο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || σακοράφα

αρμενοκίταρο || Ζάκυνθος || κλειτορίδα

άρμενον [Portius 1635] || Κάρπαθος, Κύπρος || ιστίο

άρμενος || Μέγαρα || λοξός

αρμένου || Ζάκυνθος || τουλάχιστον

Αρμένους || Καστοριά, Λαγκαδάς, Λέσβος, Νιγρίτα || Αρμένιος

Αρμένς || Λέσβος, Σάμος, Τραπεζούντα* || Αρμένιος

αρμένς || Σάμος || μαργαρίτα

Αρμέντζ || Κοτύωρα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || Αρμένιος

Αρμέντσα || Κοτύωρα*, Λάρισα, Νιγρίτα || Αρμένισσα

αρμενώ [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρμενίζω

αρμεξά || Σύμη || άρμεγμα

αρμεξά || Κύμη, Κρήτη || αρμεξιά

αρμεξιά || & Άνδρος, Αχαΐα, Ηλεία, Ήπειρος, Κάλυμνος, Κεφαλονιά, Κόνιτσα, Λακωνία, Μάνη, Παξοί, Σαράντα Εκκλησιές*, Σίφνος, Σύρος, Χίος || αρμεξιά

αρμεξία || Αυλωνάρι, Κονίστρες, Μάνη || αρμεξιά

αρμεξιά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || άρμεγμα

αρμεξιά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || το γάλα που παράγεται σε κάθε άρμεγμα: αρμεά, ρμεγιά, αρμεγιδιά, αρμεκχιά, αρμεξά, αρμεξία, αρμέξιμο, αρμιξιά || αρμεξιά

αρμέξιμο || Κάλυμνος || αρμεξιά

αρμεολόγος || Θήρα || καρδάρα

αρμεόνι || Άνδρος || καρδάρα

αρμεόνιν || Ικαρία || καρδάρα

αρμεός || Κάσος || αρμεχτής

αρμεός || Αστυπάλαια, Κάλυμνος, Κως, Μύκονος, Νάξος, Νίσυρος || καρδάρα

άρμεος || Βιθυνία*, Ρόδος*, Σίφνος* || ανάρμεχτος

αρμέου || Αιτλοακαρνανία, Ιωάννινα, Λιβίσι*, Σάμος, Σκόπελος, Φθιώτιδα, Χαλκιδική || αρμέγω

αρμεούνι || Άνδρος || καρδάρα

αρμερέ || Τσακωνιά, Χαβουτσί* || αλμυρός

αρμερένου || Τσακωνιά || αλμυρίζω

αρμερές || Σκύρος || αλμυρός

αρμερία || Τσακωνιά, Χαβουτσί* || άλμη

αρμερό || Καλαβρία || αδενίτιδα

άρμεσση || Καλαβρία || άρμεγμα

άρμεστο || Καλαβρία || ανάρμεχτος

αρμετήρι || Απουλία || καρδάρα

αρμεττήρι || Απουλία || καρδάρα

αρμεττίτα || Απουλία || καρδάρα

άρμεττο || Καλαβρία || ανάρμεχτος

αρμεύγκω || Καλαβρία || αρμέγω

αρμεύγω [Portius 1635] || αρμέγω

αρμεύκω || Κύπρος || αρμέγω

άρμευτε || Τσακωνιά || ανάρμεχτος

αρμευτήρι || Απουλία || καρδάρα

αρμευτίτα || Απουλία || καρδάρα

αρμεύω [Germano 1622] || Χαβουτσί* || αρμέγω

αρμεχτάρα [Βλαστός 1931] || δημοτική || καρδάρα

αρμεχτάρι || Κρήτη || καρδάρα

αρμεχτής || & Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Λακωνία, Νάξος || αρμεχτής

αρμεχτής [Βλαστός 1931] || δημοτική || αλμεχτή, αμουργιός, αρμεγάτορας, αρμεάτορας, αρμεατόρος, αρμεγάρης, άρμεγος, αρμιχτάρς, αρμιχτάς, αρμιχτής, αρμπεχτής || αρμεχτής

αρμεχτό || Κρήτη || άρμεγμα

άρμεχτος || Αυλωνάρι, Αχαΐα, Κάλυμνος, Κονίστρες, Κορινθία, Κρήτη, Ρόδος, Σύρος, Χίος || ανάρμεχτος

αρμεχτούρα || Πωγώνι || καρδάρα

αρμέω || Αμοργός, Άνδρος, Απουλία, Αργολίδα, Δέλβινο, Ήπειρος, Θεσπρωτία, Θήρα, Καλαβρία, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κέα, Κρήτη, Κύθνος, Κως, Μύκονος, Κάρπαθος, Νάξος, Νίσυρος, Παξοί, Ρόδος, Σέριφος, Σίφνος, Φούρνοι, Χίος || αρμέγω

αρμή || Σάμος || άρμεγμα

αρμή || Βουρλά* || χαραμάδα

άρμη [Germano 1622] || Αδριανούπολη*, Αρκαδία, Αχαΐα, Βουρλά*, Ηλεία, Ινέπολη*, Καστελλόριζο, Κύθηρα, Κορινθία, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Λακωνία, Λουλέβουργας*, Μάνη, Μεσσηνία, Ρόδος, Σαράντα Εκκλησιές*, Χαβουτσί*, Χίος || άλμη

αρμήλα [Somavera 1709] || άλμη

αρμήλα [Βλάχος 1659] || αλμυρότητα

αρμηνειά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || συμβουλή

αρμήνεμα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || συμβουλή

αρμηνεμένος [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || συμβουλευμένος

αρμηνεμνιά || Κρήτη || συμβουλή

αρμηνεύγκω || Κάρπαθος, Χίος || συμβουλεύω

αρμηνεύγου || Κύμη, Λέσβος, Λιβίσι*, Χίος || συμβουλεύω

αρμηνεύγω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Αστυπάλαια, Κάλυμνος, Καστελλόριζο, Κέα, Κίμωλος, Κρήτη, Κύθνος, Μέγαρα, Μήλος, Νάξος, Νίσυρος, Πάρος, Σέριφος, Χίος || συμβουλεύω

αρμηνεύκω || Κύπρος, Χίος || συμβουλεύω

αρμηνευτής || συμβουλάτορας

αρμηνεύω || Κύπρος || αναφέρω

αρμηνεύω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Βουρλά*, Ζάκυνθος, Κύθηρα, Μύκονος, Σύρος, Τσακήλι* || συμβουλεύω

αρμηνιά || Κρήτη || συμβουλή

αρμηνία || Κύθηρα, Μέγαρα || συμβουλή

αρμήνια [Βλαστός 1931] || δημοτική || Βουρλά*, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κρήτη, Λιβίσι*, Μαγνησία, Ρόδος, Σάμος, Σύρος, Χίος || συμβουλή

αρμηνιές || Μύκονος || συμβουλές

αρμήνιες || Μύκονος || συμβουλές

αρμήννεια || Νίσυρος || συμβουλή

αρμηρήθρα [ΙΛΝΕ 1933] || αλιματιά

αρμί || Κάλυμνος, Κάρπαθος, Χάλκη || αρμίδι

αρμί || Κρήτη || κορυφογραμμή

αρμιά || Νάξος || άρμεγμα

αρμιά [Βεντότης 1790] || δημοτική || Αρκαδία, Βελβεντός, Ημαθία, Καστοριά, Κοζάνη, Πιερία, Σέρρες, Σιάτιστα, Χαλκιδική || τουρσί

αρμιά [Σκαρλάτος 1835] || Γρεβενά, Κοζάνη, Χαλκιδική || άλμη

αρμιγάς || Σέρρες, Χαλκιδική || καρδάρα

αρμιγή || Λέσβος || άρμεγμα

άρμιγμα || Αίνος*, Ευρυτανία, Ήπειρος, Λέσβος, Τρίκαλα, Φθιώτιδα || άρμεγμα

αρμιγός || Λέσβος || καρδάρα

αρμίδ || Θάσος, Σκόπελος || αρμίδι

αρμιδζά || Αστυπάλαια || αρμίδι

αρμίδι || & Άνδρος, Θεσπρωτία, Κέρκυρα, Κύθηρα, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Μύκονος, Πάργα, Πάρος, Σύρος || αρμίδι

αρμίδι [Deheque 1825] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αμίδι, αρμί, αρμίδ, αρμιδζά, αρμίδιν, αρμιδκιά, αρμίθ, αρμίθι, αρμιθιά, αρμίι, αρμίιν, αρμίν, αρομιά, αρομιίδι, αρομνιά, ορμιά, ορμίδι || αρμίδι

αρμιδιά [Βλαστός 1931] || Κως, Λιβίσι*, Μάδυτος*, Νίσυρος || αρμίδι

αρμίδιν || Κύπρος, Λιβίσι*, Ρόδος || αρμίδι

αρμιδκιά || Κύπρος || αρμίδι

αρμίθ || Ίμβρος, Σάμος || αρμίδι

αρμίθι [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || Λακωνία || αρμίδι

αρμιθιά [Βλαστός 1931] || δημοτική || Βουρλά* || αρμίδι

αρμίι || Κως, Χάλκη || αρμίδι

αρμίιν || Κάρπαθος || αρμίδι

άρμιμα || Βόρεια Εύβοια, Λέσβος, Σάμος, Φωκίδα, Χαλκιδική || άρμεγμα

άρμιμαν || Λιβίσι* || άρμεγμα

αρμίν || Κάρπαθος, Ρόδος || αρμίδι

άρμινα || Λήμνος, Σκόπελος || άρμενα

αρμινάκ || Πιερία || χαμομήλι

αρμινίζουμι || Λάρισα || χαζεύω

αρμινίννου || Λιβίσι* || αρμενίζω

αρμίνισμαν || Λιβίσι* || αρμένισμα

αρμινούδ || Σουφλί || χαμομήλι

αρμινώ || Χαλκιδική || αρμενίζω

αρμιξά || Γρεβενά, Σκόπελος || άρμεγμα

αρμιξιά || Ιωάννινα, Μαγνησία || άρμεγμα

αρμιξιά || Αίνος*, Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Λάρισα, Λέσβος, Νιγρίτα, Πιερία, Σουφλί, Τρίκαλα || αρμεξιά

αρμιστά || Κύμη || αρχίδια

αρμιτσάδα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Λακωνία || κοκορεβιθιά

αρμιχτάρα || Αιτωλοακαρνανία || καρδάρα

αρμιχτάρς || Πιερία || αρμεχτής

αρμιχτάς || Πιερία || αρμεχτής

αρμιχτής || Πιερία || αρμεχτής

άρμιχτους || Γρεβενά, Κομοτηνή || ανάρμεχτος

αρμνεύγω || Πάρος || συμβουλεύω

αρμνεύου || Ήπειρος, Μαγνησία, Σάμος || συμβουλεύω

αρμνιά || Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Καστοριά, Σαράντα Εκκλησιές* || τουρσί

αρμνιός || Σάμος || καρδάρα

αρμό || Τσακωνιά || αρμός

άρμο || Κύθηρα || εξοπλισμός

αρμόγαλου || Σάμος || ξινόγαλα

αρμογή [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || αρμός

αρμόδ || Χαλδία* || αρμαθιά

αρμοδάζω || Χαλδία* || αρμαθιάζω

αρμόζμους || Καστοριά || άλμη

αρμόθ || Σάντα*, Χαλδία* || αρμαθιά

αρμοθάζω || Κερασούντα*, Σάντα*, Χαλδία* || αρμαθιάζω

αρμοθέα || Κερασούντα*, Σάντα*, Χαλδία* || αρμαθιά

αρμόθιν || Κερασούντα* || αρμαθιά

αρμολάι || Μύκονος || ελεύθερα

αρμολασιά || Ηλεία || άλμη

αρμολόγημα || λόγιο || αρμολόημα, αρμολόι, αρμουλόι || αρμολόγημα

αρμολογώ || λόγιο || αρμολοώ, αρμόνω, αρμουλουγάου || αρμολογώ

αρμολόημα || Άνδρος, Κάρπαθος, Νάξος || αρμολόγημα

αρμολόι || Ηλεία, Λακωνία, Μύκονος || αρμολόγημα

αρμολοώ || Άνδρος, Κάρπαθος, Μύκονος || αρμολογώ

άρμομα || Ουλαγάτς* || κλείσιμο

αρμομένο || Ουλαγάτς* || κλεισμένος

αρμόνικα || Βουρλά* || φυσαρμόνικα

αρμόνω || Κοτύωρα* || αρμολογώ

αρμόνω || Ουλαγάτς* || κλείνω

αρμός || Μαγνησία || αγκώνας

αρμός || & Κερασούντα*, Μύκονος, Οινόη*, Πάργα, Πάρος, Σάμος, Σαμψούντα*, Χαλδία*, Χαλκιδική || αρμός

αρμός || Καστοριά || δύναμη

αρμός || Κύθηρα, Λήμνος, Πάρος || κλείδωση

αρμός || Κρήτη || κορυφογραμμή

αρμός || Γρεβενά, Κοζάνη || φόρα

αρμός [Germano 1622] || δημοτική || αρμό, αρμογή, αρμοσιά || αρμός

αρμός [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || Κέρκυρα, Μύκονος || άρθρωση

αρμοσιά [Βλαστός 1931] || δημοτική || αρμός

αρμοσιά [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || γάμος

αρμοστή || Ρόδος || αρραβωνιαστικιά

αρμουάρα || Βουρλά* || ντουλάπα

αρμουλάι || Αιτωοακαρνανία, Φθιώτιδα || λαγουδάκι

αρμουλόι || Μαγνησία, Τρίκαλα || αρμολόγημα

αρμουλόιτους || Μαγνησία || άξεστος

αρμουλουγάου || Νιγρίτα || αρμολογώ

αρμούνεμα || Μάνη || συμβουλή

αρμουνεύου || Ήπειρος, Μάνη || συμβουλεύω

αρμουνεύω || Δέλβινο, Λακωνία || συμβουλεύω

αρμούνια || Μάνη || συμβουλή

αρμούνιο || Δέλβινο, Μάνη || συμβουλή

αρμούρα || Κέρκυρα || αλμύρα

αρμούτ || Αδριανούπολη*, Λέσβος, Σουφλί, Χαλδία* || αχλάδι

αρμούτης || Νάξος || αγριοκούνελο

αρμούτης || Νάξος || λαγουδάκι

αρμουτσάβα || Λακωνία || κοκορεβιθιά

αρμουτσάδα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || κοκορεβιθιά

αρμούτσι || Χάλκη || φίμωτρο

άρμπα || Κεφαλονιά, Ζάκυνθος || αυγή

αρμπαζία || Νάξος || συνήθεια

αρμπακανέλα || Κεφαλονιά || χρυσάνθεμο

αρμπακανέλα [Γεννάδιος 1914] || δημοτική || Ζάκυνθος, Παξοί || αρμπαρόριζα

αρμπαλαγιά || Ιωάννινα || ζαλάδα

αρμπαλέτου || Αιτωλοακαρνανία || τόξο

αρμπανέλα [Γεννάδιος 1914] || δημοτική || αρμπαρόριζα

αρμπάρι || Παξοί || αμπάρι

αρμπάριζα || Θήρα || αμπάριζα

αρμπαρόζα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κύθηρα || αρμπαρόριζα

αρμπαρόριζα || & Βουρλά*, Ζάκυνθος, Θήρα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Μέγαρα, Μεσσηνία, Παξοί || αρμπαρόριζα

αρμπαρόριζα [Γεννάδιος 1914] || δημοτική || τα φυτά Pelargonium graveolens ή Pelargonium roseum και Pelargonium odoratissimum: αλμπανόριζα, αλπαρόζα, αλμπαρόρζα, αλμπαρόριζα, αλπαρόζα, αμπενόριζζον, αρμπακανέλα, αρμπανέλα, αρμπαρόζα, αρμαρόριζα, αρμπερόριζα, αρμπιρόζα, αρμπιρόλα, γκιούλκαϊ, μαρμαρόζα, μοσχομολόχα, μουσκουλούλουδου, μπαμπερόριζα, μπαρπαρόζα, μπαρμπακόρζα, μπαρμπαρούσα, μπαρμπερόριζα, ντρισαής, τρισαΐ || αρμπαρόριζα

άρμπεμα || Σκύρος || άρμεγμα

αρμπέου || Σκύρος || αρμέγω

αρμπερόριζα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρμπαρόριζα

αρμπέτα [Germano 1622] || δημοτική || Κύπρος, Πελοπόννησος || μπουράντζα

αρμπεχτής || Σκύρος || αρμεχτής

άρμπιλ || Μαγνησία || ερυθρά

αρμπιρόζα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρμπαρόριζα

αρμπιρόλα || Κεφαλονιά || αρμπαρόριζα

αρμπιτράρια || Ζάκυνθος || διαιτησία

άρμπιτρος || Ζάκυνθος || διαιτητής

άρμπορο [Βλαστός 1931] || κατάρτι

αρμπουρίζω || Παξοί || αρμενίζω

άρμπουρο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Ζάκυνθος, Θήρα, Κάσος, Κέρκυρα, Κίμωλος, Κρήτη, Λευκάδα, Μάνη, Μύκονος, Νάξος, Νίσυρος, Φούρνοι, Χάλκη || κατάρτι

άρμπουρον || Κάρπαθος, Κύπρος || κατάρτι

αρμρός || Πάρος || αλμυρός

αρμυζία || Τσακωνιά || άλμη

αρμυϊριένου || Μάνη || αλμυρίζω

αρμυϊριός || Μάνη || αλμυρός

αρμύλλα || Κάρπαθος || αλμύρα

αρμύρα || Θήρα, Πάρος || αρμυρίχη

αρμύρα [Βεντότης 1790] || Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Καστοριά, Λαγκαδάς, Μάνη, Πιερία, Ρόδος, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Θήρα, Κάσος, Κύθηρα, Λιβίσι*, Μάνη, Σωζόπολη*, Τρίκαλα, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική || άλμη

αρμύρα [Βεντότης 1790] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || Αδριανούπολη*, Αρκαδία, Καρδίτσα, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Νιγρίτα, Πιερία, Τσακωνιά || αλμύρα

αρμυράδα [Βλάχος 1659] || Λευκάδα || αλμυρότητα

αρμυράδα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αλμύρα

αρμυρέ || Τσακωνιά, Χαβουτσί* || αλμυρός

αρμυρήθρα || Σμύρνη || αλμυρίδι

αρμυριά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αλαταριά

αρμυριά [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρμυρόχωμα

αρμύριγκας [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Κεφαλονιά || αλμυρίκι

αρμυρίγκι [Χελδράιχ 1926] || δημοτική || αλμυρίκι

αρμυρίδι || Νίσυρος || αλμυρίκι

αρμυρίδι [Γεννάδιος 1914] || αρμυρίχη

αρμυρίζου || Αιτωλοακαρνανία, Φθιώτιδα || αλμυρίζω

αρμυρίζω [Somavera 1709] || δημοτική || Ηλεία, Ήπειρος || αλμυρίζω

αρμυρίκα || Ζάκυνθος || αρμυρίχη

αρμυρίκα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αλμυρίκι

αρμυρίκη [Χελδράιχ 1926] || δημοτική || Λακωνία || αλμυρίκι

αρμυρίκι [Γεννάδιος 1914] || δημοτική || Κεφαλονιά || αλμυρίκι

αρμυρίκι [Γεννάδιος 1914] || Λευκάδα || αρμυρίχη

αρμυρίνου || Μάνη || αλμυρίζω

αρμυριός || Κως, Νάξος || αλμυρός

αρμυρίτης || Κως || πυτιά

αρμυρίχα || Ζάκυνθος, Κέρκυρα || αλμυρίδι

αρμυρίχα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Κεφαλονιά || αλμυρίκι

αρμυρίχη [Χελδράιχ 1926] || Suaeda fruticosa: αλμύρα, αλμυρήθρα, αλμυρίδι, αλμυρίκι, αλμυρίχα, αλμυρίχη, αρμύρα, αρμυρίδι, αρμυρίκα, αρμυρίκι, αρμυρόδεντρο, λγκιν || αρμυρίχη

αρμυρό || Καλαβρία || αδενίτιδα

αρμυρόγεια [Βλαστός 1931] || δημοτική || αρμυρόχωμα

αρμυρόγλυκος [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αλμυρόγλυκος

αρμυρόδεντρο || Σύρος || αρμυρίχη

αρμυρονέρι [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || γλυφονέρι

αρμυρόνερο [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || γλυφονέρι

αρμυρόπικρος [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αλμυρόπικρος

αρμυρός [Germano 1622] || δημοτική || Αρκαδία, Αχαΐα, Βουρλά*, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κύπρος, Κως, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Ρόδος, Σύρος || αλμυρός

αρμυρότοπος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αλμυριά, αρμυριά || αλαταριά

αρμυρούτσικα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αλμυρούτσικα

αρμυρούτσικος [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αλμυρούτσικος

αρμυρόφλεμα [Somavera 1709] || Άνδρος, Χίος || έκζεμα

αρμυρόχωμα [Βλαστός 1931] || δημοτική || αλατόγεια, αλμυριά, αρμυριά, αρμυρόγεια,  || αρμυρόχωμα

αρμυρύς || Κίμωλος, Κύθνος, Μάνη, Μύκονος || αλμυρός

αρμυρώ [Somavera 1709] || αλμυρίζω

αρνά || Κύπρος || αμνάδα

άρνα || Μάνη, Χίος || προβατίνα

αρνά (η) || Κάρπαθος || αρνόμαλλο

άρνα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || λησμονιά

αρνάα || Κύπρος || αμνάδα

Αρναβούτης || Σαμψούντα* || Αλβανός

αρναβούτικος || Σαμψούντα* || αλβανικός

Αρναγούτς || Λέσβος || Αλβανός

αρνάδ || Ίμβρος || αρνάκι

αρνάδα || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αμνάδ, αμνάδα, μηλιόρα || αρνάδα

αρνάδα || & Ηλεία, Νάξος, Παξοί, Χίος || αρνάδα

αρνάδα [Ηπίτης 1908] || δημοτική || Αρκαδία, Ζάκυνθος, Κορινθία, Ηλεία, Κέρκυρα, Κως, Λακωνία, Τσακωνιά, Φθιώτιδα, Χίος || αμνάδα

αρνάδα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Ζάκυνθος, Μάνη, Φθιώτιδα, Χίος || προβατίνα

αρνάδι || Νάξος || αρνάκι

αρνάζι || Τσακωνιά || λίμα

αρνάθρουπους || Πιερία || πράος

αρνάι || Απουλία, Χίος || αρνάκι

αρνάιν || Κύπρος || αρνάκι

αρνάκ || Σάμος, Φωκίδα || αρνάκι

άρνακα || Τσακωνιά || νερόλακκος

άρνακας [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Πάρος || νάρθηκας (φυτό)

αρνακεύω || Οινόη* || αρχίζω

αρνάκι || & Αμοργός, Απουλία, Αχαΐα, Ηλεία, Θεσπρωτία, Ιθάκη, Κίμωλος, Κρήτη, Λακωνία, Μεσσηνία, Νάξος, Σύρος, Χάλκη || αρνάκι

αρνάκι [Portius 1635] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || Atlas Linguarum Europae 323 | Buck List 3.29 | ανελέντο, αρνάδ, αρνάδι, αρνάι, αρνάιν, αρνάκ, αρνάκιν, αρνακούλι, αρνατάι, αρνατάκι, αρνάτσι, αρνέλ, αρνίτς, αρνίτσιν, αρνόπλον, αρνόπον, αρνόπουλο, αρνόπουλον, αρνούδ, αρνούδιν, αρνούιν, αρνούκι, αρνούλι, αρνούππιν, κουζί || αρνάκι

αρνάκιν || Ρόδος || αρνάκι

αρνακούλι || Τσακωνιά || αρνάκι

αρναμούστ || Σκόπελος || φιλότιμο

Αρναούτης [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Αρναβούτης, Βουρλά*, Κερασούντα*, Κρήτη, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Λακωνία, Μάνη, Νάξος, Τρίγλια* || Αλβανός

Αρναούτθης  || Κάλυμνος || Αλβανός

αρναούτι || Ρόδος || πιπεριά

αρναουτιά || Κρήτη || αρβανιτιά

αρναούτικα || Κρήτη || αλβανικά

αρναούτικος [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 199 || δημοτική || Κερασούντα* || αλβανικός

Αρναούτισσα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Βουρλά*, Κρήτη, Λακωνία || Αλβανίδα

Αρναούτους || Κοζάνη || Αλβανός

Αρναούτς || Ιωάννινα, Τραπεζούντα*, Τρίκαλα, Χαλδία*, Χαλκιδική || Αλβανός

αρναπόκι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Απουλία || αρνόμαλλο

αρναπόκια || Απουλία || κουτσομπόλα

αρνάρ || Κοζάνη, Σιάτιστα || λίμα

αρνάρ || Αιτωλοακαρνανία, Κοζάνη, Μαγνησία || ξυλόλιμα

αρνάρ || Κοζάνη, Τρίκαλα || ράσπα

άρναρ || Σάμος || βίαια

αρναρέα || Κάρπαθος || αρνόμαλλο

αρνάρης [Βλαστός 1931] || δημοτική || προβατοβοσκός

αρνάρι || Τσακωνιά || λίμα

αρνάρι || Αρκαδία || ράσπα

αρνάρι [Βλαστός 1931] || Ηλεία, Μεσσηνία || ξυλόλιμα

αρναρίζου || Αιτωλοακαρνανία, Κοζάνη, Μαγνησία || λιμάρω

αρναρίζω [Βλαστός 1931] || δημοτική || λιμάρω

αρνάρισμα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || λιμάρισμα

αρνάρστους || Κοζάνη || αλιμάριστος

αρνάς || Κάλυμνος || αφελής

αρνάτα || Απουλία || αμνάδα

αρνατάι || Απουλία || αρνάκι

αρνατάκι || Απουλία || αρνάκι

αρνάτσι || Τσακωνιά, Χαβουτσί* || αρνάκι

αρνάφισκας || Αστυπάλαια, Ρόδος, Χάλκη || τονάκι

αρναφίσκι || Καστελλόριζο || τονάκι

αρναφίσκος || Λέρος || τονάκι

αρνάχα || Κερασούντα*, Τραπεζούντα* || αρχή

αρναχευτός || Κερασούντα* || αρχινισμένος

αρναχεύω || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Όφις*, Σούρμενα* || αρχίζω

αρναχία || Τραπεζούντα* || αρχή

αρνέκ || Κοζάνη || δείγμα

αρνέκ || Βελβεντός, Κοζάνη || πατρόν

αρνέλ || Λέσβος, Μαΐστρος* || αρνάκι

άρνεμα || Χαβουτσί* || άρμεγμα

άρνεμαν || Κερασούντα*, Τραπεζούντα* || άρνηση

αρνεμός || Κάρπαθος || καθησύχαση

αρνεμός || Κρήτη || παρηγοριά

αρνεύγω || Βάτικα*, Χαβουτσί* || αρμέγω

αρνεύγω || Κρήτη || παρηγορούμαι

αρνεύγω [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Κρήτη, Νάξος || ημερεύω

αρνεύγω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || καταπραΰνω

αρνεύου || Θάσος || δείχνω

αρνεύω || Χαβουτσί* || αρμέγω

αρνεύω || Νίσυρος || εξημερώνω

αρνεύω || Κρήτη || παρηγορούμαι

αρνεύω [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Κρήτη || ημερεύω

αρνεύω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || καταπραΰνω

αρνέω || Κρήτη || ημερεύω

αρνή [Corona Preciosa 1527] || αρνί

άρνη [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Αρκαδία, Μεσσηνία || λησμονιά

αρνηκή || Τσακωνιά || αρνητής

άρνης || Ίμβρος || άρνηση

άρνηση [Βλαστός 1931] || δημοτική || συχν. εμφ. 4 || άρνεμαν, άρνης, αρνησιά, άρνισμα, άσια, χάσια || άρνηση

αρνησιά [Βλαστός 1931] || δημοτική || Ηλεία || άρνηση

αρνησιά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || λησμονιά

αρνησίθρησκος || λόγιο || ντοϊμές, ντουλμές, ντουνμές || αρνησίθρησκος

αρνητής [Βλάχος 1659] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αρνηκή, αρνιστής || αρνητής

αρνί || & Αδριανούπολη*, Αίνος*, Αιτωλοακαρνανία, Αμοργός, Ανάφη, Άνδρος, Απουλία, Αργολίδα, Αρκαδία, Αυλωνάρι, Αχαΐα, Βάτικα*, Δέλβινο, Ευρυτανία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Ιθάκη, Ικαρία, Ινέπολη*, Ιωάννινα, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κάρυστος, Καστελλόριζο, Καστοριά, Κέα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κονίστρες, Κορινθία, Κοτύωρα*, Κρήτη, Κύθνος, Κύπρος, Κως, Λακωνία, Λέσβος, Μεσσηνία, Μήλος, Νάξος, Νίσυρος, Όφις*, Ρόδος, Σαράντα Εκκλησιές*, Σεμένι*, Σέρρες, Σιάτιστα, Σίφνος, Σκύρος, Σούρμενα*, Σύμη, Σύρος, Τρίκαλα, Τσακωνιά, Χαβουτσί, Χαλδία*, Χάλκη, Χίος || αρνί

αρνί [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || Buck List 3.29 | Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | αρί, αρνή, αρνίν, αρνός, γουζί, ντάκος, προβατάι || αρνί

αρνιά || αρνία || αρνιά

αρνία || Μάνη || αρνιά

αρνιαγούτς || Λέσβος || άξεστος

αρνιακάδα || Λευκάδα || αρνοτόμαρο

αρνιακό [Ηπίτης 1908] || δημοτική || Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα, Κύθηρα, Λευκάδα || αρνοτόμαρο

αρνιακός || Κάρπαθος || αρνοτόμαρο

αρνίγομαι || Κοτύωρα* || αρνούμαι

αρνίγουμαι || Κερασούντα*, Κοτύωρα* || αρνούμαι

αρνιέμαι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || Αμοργός, Αργολίδα, Αχαΐα, Ηλεία, Λακωνία, Πάργα || αρνούμαι

αρνιέμι || Λήμνος || αρνούμαι

αρνίζουμαι || Κύπρος || αρνούμαι

αρνίθ || Θάσος, Λάρισα, Νιγρίτα, Πιερία, Σουφλί, Τρίκαλα, Χαλκιδική || κότα

αρνίθ || Ιωάννινα, Κοζάνη, Σουφλί, Χαλκιδική || κοτόπουλο

αρνίθα || Κοζάνη, Κρήτη, Νιγρίτα, Πιερία, Σέρρες, Σιάτιστα, Χαλκιδική || κότα

αρνίθι || Λευκάδα || κόκορας

αρνίθια || Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Θήρα, Κάσος, Κύθηρα, Λιβίσι*, Μάνη, Σωζόπολη*, Τσακήλι* || πουλερικά

αρνιθοπούλ || Πιερία || κλωσόπουλο

αρνιθόσκιλλον || Κάρπαθος || σπιθαμή

αρνιθοτυφλά || Κάρπαθος || νυκταλωπία

αρνιθοτυφλιά || Ρόδος || νυκταλωπία

αρνιθουκούμασου || Πιερία || κοτέτσι

αρνιθώνας || Πιερία || κοτέτσι

αρνικεύω || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Όφις*, Τραπεζούντα* || καυλώνω

αρνικίζω || Σάντα* || καυλώνω

αρνικό || Τσακωνιά || αρνίσιος

αρνικό || Κοτύωρα* || αρσενικό

αρνικός || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Κρώμνη*, Οινόη*, Όφις*, Σάντα*, Σαμψούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || αρσενικός

αρνίν || Κάρπαθος, Οινόη*, Ρόδος || αρνί

αρνιόμαι || Καστελόριζο, Κονίστρες || αρνούμαι

αρνίομαι || Οινόη* || αρνούμαι

αρνιόμι || Αιτωλοακαρνανία || αρνούμαι

αρνιούμ || Σαράντα Εκκλησιές* || αρνούμαι

αρνίουμαι || Τραπεζούντα*, Χαλδία* || αρνούμαι

αρνιούμαι [Βλαστός 1931] || δημοτική || Αυλωνάρι, Ζάκυνθος, Θήρα, Κάρπαθος, Κύπρος, Κως, Πάργα, Σινασός* || αρνούμαι

αρνιπούκι || Καλαβρία || αρνόμαλλο

αρνίσιος [Deheque 1825] || δημοτική || αρνικό, αρνίσιους, αρνίστικος, αρνίχιος || αρνίσιος

αρνίσιους || Καστοριά || αρνίσιος

αρνίσκα || Καλαβρία || αμνάδα

άρνισμα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Σίφνος || άρνηση

αρνιστής [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κάρπαθος, Οινόη* || αρνητής

αρνίστικος || Κρήτη || αρνίσιος

αρνίτζα || Κερασούντα*, Σαμψούντα*, Χαλδία* || αμνάδα

αρνίτς || Νιγρίτα || αρνάκι

αρνίτσι || Βάτικα*, Χαβουτσί* || κέδρος

αρνίτσιν || Κύπρος || αρνάκι

αρνιχεύω || Κερασούντα* || αρχίζω

αρνίχιος || Μάνη || αρνίσιος

αρνοβότανο [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || απολησμονοβότανο

αρνόγλωσσο || & Κέρκυρα, Κρήτη || αρνόγλωσσο

αρνόγλωσσο [Χελδράιχ 1926] || το φυτό Plantago lanceolata: πεντάνευρο, πιντάνιβρου || αρνόγλωσσο

αρνοκάτσικα || & Αχαΐα, Ηλεία, Κορινθία, Μάνη || αρνοκάτσικα

αρνοκάτσικα [Βλαστός 1931] || δημοτική || αρνόριφα, αρνουκάτσκα || αρνοκάτσικα

αρνόκουρα || & Αρκαδία, Ηλεία, Ίμβρος, Κάρυστος, Λακωνία || αρνόκουρα

αρνόκουρα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || κωλόκουρα || αρνόκουρα

αρνομάλ || Κοτύωρα*, Σάντα*, Σεμένι*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || αρνόμαλλο

αρνομάλιν || Κερασούντα* || αρνόμαλλο

αρνόμαλλο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αρνά (η), αρναπόκι, αρναρέα, αρνιπούκι, αρνομάλ, αρνομάλιν, αρνόμαλου, αρνοπόκι, αρνοπόκιν, αρνουμάλ, αρνουπόκ, πουκάρ || αρνόμαλλο

αρνόμαλου || Ίμβρος, Λέσβος, Καστοριά, Πιερία || αρνόμαλλο

αρνοπέτα [Somavera 1709] || μπουράντζα

αρνοπέτσι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αρνοτόμαρο

αρνόπλον || Οινόη* || αρνάκι

αρνοπόκι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Ήπειρος, Λευκάδα, Παξοί, Τσακωνιά || αρνόμαλλο

αρνοπόκιν || Κάρπαθος || αρνόμαλλο

αρνόπον || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || αρνάκι

αρνόπουλο || Κέρκυρα, ¨οφις* || αρνάκι

αρνόπουλον || Οινόη* || αρνάκι

αρνόριφα || Κάρπαθος, Κύθηρα, Νάξος, Χίος || αρνοκάτσικα

αρνός || Κάρπαθος || αρνί

αρνός [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Βουρλά* || αγριόσυκο

αρνοτόμαρε || Τσακωνιά || αρνοτόμαρο

αρνοτόμαρο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αρνιακάδα, αρνιακό, αρνιακός, αρνοπέτσι, αρνοτόμαρε || αρνοτόμαρο

αρνούδ || Αδριανούπολη*, Ίμβρος, Λήμνος, Μαΐστρος* || αρνάκι

αρνούδιν || Κύπρος || αρνάκι

αρνούιν || Κύπρος || αρνάκι

αρνουκάτσκα || Πιερία || αρνοκάτσικα

αρνούκι || Καλαβρία || αρνάκι

αρνούλι || Χαβουτσί* || αρνάκι

αρνούμαι || λόγιο || συχν. εμφ. 4 || Buck List 18.34 | αρνίγομαι, αρνίγομαι, αρνιέμαι, αρνιέμι, αρνίζουμαι, αρνίομαι, αρνιόμαι, αρνιόμι, αρνιούμ, αρνιούμαι, αρνίουμαι, ρνιούμαι || αρνούμαι

αρνούμαι || διαλεκτικό: Κρήτη, Νάξος, Σάντα* || αρνούμαι

αρνουμάλ || Γρεβενά, Πιερία || αρνόμαλλο

αρνουπόκ || Βελβεντός, Γρεβενά, Καστοριά, Κοζάνη, Πιερία, Τρίκαλα || αρνόμαλλο

αρνούππα || Κύπρος || προβατίνα

αρνούππιν || Κύπρος || αρνάκι

αρνοφήλι || Κρήτη || αμνάδα

αρνοχτιά || Ρόδος || πιπεριά

αρντακλιά || Ρόδος || αντράκλα

αρντάσης [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || σύντροφος

αρντάσης [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || φίλος

αρντάφνα || Κως || πικροδάφνη

αρντάχτι || Αστυπάλαια, Κάλυμνος, Κως, Λέρος || αδράχτι

αρντάχτιν || Κερασούντα*, Οινόη* || αδράχτι

αρντάχτσι || Σίλλη* || αδράχτι

αρντέντα || Καλαβρία || βδέλλα

αρντίρι || Ζάκυνθος || θάρρος

αρντός || Σίλλη* || χοντρός

αρντρίζου || Σουφλί || περισσεύω

αρξάφ || Βελβεντός || χρυσάφι

αρξός || Βελβεντός || χρυσάφι

αρόα || Μύκονος || μισθός

αροάβνα || Κύπρος || πικροδάφνη

αροάμνα || Κύπρος || πικροδάφνη

αρόανος || Κάρπαθος || ανάγυρος

αροάφνα || Κύπρος, Ρόδος || πικροδάφνη

αροάφνη || Χάλκη || πικροδάφνη

αροάχνα || Ρόδος || πικροδάφνη

αρόγα || Μύκονος || μισθός

αρογλάδα || Νάξος || γκορτσιά

αρόγνα || Ρόδος || πικροδάφνη

αρόδα || Δέλβινο, Πάρος, Σύρος || ρόδα

αροδάβνη || Κύπρος || πικροδάφνη

αροδάμνα || Κύπρος || πικροδάφνη

αροδαρά || Κρήτη || τριανταφυλλιά

αροδάφνα || Κύπρος, Ρόδος || πικροδάφνη

αροδάφνη [Somavera 1709] || δημοτική || Αμοργός, Άνδρος, Βουρλά*, Κύπρος, Νίσυρος, Χίος || πικροδάφνη

αροδάφνι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || πικροδάφνη

αρόδιστα || Θήρα, Κύθηρα || αξημέρωτα

αρόδο || & Καλλίπολη*, Κάλυμνος, Κύθηρα, Λακωνία, Μάνη, Μύκονος, Τρίγλια* || αρόδο

αρόδο [Βλαστός 1931] || δημοτική || αρόδου || αρόδο

αροδόντης || Κρήτη || αραιοδόντης

αρόδου || Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Λευκάδα, Μαγνησία, Μύκονος, Νάξος, Παξοί, Πάργα, Σκόπελος || αρόδο

αροθυμία || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σαμψούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || νοσταλγία

αροθυμία || Σύμη || πλήξη

αροθυμώ || Σαμψούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || νοσταλγώ

αροθυμώ || Κύπρος || φοβάμαι

αρόιδο || Αρκαδία || ρόδι

αρόινος || Κάρπαθος || ρίγανη

αροκάνιγος || Αρκαδία || αροκάνιστος

αροκάνιστε || Τσακωνιά, Χαβουτσί* || αροκάνιστος

αροκάνιστος [Βλαστός 1931] || δημοτική || αροκάνιγος, αροκάνιστε, αροκάνιτε, αρουκάνιγος, αρουκάνιστος, αρουκάνιτε, αρούκανος || αροκάνιστος

αροκάνιτε || Τσακωνιά || αροκάνιστος

αρολάρω || Ζάκυνθος || καταγράφω

αρόλιθος || Κρήτη || γούρνα

αρολλοΐντζω || Κάρπαθος || κοσκινίζω

αρολλός || Κάρπαθος || κόσκινο

αρολόγος || Κύμη || κόσκινο

αρολόι || Καστελλόριζο || ρολόι

αροματέβγομαι || Θήρα || ονειρεύομαι

αρομιά || Σύμη || αρμίδι

αρομιίδι || Σύμη || αρμίδι

αρομνιά || Σύμη || αρμίδι

αρόντα || Κέρκυρα || τρεχάλα

αρόουφνα || Ρόδος || πικροδάφνη

αροπός || Πάρος || αραιός

αρόποτος || Θεσπρωτία || αχόρταγος

αρός || Χαλκιδική || αραιός

άρος (το) || Οινόη* || αραίωση

αροσέρνω || Κρήτη || ευδοκιμώ

αροσίρω || Κρήτη || ευδοκιμώ

αροσμαρής || Κρήτη || δεντρολίβανο

αροσμαρί || Κρήτη || δεντρολίβανο

αροσύνη || Φάρασα* || υγεία

αρότολο || Ζάκυνθος || διαδοχικά

αρότρ || Τένεδος || αλέτρι

αροτσίνα || Ρόδος || ρετσίνι

αρού || Τσακωνιά || αρμέγω

άρου || Κιμωλος || αραιά

άρου || Κίμωλος || σπάνια

αρουά || Ρόδος || ρώγα

αρούα || Ρόδος || αράχνη

αρούανος || Κάρπαθος || ρίγανη

αρούβαλο [Χελδράιχ 1926] || Τήνος || ρούβαλο

αρουβάρω || Μύκονος || φτάνω

αρουβίθ || Ίμβρος || ρεβίθι

αρούγκαβλος || Λακωνία || ατσούμπαλος

αρουδάφν || Λέσβος || πικροδάφνη

αρουδάφνη || Λιβίσι* || πικροδάφνη

αρουδαφνούδα || Λέσβος || πικροδάφνη

αρούδι || Χίος || ρόδι

αρουδιά || Χίος || ροδιά

αρουθουνίτης || Ρόδος || νεροχύτης

αρουκάνιγος [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αροκάνιστος

αρουκάνιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Μάνη || αροκάνιστος

αρουκάνιτε || Τσακωνιά, Χαβουτσί* || αροκάνιστος

αρούκανος || Λευκάδα || αροκάνιστος

αρούκατε || Τσακωνιά || χοντρός

αρουκατιά || Αρκαδία || αγένεια

αρούκατος || Αρκαδία || άξεστος

αρούκατος || Αρκαδία, Λακωνία, Μεσσηνία || απεριποίητος

αρούκατος || Μεσσηνία || κρεμανταλάς

αρούκατος [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || ακατάστατος

αρούκατους || Σκόπελος || άχαρος

αρούλημα || Αρκαδία, Ηλεία || ουρλιαχτό

αρουλητό || Αρκαδία, Ηλεία || ουρλιαχτό

αρούλιασμα || Αρκαδία || ουρλιαχτό

αρουλιέμαι || Αρκαδία, Ηλεία, Λακωνία, Μεσσηνία || ουρλιάζω

αρούλισμα [Αρχείο Τριανταφυλλίδη 1924] || ουρλιαχτό

αρούλλα || Κύπρος || μαγκάλι

αρουλόι || Καρδίτσα, Μαγνησία || ρολόι

αρουλός [Somavera 1709] || δημοτική || νερουλός

αρούμαγος || Δέλβινο, Πωγώνι || άγουρος

αρούμαι || Φάρασα* || γιατρεύομαι

αρούμαστος || Κέρκυρα || ανώριμος

αρόυνας || Ρόδος, Σύμη || ανάγυρος

αρούνγους || Άρτα || ξεροκέφαλος

αροϋνιά || Ρόδος || ανάγυρος

αρούνοι (οι) || Ρόδος || φασολάκια

αρόυνος || Κάρπαθος, Σύμη || ανάγυρος

άρουπος || Κοτύωρα* || άνθρωπος

αρούποτος || Λακωνία || αχόρταγος

αρούπουτους || Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Φθιώτιδα || αχόρταγος

αρουραίος || λόγιο || συχν. εμφ. 4 || Atlas Linguarum Europae 104 | αναβαγούλα, αναβαλούδα, αναβαλούδας, αναβαλούκα, αναβολέος, αναβαλέους, αναβολιός, ανεβολιός || αρουραίος

αρουσάδα || Κρήτη || χαραμάδα

αρουσκιά || Λέσβος || αρρώστια

αρουσκιάρς || Λέσβος || αρρωστιάρης

αρουσταίνου || Ευρυτανία || αρρωσταίνω

αρουστάου || Νιγρίτα || αρρωσταίνω

αρουστάρη || Καλαβρία || αρρωστιάρης

άρουστε || Τσακωνιά || άρρωστος

αρουστεύου || Ίμβρος || αρρωσταίνω

αρουστιά || Νιγρίτα, Πιερία || αρρώστια

αρουστιάρκους || Γρεβενά || αρρωστιάρης

αρουστιάρς || Καρδίτσα, Νιγρίτα, Πιερία, Σάμος || αρρωστιάρης

αρουστκό || Ίμβρος, Ιωάννινα || φάρμακο

άρουστο || Καλαβρία || άρρωστος

άρουστου || Καλαβρία || άρρωστος

άρουστους || Αλόννησος, Γρεβενά, Ευρυτανία, Καρδίτσα, Καστοριά, Φωκίδα, Χαλκιδική || άρρωστος

αρουστώ || Καστοριά, Κοζάνη, Λήμνος, Πιερία || αρρωσταίνω

αρουτάου || Σκόπελος || ρωτώ

αρουτιούμι || Κοζάνη || αναρωτιέμαι

αρουτώ || Κοζάνη, Λήμνος, Σάμος, Σκόπελος || ρωτώ

αρουφώ [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || ρουφώ

αρουχλάδα || Νάξος || γκορτσιά

αρούχλαδο || Νάξος || γκόρτσο

αροχλάδα || Νάξος || γκορτσιά

αροχλαδιά || Νάξος || αχλαδιά

αρόχλαδο || Νάξος || γκόρτσο

αροχυμώ || Κύπρος || φοβάμαι

άρπα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Κύπρος || ξαφνικά

αρπαάνος || Σύμη || άρπαγας

αρπαάς || Λιβίσι* || άρπαγας

αρπάγ || Αίνος*, Χαλκιδική || αρπάγη

αρπαγάνης || Σινασός* || άρπαγας

άρπαγας || λόγιο || συχν. εμφ. 2 || αλέτουρος, αρδαχτάς, αρπαάς, αρπαάνος, αρπαγάνης, αρπαγάς, άρπαγος, άρπαγους, αρπαδούρας, αρπάνος, αρπαουνιάρης, αρπάχτας, αρπάχτες, αρπαχτέας, αρπάχτης, αρπαχτής, αρπαχτιάις, αρπαχτιάρς, αρπαχτουλλάς, ζουλούμης, καζέπιν, ντουμουσιάρς || άρπαγας

αρπαγάς [Germano 1622] || άρπαγας

αρπάγη [Germano 1622] || συχν. εμφ. 3 || αγγρίφι, αγκερίδα, αγκζίθι, αγκινάρι, αγκινιός, αγκρίθι, άγκριπας, αγκρίφ, αγκριφάς, αγκρίφας, άγκριφας, αγκρίφι, αγκρίφιν, άγκριφους, αγκρύφι, άγριφας, αγρίφη, αγρίφι, ανασυρτό, ανγκρίφιν, αντσινάρι, αραμπαός, αρπάγ, αρπάγι, αρπάδι, αρπάιν, αρπαουνιά, αρπαχτάρι, αρπαχτάριν, αρπάχνα, αρπάχτης, γκρίφης, έγκριφας, έγριφας, κατσουκάνι || αρπάγη

αρπάγι || Σωζόπολη* || απόχη

αρπάγι [Somavera 1709] || δημοτική || αρπάγη

αρπαγία || Σωζόπολη* || άρπαγμα

άρπαγμα || Χαλκιδική || καβγάς

άρπαγμα [Somavera 1709] || δημοτική || άβραμα, άδραγμα, άδραγμα, αδραξιά, αδραξία, αδραχτιά, αλιμούρα, αναρπαγμός, αρπαγία, άρπαγμαν, αρπαή, αρπάκωμα, αρπαλίκι, αρπαλούκ, άρπαμα, άρπαμαν, αρπαξά, αρπαξία, αρπαξιά, αρπαουνιά, άρπασμα, αρπαχτουλλίκιν, δράξιμο, λιμούρα, χρουμπούλιασμα || άρπαγμα

άρπαγμαν || Κύπρος || άρπαγμα

αρπαγμένος [Βεντότης 1790] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || ανάπαρτος, αρπακωμένος, αρπαμένος || αρπαγμένος

αρπαγμένους || Χαλκιδική || θυμωμένος

άρπαγος [Deheque 1825] || δημοτική || Κερασούντα*, Μέγαρα || άρπαγας

άρπαγους || Θάσος || άρπαγας

αρπάδι || Κεφαλονιά || αρπάγη

αρπαδούρας || Λέσβος || άρπαγας

αρπάζζομαι || Νίσυρος || φοβάμαι

αρπάζομαι [Somavera 1709] || δημοτική || αρπάζουμαι, αρπάζουμι, αρπακουλιέμι, αρπακουλιόμι, αρπακουλιόμι, αρπάχνομαι || αρπάζομαι

αρπάζομαι [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || Πάργα || θυμώνω

αρπάζου || Τήνος || αγοράζω

αρπάζου || Αδριανούπολη*, Βοιωτία, Μάνη, Τρίκαλα || αρπάζω

αρπάζουμαι [Βλαστός 1931] || αρπάζομαι

αρπάζουμι || Τρίκαλα || αρπάζομαι

αρπάζουμι || Χαλκιδική || θυμώνω

αρπάζουμι || Χαλκιδική || καβγαδίζω

αρπάζω || & Αρκαδία, Βάτικα*, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Ικαρία, Κέα, Κοτύωρα*, Λακωνία, Λευκάδα, Μεσσηνία, Πάργα, Πάρος, Χαβουτσί || αρπάζω

αρπάζω [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | αβράκχου, αβράχου, αγανταρίζου, αγαντάρου, αγαντζάρω, αδράζου, αδράζω, αδράσκου, αδράσκω, αδράχνου, αδράχνω, αδράχτου, αδράχτω, αλιμουριάζου, αναρπάζω, απαβράχου, απαρπώ, απλοχεριάζω, απλοχερίζω, απλοχερνώ, απλοχερώ, αποπιάνω, αρδάζω, αρπάζου, αρπακούμαι, αρπακώνου, αρπακώνω, αρπάου, αρπάσσω, αρπάχνου, αρπάχνω, αρπάχτου, αρπάω, αρπού, αρπώ, δράζω, δράχνου, δράχνω, ερπώ, ζαπώνου, ρπω, χρουμπουλιάζω || αρπάζω

αρπαή || Κύπρος || άρπαγμα

αρπάι || Τσακωνιά || απόχη

αρπάιν || Κύπρος || αρπάγη

αρπάκ || Πιερία || δαγκάνα

αρπακουλιέμι || Φθιώτιδα || αρπάζομαι

αρπακουλιόμι || Φθιώτιδα || αρπάζομαι

αρπακούμαι || Οινόη* || αρπάζω

αρπακτικά || δημοτική || αρπαχτικά || αρπακτικά

αρπακτικός || λόγιο || συχν. εμφ. 2 || αδραχτικός, αρπαουνιάρης, αρπαχτικός || αρπακτικός

αρπάκωμα || Λακωνία || άρπαγμα

αρπακωμένος || Λακωνία || αρπαγμένος

αρπακώνου || Πιερία || αρπάζω

αρπακώνω || Λακωνία || αρπάζω

αρπάλ || Πιερία || δαγκάνα

αρπάλι [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || χαυλιόδοντας

αρπαλίκι || Θεσπρωτία, Πωγώνι || άρπαγμα

αρπαλίκι [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || λάφυρο

αρπαλούκ || Ιωάννινα || άρπαγμα

άρπαμα || Λέσβος || μπασταρδάκι

άρπαμα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Ζάκυνθος, Κέρκυρα || άρπαγμα

άρπαμαν || Κύπρος || άρπαγμα

αρπαμάς || Λέσβος || μπάσταρδος

αρπαμένος || Κρήτη || αρπαγμένος

αρπάνος || Χίος || άρπαγας

αρπαξά || Κάλυμνος || άρπαγμα

αρπαξία || Ζάκυνθος || άρπαγμα

αρπαξιά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || άρπαγμα

αρπαξίσικα || Τσακωνιά || αρπαχτά

αρπαού || Ζάκυνθος || κλοπή

αρπάου || Λιβίσι*, Φθιώτιδα || αρπάζω

αρπαουνιά || Κύπρος || αρπάγη

αρπαουνιά || Κύπρος || άρπαγμα

αρπαουνιάρης || Κύπρος || άρπαγας

αρπαουνιάρης || Κύπρος || αρπακτικός

αρπαουνίκκιν || Κύπρος || λαφυραγωγία

άρπασμα [Somavera 1709] || δημοτική || άρπαγμα

αρπάσσω || Καστελλόριζο, Κύπρος || αρπάζω

άρπαστος || Τραπεζούντα* || ανάρπαστος

αρπάστρα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρπάχτρα

αρπατζίκ || Σουφλί || κοκκάρι

αρπατζίκκιν || Κύπρος || κριθαράκι

αρπάχνα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αρπάγη

αρπάχνομαι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αρπάζομαι

αρπάχνου || Αιτωλοακαρνανία, Κοζάνη, Νιγρίτα, Σέρρες, Σιάτιστα, Φθιώτιδα, Χαλκιδική || αρπάζω

αρπάχνω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Ζάκυνθος || αρπάζω

αρπαχτά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αδραχτά, αδραχτικά, αρπαξίσικα, αρπαχτικά || αρπαχτά

αρπαχτάνους || Χαλκιδική || εφαψίας

αρπαχτάρι || Σύμη || αρπάγη

αρπαχτάριν || Κάρπαθος || αρπάγη

αρπάχτας [Βλαστός 1931] || Χαλδία* || άρπαγας

αρπαχτέας || Οινόη* || άρπαγας

αρπάχτες || Κερασούντα* || άρπαγας

αρπάχτης || Μάνη || άρπαγας

αρπάχτης || Σμύρνη*, Σύμη || αρπάγη

αρπαχτής [Βλαστός 1931] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || Ινέπολη* || άρπαγας

αρπαχτής [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || κλέφτης

αρπαχτιάης || Κοζάνη || Κοζάνη

αρπαχτιάις || Κοζάνη || άρπαγας

αρπαχτιάρς || Νιγρίτα || άρπαγας

αρπαχτικά || Νίσυρος || αρπαχτά

αρπαχτικά || Αδριανούπολη* || βιαστικά

αρπαχτικά [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρπακτικά

αρπαχτικός [Βλαστός 1931] || δημοτική || αρπακτικός

αρπάχτιρια || Μάνη || αρπάχτρα

αρπαχτός [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || βιαστικός

αρπαχτός [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || κλεμμένος

αρπαχτού || Κοζάνη || κλέφτρα

αρπάχτου || Κοζάνη || αρπάζω

αρπαχτούλης || Κρήτη || κλεφτάκος

αρπαχτουλλάς || Κάρπαθος || άρπαγας

αρπαχτουλλίκιν || Κάρπαθος || άρπαγμα

αρπαχτούρης || Κρήτη || κλεφτάκος

αρπάχτρα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αρπάστρα, αρπάχτιρια || αρπάχτρα

αρπάχτρα [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || Ζάκυνθος, Τρίκαλα || κλέφτρα

αρπαψώλα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || τσούλα

αρπάω [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρπάζω

αρπεδόνα || Τσακωνιά || κλωστή

αρπεδόνα || Μέγαρα || σχοινί

άρπεζα || Ζάκυνθος || σιδηροδοκός

αρπεντές || Κάρπαθος || επίθεση

αρπετέ || Τσακωνιά || ποντίκι

αρπετίνα || Κάρπαθος || σαύρα

αρπετό || Ρόδος || γεράκι

αρπετό || Κάλυμνος, Κως || ερπετό

αρπετό || Κύθηρα || όρνιο

αρπετόν || Ρόδος || γεράκι

αρπετόν || Κάρπαθος || σαύρα

αρπετός || Μύκονος || γρήγορος

αρπετούιν || Κάρπαθος || σαύρα

αρπιδόνια || Αδριανούπολη* || κρόσσια

άρπορο [Βλαστός 1931] || κατάρτι

αρπού || Μάνη || αρπάζω

αρπουκουλιόμι || Φθιώτιδα || αρπάζομαι

άρπουρο || Κρήτη, Χάλκη || κατάρτι

αρπώ [Germano 1622] || δημοτική || Θήρα, Κάρπαθος, Κρήτη, Κύθηρα, Κως, Λέσβος, Λήμνος, Μύκονος, Νάξος, Νίσυρος, Πάρος, Σάμος, Χίος || αρπάζω

άρραβος [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || άραφτος

αρραβώνα || Κύπρος || προκαταβολή

αρραβώνα [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || Κερασούντα*, Οινόη* || αρραβώνας

αρραβώνας [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | αβερώνα, αναβούρα, αραβουνιά, αραβώνα, αραβωνάδα, αραβώνασμα, αραβωνή, αράωνας, αραώννιασμαν, αρβώνα, αρεβώνα, αρεβώνας, αριβώνα, αριβώνας, αρραβώνα, αρραβώνιασμα, αρραούνα, αρραούνισμα, αρρεβώνα, αρρεβώνιασμα, γαμπρολόι, νικκιάφιν, νισάν || αρραβώνας

αρραβώνας [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || βέρα

αρραβώνας [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || Κρήτη || καπάρο

αρραβώνες [Βλάχος 1659] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || αραβουνιάσματα, αραβώνις, αραβωνίσα (τα), αρβουνιάσματα, αρεβώνες, αριβώνις, αρμαστουλόγια (τα), αρμαστουλουήματα (τα), αρματσουλουήματα (τα), αρραβωνίσια, αρρεβωνίσια, μπατίκια, σιάσματα || αρραβώνες

αρραβωνιάζομαι [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αραβουνιάζουμι, αραβουνίζουμι, αρραβωνίζομαι, αρεβωνιάζομαι, νισανναντού, ραουνιάζζομαι, ραωνιάζομαι, ραωνιάζουμαι || αρραβωνιάζομαι

αρραβωνιάζω || & Ανάφη, Βάτικα*, Ζάκυνθος, Κρήτη, Χαβουτσί* || αρραβωνιάζω

αρραβωνιάζω || Κύπρος || καπαρώνω

αρραβωνιάζω [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | αναβουριάννου, αραβουνιάζου, αραβωνάζω, αραβωνιάζου, αραωνιάζω, αρβουνιάζου, αρβωνιάζου, αρβωνιάζω, αρεβωνιάζου, αρεβωνίζω, αριβουνιάζου, αρραβωνίζω, αρρεβωνιάζω, νισαννατίζω, ραουνιάζζω, ραωνιάζω || αρραβωνιάζω

αρραβώνιασμα [Somavera 1709] || δημοτική || Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Τσακωνιά || αρραβώνας

αρραβωνιάσματα [Βλάχος 1659] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || αλαξοδαχτυλίδια, αραβουνιάσματα, αραβουνίσια, αραβωνιάδα, αρβωνιάσματα, αραωνιάσματα, αρεβωνιάδα, αριβουνιάσματα, αριβουνίσια, αρματσουλουΐσματα, σιάσματα || αρραβωνιάσματα

αρραβωνιασμένος [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || αραβουνιασμένους, αρεβωνιασμένος, αριβουνιασμένος || αρραβωνιασμένος

αρραβωνιαστική [Deheque 1825] || αρραβωνιαστικιά

αρραβωνιαστικιά [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || συχν. εμφ. 4 || αμουρούζα, αναβουριαστική, αραβουνιάρα, αραβουνιάρς, αραβουνιασκιά, αρραβωνιαστική, αρραώνα, αραωνιαστική, αρβουνιάρα, αρεβωνιάρα, αριβουνιάρα, αρμαστή, αρμοστή, γιαβουκλού, δαχτυλιδωμένη, ραωνιαστικιά, ραωνιαστικιά, ταρκουλού || αρραβωνιαστικιά

αρραβωνιαστικός [Βλάχος 1659] || δημοτική || συχν. εμφ. 4 || αβερωνιαστικός, αμουρούζος, αναβουριαστικός, αραβουνιασκός, αραβουνιαστκός, αραβωνιαστέ, αραβωνιαστικό, αραβωνιαστκός, αραωνιαστικός, αραωννιαστικός, αρβουνιασκός, αρβουνιαστκός, αρβωνιαστέ, αρβωνιαστικό, αρεβωνιάρης, αρεβωνιαστικός, αριβουνιάρς, αριβουνιαστκός, αρμαστής, αρμαστός, βερωνιαστικός, καταπιασμένος, νίσανι, ραβουνιασκός, ραβωνιαστικός, ραωνιαστικός, ρεβωνιαστικός, σαστικός, σιαστικός || αρραβωνιαστικός

αρραβωνίζομαι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αρραβωνιάζομαι

αρραβωνίζω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αρραβωνιάζω

αρραβωνίσια [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρραβώνες

αρράντιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αράντιστος

αρραούνα || Κως || αρραβώνας

αρραούνισμα || Ρόδος || αρραβώνας

άρραφτος [Βεντότης 1790] || άραφτος

αρραώνα || Καστελλόριζο || αρραβωνιαστικιά

αρρεβώνα || Πάτμος || αρραβώνας

αρρεβωνιάζω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Ζάκυνθος, Πάτμος || αρραβωνιάζω

αρρεβώνιασμα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Μάνη || αρραβώνας

αρρεβωνίσια [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρραβώνες

αρρενοτόκος || αγορομάνα, αγουρουμάνα || αρρενοτόκος

αρροκάνιστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || απλάνιστος

Αρρομούνοι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Βλάχοι

Αρρουμάνοι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Βλάχοι

Αρρουμούνοι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Βλάχοι

αρρουσταίνω || Καλαβρία || αρρωσταίνω

αρρουστάω || Καλαβρία || αρρωσταίνω

αρρουστημένο || Καλαβρία || αρρωστημένος

αρρουστία || Καλαβρία || αρρώστια

άρρουστο || Καλαβρία || άρρωστος

αρρουχάλιστος [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρροχάλιστος

αρροχάλιστος [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρρουχάλιστος || αρροχάλιστος

άρρυθμα || λόγιο || αμπριάζκα || άρρυθμα

αρρυτίδωτος || λόγιο || αρυτίδιαστος || αρρυτίδωτος

αρρώγιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αβύζακτος

Αρρωμάνοι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Βλάχοι

αρρωσταίνω || & Αρκαδία, Κάρπαθος, Κερασούντα*, Κέρκυρα, Κοτύωρα*, Τραπεζούντα* || αρρωσταίνω

αρρωσταίνω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | αλκοτίζω, αναγκεύομαι, αναγκεύου, ανημπορεύγω, ανημπορεύω, ανημπουρεύγου, αρουσταίνου, αρουστάου, αρουστεύου, αρουστώ, αρρουσταίνω, αρρουστάω, αρρωστάω, αρρωστίζω, αρρωστώ, αρωσταίνου, αρωστάω, αρωστίνω, αρωστιώ, αρωστού, αρωστώ, ασβολώνομαι, αχαμνίζομαι, ζαμπνεύου, ζαμπουκεύω, κακαδεύω, ζουριάζου, ρωστώ, τζαμπνεύου || αρρωσταίνω

αρρωστάρης [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κρήτη || αρρωστιάρης

αρρωστάς || Κύπρος || αρρωστιάρης

αρρωστάς || Κύπρος || άρρωστος

αρρωστάω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Αχαΐα, Λακωνία || αρρωσταίνω

αρρωστημένος [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || αρρουστημένο, ζαγγανιάρης, ζαμπούνικος || αρρωστημένος

αρρώστια || & Αδριανούπολη*, Αιτωλοακαρνανία, Ανάφη, Αργολίδα, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Ικαρία, Ιωάννινα, Κάλυμνος,  Καστοριά, Κέα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κίμωλος, Κορινθία, Κοτύωρα*, Κρήτη, Κύθηρα, Λακωνία, Μεσσηνία, Μήλος, Νάξος, Νίσυρος, Παξοί, Ρόδος, Σέρρες, Σύρος || αρρώστια

αρρώστια [Deheque 1825] || δημοτική || συχν. εμφ. 4 || Buck List 4.84b | Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | αμπουρισίν, ανημπόρια, ανουμποριασμός, αρουσκιά, αρουστιά, αρρωστιά, αρρώτσα, αρώθια, αρώισκια, αρώσθια, αρωσθιά, αρώσια, αρωσία, αρωσιά, αρώσκια, αρώστα, αρωστιά, αρωστία, αρωστίγια, αρώστιγια, αρώστρια, αρρουστία, αρρωστιά, αρρώτσα, αρώστεμα, αρωστσία, αστιναρλάντημα, ζαϊφλίκι, ζαμπούνα, ζαμπούνιασμα, ζαράρ, κακάδεμα, καρακούσι, τάρτι || αρρώστια

αρρωστιά [Germano 1622] || αρρωστιά

αρρωστιά [Portius 1635] || δημοτική || Αμοργός, Κάρπαθος || αρρώστια

αρρωστιάρης || & Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ρόδος || αρρωστιάρης

αρρωστιάρης [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αγγελιάρης, αναγκεμένος, αναγκιούλης, αρουσκιάρς, αρουστάρη, αρουστιάρκους, αρουστιάρς, αρρωσταρέ, αρρωστάρης, αρρωστάς, αρρωτσάρης, αρωισκιάρης, αρωστάρης, αρωστουλιάρης, αρωστουλλάς, βιριάνς, ζαγανιάρης, ζαΐφη, ζαΐφης, ζαμποθάνης, ζαμπούνης, ζαμπουνιάρης, ζαραλής, ζαριασμένος, ζαρίφκους, νταλακιάρης, νταλαχιάρης, ντέμπολος, ντιρλής || αρρωστιάρης

αρρωστιάρικος [Somavera 1709] || δημοτική || αρωστάρικος, αρωστάρκος, ζαμπουνιάρικος || αρρωστιάρικος

αρρωστίζω [Βλάχος 1659] || δημοτική || Θήρα || αρρωσταίνω

αρρωστικός [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || θεραπευτικός

αρρωστίλα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρωστουλιά || αρρωστίλα

αρρωστοβολάω [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρρωστοβολώ

αρρωστοβολώ [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || αρρωστοβολάω || αρρωστοβολώ

άρρωστος || & Αίνος*, Αμοργός, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Ιθάκη, Ικαρία, Κάλυμνος, Κέα, Κερασούντα*, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κοτύωρα*, Κρήτη,Κύθηρα, Κρώμνη*, Κύπρος, Λακωνία, Λέρος, Λευκάδα, Μάνη, Μεσσηνία, Μήλος, Νάξος, Οινόη*, Ρόδος, Σάντα*, Σαράντα Εκκλησιές*, Σύρος, Τραπεζούντα*, Χαλδία*, Χίος || άρρωστος

άρρωστος [Corona Preciosa 1527] || δημοτική || συχν. εμφ. 5 || Atlas Linguarum Europae 205 | Buck List 4.84a | Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | αναγκασμένους, αναγκεμένος, ανέχαλος, ανίδιος, αντύνατο, άουστους, άρουστε, άρουστο, άρουστου, άρουστους, άρρουστο, αρρωστάς, άρστο, αρωστάρης, αστινάρ, ατύνατο, αχαμνός, ζαΐφης, ζαμπούνης, ζαμπούνικος, ζαρόκολος, κακάς, ντεφεντάδος, ντύνατο || άρρωστος

αρρωστούλης [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αρρωστούτσικος || αρρωστούλης

αρρωστούτσικος [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || αρρωστούλης

αρρωστώ [Germano 1622] || δημοτική || Βάτικα*, Χαβουτσί* || αρρωσταίνω

αρρώτσα || Κάλυμνος || αρρώστια

αρρωτσάρης || Κάλυμνος || αρρωστιάρης

Αρσάλια (τα) || Πιερία || Πεντηκοστή

αρσάλιν || Κύπρος || ατσάλι

αρσαλώννω || Κύπρος || ατσαλώνω

αρσανάς [Βλαστός 1931] || δημοτική || ναύσταθμος

αρσανάς [Βλάχος 1659] || δημοτική || Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Λακωνία, Λέσβος, Φωκίδα, Χαλκιδική || ναυπηγείο

αρσανιάζω || Κύπρος || γρατζουνάω

αρσάς [Κουκκίδης 1960] || Κωνσταντινούπολη || οικόπεδο

αρσάτια || Σουφλί || γλυκίσματα

αρσεναδία || Κύπρος || σερενάτα

αρσενάς [Germano 1622] || ναυπηγείο

αρσενικό || & Αμοργός, Αργολίδα, Αρκαδία, Ηλεία, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κρήτη, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Νάξος, Χάλκη || αρσενικό

αρσενικό || Τσακωνιά || αρσενικός

αρσενικό [Corona Preciosa 1527] || δημοτική || συχν. εμφ. 4 || αρνικό, ρσενικό, σερνικό, σερνικού || αρσενικό

αρσενικοβότανε || Τσακωνιά || σερνικοβότανο

αρσενικοβότανο [Μέγας 1975] || Ηλεία || σερνικοβότανο

αρσενικοθήλυκος [Deheque 1825] || δημοτική || Πάρος, Ρόδος, Σαράντα Εκκλησιές* || ερμαφρόδιτος

αρσενικός [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || Buck List 2.23 | Buck List 3.12 | Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | αρκινικό, αρνικός, αρσενικό, αρσινικός, αρσινκός, αρτσενικός, αρτσινικός, ασαρκός, ασερνικό, ασερνικός, ασερνκός, ασιρνικός, αφσινικό, σερικός, σερκός, σερνικό, σερνικός, σιρκός, σιρνκός || αρσενικός

αρσενικοσήλυκο || Τσακωνιά || ερμαφρόδιτος

αρσενικοφήλυκος || Φούρνοι || ερμαφρόδιτος

αρσενικόχορτο || Ζάκυνθος || σερνικοβότανο

αρσενκοφήλκος || Πάρος || ερμαφρόδιτος

αρσενοθήλυκος [Βλάχος 1659] || ερμαφρόδιτος

αρσένς || Αυδήμι* || μπάμπουρας

άρσεντρα || Κως || οχιά

αρσέρα || Κύπρος || φωταγωγός

αρσή || Αμοργός, Κάλυμνος, Καστελλόριζο, Μύκονος, Οινόη*, Τραπεζούντα*, Σίλατα*, Σίλλη* || αρχή

άρση || Σαμψούντα* || αρχή

αρσί || Κάλυμνος || αρχίδι

αρσιάτος || Κύπρος || αρχίδι

αρσιβούσια || Μύκονος || τρεχάματα

αρσίγκια || Κάλυμνος || αρχίδια

αρσίγς || Λέσβος || ξεδιάντροπος

αρσίδι || Κάλυμνος, Καστελλόριζο || αρχίδι

αρσίζ || Θάσος || σκανταλιάρης

αρσιζά || Βουρλά* || αναίδεια

αρσιζά || Κρήτη || βωμολοχία

αρσιζέ || Κρήτη || βρισιά

αρσιζέ || Κρήτη || βωμολοχία

αρσίζζης || Νίσυρος || αναιδής

αρσίζζης || Νίσυρος || άτακτος

αρσίζζης || Κως, Νίσυρος || ζωηρός

αρσιζζιά || Κως || ζωηράδα

αρσίζζικα || Κως || ζωηρά

αρσίζζικος || Κως || ζωηρός

αρσίζης || Ρόδος || άτακτος

αρσίζης || Καστελλόριζο || ζωηρός

αρσίζης || δημοτική || Βουρλά*, Θήρα, Κρήτη, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Μέγαρα, Νάξος, Πελοπόννησος || ξεδιάντροπος

αρσίζης || Κρήτη || πούστης

αρσίζης [Κουκκίδης 1960] || Βουρλά*, Θήρα, Καλλίπολη*, Κρήτη, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Μάκρη*, Χίος || αναιδής

αρσιζιά || Ρόδος || αταξία

αρσιζιά [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || ξεδιαντροπιά

αρσίζικα [Βλαστός 1931] || Κρήτη || βρομόλογα

αρσίζικες || Κρήτη || βρομόλογα

αρσίζικος || Κωνσταντινούπολη || άτακτος

αρσίζικος [Somavera 1709] || δημοτική || Βουρλά*, Κρήτη || ξεδιάντροπος

αρσίζκους || Σάμος || καυλιάρης

αρσίζκους || Θάσος || σκανταλιάρικος

αρσιζλίτς || Λέσβος || ξεδιαντροπιά

αρσίζς || Σάμος || καυλιάρης

αρσίζς || Σάμος || ξεδιάντροπος

αρσίζς [Κουκκίδης 1960] || αναιδής

αρσίζω || Κάλυμνος, Χαλδία* || αρχίζω

αρσίιν || Κύπρος || αρχίδι

αρσίλικος || Κύθηρα || γυναικάς

αρσιλλίκκιν || Κύπρος || ξεδιαντροπιά

αρσίν || Κοτύωρα* || πήχης

αρσινάλλιν || Κύπρος || ναύσταθμος

αρσίνι || Σίλλη* || πήχης

αρσινίζου || Σίλλη* || αρχίζω

αρσινικός || Νίσυρος, Σύμη || αρσενικός

αρσινικός || Ρόδος || γιος

αρσινικουθήλυκους || Λιβίσι* || ερμαφρόδιτος

αρσινκός || Λέσβος || αρσενικός

αρσινκουθήλκους || Λέσβος, Χαλκιδική || ερμαφρόδιτος

αρσινός || Σίλλη* || παλαιικός

αρσινώ || Κάλυμνος, Καστελλόριζο || αρχίζω

άρσιουμα || Σουφλί || επίπληξη

αρσιτζάκος || Κάλυμνος || αρχιδιάκονος

αρσίτζης || Λέρος || αισχρός

αρσίτζικα (τα) || Λέρος || βρισιές

αρσίχς || Ίμβρος || βρομόγλωσσος

αρσιψεύτης || Κάλυμνος || αρχιψεύτης

άρσμα || Ίμβρος || καβγάς

αρσούζης || Κερασούντα* || αναιδής

αρσούζης || Φάρασα* || άτακτος

αρσουζλούκ || Κοτύωρα* || ξεδιαντροπιά

αρσουζλούχι || Φάρασα* || αταξία

αρσούης || Κοτύωρα* || ξεδιάντροπος

αρσούης [Κουκκίδης 1960] || Σάντα*, Χαλδία* || αναιδής

άρστο || Καλαβρία || άρρωστος

αρσώ || Καστελλόριζο || αρχίζω

άρσωπος || Αξός* || άνθρωπος

αρταίγκου || Τσακωνιά || αρταίνω

αρταίγκου || Τσακωνιά || καρυκεύω

αρταίνομαι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || δε νηστεύω: αρταίνουμαι, αρταίνουμι, αρτεύομαι, αρτσαίνουμι, αρτυέμαι, αρτύζομαι, αρτύνμαι, αρτύνομαι, αρτύνουμ, αρτύνουμαι, αρτύνουμι || αρταίνομαι

αρταίνου || Γρεβενά, Καστοριά, Λαγκαδάς, Σάμος, Φθιώτιδα, Χαλκιδική || αρταίνω

αρταίνουμαι || Αρκαδία, Ηλεία, Κουβούκλια*, Λακωνία, Μεσσηνία || αρταίνομαι

αρταίνουμι || Γρεβενά, Ιωάννινα, Κοζάνη, Λαγκαδάς, Λάρισα, Σάμος, Σκόπελος, Σουφλί, Τρίκαλα, Φθιώτιδα, Χαλκιδική || αρταίνομαι

αρταίνω || & Ζάκυνθος, Καλαβρία, Κεφαλονιά, Κορινθία || αρταίνω

αρταίνω [Βεντότης 1790] || δημοτική || αρκύζου, αρταίγκου, αρταίνου, αρτεύγω, αρτεύω, αρτίζω, αρτύζζω, αρτύζου, αρτύζω, αρτύννω, αρτύνω, αρτύτζω, αρτυώ, αρτύω, αρτώ, ρτύω || αρταίνω

αρταίνω [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || Ζάκυνθος, Ηλεία, Λευκάδα || καρυκεύω

αρτακλιά || Μάκρη*, Ρόδος || κουμαριά

αρταλαλώ || Κάρπαθος || καβγαδίζω

αρτάμι || Καλαβρία || μάτι

αρτάμιθθας || Κως || κοκορεβιθιά

αρτάμμι || Καλαβρία || μάτι

αρταμμία || Καλαβρία || μάτιασμα

αρταμμό || Καλαβρία || μάτιασμα

αρτάνα [Somavera 1709] || δημοτική || Αστυπάλαια, Ζάκυνθος, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Κως, Λέρος, Νίσυρος, Ρόδος, Τήλος, Χίος || αλτάνα

αρταρίδα || Καλαβρία || νυχτερίδα

αρτατσά || Καστελλόριζο || θράκα

αρταχτάς || Λιβίσι* || αδράχτι

αρτάχτι || Κως || αδράχτι

αρτάχτιν || Λιβίσι*, Οινόη* || αδράχτι

άρτε || Χαβουτσί || αντίδωρο

άρτε || Βάτικα*, Χαβουτσί* || πρόσφορο

άρτε || Απουλία, Καλαβρία || τώρα

αρτέα || Απουλία || ίσια

αρτελλαρία || Κύπρος || πυροβολικό

άρτεμα || Λακωνία, Χαβουτσί* || καρύκευμα

άρτεμα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Κύθηρα, Χαβουτσί* || άρτυμα

Αρτέμης || Φερτέκι* || Αρτέμιος

αρτεμί || Λακωνία || καρύκευμα

Αρτέμιος || λόγιο || Αρτέμης || Αρτέμιος

άρτενα || Απουλία || τώρα

αρτέο || Απουλία || όρθιος

αρτερατσιό || Ζάκυνθος || καρδιοχτύπι

αρτερί || Θήρα || καφτάνι

αρτεσία || Κύθηρα || άρτυμα

αρτεύγω || Χαβουτσί* || αρταίνω

αρτεύγω || Χαβουτσί* || καρυκεύω

αρτεύομαι || Θήρα || αρταίνομαι

αρτεύω || Βάτικα*, Λακωνία, Χαβουτσί* || καρυκεύω

αρτεύω [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Βάτικα*, Κύθηρα, Λακωνία, Χαβουτσί* || αρταίνω

αρτεψία || Κύθηρα || άρτυμα

άρτζα || Κύπρος || θόλος

άρτζα || Κύπρος || καμάρα

αρτζαχάλι || Κρήτη || αναφορά

άρτζενο || Λευκάδα || χαντάκι

αρτζεντίνα || Θήρα || τσούλα

αρτζιατής || Κύπρος || αρχιδάτος

αρτζιάτος || Κύπρος || αρχιδάτος

αρτζιβούρτης || αρτζιβούρτσι || ακατάστατος

αρτζιβούρτσι || Ζάκυνθος || ακαταστασία

αρτζίζης || Κύπρος || αναιδής

αρτζίζης || Κύπρος || ξεδιάντροπος

αρτζίιν || Κύπρος || αρχίδι

αρτζίνι [Βλάχος 1659] || ρετσίνι

αρτζιομάντριν || Κύπρος || σώβρακο

αρτζιουχάλ || Χαλκιδική || αναφορά

αρτζιχάλ || Ίμβρος, Σάμος || αναφορά

αρτζιχάλι || Βουρλά*, Κρήτη, Πάρος || αναφορά

αρτζουάλι || Πάργα || αναφορά

αρτζούμαι || Κύπρος || χορεύω

αρτζουχάλ [Κουκκίδης 1960] || αναφορά

αρτζουχάλι [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Βουρλά*, Κρήτη, Πάρος || αναφορά

αρτζοχάλι || Κύπρος || αναφορά

αρτή || Σάντα* || άρτυμα

αρτήκα || Ουλαγάτς* || νάρθηκας (πρόναος)

άρτηκα || Αραβανί*, Σίλατα*, Σινασός*, Φερτέκι* || νάρθηκας (πρόναος)

άρτηκας || Ζάκυνθος, Ινέπολη*, Καλλίπολη*, Κάρπαθος, Κως, Παξοί, Πελοπόννησος, Ρόδος, Χάλκη || νάρθηκας (πρόναος)

άρτηκας [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κρήτη, Κως || νάρθηκας (φυτό)

αρτήκι || Σύμη || νάρθηκας (φυτό)

αρτίδισμα [Σκαρλάτος 1835] || πλειστηριασμός

αρτίζου || Σουφλί || περισσεύω

αρτίζω || Σκοπός*, Τσακήλι* || περισσεύω

αρτίζω [Βεντότης 1790] || δημοτική || αρταίνω

αρτίζω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Ζάκυνθος, Θήρα, Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Κύπρος, Μύκονος, Οινόη*, Όφις*, Σάντα*, Σαμψούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || καρυκεύω

αρτίκ || Ιωάννινα, Κωνσταντινούπολη || πια

άρτικ || Σουφλί || πια

άρτικ [Κουκκίδης 1960] || υπόλοιπος

αρτικλαμάς || Κύπρος || περίσσευμα

αρτίκουλον || Κύπρος || περίσσευμα

αρτιλιέρης || Ζάκυνθος || πυροβολητής

αρτιλιερία || Ζάκυνθος || πυροβολικό

αρτιλιέρος || Ζάκυνθος || πυροβολητής

αρτιλλερία || Κύπρος || πυροβολικό

αρτιμάς || Χαλκιδική || δημοπρασία

αρτιμάς || Νιγρίτα || περίσσευμα

αρτιμάς || Γρεβενά, Καλλίπολη*, Καστοριά, Κωνσταντινούπολη, Χαλκιδική || πλειοδοσία

αρτινώ || Γρεβενά, Καστοριά || περισσεύω

αρτιράου || Καρδίτσα || περισσεύω

αρτιρδίζω [Σκαρλάτος 1835] || πλειοδοτώ

αρτίρδισμα [Σκαρλάτος 1835] || πλειοδοσία

αρτιρίζου || Χαλκιδική || πλειοδοτώ

αρτιριτζής || Κύπρος || πλειοδότης

αρτιρμά || Καρδίτσα || περίσσευμα

αρτιρντίζω [Κουκκίδης 1960] || Καλλίπολη*, Κωνσταντινούπολη, Τσακήλι* || πλειοδοτώ

αρτιρνώ || Κοζάνη || περισσεύω

αρτίρσμα || Λαγκαδάς, Λάρισα || περίσσευμα

αρτιρώ || Κύπρος, Λάρισα || περισσεύω

αρτιρώ || Χαλκιδική || πλειοδοτώ

αρτισονάρι || Κύπρος || αγριόκοτα

αρτίστα || Ζάκυνθος || ηθοποιός

αρτίστα [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || Κωνσταντινούπολη || καμπαρετζού

αρτίστας || Ζάκυνθος || καλλιτέχνης

αρτιχιονάρ || Αίνος || αγριόκοτα

αρτιχιονάρι [Σκαρλάτος 1835] || αγριόκοτα

άρτκας || Ίμβρος || νάρθηκας (πρόναος)

αρτμάς || Κοζάνη || άλμα

αρτμάς || Σουφλί || περίσσευμα

αρτμή || Ιωάννινα, Καρδίτσα, Μαγνησία, Σάμος || άρτυμα

αρτμή || Καστοριά, Σκόπελος || καρύκευμα

αρτμός || Σάμος || άρτυμα

αρτό || Απουλία || όρθιος

αρτοβύζα || Κύπρος || ορθοβύζα

αρτόλοος || Καστελλόριζο || φουρνόφτυαρο

αρτόνου || Σέρρες || αβγοκόβω

αρτοποιείο || λόγιο || συχν. εμφ. 3 || ψωμάδικο || αρτοποιείο

αρτοποιός || λόγιο || συχν. εμφ. 3 || φούρναρης, φούρνιαρης, ψωμάς || αρτοποιός

άρτος || Αραβανί*, Θήρα, Κερασούντα*, Κορινθία, Οινόη*, Όφις*, Ρόδος, Σίλατα*, Σινασός*, Σωζόπολη*, Τραπεζούντα*, Τσακήλι*, Φερτέκι*, Χαλδία* || πρόσφορο

άρτος || Κάλυμνος || ύψος

άρτος || Φούρνοι || ψηλός

άρτουκ || Κοτύωρα* || πια

άρτουκας || Κάρπαθος || νάρθηκας (πρόναος)

αρτουμά || Κοτύωρα* || πήδος

άρτουμα || Τσακωνιά || άρτυμα

άρτουμα || Τσακωνιά || καρύκευμα

αρτούνι || Σωζόπολη* || ρουθούνι

άρτουπους || Σίλλη* || άνθρωπος

αρτουρεύω [Κουκκίδης 1960] || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Όφις, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || περισσεύω

άρτους || Αδριανούπολη*, Ίμβρος, Καστοριά, Σίλλη*, Σουφλί, Χαλκιδική || πρόσφορο

αρτούτζ || Χαλδία* || αγριόκεδρο

αρτρίζου || Σουφλί || πλειοδοτώ

άρτρο || Ζάκυνθος || άλλος

αρτσά || Γρεβενά || άρτυμα

αρτσά || Πιερία || ξίγκι

αρτσάβου || Μαγνησία || αντρογυναίκα

αρτσαίνουμι || Σιάτιστα || αρταίνομαι

αρτσάλιν || Κύπρος || ατσάλι

αρτσάλιν || Κύπρος || Κύπρος

αρτσανιάζω || Κύπρος || γρατζουνάω

αρτσενικά || Κύπρος || αρχίδια

αρτσενικοθέλυκος || Κάρπαθος || αγοροκόριτσο

αρτσενικοθήλυκος || Κύπρος || ερμαφρόδιτος

αρτσενικοπούλλιν || Κάρπαθος || αγοράκι

αρτσενικός || Κάρπαθος, Κύπρος || αρσενικός

αρτσέντος || Αρκαδία || αλμυρός

αρτσέντος || Κορινθία, Μέγαρα || πικρός

αρτσέρα || Κύπρος || φωταγωγός

αρτσετά [ΙΛΝΕ 1941] || αρκετά

αρτσετός || Μύκονος || αρκετός

αρτσεύκω || Κύπρος || αρχίζω

αρτσή || Κάρπαθος, Πάτμος || αρχή

αρτσιά || Σιάτιστα || άρτυμα

αρτσιά || Λέσβος || καρύκευμα

αρτσιατής || Κύπρος || αρχιδάτος

αρτσιάτος || Κύπρος || αρχιδάτος

αρτσίδα || Μεσσηνία || μούσκεμα

αρτσίδι || Αρκαδία, Ηλεία, Κορινθία, Λακωνία, Μεσσηνία || μούσκεμα

αρτσίδιν || Κύπρος || αρχίδι

αρτσίδκια || Κύπρος || αρχίδια

αρτσιδούιν || Κύπρος || αρχιδάκι

αρτσίκλα || Ιθάκη, Λευκάδα || ποδάρι

αρτσίκλι || Ιθάκη, Λευκάδα || ποδάρι

αρτσιμηνιά || Κύπρος || πρωτομηνιά

αρτσίνι || Κρήτη || ρετσίνι

αρτσινιά || Ηλεία || βάτος

αρτσινικοθήλυκος || Κως || ερμαφρόδιτος

αρτσινικός || Κως, Χίος || αρσενικός

αρτσινικοφήλυκος || Χίος || ερμαφρόδιτος

αρτσίντζικος || Κάρπαθος || ατίθασος

αρτσιούτα || Λάρισα || νυφίτσα

αρτσιρνώ || Σιάτιστα || περισσεύω

αρτσίτζης || Κάρπαθος || ατίθασος

Αρτσιχρονιά || Κύπρος || Πρωτοχρονιά

αρτσιώνου || Χαλκιδική || εξαγριώνω

αρτσιώνουμι || Λαγκαδάς || ανατριχιάζω

αρτσιώνουμι || Κοζάνη, Σιάτιστα || θυμώνω

αρτσόνουμαι ||