Το λεξικό του Βλαστού. Λέξεις από Κ

 

 


 

Τέχνες και Σύνεργα του Πέτρου Βλαστού

λέξεις από κ

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 2013

 


Επεξεργασία του μεγαλύτερου μέρους του υλικού της δημοτικής γλώσσας (κυρίως), που περιέχεται στο δεύτερο τμήμα του έργου του Πέτρου Βλαστού "Συνώνυμα και Συγγενικά - Τέχνες και Σύνεργα" (Αθήνα 1931, σελ. 271-490) και παρουσίασή του εδώ, υπό μορφή Λεξικού.

 



καβάδι: αντερί > ρούχα

καβάλα: δουλιές του αγωγιάτη > του αγωγιάτη και του αμαξά

καβάλα: άλογο της καβάλας | τέχνη της καβάλας > καβάλα > του αγωγιάτη και του αμαξά

καβαλάργανα: καπόνια > του καραβιού

καβαλάρης: καβαλάρης > του αγωγιάτη και του αμαξά

καβαλάρης: μέρη του βιολιού > του μουσικού

καβαλάρης: η πέτρα που κλειδώνει το θόλο ή την καμάρα > πέτρα > του χτίστη

καβαλέτο: ζουγραφικά σύνεργα > του ζουγράφου

καβαλέτο: μέρη του βιολιού > του μουσικού

καβαλητά: δουλιές του αγωγιάτη > του αγωγιάτη και του αμαξά

καβαλικέβω: δουλιές του αγωγιάτη > του αγωγιάτη και του αμαξά

καβαλινοκόπος: Scarabaeidae > σκάθαρος > σκουλήκια και ζωύφια

καβαλώ: δουλιές του αγωγιάτη > του αγωγιάτη και του αμαξά

καβανόζι: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

καβανός: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

καβαντζάρω: περνώ κάβο > καβατσάρω > αρμενίσματα

καβατσάρω: καβατσάρω > αρμενίσματα

καβγίζω: καβγίζω το αγρίμι > δουλιές του κυνηγού > του κυνηγού

καβίλι: μεγάλο καρφί χωρίς κεφάλι > καρφολογιά > του μαραγκού

καβίλια: από ξύλο για φίλιασμα > ξυλαρμογή > του μαραγκού

κάβλα: κάβλα > φυσιολογικά

καβλί: αρχίδι > όργανα

καβλιάρης: κάβλα > φυσιολογικά

καβλομάρα: κάβλα > φυσιολογικά

καβλός: αρχίδι > όργανα

καβλός: κόντυλας > φυτολογικά

κάβλωμα: κάβλα > φυσιολογικά

καβλώνω: κάβλα > φυσιολογικά

κάβος: ακρωτήρι > της θάλασσας και του καιρού

κάβος: μέρη του παραγαδιού > της ψαρικής

κάβος: σκοινιά > του καραβιού

καβούκα: θόλος > του χτίστη

καβούκι: θόλος > του χτίστη

καβούκι: το σκέπασμα της χελώνας > χελώνα > σερπετά

κάβουρας: decapoda (brachyura) τάξη > καβούρι > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

καβουρδίζω: μαγειρέματα > του μαγεριού

καβουρδιστήρι: καβουρδιστήρι > του μαγεριού

καβουρδιστό: κρέας > του φαγιού

καβούρι: μέρη της άγκυρας > του καραβιού

καβούρι: decapoda (brachyura) τάξη > καβούρι > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

καβούρια: σύκα > του φαγιού

καβουρμάς: κρέας > του φαγιού

καβουρολόγος: σιδερένιο καμάκι για να πιάνεις καβούρια > καβουρολόγος > της ψαρικής

καβουρομάνα: decapoda (brachyura) τάξη > καβούρι > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

καγιάς: πέτρα > πέτρες

κάγκαρο: καρκίνος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κάγκελα: κάγκελα > του χτίστη

κάγκελα: σκάλα > του χτίστη

καγκέλια: κορδέλες > τοπογραφικά

καγκελοφρύδι: μάτι > όργανα

καγκελωτή: βελονιές > ραφτικά

καγκιόλια: κορδέλες > τοπογραφικά

καγούρα: ζέστη > καιρικά

καδάς: καδάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κάδη: αρμεγός > της βοσκής

κάδη: καλούπι για τυρί > τυροβόλι > της βοσκής

καδί: αρμεγός > της βοσκής

καδί: καδάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κάδος: αρμεγός > της βοσκής

κάδος: καδάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καδριλωτό: είδη πανιών > πανιά

καδρόνι: κερεστές > του χτίστη

καζάζης: μεταξάς > του αργαλιού και της ρόκας

καζαμίας: καλεντάρι > της μέρας και της ώρας

καζάνι: καζάνι > του μαγεριού

καζάνι: λεβέτι > της βοσκής

καζαντζής: χαλκωματάς > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

καζαντζίδικο: χαλκωματάδικο > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

καζάρμα: στρατώνας > του χτίστη

καζέρνα: στρατώνας > του χτίστη

κάηδες: πειρασματικά > δαιμονικά

καθάριο: καθάριο άτι > άλογο > θηλαστικά

καθάρισε: καθάρισε ο ουρανός > ουρανός > καιρικά

καθαρό: είδη χρωμάτων > του ζουγράφου

καθαροδεφτέρα: μέρα > της μέρας και της ώρας

καθαρόχελο: Anguilla anguilla > χέλι > ψάρια της θάλασσας

καθάρσιο: γιατρικό > γιατρικά

καθαρτικό: γιατρικό > γιατρικά

καθετή: καθιστή > της ψαρικής

καθηγητής: δάσκαλος > άλλες τέχνες και σύνεργα

καθημερινά: ρούχα > ρούχα

καθημερινός: μέρα > της μέρας και της ώρας

καθητή: καθιστή > της ψαρικής

καθίζω: καθίζω σε ξέρα, σε βράχο > καθίζω > αρμενίσματα

καθίκι: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κάθισμα: καρεκλάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καθισμένο: καράβι > καράβια

καθιστή: βροχή > καιρικά

καθιστή: καθιστή > της ψαρικής

καθιστική: μέρα > της μέρας και της ώρας

καΐδα: του στομαχιού > καΐλα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καΐκι: είδη καραβιών > καράβια

καϊκτσής: νάφτης > του κούρσου και του φορτωτή

καΐλα: αρρώστιες φυτών > φυτολογικά

καΐλα: ζέστη > καιρικά

καΐλα: καΐλα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καϊμάκι: γάλα > της βοσκής

καϊμακλίδικος: καφές > του φαγιού

καϊξής: νάφτης > του κούρσου και του φορτωτή

καιρικά: καιρός > καιρικά

καιρικά: κλίμα > καιρικά

καιροί: οι οχτώ καιροί > άνεμος > καιρικά

καιρός: καιρός > καιρικά

καιρός: απάνω στον καιρό της > γγαστρωμένη > βιολογικά

καιρούσικος: καιρούσικος γέννος > γέννος > της βοσκής

κακάβα: πετεινός > πουλιά

κακάβι: καζάνι > του μαγεριού

κακάβι: λεβέτι > της βοσκής

κακαβίζω: μαγειρέματα > του μαγεριού

κακαβολίθαρα: πέτρες που βαστούν τα κακάβι > λεβέτι > της βοσκής

κάκαβρος: Perdix perdix | Caccabis saxatilis | αρσενικό περδίκι > πέρδικα > πουλιά

κακαϊδού: Gavia > βουτήχτρα > πουλιά

κακάλι: λειρί > πουλολογικά

κακάλι: κλειτορίς > μήτρα > όργανα

κακανθρωπίσματα: πειρασματικά > δαιμονικά

κάκανο: γέλιο > φυσιολογικά

κακαπέτρι: πέτρα > πέτρες

κακαράς: Rana > βάτραχος > σερπετά

κακαρέλα: διάροια > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κακαρίζω: κακαρίζω > πουλολογικά

κακάρισμα: κακαρίζω > πουλολογικά

κάκαρο: κεφάλι > κόκκαλα

κάκαρο: μύτη > όργανα

κακατράχαλα: βραχουριά > τοπογραφικά

κακίζει: καιρός > καιρικά

κακό: αρώστια > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κακό: έχει κακό μάτι > μαγέβω > δαιμονικά

κακό: κακό μάτι > βασκανιά > δαιμονικά

κακό: κακό σπυρί = άνθραξ > σπυρί > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κακόβολος: κακόβολος τόπος > κακοτοπιά > τοπογραφικά

κακογέννα: γέννα > βιολογικά

κακογέννα: λεχώνα > βιολογικά

κακόγεννη: λεχώνα > βιολογικά

κακογεννήτρα: λεχώνα > βιολογικά

κακογεννώ: γεννώ > βιολογικά

κακογή: λεπτόγειος > γη > του χωραφιού

κακογιάτρεφτος: αρωστημένος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κακογύφτισα: μάγος > δαιμονικά

κακοδάσκαλος: δάσκαλος > άλλες τέχνες και σύνεργα

κακοδιαβασιά: κακοστρατιά > τοπογραφικά

κακόδρομος: κακοστρατιά > τοπογραφικά

κακοθαλασσιά: θάλασσα > της θάλασσας και του καιρού

κακοκαίρι: κακοκαιριά > καιρικά

κακοκαιριά: κακοκαιριά > καιρικά

κακοκαιρίζει: καιρός > καιρικά

κακόλαχνος: ανεμορούφουλος > κατάρες και εφκές

κακολογώ: σταχολογώ > του χωραφιού

κακομάγισα: μάγος > δαιμονικά

κακομάζαλο: αρωστημένος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κακοπαντρεμένη: γάμος > οικογενειακά

κακοπέραστος: κακοπέραστος τόπος > κακοστρατιά > τοπογραφικά

κακόπεσμα: κακή παντριά > γάμος > οικογενειακά

κακοπεσμένη: γάμος > οικογενειακά

κακόπετρα: πέτρα > πέτρες

κακοπέτρι: κακοστρατιά > τοπογραφικά

κακοπέτρι: ξεροπέτρι > τοπογραφικά

κακοπετριά: κακοστρατιά > τοπογραφικά

κακοπετριά: ξεροπέτρι > τοπογραφικά

κακοπίζαβο: κακοπίζαβο μέρος > κακοστρατιά > τοπογραφικά

κακοπόδαρος: βάσκανος > δαιμονικά

κακοπούλι: Megascops, ulula aluco > γκιώνης > πουλιά

κακόραχτο: κακόραχτο λιμάνι > λιμάνι > της θάλασσας και του καιρού

κακοσάλι: χαλάζι > καιρικά

κακόσαρκος: καλόχυμος > φυσιολογικά

κακοσήμαδος: βάσκανος > δαιμονικά

κακόσκαλο: κακοστρατιά > τοπογραφικά

κακοστομαχιά: κακοστομαχιά > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κακοστομαχιά: χώνεψη > φυσιολογικά

κακοστομαχιάζω: κακοστομαχιά > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κακοστομαχιάζω: χώνεψη > φυσιολογικά

κακοστόμαχο: φαγί > του φαγιού

κακοστράτι: κακοστρατιά > τοπογραφικά

κακοστρατιά: κακοστρατιά > τοπογραφικά

κακοστρατιά: κακοτοπιά > τοπογραφικά

κακοσυνέβει: καιρός > καιρικά

κακοσυνέβω: φλογίζω > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κακοσύνεψη: κακοκαιριά > καιρικά

κακοσύνη: κακοκαιριά > καιρικά

κακοσυνιάζει: καιρός > καιρικά

κακοτοπιά: κακοστρατιά > τοπογραφικά

κακοτοπιά: κακοστρατιά > τοπογραφικά

κακοτοπιά: κακοτοπιά > τοπογραφικά

κακοτοπίσιος: άνθρωπος που ζει σε κακοτοπιές > κακοτοπιά > τοπογραφικά

κακοτράχαλα: κακοτράχαλα βουνά > τοπογραφικά

κακοτρύγηδες: σταφύλια > του φαγιού

κακούμι: είδη γουναρικών > άλλες τέχνες και σύνεργα

κακούμι: Putorius ermineus > άσπρο κουνάβι > θηλαστικά

κάκουμι: Putorius ermineus > άσπρο κουνάβι > θηλαστικά

κακουργεί: το σπυρί > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κακουργώ: φλογίζω > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κακοφάγητο: φαγί > του φαγιού

κακοφορμίζει: το σπυρί > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κακοφορμίζω: φλογίζω > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κακοχειμωνιά: χειμώνας > της μέρας και της ώρας

κακοχρόνισμα: κατάρες > κατάρες και εφκές

κακοχρονισμός: κατάρες > κατάρες και εφκές

κακοχυμιά: καλόχυμος > φυσιολογικά

κακόχυμος: καλόχυμος > φυσιολογικά

κακοχωνέβω: χώνεψη > φυσιολογικά

κακοχωνεφτής: χώνεψη > φυσιολογικά

κακοχώνεφτο: φαγί > του φαγιού

κακοχωνεψιά: χώνεψη > φυσιολογικά

κακόψαχνα: κακόψαχνα ρεβίθια > λαχανικά > του φαγιού

κακοψυχιά: ανέκατοι της γγαστριάς > αγγαστριά > βιολογικά

κακοψύχια: ανέκατος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κακοψύχια: κατάρες > κατάρες και εφκές

κακωσιά: καλόχυμος > φυσιολογικά

καλά: δεν είναι στα καλά του > τρελαίνουμε > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καλά: τα καλά του > ρούχα > ρούχα

καλά (τα): επιληψία > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κάλαβρος: από αφτόν τρέχει το σιτάρι και πέφτει στη μυλόπετρα > μέρη του μύλου > του μυλωνά

καλαγκάθι: σπυρί > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καλάδα: ρίξιμο του παραγαδιού > παραγάδι > της ψαρικής

καλαδερφός: πνεματικός αδερφός > αδέρφι > οικογενειακά

καλαθάς: κοφινάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καλάθι: καλάθι > του χωραφιού

καλάθι: κοφινάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καλάι: καλάι > μέταλλα και χημικά

καλάι: καλάι > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

καλαϊντίζω: γανώνω > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

καλαϊτζής: γανωτής > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

καλαμάκι: μέρη του αργαλιού > του αργαλιού και της ρόκας

καλαμαράκι: Sepia officinalis > καλαμάρι > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

καλαμαράς: γραφιάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καλαμαράς: ψαράς > της ψαρικής

καλαμαρέβω: ψαρέβω > της ψαρικής

καλαμάρι: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

καλαμάρι: γραφικά > του σπιτικού

καλαμάρι: Sepia officinalis > καλαμάρι > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

καλαμαριέρα: καλαμαριέρα > της ψαρικής

καλαμαρολόγος: σύνεργο για το ψάρεμα των καλαμαριών > καλαμαριέρα > της ψαρικής

καλαματιανές: ελιές > του φαγιού

καλαματιανός: είδη χορών > χοροί

καλαμέβω: ψαρέβω με το καλαμίδι > ψαρέβω > της ψαρικής

καλάμι: καλάμι > της ψαρικής

καλάμι: μέρη του αργαλιού > του αργαλιού και της ρόκας

καλάμι: φλογέρα > του μουσικού

καλάμι: νάρθηξ > καλάμι > γιατρικά

καλάμι: το πιο μικρό κόκκαλο του μπροστινού βραχιονιού > βραχιόνι > κόκκαλα

καλάμι: το πιο χοντρό κόκκαλο της γάμπας > πόδι > κόκκαλα

καλαμιά: καλάμι > της ψαρικής

καλαμιά: καλαμιά > του χωραφιού

καλαμιά: στέγη > του χτίστη

καλαμιά: καβλός | στέγη από καλαμιές > στάχυ > φυτολογικά

καλάμια: πήγε τρία καλάμια ο ήλιος > απομεσήμερο > της μέρας και της ώρας

καλαμιδέβω: ψαρέβω > της ψαρικής

καλαμίδι: καλάμι > της ψαρικής

καλαμίδι: χωρίζει τα νήματα πριν περάσουν από το μιτάρι > μέρη του αργαλιού > του αργαλιού και της ρόκας

καλαμίζω: τυλίγω το γνέμα στα καλάμια > δουλιές του ανυφαντή > του αργαλιού και της ρόκας

καλαμίνα: τζίγκος > μέταλλα και χημικά

καλαμοβράκι: βρακί > ρούχα

καλαμόβρακο: βρακί > ρούχα

καλαμοβύζω: βυζί > όργανα

καλαμοκάνι: τυλίγουνε γύρω του το νήμα > μέρη του αργαλιού > του αργαλιού και της ρόκας

καλαμοπόδαρο: λιγνό ποδάρι > πόδι > ανατομικά κατατόπια

καλαμόσκοινο: δεματικά > του χωραφιού

καλαμόσυκα: σύκα > του φαγιού

καλαμουκανάς: Ciconia alba > λελέκι > πουλιά

καλαμουκάνι: μέρη του αργαλιού > του αργαλιού και της ρόκας

καλαμόχερο: βραχιόνι > κόκκαλα

καλαμόχερο: μπράτσο > ανατομικά κατατόπια

καλαμπόκι (από): αλέβρι > του φαγιού

καλαμποκίσιο: ψωμί > του φαγιού

καλαμώ: καλάμι > γιατρικά

καλαμώνω: καλάμι > γιατρικά

καλαμωτή: γυροβολίδι > της ψαρικής

καλαμωτή: καλάθι > του χωραφιού

καλαμωτή: καλάθι για τράγγισμα τυριού > καλαμωτή > της βοσκής

καλαντάρης: Γενάρης > μήνας > της μέρας και της ώρας

καλαντάρι: καλεντάρι > της μέρας και της ώρας

καλαντζής: γανωτής > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

καλαντζής: Parus caeruleus | αιγιθαλός > καλαντζής > πουλιά

καλάντρα: Alauda arborea > γαλιάντρα > πουλιά

καλάντρα: alauda arborea > καλάντρα > πουλιά

καλαπόδι: καλαπόδι > του παπουτσή

καλάρει: καλάρει το αγεράκι > ο άνεμος > καιρικά

καλαρμενιστής: βορίσματα > καιρικά

καλάρω: καλάρω τα πανιά, την μπούμα > καλάρω > αρμενίσματα

καλαφατίζω: χώνω στουπί στις χαραμάδες του καραβιού > καλαφατίζω > του σκαριού

καλαφέντης: βάφτισμα > οικογενειακά

καλαχάνη: είδη βαφών > του βαφιά

καλαχίδα: μέρη του μύλου > του μυλωνά

καλέβρα: είδη παπουτσιών > του παπουτσή

καλέμι: γραφικά > του σπιτικού

καλέμι: σύνεργα του πετροκόπου > του χτίστη

καλέμι: χαράχτης > άλλες τέχνες και σύνεργα

καλεντάρι: καλεντάρι > της μέρας και της ώρας

καλέντρα: σιταρόψειρα > σκουλήκια και ζωύφια

καλές: καλές αρχόντισες > νεράιδα > δαιμονικά

καλέσα: πρόβατο > της βοσκής

κάλεσα: πρόβατο > της βοσκής

καλέσιω: πρόβατο > της βοσκής

κάλεσο: μπάλιο με στήματα > πρόβατο > της βοσκής

καλή: αραβωνιαστικός > οικογενειακά

καλημάνα: Vanellus vanellus > καλημάνα > πουλιά

κάλι: χημικά > μέταλλα και χημικά

καλιά: χημικά > μέταλλα και χημικά

καλιακούδα: Corvus monedula > καλιακούδα > πουλιά

καλιακούδας: μάβρο της καλιακούδας > μάβρος > του ζουγράφου

καλιαντζάρης: γύπας > πουλιά

καλίγι: είδη παπουτσιών > του παπουτσή

καλίγι: πέταλο > του αγωγιάτη και του αμαξά

καλιγιαννού: Sciurus vulgaris > βερβέρα > θηλαστικά

καλιγοσφύρι: πέταλο > του αγωγιάτη και του αμαξά

καλιγώνω: δουλιές του αγωγιάτη > του αγωγιάτη και του αμαξά

καλιγωτής: πεταλωτής > του αγωγιάτη και του αμαξά

καλιέργεια: γεωργία > του χωραφιού

καλιεργητής: γεωργός > του χωραφιού

καλιεργός: γεωργός > του χωραφιού

καλιεργώ: δουλιές του καλιεργού > καλιεργώ > του χωραφιού

καλικάντζαρος: καλικάντζαρος > δαιμονικά

καλικατσού: Phalacrocorax carbo > όφιος > πουλιά

καλικέβω: δουλιές του αγωγιάτη > του αγωγιάτη και του αμαξά

καλίκι: δάχτυλο > ανατομικά κατατόπια

καλικούρα: δουλιές του αγωγιάτη > του αγωγιάτη και του αμαξά

καλικούτσα: δουλιές του αγωγιάτη > του αγωγιάτη και του αμαξά

καλιοντζής: καλικάντζαρος > δαιμονικά

καλισπούδηδες: πειρασματικά > δαιμονικά

καλκάνι: Rhombus vulgaris > καλκάνι > ψάρια της θάλασσας

καλκάνι: το τρίγωνο της στέγης > στέγη > του χτίστη

καλκανόβατος: Raja batis > ρίνα > ψάρια της θάλασσας

καλντερίμι: δρόμος στρωμένος στρογγυλόπετρες > δρόμος > τοπογραφικά

καλόβολος: καλόβολος τόπος > τοπογραφικά

καλόβραστο: φαγί > του φαγιού

καλογαιροπαίδι: εκκλησιαστικά αξιώματα > της εκκλησιάς

καλογέννα: γέννα > βιολογικά

καλογεννήτρα: λεχώνα > βιολογικά

καλογεννώ: γεννώ > βιολογικά

καλογερί: εκκλησιαστικά αξιώματα > της εκκλησιάς

καλογερική: η μοναστηριακή ζωή, το καλογερικό στάσιμο > θρησκευτικές δουλιές > της εκκλησιάς

καλόγερος: εκκλησιαστικά αξιώματα > της εκκλησιάς

καλόγερος: σπυρί > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καλόγερος: για κρέμασμα καπέλων και πανωφοριών > κρεμαστήρι > του σπιτικού

καλόγερος: καλάθι για το ζέσταμα της μπουγάδας > πλύση > του σπιτικού

καλόγιαννος: Erithacus rubecola > πυρούλας > πουλιά

καλόγνωμη: Balanidae γένος > καλόγνωμη > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

καλογρέζα: Chromis castanea > καλογρίτσα > ψάρια της θάλασσας

καλογριά: Echinoidea > αχινιός > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

καλόγρια: Chromis castanea > καλογρίτσα > ψάρια της θάλασσας

καλογρίτσα: Acrocephalus streperus > ποταμίδα > πουλιά

καλογρίτσα: Chromis castanea > καλογρίτσα > ψάρια της θάλασσας

καλοθάλασσο: καράβι > καράβια

καλόθωρο: είδη χρωμάτων > του ζουγράφου

καλοκαιράκι: του Αγιού Δημητριού το καλοκαιράκι > καλοκαίρι > της μέρας και της ώρας

καλοκαίρι: καλοκαίρι > της μέρας και της ώρας

καλοκαιριά: καλοκαιριά > καιρικά

καλοκαιριά: καλοκαιριά της Παπαντής > χειμώνας > της μέρας και της ώρας

καλοκαιριάζει: καιρός > καιρικά

καλοκαιριάζει: καλοκαίρι > της μέρας και της ώρας

καλοκαιριάζω: καλοκαίρι > της μέρας και της ώρας

καλοκαιρίδα: γη > του χωραφιού

καλοκαιρινάδες: δουλεφτάδες του καλοκαιριού > καλοκαιρινάδες > του χωραφιού

καλοκυράδες: νεράιδα > δαιμονικά

καλομάνα: γιαγιά > οικογενειακά

καλομηνάς: Μάης > μήνας > της μέρας και της ώρας

καλομοβύζα: εφκολάρμεχτη > πρόβατο > της βοσκής

καλομοίρες: νεράιδα > δαιμονικά

καλοξημερώνει: ο ήλιος > αβγή > αστρικά

καλοπαντρεμένη: γάμος > οικογενειακά

καλόπαντρη: γάμος > οικογενειακά

καλοπέραστος: καλοπέραστος δρόμος > δρόμος > τοπογραφικά

καλόπιοτο: κρασί > του φαγιού

καλοπούλι: Megascops, ulula aluco > γκιώνης > πουλιά

καλόραχτο: καλόραχτο λιμάνι > λιμάνι > της θάλασσας και του καιρού

καλός: αραβωνιαστικός > οικογενειακά

κάλος: κάλος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κάλος: λειρί > πουλολογικά

καλόσαρκος: καλόχυμος > φυσιολογικά

καλοσκαρωμένο: καράβι > καράβια

καλοστόμαχο: φαγί > του φαγιού

καλοσυνάδα: καλοκαιριά > καιρικά

καλοσυνέβει: καιρός > καιρικά

καλοσύνεψη: καλοκαιριά > καιρικά

καλοσύνη: καλοκαιριά > καιρικά

καλοτάξιδο: καράβι > καράβια

καλότυχες: νεράιδα > δαιμονικά

καλούδες: νεράιδα > δαιμονικά

καλούμα: μέρη του παραγαδιού > της ψαρικής

καλουμάρω: λασκάρω > αρμενίσματα

καλούμο: σκοινιά > του καραβιού

καλούπι: επιδερμίδα > πετσί > ανατομικά κατατόπια

καλούπια: τα καλούπια της χωματομάντρας > μαντρότοιχος > του χτίστη

καλουργιά: γεωργία > του χωραφιού

καλουργιά: οργώνω > του χωραφιού

καλουργίζω: οργώνω > του χωραφιού

καλουργική: γεωργία > του χωραφιού

καλουργώ: καλιεργώ > του χωραφιού

καλούφι: κρεβάτι > του σπιτικού

καλοφάγωτο: πολυχρονεμένε μου > κατάρες και εφκές

καλοχέζω: αποχωνέματα > φυσιολογικά

καλοχειμωνιά: χειμώνας > της μέρας και της ώρας

καλοχρονιά: χρόνος > της μέρας και της ώρας

καλοχρόνισμα: εφκές > κατάρες και εφκές

καλόχρωμο: είδη χρωμάτων > του ζουγράφου

καλόχυμος: καλόχυμος > φυσιολογικά

καλοχωνέβω: χώνεψη > φυσιολογικά

καλοχώνευτο: φαγί > του φαγιού

καλοχωνεφτής: χώνεψη > φυσιολογικά

καλοχωνεψιά: χώνεψη > φυσιολογικά

καλόψανο: φαγί > του φαγιού

καλόψαχνα: καλόψαχνα ρεβίθια > λαχανικά > του φαγιού

καλοψημένο: ψωμί > του φαγιού

καλόψητο: φαγί > του φαγιού

κάλπα: κοκκινόγενα > γίδι > της βοσκής

καλπαδίζω: δουλιές του ράφτη > ραφτικά

καλπάζω: καβάλα > του αγωγιάτη και του αμαξά

καλπάκι: σκούφια από γουναρικό > σκούφια > ρούχα

κάλπασμα: καβάλα > του αγωγιάτη και του αμαξά

καλπασμός: καβάλα > του αγωγιάτη και του αμαξά

καλτάκι: μέρη του σαμαριού > του αγωγιάτη και του αμαξά

κάλτσα: κάλτσα > του παπουτσή

καλτσοβελόνα: βελόνα > ραφτικά

καλτσοδέτα: καλτσοδέτα > του παπουτσή

καλτσόξυλο: βελόνα > ραφτικά

καλύβα: καλύβα > του χτίστη

καλύβι: καλύβα > του χτίστη

καλυβίσια: σταφύλια > του φαγιού

καλυβοπήγι: καλύβα > του χτίστη

καλυβόσπιτο: καλύβα > του χτίστη

κάλυμα: σκεπάζει το ποτήρι > εκκλησιαστικά σύνεργα > της εκκλησιάς

καλυμάφκι: παπαδίστικα ρούχα > ρούχα

κάλφας: μεταξάς > του αργαλιού και της ρόκας

Κάλω: η κερά Κάλω > νεράιδα > δαιμονικά

κάμα: ζέστη > καιρικά

κάμα: μαχαίρι > του πολεμιστή

καμακαδόρος: ψαράς > της ψαρικής

καμάκι: καμάκι > της ψαρικής

καμακίζω: ψαρέβω > της ψαρικής

καμαλίνο: είδος ρυζιού > ρίζι > του φαγιού

καμάρα: γιοφύρι > του χτίστη

καμάρα: δόξα > καιρικά

καμάρα: καμάρα > του χτίστη

καμαρέτο: σύνεργα του παπουτσή > του παπουτσή

καμάρι: καμάρα > του χτίστη

καμαρίνι: καμαράκι στο θέατρο όπου ντύνουνται οι θεατρίνοι > κάμερες του σπιτιού > του χτίστη

καμαροποριά: καμάρα > του χτίστη

καμαροποριά: δρόμος με καμάρες > καμαροποριά > τοπογραφικά

καμαροφρύδι: μάτι > όργανα

καμαρωτά: καμαρωτά πόδια = γυριστά σαν καμάρες > πόδι > ανατομικά κατατόπια

καματερή: μέρα > της μέρας και της ώρας

καματερό: γελάδι > της βοσκής

καματερό: σαμαριάρικα ζα > του αγωγιάτη και του αμαξά

καματερό: καματερό καράβι = οπλιταγωγό > είδη καραβιών > καράβια

καματερό: της χοντρής δουλιάς > άλογο > του αγωγιάτη και του αμαξά

κάματος: οργώνω > του χωραφιού

καμήλα: μέρη του βιολιού > του μουσικού

καμήλα: Camelus > καμήλα > θηλαστικά

καμηλάκι: σάβρα > σερπετά

καμηλάρης: αγωγιάτης > του αγωγιάτη και του αμαξά

καμηλάφκι: παπαδίστικα ρούχα > ρούχα

καμηλί: καστανός > του ζουγράφου

καμήλι: Camelus > καμήλα > θηλαστικά

καμηλοπούλι: Struthio camelus | στρουθοκάμηλος > καμηλοπούλι > πουλιά

καμηλοψώρα: ψώρα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καμιζόλα: ασπρόρουχα > ρούχα

καμιζοπούλα: ασπρόρουχα > ρούχα

καμιζόπουλο: ασπρόρουχα > ρούχα

καμινάδα: καμινάδα > του χτίστη

καμιναδόρος: σιδεράς > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

καμινάρης: ασβεστάς > του χτίστη

καμινάρης: αφτός που φτιάνει καμίνια > καμινάρης > άλλες τέχνες και σύνεργα

καμίνι: ασβεστάς > του χτίστη

καμίνι: ζέστη > καιρικά

καμουτσίκι: καμουτσίκι > του αγωγιάτη και του αμαξά

καμουτσίκι: φάλαγγας > σύνεργα χρήσιμα σε διάφορες τέχνες

καμουτσικιά: καμουτσίκι > του αγωγιάτη και του αμαξά

καμουφάκι: φραμπαλαδάκι > φαλμπαλάς > ραφτικά

καμουχάς: λουλουδάτο μεταξωτό > πανιά > πανιά

καμπάγια: τα κόκκινα παπούτσια των αφτοκρατόρων της Πόλης > είδη παπουτσιών > του παπουτσή

καμπανάρια: αποτρυγίδια > του τρύγου

καμπαναριό: καμπαναριό > της εκκλησιάς

καμπανοί: αποτρυγίδια > του τρύγου

καμπαρτίνα: πανωφόρι > ρούχα

καμπάς: ζουγραφικά σύνεργα > του ζουγράφου

καμπάς: καμπάς > ραφτικά

κάμπια: κάμπια > σκουλήκια και ζωύφια

καμπιάρικος: καρπός καμπιάρικος = γεμάτος κάμπιες > καρπός > φυτολογικά

κάμπιασμα: αρρώστιες φυτών > φυτολογικά

κάμπος: κάμπος > τοπογραφικά

κάμπος: το φόντο του κεντιδιού > κέντημα > ραφτικά

καμπουλάκης: κάμπος > τοπογραφικά

καμπούνι: το καμπούνι της πλώρης > πλώρη > του καραβιού

καμπούρα: καμπούρης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καμπούρα: ράχη > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

καμπούρης: καμπούρης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καμπουριάζω: καμπούρης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καμπούρικο: το ξύλο είναι > του μαραγκού

καμπουρολαίμης: λαιμός > ανατομικά κατατόπια

καμωτήρι: σιδερένιο σύνεργο για το μάζεμα της μαστίχας > μαστιχάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κάνα: μέρη του τουφεκιού > του πολεμιστή

καναβάς: καμπάς > ραφτικά

καναβάτσο: ζουγραφικά σύνεργα > του ζουγράφου

καναβάτσο: καμπάς > ραφτικά

καναβέτα: μικρή κασέλα > κάσα > του σπιτικού

καναβή: Anas platyrhynchos | το θηλυκό του πρασινιού > αγριόπαπια > πουλιά

καναβός: γύπας > πουλιά

καναβόσκουλο: λινάρι > του αργαλιού και της ρόκας

κανάλα: κανάλι > του χτίστη

κανάλι: θάλασσα > της θάλασσας και του καιρού

κανάλι: κανάλι > του χτίστη

κανάλι: κάνουλα > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

καναλιάζω: καναλιάζω την ποδιά με τα χέρια > ποδιά > ρούχα

κάναλος: βρύση > του χωραφιού

καναπές: καναπές > του σπιτικού

κανάρι: Serinus canaria > κανάρι > πουλιά

καναρίνι: Serinus canaria > κανάρι > πουλιά

κανάτα: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κανατάς: τσουκαλάς > του τσουκαλά και του γυαλά

κανάτι: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κανάτι: μέρη του παραθυριού > του χτίστη

κανέβω: τουφέκι > του πολεμιστή

κάνει: κάνει μύτη > το σπυρί > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κανέλα: μπαχαρικά > του φαγιού

κανελάτα: σύκα > του φαγιού

κανελής: καστανός > του ζουγράφου

κανελί: καστανός > του ζουγράφου

κανελογαρούφαλο: μπαχαρικά > του φαγιού

κανελόρακο: κρασί > του φαγιού

κανεφτήρι: σημαδεφτήρι > μέρη του τουφεκιού > του πολεμιστή

κανί: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κανί: εκκλησιαστικά σύνεργα > της εκκλησιάς

κανιά (τα): λιγνά σκέλια > πόδι > ανατομικά κατατόπια

κανιστράς: κοφινάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κανόνι: κανόνι > του πολεμιστή

κανονιά: κανόνι > του πολεμιστή

κανονίδι: κανόνι > του πολεμιστή

κανονιέρης: κανόνι > του πολεμιστή

κάνουλα: κάνουλα > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

κανούλι: κανάλι > του χτίστη

κανούλι: κάνουλα > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

κάνουρα: χοντρό νήμα > φάδι > του αργαλιού και της ρόκας

κανούτα: θαλασσιά > γίδι > της βοσκής

κανούτο: πρόβατο > της βοσκής

καντάρι: ζυγαριά > του μαγεριού

κανταρτζής: πελαγίσιο λιανόψαρο > κανταρτζής > ψάρια της θάλασσας

καντήλα: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

καντήλα: καρπός > φυτολογικά

καντήλα: λύχνος > του σπιτικού

καντήλα: φωτιστικά > της εκκλησιάς

καντήλα: φούσκα από κάψιμο | βγάζω καντήλες > φούσκα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καντηλέρι: λύχνος > του σπιτικού

καντηλήθρα: αφτό που βαστάει το φυτίλι απάνω στο λάδι > λύχνος > του σπιτικού

καντήλι: καρπός > φυτολογικά

καντήλι: λύχνος > του σπιτικού

καντήλι: ακοίμητο καντήλι > φωτιστικά > της εκκλησιάς

καντηλοσβήστης: Heterocera > δαμαλάκι > σκουλήκια και ζωύφια

καντί: η χορδή που βγάζει τον πιο ψηλό ήχο > μέρη του βιολιού > του μουσικού

καντιασμένο: γλυκά > του φαγιού

καντίνι: μέρη του βιολιού > του μουσικού

κάντιο: ζάχαρη > του φαγιού

κάντιος: ζάχαρη > του φαγιού

καντούνι: δρόμος > τοπογραφικά

κάνω: γεννώ > βιολογικά

κάνω: χαρτιά > παιγνίδια

κάνω: κάνω βολές = ρίχνω το γρίπο στη θάλασσα | τρομάζω τα ψάρια για να πέσουνε στα δίχτια > βολάζω > της ψαρικής

κάνω ζεβγάρι: οργώνω > του χωραφιού

κάνω κάβο: τραβώ κατά, αρμενίζω για (το τάδε μέρος) > πρυμίζω > αρμενίσματα

καούρα: καΐλα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καούρα: φαγούρα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κάπα: κάπα > ρούχα

κάπα: η κάπα του αφτιού = το κερί > αφτί > όργανα

κάπα: μπαξίσι του καπετάνιου για να φροντίζει το φορτίο > κάπα > του κούρσου και του φορτωτή

καπαλιάζει: πληγή > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κάπαλο: πληγή > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καπαμαδιάζω: μαγειρέματα > του μαγεριού

καπαμάς: κρέας > του φαγιού

καπάντζα: δοκάνι > του κυνηγού

καπάρο: αγώγι > του αγωγιάτη και του αμαξά

καπάσι: μυτερό γυναικείο καπέλο σα χουνί > καπέλο > ρούχα

καπελάδικο: καπελάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καπελαδούρα: καπέλο > ρούχα

καπελάς: καπελάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κάπελας: ταβερνάρης > άλλες τέχνες και σύνεργα

καπελιέρα: καπελάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καπελίνο: καπέλο > ρούχα

καπελιό: ταβερνάρης > άλλες τέχνες και σύνεργα

καπέλο: καπελάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καπέλο: καπέλο > ρούχα

καπελού: καπελάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καπετάνιος: καπετάνιος > του κούρσου και του φορτωτή

καπί: πανωφόρι Βλάχας > πατατούκα > ρούχα

καπίσι: κόφα > του καραβιού

καπίστρι: χάμουρα > του αγωγιάτη και του αμαξά

καπίστρι: χανάκα > της βοσκής

καπλάδισμα: φόρδα > ραφτικά

καπλαμάς: φτενό φλούδι ξύλου κολημένο απάνω σε άλλο πιο πρόστυχο > καπλαμάς > του μαραγκού

καπλάνι: Felis pardus | λεοπάρδαλις > καπλάνι > θηλαστικά

καπλαντίζω: δουλιές του ράφτη > ραφτικά

καπλαντίζω: ντύνω ένα πρόστυχο ξύλο με μια φτενή φλούδα από καλό ξύλο > δουλιές του μαραγκού > του μαραγκού

καπλάντισμα: φόρδα > ραφτικά

καπνάδα: καταχνιά > καιρικά

καπνάδικο: καπνουτζής > άλλες τέχνες και σύνεργα

καπνερός: μάβρος > του ζουγράφου

καπνιά: αρρώστιες φυτών > φυτολογικά

καπνίζεται: ήρθε η καλογριά > μαγειρέματα > του μαγεριού

καπνίζεται: καπνίζεται το φαγί > μαγειρέματα > του μαγεριού

καπνίζεται: μπήκε ο καλόγερος στο φαγί > μαγειρέματα > του μαγεριού

καπνίζω: φουμαδόρος > άλλες τέχνες και σύνεργα

καπνιστής: φουμαδόρος > άλλες τέχνες και σύνεργα

καπνοδόχος: καμινάδα > του χτίστη

καπνολόγος: καμινάδα > του χτίστη

καπνορούφης: καμινάδα > του χτίστη

καπνός: καπνουτζής > άλλες τέχνες και σύνεργα

καπνός: φουμαδόρος > άλλες τέχνες και σύνεργα

καπνοσακκούλα: φουμαδόρος > άλλες τέχνες και σύνεργα

καπνού: μάβρο του καπνού > μάβρος > του ζουγράφου

καπνουτζής: καπνέμπορος > καπνουτζής > άλλες τέχνες και σύνεργα

καπόνι: Gallus domesticus > πετεινός > πουλιά

καπόνια: καπόνια > του καραβιού

καπονιού (του): άγκυρα > του καραβιού

καπότα: πανωφόρι > ρούχα

καποτάς: που φτιάνει κάπες > ράφτης > ραφτικά

καπότι: πανωφόρι > ρούχα

καπότο: πανωφόρι > ρούχα

καπουλάτο: γελάδι > της βοσκής

καπούλια (τα): κώλος > ανατομικά κατατόπια

καπουλοδέτης: χάμουρα > του αγωγιάτη και του αμαξά

καπραθάδες: σταφύλια > του φαγιού

καπρί: suidae > γουρούνι > θηλαστικά

καπρόδοντα: δόντι > όργανα

κάπρος: suidae > γουρούνι > θηλαστικά

καπύρα: ψωμί > του φαγιού

καρά: ο μάβρος > άλογο > θηλαστικά

κάρα: αγία κάρα > κεφάλι > κόκκαλα

καραβάνα: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

καραβάνα: η τενεκεδένια κούπα που κουβαλάει ο στρατιώτης για να τρώει > καραβάνα > του πολεμιστή

καραβάς: αρματωτής > του κούρσου και του φορτωτή

καραβάς: καπετάνιος > του κούρσου και του φορτωτή

καραβέλα: είδη καραβιών > καράβια

καραβέλι: Strunus vulgaris > ψαρόνι > πουλιά

καραβέλι: Sturnus vulgaris > ψαρόνι > πουλιά

καράβι: κάραβος > καράβι > καράβια

καράβια: οι χωματένιοι κώνοι που χωρίζουν τα κλήματα > αμπέλι > του χωραφιού

καραβίδα: Astacus fluviatilis > καραβίδα > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

καραβίσιος: καραβίσιος άνθρωπος > νάφτης > του κούρσου και του φορτωτή

καραβιώτης: νάφτης > του κούρσου και του φορτωτή

καραβόγατος: γάτος > θηλαστικά

καραβοκράτης: Leptecheneis naucrates | εχενηΐς > αργίδα > ψάρια της θάλασσας

καραβοκύρης: καπετάνιος > του κούρσου και του φορτωτή

καραβόλα: λάκκα > τοπογραφικά

καραβόπανο: πανιά > πανιά

κάραβος: μεγάλη άρκτος > αστερισμοί > αστρικά

καραβόσκαρο: καράβι > καράβια

καραβόσκυλο: σκύλος > θηλαστικά

καραβοστάσι: λιμάνι > της θάλασσας και του καιρού

καραβοτσακίζουμαι: βουλιάζω > αρμενίσματα

καράβωλος: κάποιο μεγάλο κοχλίδι > καράβωλος > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

καραγάτσι: ξύλα > του μαραγκού

καράγελης: πολύ κρύος άνεμος (απηλιώτης) > καράγελης > καιρικά

καρακάξα: Pica pica > καρακάξα > πουλιά

καραμαζάνι: καραμάνικη αντρομίδα > κρεβάτι > του σπιτικού

καραμάνικο: με μαλακά μαλιά άσπρα > πρόβατο > της βοσκής

καραμάνικο: με παχιά ουρά > πρόβατο > της βοσκής

καραμανιός: μεγάλος καράβωλος > καράβωλος > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

καραμάντουλο: πανιά > πανιά

καραμέλα: απίδι > του φαγιού

καραμέλα: είδη πανιών > πανιά

καραμελάδικο: ζαχαροπλάστης > άλλες τέχνες και σύνεργα

καραμελάς: ζαχαροπλάστης > άλλες τέχνες και σύνεργα

καραμέλες: γλυκά > του φαγιού

καραμέλες: καραμέλες κύβοι > ζάχαρη > του φαγιού

καραμελωτό: είδη πανιών > πανιά

καραμούζα: φλογέρα > του μουσικού

καραμουσάλι: είδη καραβιών > καράβια

καράμπα: βούτη > της βοσκής

καραμπατάκι: Gavia > βουτήχτρα > πουλιά

καραμπατάκι: Phalacrocorax carbo > όφιος > πουλιά

καραμπογιά: θειικός σίδηρος > είδη βαφών > του βαφιά

καραμπόλα: λάκκα > τοπογραφικά

καραμπόλα: μπιλιάρδο > παιγνίδια

καραμπόξυλο: βούτη > της βοσκής

καραντί: θάλασσα > της θάλασσας και του καιρού

καραντί: κουνήματα του καραβιού > αρμενίσματα

καραροΐζουμαι: κρύο > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καράς: αμαξάς > του αγωγιάτη και του αμαξά

καράφλα: φαλακρός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καραφλός: φαλακρός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καραφλώνω: φαλακρός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καρβελάς: ψωμάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρβέλι: ψωμί > του φαγιού

καρβουνάρης: καρβουνιάρης > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρβουναριά: καρβουνιάρης > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρβουναριό: το μέρος όπου φτιάνουν ή το μέρος όπου φυλάνε τα κάρβουνα > καρβουνιάρης > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρβουνάς: αφτός που φτιάνει ή αφτός που πουλάει κάρβουνα > καρβουνιάρης > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρβουνήθρα: λύχνος > του σπιτικού

καρβούνι: ρουμπίνι > πετράδια

καρβούνι: σπυρί > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καρβουνιάζω: καρβουνιάρης > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρβουνιάρης: καρβουνιάρης > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρβούνιασμα: καρβουνιάρης > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρβουνόλακκος: καρβουνιάρης > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρβούνου: μάβρο του καρβούνου > μάβρος > του ζουγράφου

κάργα: Corvus monedula > καλιακούδα > πουλιά

καργάρω: καργάρω > αρμενίσματα

καργάρω: φόρτωμα > του κούρσου και του φορτωτή

καργέλι: σκοινιά > του καραβιού

καρδαμπίδια: τσοπάνικα αγγεία > τσοπάνικα > της βοσκής

καρδάρα: αρμεγός > της βοσκής

καρδάρι: αρμεγός > της βοσκής

καρδερίνα: Carduelis elegans > καρδερίνα > πουλιά

καρδιά: καρδιά > όργανα

καρδιά: το ξύλο έχει > του μαραγκού

καρδινιάζω: προσανατολίζομαι > καρδινιάζω > αρμενίσματα

καρδιοκόκκαλο: καρδιοκόκκαλο > κόκκαλα

καρδιόλακας: στα άλογα > αρώστιες ζώων

καρδιόπονος: πονόκαρδος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καρδιοπονώ: πονόκαρδος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καρδιοχούλιαρο: το μέρος που βαθουλώνει η κοιλιά > καρδιοχούλιαρο > ανατομικά κατατόπια

καρδιοχτύπι: καρδιά > όργανα

καρεγλάς: καρεκλάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρεδάκια: με καρεδάκια > είδη πανιών > πανιά

καρέκλα: δες κάθισμα > καρέκλα > του σπιτικού

καρεκλάδικο: καρεκλάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρεκλάς: καρεκλάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρέλι: καρούλι > του καραβιού

καρέλι: Thynnus brachypterus | μικρή παλαμύδα > παλαμύδα > ψάρια της θάλασσας

καρέλι: κρεμαστό πέρασμα με καρούλια που τρέχουν απάνω σε σύρμα > πέραμα > τοπογραφικά

καρέλια: μέρη του αργαλιού > του αργαλιού και της ρόκας

καρένα: καρίνα > του καραβιού

καρενάγιο: το μέρος όπου παλαμίζουν το καράβι > καρενάγιο > του σκαριού

καριά: Corvus monedula > καλιακούδα > πουλιά

καριάτικα: αγώγι > του αγωγιάτη και του αμαξά

καρίγανος: χελάλι > του μαγεριού

καρίδα: Crangon vulgaris > γαρίδα > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

καριδολόγος: δίχτυ για τις καρύδες > καριδολόγος > της ψαρικής

καρίκι: μακρί ξύλο με δίχτυ δεμένο στην άκρη > καρίκι > της ψαρικής

καρικώνω: δουλιές του ράφτη > ραφτικά

καρίνα: καρίνα > του καραβιού

καρίνας (της): ακράπι > του καραβιού

κάρινος: της καρυδιάς > ξύλα > του μαραγκού

καριοφίλι: τουφέκι > του πολεμιστή

καριοφιλιάς: τουφέκι > του πολεμιστή

καρκαδιάζει: πληγή > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κάρκαδο: πληγή > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κάρκαδο: ξερή μύξα > μύτη > όργανα

κάρκαδο: το καμένο μέρος του φυτιλιού > λύχνος > του σπιτικού

κάρκαλας: Rana > βάτραχος > σερπετά

καρκάλι: λειρί > πουλολογικά

καρκάλι: Rana > βάτραχος > σερπετά

καρκαλιούμαι: κακαρίζω > πουλολογικά

κάρκανο: βάραθρο > τοπογραφικά

καρκάντζαλος: καλικάντζαρος > δαιμονικά

κάρκαρα: κορφή > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

καρκαρέλι: Rana > βάτραχος > σερπετά

κάρκαρος: βάραθρο σαν πηγάδι > βάραθρο > τοπογραφικά

καρκάσα: σκελετός > κόκκαλα

καρκίνα: Paguridae οικογένεια > καρκίνα > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

καρκίνος: καρκίνος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καρκολογιούμαι: κακαρίζω > πουλολογικά

καρναβάδι: μπαχαρικά > του φαγιού

κάρναξη: στις κότες > αρώστιες ζώων

κάρο: αμάξι > του αγωγιάτη και του αμαξά

καρολίνα: είδος ρυζιού > ρίζι > του φαγιού

καρολόγος: αμαξάς > του αγωγιάτη και του αμαξά

καρόνι: κώνειον > είδη γιατρικών > γιατρικά

καρόσυκα: σύκα > του φαγιού

καρότο: λαχανικά > του φαγιού

καρότσα: αμάξι > του αγωγιάτη και του αμαξά

καροτσιέρης: αμαξάς > του αγωγιάτη και του αμαξά

καροτσόδρομος: δρόμος > τοπογραφικά

καροτσοφέρνω: καμαρώνω με καροτσάδες > καροτσοφέρνω > του αγωγιάτη και του αμαξά

καρούλες: μέρη του αργαλιού > του αργαλιού και της ρόκας

καρούλες: των αμπελιών | αρώστια από παράσιτο μαμούνι (Phytoptus vitis) > αρρώστιες φυτών > φυτολογικά

καρούλι: κάλος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καρούλι: καρούλι > του καραβιού

καρούλια: μέρη του αργαλιού > του αργαλιού και της ρόκας

καρουλιάζω: κάλος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καρούμπαλο: καρπός > φυτολογικά

καρούχα: άρμα > αμάξι > του αγωγιάτη και του αμαξά

καρπέλα: κόγχος > μάτι > όργανα

καρπερή: κότα > πουλολογικά

καρπέτα: πανωκόρμι > ρούχα

καρπέτο: χαλί > του σπιτικού

καρπιά: σοδιά > του χωραφιού

καρπίτι: χαλί > του σπιτικού

καρπολόγι: σύνεργο για το μάζεμα του σιταριού στο λίχμισμα > καρπολόγος > του χωραφιού

καρπολόγος: καρπολόγος > του χωραφιού

καρπολογώ: κόβω φρούτα > καρπολογώ > του χωραφιού

καρπός: καρπός > φυτολογικά

καρπόχερο: αρμός > κόκκαλα

καρσάκι: είδη γουναρικών > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρτάλι: καλάθι του τρύγου > καρτάλι > του τρύγου

καρτάλι: πανέρι του τρύγου > καλάθι > του χωραφιού

καρτέρι: κυνηγός > του κυνηγού

καρτέρια (τα): στρατόπεδο > στρατός > του πολεμιστή

καρτζιμάς: μουνούχισμα > γιατρικά

κάρτο: ώρα > της μέρας και της ώρας

καρτσιλαμάς: είδη χορών > χοροί

καρτσιμάς: Paguridae οικογένεια > καρκίνα > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

καρτσίνα: Paguridae οικογένεια > καρκίνα > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

καρυδάκι: γλυκά > του φαγιού

καρυδάκια: παιγνίδια με βόλους > βώλοι > παιγνίδια

καρυδάτα: σταφύλια > του φαγιού

καρυδένιος: της καρυδιάς > ξύλα > του μαραγκού

καρύδι: καρπός > φυτολογικά

καρύδι: λαιμός > ανατομικά κατατόπια

καρύδι: πρήξιμο > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καρυδιά: ξύλα > του μαραγκού

καρύδια: αμύγδαλα > του φαγιού

καρύδια: του κομπολογιού > εκκλησιαστικά σύνεργα > της εκκλησιάς

καρυδίτικος: της καρυδιάς > ξύλα > του μαραγκού

καρυδόλαδο: λάδι > του φαγιού

καρυδόξυλο: ξύλα > του μαραγκού

καρυδοσπάστης: φούχτα > του μαγεριού

καρυδόφλουδα: ρούδιασμα > του βαφιά

καρύκι: ο καρπός της μπαμπακιάς > καρπός > φυτολογικά

καρυόθρακο: φούχτα > του μαγεριού

καρυοφύλλι: μπαχαρικά > του φαγιού

καρφί: καρφιάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρφί: καρφολογιά > του μαραγκού

καρφί: σπυρί > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καρφιάδικο: καρφιάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρφιάς: καρφιάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καρφίτης: σπυρί > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καρφίτσα: διαμαντικά > πετράδια

καρφίτσα: καρφίτσα > ραφτικά

καρφιτσώνω: δουλιές του ράφτη > ραφτικά

καρφοβελόνα: καρφίτσα > ραφτικά

καρφοβελόνα: βελόνα μεγάλη σαν καρφί > καρφολογιά > του μαραγκού

καρφολογιά: λογής λογής καρφιά > καρφολογιά > του μαραγκού

καρφονυχάτος: γαμψώνυξ > πουλί > πουλολογικά

κάρφωμα: μάγεμα > δαιμονικά

καρφωμένη: στις ελιές | σκουλικιασμένη ελιά > αρρώστιες φυτών > φυτολογικά

καρφώνω: δουλιές του μαραγκού > του μαραγκού

καρφώνω: μαγέβω > δαιμονικά

κάρωμα: κομάρα > φυσιολογικά

κάσα: κάσα > του σπιτικού

κάσα: κασελάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κάσαρο: κάσαρο > του καραβιού

κασάς: χάμουρα > του αγωγιάτη και του αμαξά

κασέλα: κάσα > του σπιτικού

κασελάδικο: κασελάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κασελάς: κασελάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κασέρι: τυρί > του φαγιού

κασίδα: κασίδα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κασίδα: λειχήνα > κασίδα > σκουλήκια και ζωύφια

κασίδης: κασίδα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κασίδι: κάσκα > μεσοχρονιάτικα άρματα > του πολεμιστή

κασιδιάζω: κασίδα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κασιδιάρης: κασίδα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κασιδοπάνι: σκουφί για το γιάτρεμα της κασίδας > κασίδα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κάσκα: περικεφαλιά > του πολεμιστή

κασκαβάλι: τυρί > του φαγιού

κασκαβάλι: παξιμάδι που βιδώνεται στην κάτω μεριά της βίδας > βίδα > του μαραγκού

κασκέτο: σκούφια > ρούχα

κασμάς: αξίνα > του χωραφιού

κασμάς: αξίνα για πέτρες > σύνεργα του πετροκόπου > του χτίστη

κασόνι: κάσα > του σπιτικού

κασόνι: μέρη του αμαξιού > του αγωγιάτη και του αμαξά

κασσίτερος: καλάι > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

κασσιτερώνω: γανώνω > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

καστανάδικο: καστανάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καστανάς: καστανάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

καστανάτος: καστανός > του ζουγράφου

καστανί: καστανός > του ζουγράφου

καστανιά: ξύλα > του μαραγκού

καστανιά: συναρμογή από μετάλλινα πιάτα ή χύτρες για το φαγί που παίρνουνε μαζί τους οι εργάτες και τα σκολιαρόπουλα > μπακιρικά > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

καστανόξυλο: ξύλα > του μαραγκού

καστανός: καστανός > του ζουγράφου

καστίζω: δουλιές του ράφτη > ραφτικά

κάστισμα: δίπλα > ραφτικά

κάστορας: Lutra lutra > βύδρα > θηλαστικά

καστόρι: καπέλο > ρούχα

καστόρι: Lutra lutra > βύδρα > θηλαστικά

καστόρχι: είδη γουναρικών > άλλες τέχνες και σύνεργα

καστράκι: κάστρο > του χτίστη

καστρί: κάστρο > του χτίστη

κάστρο: κάστρο > του πολεμιστή

κάστρο: κάστρο > του χτίστη

κάστρο: χώρα > τοπογραφικά

καστροπάλατο: παλάτι > του χτίστη

καστροπούλι: καστροπούλι > πουλιά

κάτα: Felis domestica > γάτος > θηλαστικά

καταανήφορος: δυνατός ανήφορος > ανήφορος > τοπογραφικά

κατάβαρη: γγαστρωμένη > βιολογικά

καταβόθρα: βούθουλας > τοπογραφικά

καταβολάδα: κλαδί που βαστάει ακόμα στο πατρικό του φυτό μα που το πλαγιάζουνε μέσα στο χώμα για να φυτρώσει καινούριο χωριστό φυτό > καταβολάδα > φυτολογικά

καταβολάρι: λιμάνι > της θάλασσας και του καιρού

καταβολέβω: φυτέβω καταβολάδα > φυτέβω > του χωραφιού

κατάβραδα: σούρουπο > της μέρας και της ώρας

καταγάλανος: γαλανός > του ζουγράφου

κατάγι: στεριανό > καιρικά

κατάγιαλο: γιαλός > της θάλασσας και του καιρού

καταγός: βρύση > του χωραφιού

καταγωγίδα: κανάλι > του χτίστη

κατάδεμα: δέμα > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

καταηλιακού: προς τον ήλιο > ήλιος > αστρικά

καταηλιού: ήλιος > αστρικά

καταϊδρώνω: ίδρωτας > φυσιολογικά

καταΐφι: ζυμαρικά > του φαγιού

κατακάθισμα: βύδισμα > τοπογραφικά

κατακαλόκαιρο: καλοκαίρι > της μέρας και της ώρας

κατακατήφορος: κατήφορος > τοπογραφικά

κατακίτρινος: κίτρινος > του ζουγράφου

κατακλείδι: αρμός > κόκκαλα

κατακλυσμός: βροχή > καιρικά

κατακόκκινος: κόκκινος > του ζουγράφου

κατακόμπια: κατακόμβαι, έγκατα > τα κατακόμπια > τοπογραφικά

κατάλεφκος: άσπρος > του ζουγράφου

καταλώ: καταλώ τη νηστεία > αρτυμή > του φαγιού

κατάμαβρος: μάβρος > του ζουγράφου

καταματωμένος: ματώνω > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καταματώνω: ματώνω > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κατάμερο: πλάγι > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

καταμεσήμερα: μεσημέρι > της μέρας και της ώρας

καταμπούγαζα: στη μέση του μπουγαζιού > στενό > της θάλασσας και του καιρού

καταναριά: ψωμί > του φαγιού

κατάξανθος: χρυσός > του ζουγράφου

καταξυλή: νεκροκρέβατο > οικογενειακά

καταξυλνή: σκελετός > κόκκαλα

καταπάτι: καφές > του φαγιού

καταπαχτή: κλαβανή > του χτίστη

καταπέλτης: πολιορκητικά > του πολεμιστή

καταπήθρα: στόμα > όργανα

καταπιάνω: δουλιές του ράφτη > ραφτικά

κατάπιασμα: πιάσιμο > βιολογικά

καταπίδι: σύρτης > του χτίστη

καταπιθράνι: στόμα > όργανα

καταπινάρι: στόμα > όργανα

καταπιόνας: στόμα > όργανα

κατάπλασμα: κατάπλασμα > γιατρικά

κατάπλωρα: αρμενισιά > αρμενίσματα

κατάποδο: αγγάστρι > βιολογικά

καταπόθρα: στόμα > όργανα

καταποντή: βροχή > καιρικά

καταπόντι: βροχή > καιρικά

καταποντισμός: βροχή > καιρικά

καταπόρι: το μέρος του σπιτιού όπου αρχίζει ο δρόμος > σπίτι > του χτίστη

καταποτήρας: ρούφουλας > καιρικά

καταπότης: αβλάκι > του χωραφιού

καταπότρα: στόμα > όργανα

καταπράσινος: πράσινος > του ζουγράφου

κατάπρυμα: αρμενισιά > αρμενίσματα

καταραμένος: διάβολος > δαιμονικά

καταράχι: ράχη > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

κατάραχο: ράχη > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

καταράχτης: κλαβανή > του χτίστη

καταράχτης: κρέμαση > του μυλωνά

καταράχτης: κρεμασιά > τοπογραφικά

κατάρες: κατάρες > κατάρες και εφκές

καταριέμαι: θρησκευτικές δουλιές > της εκκλησιάς

καταρογιάζουμαι: κρύο > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καταροή: κρύο > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κατάρτι: κατάρτια > του καραβιού

καταρτίζω: αρματώνω > αρμενίσματα

κατασάρκι: κατασάρκι > ρούχα

κατασκέπαση: σύνεφο > καιρικά

κάτασπρος: άσπρος > του ζουγράφου

καταστατό: αλέβρι > του φαγιού

κατάστενο: στενό > της θάλασσας και του καιρού

κατάστρατα: κατάστρατα > τοπογραφικά

κατάστρωμα: κατάστρωμα > του καραβιού

κατατόπια (τα): τόπος > τοπογραφικά

καταχανάς: βουρκόλακας > δαιμονικά

καταχανάς: όνειρο > φυσιολογικά

καταχέζω: αποχωνέματα > φυσιολογικά

καταχείμωνο (το): χειμώνας > της μέρας και της ώρας

καταχνιά: καταχνιά > καιρικά

καταχνιά: σύνεφο > καιρικά

κατάχνια: καταχνιά > καιρικά

κατάχρυσος: χρυσός > του ζουγράφου

καταχτόνια (τα): τα κατακόμπια > τοπογραφικά

κατάχυνα (το): το γερτό πλεβρό της στέγης > στέγη > του χτίστη

καταχυτά: στολίδια ραμένα ή κολημένα πάνω στο πανί > κέντημα > ραφτικά

καταχυτά: τα σανίδια που βαστούν τα κεραμίδια > σανίδι > του χτίστη

καταχυτό: το μεγάλο δοκάρι της στέγης > δοκαρωσιά > του χτίστη

κατεβάζει: βροχή > καιρικά

κατεβαίνει: ο ήλιος > βασίλεμα > αστρικά

κατεβασιά: βροχή > καιρικά

κατεβασιά: κρύο > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κατεβασιά: σπάσιμο > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κατεβασμένος: που έχει πάθει κατεβασιά > σπάσιμο > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κατεβάστρα: αλεξίπτωτον (φτιασμένη λέξη) > κατεβάστρα > σύνεργα χρήσιμα σε διάφορες τέχνες

κατεβατός: στεριανό > καιρικά

κατέβηκε: του κατέβηκε το ξύγκι > σπάσιμο > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κάτεργο: είδη καραβιών > καράβια

κατερινιό: λιβάδι > τοπογραφικά

κάτης: Felis domestica > γάτος > θηλαστικά

κατηφόρι: κατήφορος > τοπογραφικά

κατηφοριά: κατήφορος > τοπογραφικά

κατήφορος: κατήφορος > τοπογραφικά

κατηχούμενα: μέρη της εκκλησιάς > της εκκλησιάς

κάτι: κάτι > του αργαλιού και της ρόκας

κατιμέρι: ζυμαρικά > του φαγιού

κατίνα: μέση > ανατομικά κατατόπια

κατίνι: κλειδαριά > του χτίστη

κατιφεδένιος: πανίτικος > πανιά

κατιφές: πανιά > πανιά

κάτοικας: κοτέτσι > του χτίστη

κατοίκι: τυρί > του φαγιού

κατοικιά: κατοικιά > του χτίστη

κατοικιά (τα): οι συνοικισμοί > κατοικιά > του χτίστη

κατοικιό: κατοικιά > του χτίστη

κατομνήσι: εκατονταετηρίς > αιώνας > της μέρας και της ώρας

κατοσταράκι: τα 100 δράμια > κρασί > του φαγιού

κατοστάρικο: τα 100 δράμια > κρασί > του φαγιού

κατούνα: κατοικία σε χειμαδιό > χειμαδιό > της βοσκής

κατουρήθηκε: τα έκανε απάνω του > κάτουρο > φυσιολογικά

κατούρημα: κάτουρο > φυσιολογικά

κατουριέται: κατουριέται το παιδί στο κρεβάτι του > κάτουρο > φυσιολογικά

κατουριούμαι: έχω μεγάλη ανάγκη να κατουρήσω > κάτουρο > φυσιολογικά

κατουρισιά: μεγάλη ανάγκη > κάτουρο > φυσιολογικά

κατουρλάς: κάτουρο > φυσιολογικά

κατουρλής: κάτουρο > φυσιολογικά

κατουρλιάρης: κάτουρο > φυσιολογικά

κατουρλίδα: Triton γένος > κοταρίδα > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

κατουρλιό: κάτουρο > φυσιολογικά

κατουρλοκάνατο: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κάτουρο: κάτουρο > φυσιολογικά

κατουροκάνατο: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κατουροκούμαρο: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κατουρολάγηνο: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κατουρώ: κάτουρο > φυσιολογικά

κατοχή: πάτος > τοπογραφικά

κατοχή: χειμαδιό > της βοσκής

κατόχι: μέρη του σαμαριού > του αγωγιάτη και του αμαξά

κατόχι: το λουρί που βαστάει το παπούτσι στο γόνατο του παπουτσή καθώς το φτιάνει > σύνεργα του παπουτσή > του παπουτσή

κατράμι: κατραμίζω > του σκαριού

κατραμίζω: κατραμίζω > του σκαριού

κατραμόπανο: πανιά > πανιά

κατσαβίδι: σύνεργα του μαραγκού > του μαραγκού

κατσάβρακα: κακοτράχαλα βουνά > τοπογραφικά

κατσαδούρο: μικρό κανόνι > κανόνι > του πολεμιστή

κατσαμπούρα: Ixodidae > τσιμπούρι > σκουλήκια και ζωύφια

κατσαμπρόκος: σύνεργα του παπουτσή > του παπουτσή

κάτσαρα: φρύγανα > φυτολογικά

κατσάρι: παλιοπάπουτσο ή τσόκαρο > κατσάρι > του παπουτσή

κατσάρια: σύνεργα της κουζίνας > κατσάρια > του μαγεριού

κατσαρίδα: Stylopyga orientalis > κατσαρίδα > σκουλήκια και ζωύφια

κατσαρό: μαλί > ανατομικά κατατόπια

κατσαρόλα: καζάνι > του μαγεριού

κατσαρομάλης: μαλί > ανατομικά κατατόπια

κατσαρός: μαλί > ανατομικά κατατόπια

κατσάρωμα: αρώστια που κατσαρώνει τα φύλλα > αρρώστιες φυτών > φυτολογικά

κάτσενο: πρόβατο > της βοσκής

κατσί: Felis domestica > γάτος > θηλαστικά

κατσί: το ιδιαίτερο θυμίαμα της Μεγάλης Βδομάδας > εκκλησιαστικά σύνεργα > της εκκλησιάς

κατσιασμένο: κατσιασμένο παιδί > αρωστημένος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κατσίβελα (τα): ρούχα > ρούχα

κατσίβελος: γύφτος > άλλες τέχνες και σύνεργα

κατσίδα: το αγκυλωτό πράσινο φλούδι του καρπού της αγριοκαστανανιάς > λουβί > φυτολογικά

κατσίκα: γίδι > της βοσκής

κατσικάρης: βοσκός > της βοσκής

κατσικάς: βοσκός > της βοσκής

κατσικάς: βουρκόλακας > δαιμονικά

κατσικερό: πετσί > του παπουτσή

κατσίκι: γίδι > της βοσκής

κατσικίλα: πριτιά > της βοσκής

κατσικίσιο: κρέας > του φαγιού

κατσικοκοπή: κοπάδι > της βοσκής

κατσικομάντρι: μάντρα > της βοσκής

κατσικοπόδι: δεκανίκι > γιατρικά

κατσικοπόδι: ξυλένιο ποδάρι > πόδι > ανατομικά κατατόπια

κατσιμάμουνας: κατσιμάμουνας > σκουλήκια και ζωύφια

κατσιμουδιασμένο: αρωστημένος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κάτσινο: καστανό > πρόβατο > της βοσκής

κάτσινο: σταχτερό > πρόβατο > της βοσκής

κατσιρμάς: κουντραμπατζής > άλλες τέχνες και σύνεργα

κατσιρμάς: λαθρεμπόριο > κατσιρμάς > του κούρσου και του φορτωτή

κατσιφάρα: καταχνιά > καιρικά

κατσιφουδιάζει: καιρός > καιρικά

κατσιφούρα: καταχνιά > καιρικά

κατσομαλιασμένο: αρωστημένος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κατσονίστρα: τ' οριζόντιο ξύλο με τους γάντζους (κάτσους) που τεντώνουν τις κλωστές > σύνεργα του κάλφα > του αργαλιού και της ρόκας

κατσούλα: κουκούλα > ρούχα

κατσούλα: πουλί > πουλολογικά

κατσούλα: σκουφί > πουλολογικά

κατσούλα: Felis domestica > γάτος > θηλαστικά

κατσούλα: Solea solea > χαψί > ψάρια της θάλασσας

κατσούλα: η κουκούλα της κάπας > κάπα > ρούχα

κατσουλάει: το άλογο κατσουλάει τ' αυτιά του, τα τσουλώνει > άλογο > θηλαστικά

κατσουλάκι: Felis domestica > γάτος > θηλαστικά

κατσούλι: Felis domestica > γάτος > θηλαστικά

κατσουλιέρης: πουλί > πουλολογικά

κατσουλόπετος: Upupa epops > τσαλαπετεινός > πουλιά

κατσουφιάζει: καιρός > καιρικά

κατώγι: πατώματα > του χτίστη

κατωμέρια: πάτος > τοπογραφικά

κατώμερο: χειμαδιό > της βοσκής

κατώπετρα: πέτρα > πέτρες

κατωσάγονα (τα): σαγόνι > κόκκαλα

κατωσάγονο: σαγόνι > κόκκαλα

κατωσέντονο: κρεβάτι > του σπιτικού

κατώστρατα: κατάστρατα > τοπογραφικά

κατωφεγγίζει: ο ήλιος > αβγή > αστρικά

κατώφλι: πόρτα > του χτίστη

κατωφώτι: λύχνος > του σπιτικού

καφάς: με καφασωτά χρώματα μέσα στο γυαλί > βώλοι > παιγνίδια

καφάσι: καλάθι > του χωραφιού

καφάσι: τρυπητό σκέπασμα του λεγενιού > αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

καφάσια: καφάσια > του χτίστη

καφάσια: πετσένιες σκέπες που βάζουνε στα μάτια των αλόγων για να μην μπορούν να δουν παρά μπροστά > χάμουρα > του αγωγιάτη και του αμαξά

καφεκούτι: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

καφέμπρικο: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

καφέμπρικο: μπρίκι > του μαγεριού

καφενείο: καφετζής > άλλες τέχνες και σύνεργα

καφενές: καφετζής > άλλες τέχνες και σύνεργα

καφές: καφές > του φαγιού

καφετζής: καφετζής > άλλες τέχνες και σύνεργα

καφετής: καστανός > του ζουγράφου

καφετί: καστανός > του ζουγράφου

καφετιέρα: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

καφκάλα: καραφλή κορφή > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

κάφκαλα: τα κάφκαλα της πίνας > πίννα > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

κάφκαλο: κεφάλι > κόκκαλα

κάφκαλο: το σκέπασμα της χελώνας > χελώνα > σερπετά

καφκί: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

καφκί: κεφάλι > κόκκαλα

καφκί: μόδι > του χωραφιού

καφκί: το μέρος όπου βάζουν την πέτρα > μέρη της σφεντόνας > του πολεμιστή

καφκί: το σκέπασμα της χελώνας > χελώνα > σερπετά

κάφκος: αγαπητικός παντρεμένης > αγαπητικός > οικογενειακά

καφόμπρικο: μπρίκι > του μαγεριού

καφτάνι: τούρκικο φόρεμα φοδραρισμένο με γούνα > αντερί > ρούχα

καφτερό: καλαμαριέρα > της ψαρικής

καφτήριο: νιτρικός άργυρος > είδη γιατρικών > γιατρικά

κάφτρα: λύχνος > του σπιτικού

κάψα: ζέστη > καιρικά

κάψα: θέρμη > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καψάλα: δάσος > τοπογραφικά

καψάλα: χωράφι που καψαλίστηκε, που του κάψανε την καλαμιά > χωράφι > του χωραφιού

κάψαλα: φρύγανα > φυτολογικά

καψάλι: μαγουλίκα > ρούχα

καψαλίζω: μαγειρέματα > του μαγεριού

καψαλισμένο: είδη χρωμάτων > του ζουγράφου

καψαλό: άλογο > θηλαστικά

καψαλό: είδη χρωμάτων > του ζουγράφου

καψαλό: πρόβατο > της βοσκής

κάψη: ζέστη > καιρικά

κάψη: θέρμη > αρώστιες και άλλα κουσούρια

καψίδα: ζέστη > καιρικά

καψίλα: ζέστη > καιρικά

κάψιμο: αρρώστιες φυτών > φυτολογικά

καψόξυλα: φρύγανα > φυτολογικά

καψόσπιτο: σπίτι > του χτίστη

καψούλα: μέρη του τουφεκιού > του πολεμιστή

καψούλι: καρπός > φυτολογικά

καψούλι: μέρη του παπουτσιού > του παπουτσή

καψούλι: μέρη του τουφεκιού > του πολεμιστή

καψούρα: αρρώστιες φυτών > φυτολογικά

καψώνουμαι: θέρμη > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κεβαδόλα: κεβαδόλα του παπά > παπαδίστικα ρούχα > ρούχα

κέλα: μοναστήρι > της εκκλησιάς

κελάρης: κελάρης > άλλες τέχνες και σύνεργα

κελάρι: κάμερες του σπιτιού > του χτίστη

κελάρι: κελάρι > του χτίστη

κελάρισα: κελάρης > άλλες τέχνες και σύνεργα

κελαρμενί: είδη βαφών > του βαφιά

κελεμπέκι: ξύλα > του μαραγκού

κελέρι: Raja batis > ρίνα > ψάρια της θάλασσας

κελέρι: πλατύ ψάρι του βούρκου > κελέρι > ψάρια της θάλασσας

κελί: μοναστήρι > της εκκλησιάς

κελιώτης: εκκλησιαστικά αξιώματα > της εκκλησιάς

κεμπάπι: κρέας > του φαγιού

κενάρι: γύρος > ραφτικά

κενταβρώνω: μαγέβω > δαιμονικά

κεντάβρωσε: το κεντάβρωσε = αόρατη ενέργεια τόνε χτύπησε κατά θανάτου > μαγέβω > δαιμονικά

κέντημα: κέντημα > ραφτικά

κεντητήρι: σιδερένιο σύνεργο για το κέντος της μαστιχιάς > μαστιχάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κεντί: δείλι > της μέρας και της ώρας

κεντιά: πόνος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κεντίδι: κέντημα > ραφτικά

κεντίδια: οι βελόνες του αχινιού > ανατομικά > ψαρολογικά

κεντίστρα: ράφτης > ραφτικά

κεντρίζω: δουλιές του αγωγιάτη > του αγωγιάτη και του αμαξά

κεντρίζω: μπολιάζω > φυτολογικά

κεντρίτης: Carcharinidae & Scyliorhinidae γένη > σκυλόψαρο > ψάρια της θάλασσας

κεντροβολάει: ο ήλιος > απομεσήμερο > της μέρας και της ώρας

κεντροκούκουτσο: το κουκούτσι του κέντρου > καρπός > φυτολογικά

κεντρώνω: μπολιάζω > φυτολογικά

κεντώ: δουλιές του ράφτη > ραφτικά

κέπα: κέπα > ψάρια της θάλασσας

κεπέγκι: σιδερένιο πορτόφυλλο ή παραθυρόφυλλο μαγαζιού > κεπέγκι > του χτίστη

κερά Μαριώ: κερά Μαριώ > αλεπού > θηλαστικά

κεραβνός: αστροπελέκι > καιρικά

κεράδικο: κεράς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κεράκι: φωτιστικά > της εκκλησιάς

κεράκι: το παιδί που πηγαινοέρχεται με τη σβίγα στο χέρι > μεταξάς > του αργαλιού και της ρόκας

κεραμάς: κεραμιδάς > του χτίστη

κεραμίδα: κεραμίδι > του χτίστη

κεραμιδάδικο: κεραμιδάς > του χτίστη

κεραμιδάρης: κεραμιδάς > του χτίστη

κεραμιδαριό: κεραμιδάς > του χτίστη

κεραμιδάς: κεραμιδάς > του χτίστη

κεραμιδένιος: κόκκινος > του ζουγράφου

κεραμιδής: κόκκινος > του ζουγράφου

κεραμιδί: κόκκινος > του ζουγράφου

κεραμίδι: κεραμίδι > του χτίστη

κεραμιδικάμινο: κεραμιδάς > του χτίστη

κεραμιδοκάμινο: κεραμίδι > του χτίστη

κεραμιδοκόματο: κεραμίδι > του χτίστη

κεραμιδόχωμα: κεραμιδάς > του χτίστη

κεραμιδόχωμα: κεραμίδι > του χτίστη

κεραμιδόχωμα: χώματα > του χωραφιού

κεραμιδώνω: δουλιές του χτίστη > του χτίστη

κεραμιδώνω: σκεπάζω τη στέγη με κεραμίδια > κεραμίδι > του χτίστη

κεράς: κεράς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κερασάρης: Απρίλης > μήνας > της μέρας και της ώρας

κερασάρης: Μάης > μήνας > της μέρας και της ώρας

κερασένιος: κόκκινος > του ζουγράφου

κερασί: κόκκινος > του ζουγράφου

κέρατο: τρουμπέτα > του μουσικού

κερατσούνι: κοτσάνι > φυτολογικά

κερεστές: ξυλική > ξύλα > του μαραγκού

κερεστές: ξύλο για χτίσιμο σπιτιού > κερεστές > του χτίστη

κερήθρα: μέλι > του φαγιού

κερήθρα: μέλισα > σκουλήκια και ζωύφια

κερί: λύχνος > του σπιτικού

κερί: λύχνος > του σπιτικού

κερί: φωτιστικά > της εκκλησιάς

κερκίδα: μάγγανος > του αργαλιού και της ρόκας

κερκίδι: Gryllus domesticus > γρύλλος > σκουλήκια και ζωύφια

κέρκος: είδη καραβιών > καράβια

κέρκουρος: είδη καραβιών > καράβια

κεροδοσά: τα κεριά που μοιράζουνε στους χριστιανούς μέσα στην εκκλησιά > φωτιστικά > της εκκλησιάς

κεροδοσιά: τα κεριά που μοιράζουνε στους χριστιανούς μέσα στην εκκλησιά > φωτιστικά > της εκκλησιάς

κερολίβανο: εκκλησιαστικά σύνεργα > της εκκλησιάς

κερομαστίχη: για να φράξουν τ' άγια λείψανα στην κολόνα της άγιας τράπεζας > εκκλησιαστικά σύνεργα > της εκκλησιάς

κερομάστιχο: για να φτιάχνουν κονίσματα > κονίσματα > της εκκλησιάς

κερομύτης: μύτη > όργανα

κεροπάνι: πανιά > πανιά

κεροπάνι: για προστασία των πληγών > κεροπάνι > γιατρικά

κεροπάτι: κρασί > του φαγιού

κερόπητα: ζυμαρικά > του φαγιού

κέρος: αλέτρι > του χωραφιού

κεροψάλιδο: λύχνος > του σπιτικού

κέρωμα: κομάρα > φυσιολογικά

κεσάρι: θεμελιακή > πέτρα > του χτίστη

κεσάρια: αρχαία θεμέλια > μαρμάρι > τοπογραφικά

κεσέ: γιαούρτι του κεσέ > γάλα > της βοσκής

κεσέμι: μπροστάρης > της βοσκής

κεσές: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κεσές τσουκαλεμένος: γεμάτος γλυκό > γλυκά > του φαγιού

κετσεδένιος: πανίτικος > πανιά

κετσές: πανιά > πανιά

κεφάλα: κεφάλι > κόκκαλα

κεφαλάρι: βρύση > του χωραφιού

κεφαλάρι: κολόνα > του χτίστη

κεφαλάρι: κρεβάτι > του σπιτικού

κεφαλάρι: μέρη της ρόδας > του αγωγιάτη και του αμαξά

κεφαλάρι: η αρχή ενός πανιού στον αργαλιό > κεφαλάρι > του αργαλιού και της ρόκας

κεφαλάρι: η αρχή του πανιού > πρόσωπη μεριά > πανιά

κεφαλαριά: πονοκεφαλώ > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κεφαλαριά: χάμουρα > του αγωγιάτη και του αμαξά

κεφαλαριά: Mugil cephalus > κέφαλος > ψάρια της θάλασσας

κεφαλαριά: το πιο ψηλό μέρος του χωραφιού > χωράφι > του χωραφιού

κεφαλάς: Lanius ludovicianus > κεφαλάς > πουλιά

κεφαλάς: Mugil cephalus > κέφαλος > ψάρια της θάλασσας

κεφάλας: Lanius ludovicianus | διπλός κεφαλάς > κεφαλάς > πουλιά

κεφάλι: κεφάλι > κόκκαλα

κεφάλι: φύλαξη > του πολεμιστή

κεφάλι: ένα κεφάλι ζάχαρη > ζάχαρη > του φαγιού

κεφαλιακό: το πρώτο λάγκερο > κρασί > του φαγιού

κεφαλοβούνι: βουνό > τοπογραφικά

κεφαλόβρυσο: βρύση > του χωραφιού

κεφαλογύρι: καπέλο > ρούχα

κεφαλοκάνη: μέρη του μύλου > του μυλωνά

κεφαλοκόλονο: κιονόκρανον > κολόνα > του χτίστη

κεφαλομάντιλο: φακιόλι > ρούχα

κεφαλοπάνι: φακιόλι > ρούχα

κεφαλόπονος: πονοκεφαλώ > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κεφαλόπουλο: Mugil cephalus > κέφαλος > ψάρια της θάλασσας

κέφαλος: Mugil cephalus > κέφαλος > ψάρια της θάλασσας

κεφαλόστυλο: κολόνα > του χτίστη

κεφαλοτύρι: τυρί > του φαγιού

κεφαλοχώραφο: χωράφι > του χωραφιού

κεφαλοχώρι: χωριό > τοπογραφικά

κεφαλώνω: καβατσάρω > αρμενίσματα

κεφαλωτό λάχανο: καρπός > φυτολογικά

κεφτές: κρέας > του φαγιού

κεχριμπαρένιος: κεχριμπάρι > πετράδια

κεχριμπαρένιος: κίτρινος > του ζουγράφου

κεχριμπάρι: κεχριμπάρι > πετράδια

κεχρίτης: οχιά > σερπετά

κηδεία: κηδεία > οικογενειακά

κηδεία: πεθαμενατζής > άλλες τέχνες και σύνεργα

κηκίδι: το σκέπασμα του βελανιδιού (μα ίσως και το φούσκωμα που κάνει κάποιο μαμούνι στη βελανιδιά > λουβί > φυτολογικά

κηπάρης: περιβολάρης > του χωραφιού

κηπάρι: περιβόλι > του χωραφιού

κήπι: περιβόλι > του χωραφιού

κηπικά: λαχανικά > του φαγιού

κήπος: περιβόλι > του χωραφιού

κηπουρέβω: καλιεργώ > του χωραφιού

κήρυκας: Strombus γένος > κόχυλας > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

κηρυναίος: μέρη του μαγγανοπήγαδου > μάγγανος > του χωραφιού

κιαλαρίζω: κοιτάζω με το κιάλι > κιαλάρω > αρμενίσματα

κιαλάρω: κιαλάρω > αρμενίσματα

κιάλι: τηλεσκόπιο > κιάλι > του καραβιού

κιαρόθωρος: άσπρος > του ζουγράφου

κιαρός: άσπρος > του ζουγράφου

κιάφα: κορφοβούνι (αρβανίτικα) > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

κιβωτός: κιβωτός του Νώε > αστερισμοί > αστρικά

κιζάνια (τα): αστυνόμοι της καταδίωξης > αστυνόμος > άλλες τέχνες και σύνεργα

κιθάρα: κιθάρα > του μουσικού

κιθαρίζω: κιθάρα > του μουσικού

κιθαριστής: μουσικός > του μουσικού

κικίδι: Gryllus domesticus > γρύλλος > σκουλήκια και ζωύφια

κιλίμι: κρεβάτι > του σπιτικού

κιμαδιάζω: μαγειρέματα > του μαγεριού

κιμάς: κρέας > του φαγιού

κιμούχα: πρόστυχο σφουγγάρι > βουτηχτής > αρμενίσματα

κιμωλία: κιμωλία > πέτρες

κινάς: είδη βαφών > του βαφιά

κίνηση: διάροια > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κινίνο: είδη γιατρικών > γιατρικά

κινόσο: πλάνη με φόρμα > σύνεργα του μαραγκού > του μαραγκού

κιντίλιο: χαρτιά > παιγνίδια

κιόνι: κολόνα > του χτίστη

κιόσκι: ησκωσιά > του χωραφιού

κιούγκι: κύλιντρος λαγουμιού > λαγούμι > του χτίστη

κιουλάφι: κιουλάφι > ρούχα

κιουλούγκι: άλλα άρματα > του πολεμιστή

κιούπι: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κιούρτος: καλάθι > του χωραφιού

κιούρτος: ψαροκόφινο > της ψαρικής

κιρδιλιάγγος: τραχεία αρτηρία > πλεμόνι > όργανα

κιρκινέζι: Cerchneis tinnunculus > κιρκινέζι > πουλιά

κιρκινέλι: Cerchneis tinnunculus > κιρκινέζι > πουλιά

κίρκος: Buteo > βαρβάκι > πουλιά

κιρμέζι: είδη βαφών > του βαφιά

κιρμέζο: είδη βαφών > του βαφιά

κισάρι: αλαφρόπετρα > πέτρες

κισάρι: πέτρα > του χτίστη

κίσαρο: αλαφρόπετρα > πέτρες

κισήρη: αλαφρόπετρα > πέτρες

κίσσα: Garrulus glandarius > κίσσα > πουλιά

κιτρινάδα: χρυσή > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κιτρινάδα: των αμπελιών > αρρώστιες φυτών > φυτολογικά

κιτρινάδι: αβγό > πουλολογικά

κιτρινιάρης: αιματσάρης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κιτρινιάρης: κίτρινος > του ζουγράφου

κιτρινιάρικος: κίτρινος > του ζουγράφου

κιτρινιασμένος: κίτρινος > του ζουγράφου

κιτρινίλα: χρώμα > του ζουγράφου

κιτρινόξυλο: είδη βαφών > του βαφιά

κιτρινοπούλι: Oriolus galbula > συκοφάγος > πουλιά

κίτρινος: κίτρινος > του ζουγράφου

κιτρινούλης: κίτρινος > του ζουγράφου

κιτρινοχρύσαφος: χρυσός > του ζουγράφου

κιτρινόχρυσος: χρυσός > του ζουγράφου

κιτρινόχωμα: σίδερο > μέταλλα και χημικά

κιτρινωπός: κίτρινος > του ζουγράφου

κίτρο: γλυκά > του φαγιού

κίχλα: Coricus rostratus > κίχλα > ψάρια της θάλασσας

κλαβανή: κλαβανή > του χτίστη

κλαδάτος: πουλί > πουλολογικά

κλαδάτος: με κλαδωτά αρπάγια > νύχια > πουλολογικά

κλαδέβω: κλαδέβω > του χωραφιού

κλάδεμα: κλαδέβω > του χωραφιού

κλαδεφτήρι: κλαδεφτήρι > του χωραφιού

κλαδεφτής: Φλεβάρης > μήνας > της μέρας και της ώρας

κλαδί: κλαδί > φυτολογικά

κλαδί: στολίδι σαν κλαδί > κέντημα > ραφτικά

κλαδιά: κλαδότοπος > τοπογραφικά

κλαδιά: χαμόκλαδα > φυτολογικά

κλαδιστήρης: Micropus apus > αγριοχελίδονο > πουλιά

κλαδοκόπι: κλαδεφτήρι > του χωραφιού

κλαδόνυχα: νύχια > πουλολογικά

κλάδος (ο & το): κλαδέβω > του χωραφιού

κλαδότοπος: κλαδότοπος > τοπογραφικά

κλαδότοπος: χαμόκλαδα > φυτολογικά

κλαδοτσίμπαλο: πιάνο > του μουσικού

κλάδωμα: κλαδί > φυτολογικά

κλαδωμένα: κλαδωμένα πόδια > νύχια > πουλολογικά

κλαδωμένη: κλαδωμένη ρύμη > δρόμος > τοπογραφικά

κλαδωσιά: κλαδί > φυτολογικά

κλαδωτά: κλαδωτά νύχια > νύχια > πουλολογικά

κλαδωτό: είδη πανιών > πανιά

κλαδωτός: πουλί > πουλολογικά

κλαίω: δάκρυ > φυσιολογικά

κλάμα: δάκρυ > φυσιολογικά

κλάμα: δάκρυ > φυσιολογικά

κλαμδάνι: μπρούντζος > μέταλλα και χημικά

κλάμπανος: κλάμπανος > του χωραφιού

κλανιά: πορδή > φυσιολογικά

κλανιάρης: πορδή > φυσιολογικά

κλάνω: πορδή > φυσιολογικά

κλάπα: σίδερο που δένει μαζί τις πέτρες > κλάπα > του χτίστη

κλαπαδόρα: μπρούτζινα όργανα > του μουσικού

κλαπαταριά: τα χοντρά φτερά > φτερό > πουλολογικά

κλαπάτσα: απροσδιόριστες αρώστιες > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κλαπάτσα: στα γίδια > αρώστιες ζώων

κλαπάτσα: αρώστια του συκοτιού (κλαπατσιάζει το πρόβατο) > στα πρόβατα > αρώστιες ζώων

κλαπατσίμπαλα: κύμβαλα; > όργανα > του μουσικού

κλάπες: τα σίδερα που δένουν τους ρεζέδες > πόρτα > του χτίστη

κλάρα: κλαδί > φυτολογικά

κλάρα: Gypaetus barbatus > σταβραϊτός > πουλιά

κλαρί: κλαδί > φυτολογικά

κλαρικό: κλαδί > φυτολογικά

κλαρινέτο: κλαρίνο > του μουσικού

κλαρίνο: κλαρίνο > του μουσικού

κλαροπόντικο: Microtus agrestis > κλαροπόντικο > θηλαστικά

κλάσιμο: πορδή > φυσιολογικά

κλαστάδες: ελιές > του φαγιού

κλάψα: δάκρυ > φυσιολογικά

κλάψας: Μάρτης > μήνας > της μέρας και της ώρας

κλαψομάρτης: Μάρτης > μήνας > της μέρας και της ώρας

κλαψοπούλι: Strix scops > κλαψοπούλι > πουλιά

κλειδαράδικο: κλειδαράς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κλειδαράς: κλειδαράς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κλειδαριά: κλειδαράς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κλειδαριά: κλειδαριά > του χτίστη

κλειδάς: κλειδαράς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κλειδί: αλέτρι > του χωραφιού

κλειδί: κλειδαράς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κλειδί: κλειδαριά > του χτίστη

κλειδί: νεροδέτης > του χωραφιού

κλειδί: κλειδί της πόλης = μαίαντρος > μοτίβα στο κέντημα > ραφτικά

κλειδοβάσταγο: της νοικοκυράς (με κρατητήρες) > κλειδοβάσταγο > του σπιτικού

κλειδοκόκκαλο: το κόκκαλο που ενώνει τους ώμους με το στήθος > κλειδοκόκκαλο > κόκκαλα

κλειδοπίνακο: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κλειδοστόμισμα: βουβός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κλειδοχρονιά: πρώτη του Σετέβρη > χρόνος > της μέρας και της ώρας

κλείδωση: αρμός > κόκκαλα

κλειδωτήρι: θηλυκωτήρι της ζώνης > ζώνη > ρούχα

κλείνει: πληγή > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κλείνει: το σπυρί > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κλείσμα: για στέρφα πρόβατα > μάντρα > της βοσκής

κλείσμα: κλεισούρα > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

κλεισούρα: μέρη του βουνού > τοπογραφικά

κλειστό: μέρη του κάστρου > του χτίστη

κλειωνάς: Parus ater > μαλαθρίτης > πουλιά

κλεφτάκια: παιδιών > παιγνίδια

κλέφτηκαν: κλέψιμο > οικογενειακά

κλέφτηκε: κλέψιμο > οικογενειακά

κλέφτης: μέρη του αργαλιού > του αργαλιού και της ρόκας

κλεφτογέννα: νόθος > οικογενειακά

κλεφτοκάικο: είδη καραβιών > καράβια

κλεφτός: κλεφτός ύπνος > ύπνος > φυσιολογικά

κλεφτοσπηλιά: σπηλιά > τοπογραφικά

κλεφτοφάναρο: λύχνος > του σπιτικού

κλεφτοφάναρο: το φαναράκι που μεταχειρίζεται ο φαναρτζής για να λιώσει το καλάι όταν θέλει να κάνει μια κόληση > κλεφτοφάναρο > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

κλέψιμο: απαγωγή > κλέψιμο > οικογενειακά

κλήδονας: μάγια > δαιμονικά

κλήδωνα: του κλήδωνα > είδη χορών > χοροί

κλήμα: κούτσουρο > φυτολογικά

κληματαριά: αμπέλι > του τρύγου

κληματαριά: κληματαριά > του χωραφιού

κληματσίδα: κούτσουρο > φυτολογικά

κλησάκι: εκκλησιά > της εκκλησιάς

κλησάρης: εκκλησιαστικά αξιώματα > της εκκλησιάς

κλησάρισα: εκκλησιαστικά αξιώματα > της εκκλησιάς

κλησατόρισα: εκκλησιαστικά αξιώματα > της εκκλησιάς

κλησιά: εκκλησιά > της εκκλησιάς

κλησούλα: εκκλησιά > της εκκλησιάς

κλησουράκι: εκκλησιά > της εκκλησιάς

κλησούρι: εκκλησιά > της εκκλησιάς

κλητήρας: αστυνόμος > άλλες τέχνες και σύνεργα

κλιάστρα: γάλα > της βοσκής

κλιβάνι: θώρακας > μεσοχρονιάτικα άρματα > του πολεμιστή

κλίμα: κλίμα > καιρικά

κλινάφτης: άλογο > του αγωγιάτη και του αμαξά

κλίνει: ο ήλιος > βασίλεμα > αστρικά

κλινόπωρο: χινόπωρο > της μέρας και της ώρας

κλιτσί: ψιλό σύρμα > μπρούντζος > μέταλλα και χημικά

κλιτσινάρι: Paguridae οικογένεια > καρκίνα > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

κλίφι: κρεβάτι > του σπιτικού

κλίφι: λινό σκέπασμα για να μη σκονίζεται το έπιπλο > μακάτι > του σπιτικού

κλοκιό: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κλοξάρι: Syrnium aluco > κουκουβάγια > πουλιά

κλόξος: λόξιγκας > φυσιολογικά

κλουβιάζω: κλουβιάζω > πουλολογικά

κλούβιο: αβγό > πουλολογικά

κλουκλουκίζω: κουκλουκίζω > φυσιολογικά

κλυστήρι: κλυστήρι > γιατρικά

κλώθω: ρόκα > του αργαλιού και της ρόκας

κλωνά: κλωστή > ραφτικά

κλωνάρι: κλαδί > φυτολογικά

κλωνί: καρπός > φυτολογικά

κλωνί: κάτι > του αργαλιού και της ρόκας

κλωνί: κλαδί > φυτολογικά

κλωνί: κλωστή > ραφτικά

κλωνιά: κλωστή > ραφτικά

κλωνιά: οι σπάγγοι της σφεντόνας > μέρη της σφεντόνας > του πολεμιστή

κλώνος: κλαδί > φυτολογικά

κλώνος: κλωστή > ραφτικά

κλώσμα: γνέμα > του αργαλιού και της ρόκας

κλώσσα: κότα > πουλολογικά

κλώσσα: κλώσσα με τα κλωσσόπουλα > αστερισμοί > αστρικά

κλωσσαριά: αστερισμοί > αστρικά

κλωσσαροπούλα: κότα > πουλολογικά

κλωσσαρόπουλο: κότα > πουλολογικά

κλωσσοπούλι: κότα > πουλολογικά

κλωσσοπούλι: πεταρούδι > πουλολογικά

κλωσσόπουλο: κότα > πουλολογικά

κλώσσος: Strix flammea > κλώσσος > πουλιά

κλωσσού: κότα > πουλολογικά

κλωστές: ίνες > ψαχνό > ανατομικά κατατόπια

κλωστή: κλωστή > ραφτικά

κλώστης: ροδάνι > του αργαλιού και της ρόκας

κλωτσάει: κλωτσάει το δέντρο = κάνει λουλούδια μα δε δένουν > ανοίγουν τα δέντρα > φυτολογικά

κλωτσοτύρης: τυράς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κλωτσοτύρι: τυρί > του φαγιού

κνα: είδη βαφών > του βαφιά

κνας: είδη βαφών > του βαφιά

κνικάτος: κόκκινος > του ζουγράφου

κόβει: το χρώμα > του ζουγράφου

κόβω: κλαδέβω > του χωραφιού

κόθρο: κουδούνι > της βοσκής

κοιλάτο: γελάδι > της βοσκής

κοιλιά: κοιλιά > όργανα

κοιλιάρφανος: που είναι κιόλας αρφανός σα γεννηθεί > ορφανός > οικογενειακά

κοιλιές: κρέας > του φαγιού

κοιλιοδρόμι: διάροια > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοιλιόπονος: διάροια > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοιλιορεμάρα: δυσεντερία > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοιλιόρεψη: δυσεντερία > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοιλό: μόδι > του χωραφιού

κοιλόπονος: διάροια > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοιλοπονώ: γεννώ > βιολογικά

κοιμήθηκε: γέρνει από τη μια μεριά και δε σηκώνεται πια > κουνήματα του καραβιού > αρμενίσματα

κοιμηθιό: ύπνος > φυσιολογικά

κοίμηση: ύπνος > φυσιολογικά

κοιμήσι: ύπνος > φυσιολογικά

κοιμησιό: ύπνος > φυσιολογικά

κοιμητήρι: πεθαμενατζής > άλλες τέχνες και σύνεργα

κοιμητικός: χασμούρημα > φυσιολογικά

κοιμίζω: δουλιές του γιατρού > γιατρικά

κοιμισιά (τα): κρεβάτι > του σπιτικού

κοίμισμα: ύπνος > φυσιολογικά

κοιμιστικό: γιατρικό > γιατρικά

κοινωνιά: λειτουργικά > της εκκλησιάς

κοινωνία: λειτουργικά > της εκκλησιάς

κοινωνώ: θρησκευτικές δουλιές > της εκκλησιάς

κοιτάστρια: το ξύλο που κάθουνται και κοιμούνται οι όρνιθες > κοτέτσι > του χτίστη

κόκα: κωμικά > κεφάλι > κόκκαλα

κοκίτης: κοκίτης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοκκαλήθρα: ραχοκόκκαλο > κόκκαλα

κοκκαλιάζει: το κρύο > καιρικά

κοκκάλιασμα: ξύλωμα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κόκκαλο: σφαχτό > του φαγιού

κοκκάλωμα: κομάρα > φυσιολογικά

κοκκάλωμα: ξύλωμα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοκκαλωτής: βορίσματα > καιρικά

κοκκίνα: κοκκίνα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κόκκινα: αβγά > του φαγιού

κοκκινάβαρι: το κόκκινο χρώμα που σημαδέβουν οι μαραγκοί τα ξύλα > είδη βαφών > του βαφιά

κοκκινάδα: κοκκίνα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοκκινάδα: κοκκινίζω > φυσιολογικά

κοκκινάδι: είδη βαφών > του βαφιά

κοκκιναντεράς: κοκκινίζουν τ' άντερα και ψοφάει το πρόβατο > στα πρόβατα > αρώστιες ζώων

κοκκινέλι: κρασί > του φαγιού

κόκκινη: κοκκίνα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοκκινίζω: κοκκινίζω > φυσιολογικά

κοκκινίλα: χρώμα > του ζουγράφου

κοκκίνισμα: κοκκίνισμα > φυσιολογικά

κοκκινόγεια: γη > του χωραφιού

κοκκινογή: γη > του χωραφιού

κοκκινογούλια: λαχανικά > του φαγιού

κοκκινόκωλος: Phoenicurus phoenicurus > κοκκινόκωλος > πουλιά

κοκκινολαίμης: Erithacus rubecola > πυρούλας > πουλιά

κοκκινόμαβρος: κόκκινος > του ζουγράφου

κοκκινομάγουλος: μάγουλο > ανατομικά κατατόπια

κοκκινομάλης: μαλί > ανατομικά κατατόπια

κοκκινομύτης: Pyrrhocorax > κοκκινομύτης > πουλιά

κοκκινόξυλο: ξύλα > του μαραγκού

κοκκινόπετρα: πέτρα > πέτρες

κοκκινοράδης: Phoenicurus phoenicurus > κοκκινόκωλος > πουλιά

κόκκινος: κόκκινος > του ζουγράφου

κοκκινούλης: κόκκινος > του ζουγράφου

κοκκινούτσικος: κόκκινος > του ζουγράφου

κοκκινόχωμα: γη > του χωραφιού

κοκκινόχωμα: κοκκινόχωμα > του τσουκαλά και του γυαλά

κοκκινόχωμα: αιματίτης > σίδερο > μέταλλα και χημικά

κοκκινωπός: κόκκινος > του ζουγράφου

κοκκωβιός: Gobiidae γένος > γοβιός > ψάρια της θάλασσας

κοκλάνος: Mugil cephalus > κέφαλος > ψάρια της θάλασσας

κοκολόγημα: σταχολογώ > του χωραφιού

κοκολόγι: απομεινάρια από τη σοδιά των καρπών > κοκολόγι > του χωραφιού

κοκολογιέμαι: κακαρίζω > πουλολογικά

κόκορας: Gallus domesticus > πετεινός > πουλιά

κοκορέτσι: κρέας > του φαγιού

κοκόρι: Gallus domesticus > πετεινός > πουλιά

κοκότι: Gallus domesticus > πετεινός > πουλιά

κοκοτός: Gallus domesticus > πετεινός > πουλιά

κοκώνια: καρπός > φυτολογικά

κόλα: αλέβρι > του φαγιού

κόλα: αρρώστιες φυτών > φυτολογικά

κόλα: γραφικά > του σπιτικού

κόλα: κόλα > του μαραγκού

κόλα: ξόβεργα > του κυνηγού

κόλαβρος: Scarabaeidae > σκάθαρος > σκουλήκια και ζωύφια

κολάνι: χάμουρα > του αγωγιάτη και του αμαξά

κολαουζέρης: αυτός που βαστά το σκοινί του βουτηχτή και του μιλάει "τσιμπώντας" > βουτηχτής > αρμενίσματα

κολαούζος: οδηγός > άλλες τέχνες και σύνεργα

κολάρος: ασπρόρουχα > ρούχα

κόλας: πουκάμισο της κόλας > ασπρόρουχα > ρούχα

κολάστρα: γάλα > της βοσκής

κολατσιό: πρόγεμα > του φαγιού

κολήγας: κολήγας > του χωραφιού

κοληγιάζω: κολήγας > του χωραφιού

κοληγιάτικο: αφτό που πλερώνει ο παχτωτής > κολήγας > του χωραφιού

κόλημα: κόλημα > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

κόληση: κόλημα > του σιδερά, φαναρτζή και χαλκωματά

κολησόψαρο: Leptecheneis naucrates | εχενηΐς > αργίδα > ψάρια της θάλασσας

κολητσιάνος: τσουκνίδα > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

κολητσίδα: Leptecheneis naucrates | εχενηΐς > αργίδα > ψάρια της θάλασσας

κολιάνιτσα: στα γίδια > αρώστιες ζώων

κόλιαντρο: μπαχαρικά > του φαγιού

κολίκι: ψωμί > του φαγιού

κολίνα: βορβός > φυτολογικά

κολιός: Scomber scumbrus > σκουμπρί > ψάρια της θάλασσας

κολιός κολυμπητός: ψάρια και χαβαρικά > του φαγιού

κολιστάκια: οι γάντζοι του σαμαριού για να δένουνε σκοινιά ή να κρεμάζουν πράματα > μέρη του σαμαριού > του αγωγιάτη και του αμαξά

κολιτσάνι: Patella vulgata > πεταλίδα > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

κολοκάσια: λαχανικά > του φαγιού

κολοκοτρώνης: μαχαίρι > του πολεμιστή

κολοκύθα: λαχανικά > του φαγιού

κολοκυθάκι: λαχανικά > του φαγιού

κολοκυθάτο: κρέας > του φαγιού

κολοκύθι: λαχανικά > του φαγιού

κολοκυθόπητα: ζυμαρικά > του φαγιού

κολοκυθοσαλάτα: σαλάτα > του φαγιού

κολόμπα: το κάτω μέρος του καταρτιού > κατάρτια > του καραβιού

κολόνα: κολόνα > του χτίστη

κολόπι: ψωμί > του φαγιού

κολόστρα: γαλούσα > βιολογικά

κολπετίνι: αποπληξία > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κόλπος: αποπληξία > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κόλυβα: εκκλησιαστικά σύνεργα > της εκκλησιάς

κόλυβα: βραστό σιτάρι για μνημόσυνο > ψωμί > του φαγιού

κολυβοζούμι: ζουμί > του φαγιού

κολυμπήθρα: βάφτισμα > οικογενειακά

κολυμπήθρα: εκκλησιαστικά σύνεργα > της εκκλησιάς

κολυμπήστρα: σάλι > του καραβιού

κολυμπητές: ελιές > του φαγιού

κολύμπι: κολυμπώ > αρμενίσματα

κολύμπρι: Nannus troglodytes > βασιλάκης > πουλιά

κολυμπώ: κολυμπώ > αρμενίσματα

κομάρα: κομάρα > φυσιολογικά

κομάτια: χοντρά κομάτια μέταλλο αντί σκάγια > μέρη του τουφεκιού > του πολεμιστή

κοματιάζω: μαγειρέματα > του μαγεριού

κοματιαστό: κρέας > του φαγιού

κομένα: μακαρόνια > του φαγιού

κομένο: κρασί > του φαγιού

κομένο: κομένο χώμα > μαντρότοιχος > του χτίστη

κομήτης: κομήτης > αστρικά

κομοδίνο: κομός > του σπιτικού

κομόνι: τόπος κοινός όπου βόσκουν του χωριού τα ζωντανά > βοσκή > της βοσκής

κομός: κομός > του σπιτικού

κομπαλάκι: ρόζος > φυτολογικά

κομπασάρω: κομπασάρω τον καιρό > καρδινιάζω > αρμενίσματα

κόμπια (τα): πόδι > κόκκαλα

κόμπια (τα): καρπός > αρμός > κόκκαλα

κομπογιάννης: Acrocephalus streperus > ποταμίδα > πουλιά

κομπογιαννίτης: γιατρός > γιατρικά

κομποδένω: δένω στο αντί τα γνέματα του διασιδιού > δουλιές του ανυφαντή > του αργαλιού και της ρόκας

κόμποι: οι αρμοί στα δάχτυλα > αρμός > κόκκαλα

κομπολόγι: εκκλησιαστικά σύνεργα > της εκκλησιάς

κόμπος: ρόζος > φυτολογικά

κόμπος: κόμπος του τριανταφυλλιού = ο καρπός αφού ξεφλουδίσει το λουλούδι > καρπός > φυτολογικά

κόμπος: το καινούριο φίλο που μόλις αρχίζει να ξεφυτρώνει > μάτι > φυτολογικά

κομποσκοίνι: εκκλησιαστικά σύνεργα > της εκκλησιάς

κομπόστα: γλυκά > του φαγιού

κομπωτές: κομπωτές πλεξούδες > μαλί > ανατομικά κατατόπια

κονάκι: κατοικιά > του χτίστη

κονάκι: σπίτι > του χτίστη

κονάκι: στοιχιό > δαιμονικά

κονάκι: gongylus ocellatus Forskal > σάβρα > σερπετά

κονάτσι: στοιχιό > δαιμονικά

κονιάκ: κρασί > του φαγιού

κόνιδα: το αβγό της ψείρας > μελούδα > σκουλήκια και ζωύφια

κονίζαλος: σρόβιλος σκόνης > ανεμική > καιρικά

κόνισμα: κονίσματα > της εκκλησιάς

κονίσματα: κονίσματα > της εκκλησιάς

κονσόλα: φορούσο > του χτίστη

κονταβγή: αβγή > αστρικά

κοντάκι: μέρη του τουφεκιού > του πολεμιστή

κοντάρι: βέργα > του χωραφιού

κοντάρι: κατάρτια > του καραβιού

κοντάρι: κοντάρι > του πολεμιστή

κοντάρι: σταλίκι > της ψαρικής

κοντάρια: πήγε τρία κοντάρια ο ήλιος > απομεσήμερο > της μέρας και της ώρας

κονταρόξυλο: το κοντάρι της παντιέρας > κονταρόξυλο > του καραβιού

κονταρούδια: σύκα > του φαγιού

κοντό: παπούτσι > του παπουτσή

κοντό: τσοπάνικο πουκάμισο > ασπρόρουχα > ρούχα

κοντοβίστης: κοντομάτης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοντοβραδιάζει: σούρουπο > της μέρας και της ώρας

κοντόβραδο: βράδυ > της μέρας και της ώρας

κοντοβράκι: βρακί > ρούχα

κοντόγερμα: βασίλεμα > αστρικά

κοντογούνι: σιγγούνι > ρούχα

κοντοδειλινό: δείλι > της μέρας και της ώρας

κοντοήμερα: αβγή > αστρικά

κοντοθάλασσο: μικρά και πυκνά κύματα > θάλασσα > της θάλασσας και του καιρού

κοντοθωρίζω: κοντομάτης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοντόθωρος: κοντομάτης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοντοκλαδέβω: κλαδέβω > του χωραφιού

κοντομάλης: μαλί > ανατομικά κατατόπια

κοντόμαλο: μαλί > της βοσκής

κοντομάσταρη: πρόβατο > της βοσκής

κοντομάτης: κοντομάτης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοντομάχαιρο: μαχαίρι > του πολεμιστή

κοντομεσιάζω: κοψομέσιασμα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοντομούρης: πρόσωπο > ανατομικά κατατόπια

κοντόξυλο: ραβδί > του πολεμιστή

κοντοπήγαδο: πηγάδι > του χωραφιού

κοντοπλέβρια: τα πιο κάτω παγίδια > παγίδια > κόκκαλα

κοντοπόδαρος: κοντοπόδης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοντοποδαρούσα: απίδι > του φαγιού

κοντοποδαρούσα: κοντοπόδης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοντοπόδης: κοντοπόδης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοντοράσο: παπαδίστικα ρούχα > ρούχα

κοντοραχιά: ράχη > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

κοντόραχο: ράχη > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

κοντοραχούλα: ράχη > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

κοντοστάβρια: μέρη του μαγγανοπήγαδου > μάγγανος > του χωραφιού

κοντόστρατο: δρόμος > τοπογραφικά

κοντοτούφεκο: τουφέκι > του πολεμιστή

κοντοτσάγρα: τσάγρα > του πολεμιστή

κόντουρο: άλογο > του αγωγιάτη και του αμαξά

κοντόφλεπος: κοντομάτης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοντόφταρμος: κοντομάτης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοντόφτερος: φτερό > πουλολογικά

κοντόφωτος: κοντομάτης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοντοχέρης: κουλός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κόντρα: ουλή > πληγή > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοντράρω: κοντράρω > αρμενίσματα

κοντραστάρω: κοντράρω > αρμενίσματα

κοντραφλόκος: πανιά > του καραβιού

κοντραφόσα: μέρη του κάστρου > του χτίστη

κοντρί: κορμός > φυτολογικά

κοντρί: πέτρα > πέτρες

κοντριάζει: πληγή > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοντριάρικος: πληγή > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοντριασμένος: πληγή > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κόντυλα: απάλωνα > του χωραφιού

κόντυλας: το μέρος του καλαμιού που είναι ανάμεσα στα γόνατα > κόντυλας > φυτολογικά

κοντύλι: γραφικά > του σπιτικού

κοντύλι: νέβρο > κοντύλι > ανατομικά κατατόπια

κόξα: πόδι > ανατομικά κατατόπια

κόξι: χαρτιά > παιγνίδια

κοπαδαριά: βοσκός > της βοσκής

κοπάδι: κοπάδι > της βοσκής

κοπαδιά: κοπάδι > της βοσκής

κοπαδιάζω: χωρίζω τα πράματα σε κοπάδια > κοπαδιάζω > της βοσκής

κοπαδιάρης: βοσκός > της βοσκής

κοπανάκι: κοπανάκι > του αργαλιού και της ρόκας

κοπανέλι: κοπανάκι > του αργαλιού και της ρόκας

κοπάνι: πρόβατο > της βοσκής

κοπανίδα: πλύση > του σπιτικού

κοπανίζω: μαγειρέματα > του μαγεριού

κοπανισμένη: κοπανισμένη γαλέτα > ψωμί > του φαγιού

κοπανιστή: ζάχαρη > του φαγιού

κοπανιστή: τυρί > του φαγιού

κοπανιστήρι: γουδί > του μαγεριού

κοπανιστήρι: κόπανος > σύνεργα χρήσιμα σε διάφορες τέχνες

κοπανιστό: κρέας > του φαγιού

κόπανος: κόπανος > σύνεργα χρήσιμα σε διάφορες τέχνες

κόπανος: πλύση > του σπιτικού

κόπανος: σύνεργα του χτίστη > του χτίστη

κοπανοτύρι: τυρί > του φαγιού

κοπανούρα: σύνεργο για να κάνουν νταντέλα > κοπανάκι > του αργαλιού και της ρόκας

κοπέλα: κόρη > οικογενειακά

κοπελάρα: κόρη > οικογενειακά

κοπελιά: κόρη > οικογενειακά

κόπελος: κόπελος > του χωραφιού

κοπελούδα: κόρη > οικογενειακά

κοπελούδι: κόρη > οικογενειακά

κοπή: κουρέβω > της βοσκής

κοπή: μέρος κοπαδιού > κοπάδι > της βοσκής

κοπίδα: ανατομικά > ψαρολογικά

κοπίδι: αρβελιστήρι > του μαγεριού

κοπίδι: σύνεργα του μαραγκού > του μαραγκού

κοπίδι: σύνεργα του παπουτσή > του παπουτσή

κόπικας: Anthrenus scrophulariae > κόπικας > σκουλήκια και ζωύφια

κόπιτσα: κόπιτσα > ραφτικά

κόπος: επιληψία > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοπός (ο): πάτημα > του κυνηγού

κοπριά: γη > του χωραφιού

κοπρομέλισα: Vespa crabro > αγριομέλισα > σκουλήκια και ζωύφια

κοπροπούλι: Passer > σπουργίτης > πουλιά

κόπτσα: κόπιτσα > ραφτικά

κόρα: ψωμί > του φαγιού

κοραδούρος: κατάστρωμα > του καραβιού

κόρακας: Corvus corax > κόρακας > πουλιά

κοράκι: κοράκι > του καραβιού

κοράκι: πόρτα > του χτίστη

κοράκι: Corvus corax > κόρακας > πουλιά

κοράκια (τα δυο): κοράκι > του καραβιού

κορακίνα: Corvus corax > κόρακας > πουλιά

κορακιού (του): ακράπι > του καραβιού

κορακοπόδι: ανθρακική αμμωνία > χημικά > μέταλλα και χημικά

κορακοπούλι: Corvus corax > κόρακας > πουλιά

κορακόπουλο: Corvus corax > κόρακας > πουλιά

κοράκου: μάβρο του κοράκου > μάβρος > του ζουγράφου

κοραλένιος: κοράλι > πετράδια

κοράλι: κοράλι > πετράδια

κοραντζίνα: Corvus corone > κουρούνα > πουλιά

κορασάνι: κορασάνι > του χτίστη

κορασιά: κόρη > οικογενειακά

κορβέτα: είδη καραβιών > καράβια

κόρδα: μέρη του βιολιού > του μουσικού

κορδάτο: γλυκά > του φαγιού

κορδέλα: αρμενισιά > αρμενίσματα

κορδέλες: κορδέλες > τοπογραφικά

κορδελιάζω: δουλιές του ράφτη > ραφτικά

κορδελώνω: κάνω, τραβώ κορδέλες > κορδέλες > τοπογραφικά

κόρδες: κορδέλες > τοπογραφικά

κορδόνι: κορδόνι > ραφτικά

κορδόνι: μέρη του παπουτσιού > του παπουτσή

κόρη: κόρη > οικογενειακά

κορίθια: σταφύλια > του φαγιού

κοριός: Cimex lectularius > κοριός > σκουλήκια και ζωύφια

κοριστόπουλο: κόρη > οικογενειακά

κορίτι: ποτιστής > της βοσκής

κορίτος: ποτιστής > της βοσκής

κοριτσέλι: κόρη > οικογενειακά

κορίτσι: κόρη > οικογενειακά

κορμαλιά: κορμός > φυτολογικά

κορμαριά: κορμός > φυτολογικά

κορμάτο: άλογο > θηλαστικά

κορμιασμένο: αβγό που άρχισε να κορμιάζει μέσα του το πουλί > αβγό > πουλολογικά

κορμός: κορμός > φυτολογικά

κορμοφανέλα: ασπρόρουχα > ρούχα

κορνέτο: μπρούτζινα όργανα > του μουσικού

κορνίζωμα: πόρτα > του χτίστη

κόρνιο: το κόρνιο του ασκού > ασκομαντούρα > του μουσικού

κορόμηλο: μήλο > του φαγιού

κορόνα: παπαδίστικα ρούχα > ρούχα

κορόνα: κορόνα ή γράμματα > μεγάλων και μικρών > παιγνίδια

κορονάτο: Leptocephalus conger > μουγγρί > ψάρια της θάλασσας

κοροστάρι: σύνεργα του μαραγκού > του μαραγκού

κορού: κόρη > οικογενειακά

κορούδα: κόρη > οικογενειακά

κορούλα: κόρη > οικογενειακά

κόρπα: μάβρα > γίδι > της βοσκής

κορσές: στηθόπανο > ρούχα

κορτάνα: τεταρταίος > θέρμη > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κόρυζα: στις κότες > αρώστιες ζώων

κόρυζα: Cimex lectularius > κοριός > σκουλήκια και ζωύφια

κορυφάδα: κορφή > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

κορυφιάς: δοκαρωσιά > του χτίστη

κορυφιάτης: δοκαρωσιά > του χτίστη

κορφάδα: κορφή > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

κορφάδι: κορφή > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

κορφάδι: κορφή κλαδιού > κλαδί > φυτολογικά

κορφάρι: δοκαρωσιά > του χτίστη

κορφή: κορφή > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

κορφή: κρέμα πετσωμένη > γάλα > της βοσκής

κορφιάζω: δουλιές του χτίστη > του χτίστη

κορφιάς: δοκαρωσιά > του χτίστη

κόρφιασμα: δοκαρωσιά > του χτίστη

κορφίτης: στόμα > όργανα

κορφοβούνι: βουνό > τοπογραφικά

κορφοβούνι: κορφή > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

κορφολόγημα: χορτολογώ > του χωραφιού

κορφολόγος: γεωργός > του χωραφιού

κορφολογώ: κλαδέβω > του χωραφιού

κορφολογώ: ξεματίζω > του χωραφιού

κορφολογώ: χορτολογώ > του χωραφιού

κόρφος: κόρφος > της θάλασσας και του καιρού

κοσκινάς: κοσκινάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κοσκινάς: σπυρί > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοσκινίζω: μαγειρέματα > του μαγεριού

κοσκινίτης: σπυρί > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κόσκινο: κοσκινάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κόσκινο: κόσκινο > του μαγεριού

κοσκινού: κοσκινάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κοσμοδέσποινα: δέσποινα > δαιμονικά

κοσμόπαπας: εκκλησιαστικά αξιώματα > της εκκλησιάς

κοσμοχαλασιά: κακοκαιριά > καιρικά

κοσμοχαλασμός: κακοκαιριά > καιρικά

κοσούνα: παιδιών > παιγνίδια

κόσσα: δρεπάνι > του χωραφιού

κοσσίζω: θερίζω > του χωραφιού

κόσσισμα: θερίζω > του χωραφιού

κοστούμι: φόρεμα > ρούχα

κότα: κότα > πουλολογικά

κότα: πετεινός > πουλιά

κοτάκι: πετεινός > πουλιά

κοταρίδα: κοταρίδα > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

κοταρίδα: πέτρα > πέτρες

κοτερά: πουλί > πουλολογικά

κότερο: είδη καραβιών > καράβια

κοτέτσι: κοτέτσι > του χτίστη

κοτόπητα: ζυμαρικά > του φαγιού

κοτόπουλο: πετεινός > πουλιά

κοτρόνα: πέτρα > πέτρες

κοτρόνι: πέτρα > πέτρες

κότσα: Sparus aurata > τσιπούρα > ψάρια της θάλασσας

κοτσάκι: μέρη του σαμαριού > του αγωγιάτη και του αμαξά

κότσαλα: απάλωνα > του χωραφιού

κότσαλο: καρπός > φυτολογικά

κοτσάνι: κοτσάνι > φυτολογικά

κοτσάρω: κοτσάρω τα πανιά, την μπούμα > κοτσάρω > αρμενίσματα

κότσι: κάλος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κότσι: πόδι > κόκκαλα

κότσι: χαρτί της φυλής που κερδίζει τις άλλες φυλές > χαρτιά > παιγνίδια

κότσια: μεγάλων και μικρών > παιγνίδια

κοτσίδα: μαλί > ανατομικά κατατόπια

κοτσίνα: χαρτιά > παιγνίδια

κοτσιπίδα: κασίδα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κότσιφας: Merula merula > κότσιφας > πουλιά

κοτσίφι: Crenilabrus pavo > κοτσίφι > ψάρια της θάλασσας

κοτσίφι: Merula merula > κότσιφας > πουλιά

κοτσοκορφώ: ξεματίζω > του χωραφιού

κοτσομούρα: Mugil cephalus > κέφαλος > ψάρια της θάλασσας

κότσος: μαλί > ανατομικά κατατόπια

κοτσούνα: παιδιών > παιγνίδια

κουβά: με τον κουβά > βροχή > καιρικά

κουβαλητής: χαμάλης > άλλες τέχνες και σύνεργα

κουβαλώ: κηδεία > οικογενειακά

κουβαράς: λινάρι > του αργαλιού και της ρόκας

κουβάρι: γνέμα > του αργαλιού και της ρόκας

κουβαρίδα: Myriapoda > σαρανταποδαρούσα > σκουλήκια και ζωύφια

κουβαρίστρα: Myriapoda > σαρανταποδαρούσα > σκουλήκια και ζωύφια

κουβάς: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κουβελάς: μελισουργός > του χωραφιού

κουβέλι: μέλισα > σκουλήκια και ζωύφια

κουβέρτα: κατάστρωμα > του καραβιού

κουβέρτα: κρεβάτι > του σπιτικού

κουβούκλι: θόλος > του χτίστη

κουβούκλι: κληματαριά > του χωραφιού

κουβούσι: αμπάρι > του καραβιού

κούδα: χαρτί χωρίς αξία στο παιγνίδι > χαρτιά > παιγνίδια

κουδουμιές: ξερά λεπλεπιά > στραγάλια > του φαγιού

κουδούνα: μπροστάρης > της βοσκής

κουδούνα: για γκεσέμι > κουδούνι > της βοσκής

κουδουνάδικο: κουδουνάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κουδουνάς: που κάνει τα σφυρικά κουδούνια > κουδουνάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κουδουνάτος: Anas platyrhynchos > αγριόπαπια > πουλιά

κουδούνες: αποτρυγίδια > του τρύγου

κουδούνι: κουδουνάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κουδούνι: κουδούνι > της βοσκής

κουδουνιά: κουδούνι > της βοσκής

κουδούνια: αποτρυγίδια > του τρύγου

κουδουνιάτικο: κουδουνάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κουδουνιστή: κουδουνιστή σπηλιά (με αντίλαλο) > σπηλιά > τοπογραφικά

κουδουνίστρα: για μωρά > παιδιών > παιγνίδια

κουδουνίστρα: κουδούνια μωρού > κουδουνίστρα > του μουσικού

κουζάκι: παιδιών > παιγνίδια

κουζίνα: κάμερες του σπιτιού > του χτίστη

κουζουλαίνω: τρελαίνουμε > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουζουλέβω: τρελαίνουμε > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουζουλιά: τρέλα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουζουλός: τρελός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουκάχερο: άχερο > του χωραφιού

κουκιά: λαχανικά > του φαγιού

κουκίτης: κοκίτης > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κούκλα: καρπός > φυτολογικά

κούκλα: παιδιών > παιγνίδια

κουκλί: φακιόλι > ρούχα

κουκλοπετεινός: Upupa epops > τσαλαπετεινός > πουλιά

κούκλος: Meleagris gallopavo > γάλλος > πουλιά

κουκλουκιά: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κουκλουκίζω: κουκλουκίζω > φυσιολογικά

κουκλούκισμα: κουκλουκίζω > φυσιολογικά

κούκος: Cuculus canorus > κούκος > πουλιά

κουκουβάγια: Syrnium aluco > κουκουβάγια > πουλιά

κουκουβάς: Syrnium aluco > κουκουβάγια > πουλιά

κούκουβας: Syrnium aluco > κουκουβάγια > πουλιά

κουκουδάς: χαλάζι που ρίχνεις μικρές χαλαζόπετρες > χαλάζι > καιρικά

κουκούδι: πανούκλα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουκούδι: σπυρί > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουκουδιάζω: σπυρί > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουκουδιάρης: σπυρί > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κούκουδο: καρπός > φυτολογικά

κουκούλα: κουκούλα > ρούχα

κουκούλα: μέρη του αμαξιού > του αγωγιάτη και του αμαξά

κουκούλα: ψωμί > του φαγιού

κουκούλα: ολός του αχταποδιού > αχταπόδι > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

κουκουλήθρα: μισοκατεργασμένο μετάξι > μετάξι > του αργαλιού και της ρόκας

κουκουλόσπορος: αβγά του μεταξοσκουληκιού > κάμπια > σκουλήκια και ζωύφια

κουκούμαγκας: μαμούνι των κουκιών > κατσιμάμουνας > σκουλήκια και ζωύφια

κουκούμανος: κατσιμάμουνας > σκουλήκια και ζωύφια

κουκούμι: καζάνι > του μαγεριού

κουκούμυαλος: κατσιμάμουνας > σκουλήκια και ζωύφια

κουκουμυτίζω: ξεματίζω > του χωραφιού

κουκουνάρι: καρπός > φυτολογικά

κουκούρι: πύργος από πέτρες σωριασμένος > κάστρο > του χτίστη

κουκουρίζω: σαν το περιστέρι > κουκουρίζω > πουλολογικά

κουκούρισμα: κουκουρίζω > πουλολογικά

κούκουρο: των τσοπάνηδων > σταλίκι > του χωραφιού

κουκούτσα: Chelonia | χελώνα της λίμνης > χελώνα > σερπετά

κουκούτσι: καρπός > φυτολογικά

κούλα: κάστρο > του χτίστη

κουλάδα: κουλός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουλαίνομαι: κουλός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουλαίνω: κουλός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουλάς: κάστρο > του χτίστη

κούλας: άλογο > θηλαστικά

κουλέθρα: μέρη του μύλου > του μυλωνά

κουλές: κάστρο > του χτίστη

κουλιάρι: Platalea leucorodia > χουλιάρι > πουλιά

κουλιάστρα: γάλα > της βοσκής

κουλιμπές: μέρη του αργαλιού > του αργαλιού και της ρόκας

κούλιο: πρόβατο > της βοσκής

κούλο: σταχτοκόκκινο > άλογο > θηλαστικά

κουλός: κουλός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κούλος: Cygninae > κύκνος > πουλιά

κούλουθρο: κουτάλα για να ταράζουν το γάλα όταν το βράζουν για να κάνουνε μιτζήθρα > κούνουθρο > της βοσκής

κουλούκι: σκύλος > θηλαστικά

κουλουκουρίζω: κουρέβω > της βοσκής

κούλουμα (τα): νηστεία > του φαγιού

κουλούπι: ψωμί > του φαγιού

κουλούρα: μέρη της άγκυρας > του καραβιού

κουλούρα: ψωμί > του φαγιού

κουλούρα: ψωμί > του φαγιού

κουλούρα: μπουλωγμένη κουλούρα = παπαδίστικος κώτσος > μαλί > ανατομικά κατατόπια

κουλουράς: κουλουρτζής > άλλες τέχνες και σύνεργα

κουλούρι: κουλουρτζής > άλλες τέχνες και σύνεργα

κουλούρι: ψωμί > του φαγιού

κουλουριαστό: φίδι > σερπετά

κουλουρίδα: φίδι > σερπετά

κουλουρτζής: κουλουρτζής > άλλες τέχνες και σύνεργα

κουλοχέρης: κουλός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουλτακίζει: κουνιέται αν και είναι μπουνάτσα > κουνήματα του καραβιού > αρμενίσματα

κουμανταρία: κρασί > του φαγιού

κουμαράς: τσουκαλάς > του τσουκαλά και του γυαλά

κουμάρι: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κουμάσι: κοτέτσι > του χτίστη

κουμιάζω: κουμιάζω τα λαγωνικά > κούμος > του χτίστη

κούμος: κοτέτσι > του χτίστη

κούμος: σκυλόσπιτο > κούμος > του χτίστη

κούμουλας: πέτρα > πέτρες

κουμούλια: αμπέλι > του χωραφιού

κουμούτσι: λεμπούσι ξεσπυρωμένο > καρπός > φυτολογικά

κουμπάνια: προμήθειες του καραβιού > κουμπάνια > του καραβιού

κουμπαράς: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κουμπαράς: μέρος του κανονιού > του πολεμιστή

κουμπάρι: γαλιόνι > είδη καραβιών > καράβια

κουμπαριά: κουμπάρος > οικογενειακά

κουμπαριάζω: κουμπάρος > οικογενειακά

κουμπαριό: κουμπάρος > οικογενειακά

κουμπάρος: κουμπάρος > οικογενειακά

κουμπές: θόλος > του χτίστη

κουμπί: κουμπί > ραφτικά

κουμπί: μέρη του παπουτσιού > του παπουτσή

κουμπί: μήτρα > όργανα

κουμπί: ο δίσκος του πορτοκαλιού > καρπός > φυτολογικά

κουμποθήκλια: κουμπί > ραφτικά

κουμποθηλιά: κουμπί > ραφτικά

κουμπότρυπα: κουμπί > ραφτικά

κουμπότρυπα: μέρη του παπουτσιού > του παπουτσή

κουμπούζι: κουμπούζι > του μουσικού

κουμπούρα: διμούτσουνη κουμπούρα > πιστόλι > του πολεμιστή

κουμπούρι: πιστόλι > του πολεμιστή

κουμπούρι: σαγίτα > του πολεμιστή

κουμπουριά: έπεσε μια κουμπουριά > πιστόλι > του πολεμιστή

κούμπωμα: μάγεμα > δαιμονικά

κουμπωτήρι: κουμπωτήρι > του παπουτσή

κουνάβι: Mustela martes > κουνάβι > θηλαστικά

κουνάδι: Mustela martes > κουνάβι > θηλαστικά

κουναδόγουνα: είδη γουναρικών > άλλες τέχνες και σύνεργα

κουνέλα: Lepus cuniculus > κουνέλι > θηλαστικά

κουνέλι: Lepus cuniculus > κουνέλι > θηλαστικά

κουνήματα: κουνήματα του καραβιού > αρμενίσματα

κουνημένος: τρελός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κούνια: κρεβάτι > του σπιτικού

κούνια: παιδιών > παιγνίδια

κούνια: μασχαλιστήρ > κούνια > γιατρικά

κουνιάδα: σύγαμπρος > οικογενειακά

κουνιάδος: σύγαμπρος > οικογενειακά

κουνιστή: καρέκλα > του σπιτικού

κουνίστρα: καρέκλα > του σπιτικού

κουνίστρα: κρεβάτι > του σπιτικού

κουνόπετρα: πέτρα > πέτρες

κούνος: καρπός > φυτολογικά

κούνουθρο: κούνουθρο > της βοσκής

κούνουπας: Culicidae γένος > κουνούπι > σκουλήκια και ζωύφια

κουνούπι: Culicidae γένος > κουνούπι > σκουλήκια και ζωύφια

κουνουπίδια: λαχανικά > του φαγιού

κουντούρα: είδη παπουτσιών > του παπουτσή

κουντούρα: τσαμπί > φυτολογικά

κουντουράδικο: παπουτσάδικο > του παπουτσή

κουντουράς: παπουτσής > του παπουτσή

κούντουρος: Φλεβάρης > μήνας > της μέρας και της ώρας

κουντραμπάντα: κουντραμπατζής > άλλες τέχνες και σύνεργα

κουντραμπατζής: κουντραμπατζής > άλλες τέχνες και σύνεργα

κούντρος: κατάρτια > του καραβιού

κούπα: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κουπάκι: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κουπάς: λάμνω > αρμενίσματα

κουπαστή: κατάστρωμα > του καραβιού

κουπατζής: λάμνω > αρμενίσματα

κουπέ: αμάξι > του αγωγιάτη και του αμαξά

κουπί: κουπί > του καραβιού

κουπιά: λάμνω > αρμενίσματα

κουπολάτης: λάμνω > αρμενίσματα

κουπολατιά: λάμνω > αρμενίσματα

κουπολατώ: λάμνω > αρμενίσματα

κούπραινας: σβέρκος > ανατομικά κατατόπια

κουράδα: αποχωνέματα > φυσιολογικά

κουραδάς: αποχωνέματα > φυσιολογικά

κουραμάνα: ψωμί > του φαγιού

κούρβα: μέρη του σαμαριού > του αγωγιάτη και του αμαξά

κούρβουλο: κούτσουρο > φυτολογικά

κουρδιστήρι: κουρδιστήρι > σύνεργα χρήσιμα σε διάφορες τέχνες

κουρέας: κουρέας > άλλες τέχνες και σύνεργα

κουρέβω: κουρέας > άλλες τέχνες και σύνεργα

κουρέβω: κουρέβω > της βοσκής

κουρείο: κουρέας > άλλες τέχνες και σύνεργα

κούρεμα: κουρέας > άλλες τέχνες και σύνεργα

κούρεμα: κουρέβω > της βοσκής

κουρεμαδιά: χήρα > οικογενειακά

κουρεφτής: κουρέβω > της βοσκής

κουρέφτρα: διχάλα που βαστάει το κεφάλι του γιδιού σαν το κουρέβουν > κουρέβω > της βοσκής

κουρζέτο: κουρζέτο > του καραβιού

κουρίτι: ποτιστής > της βοσκής

κούρκα: Meleagris gallopavo > γάλλος > πουλιά

κουρκέτο: γλυκά > του φαγιού

κούρκος: Meleagris gallopavo > γάλλος > πουλιά

κούρκος: Vespa crabro > αγριομέλισα > σκουλήκια και ζωύφια

κουρκουλιανός: Alauda arvensis > σιταρήθρα > πουλιά

κουρκούταβλος: Crocodilia > κροκόδειλος > σερπετά

κουρκούτι: ζουμί > του φαγιού

κουρκούτι: έγινε κουρκούτι > ξεμώραμα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουρμούλα: κούτσουρο > φυτολογικά

κουρμπούζι: κουμπούζι > του μουσικού

κουρμπούτσι: άλλα άρματα > του πολεμιστή

κουρναρέτα: παιδιών > παιγνίδια

κουρνέλα: κανάλι > του χτίστη

κούρνια: μέρος για κούρνιασμα, για κοίτασμα > φωλιά > πουλολογικά

κούρνουπας: Merops apiaster > μελισουργός > πουλιά

κουρντενέλι: πανιά > πανιά

κούρος: κουρέβω > της βοσκής

κούρος: ο καιρός που κουρέβουν τα γιδοπρόβατα > κούρος > της βοσκής

κουρούμπλι: μικρό μουρόφυλλο > φύλλο > φυτολογικά

κουρούνα: Corvus corone > κουρούνα > πουλιά

κουρουνοπούλι: Pyrrhocorax alpinus > κουρουνοπούλι > πουλιά

κουρούπα: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κουρούπης: φαλακρός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουρούπι: αγγιά και δοχεία > του τσουκαλά και του γυαλά

κουρούπι: γλάστρα > του χωραφιού

κουρούπι: το κεφάλι του είναι κουρούπι > φαλακρός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουρουπιαστό: γλυκά > του φαγιού

κούρσα: κούρσος > του κούρσου και του φορτωτή

κουρσάρικο: καράβι > καράβια

κουρσάρος: κούρσος > του κούρσου και του φορτωτή

κουρσέβω: κούρσος > του κούρσου και του φορτωτή

κουρσεμένος: αρωστημένος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κούρσος: κούρσος > του κούρσου και του φορτωτή

κουρτάλι: κρούταλο > του μουσικού

κουρτελάτσα: κουρτελάτσα > του καραβιού

κουρτέσα: κουρτέσα μου > αγαπητικός > οικογενειακά

κουρτίζω: δουλιές του χτίστη > του χτίστη

κουρτούνα: κουρτίνα του κρεβατιού (του σοφά ύπνου) > κρέβατος > του σπιτικού

κουσβαράς: μπαχαρικά > του φαγιού

κούσβος: πητάρι σουσαμιού > πητάρι > του λιοτριβιού

κουσκούνι: χάμουρα > του αγωγιάτη και του αμαξά

κουσκούσι: αλέβρι > του φαγιού

κουτάβι: σκύλος > θηλαστικά

κουτάβι: Carcharinidae & Scyliorhinidae γένη > σκυλόψαρο > ψάρια της θάλασσας

κουτάλα: μαχαιροπήρουνα > του μαγεριού

κουτάλα: πλάτη > κόκκαλα

κουτάλαφας: Gryllus domesticus > γρύλλος > σκουλήκια και ζωύφια

κουτάλαφος: Locustidae > ακρίδα > σκουλήκια και ζωύφια

κουτάλι: μαχαιροπήρουνα > του μαγεριού

κούτελο: μέτωπο > ανατομικά κατατόπια

κουτί: λειψανοθήκη > εκκλησιαστικά σύνεργα > της εκκλησιάς

κούτικας: των ηλικιωμένων > απαλό > κόκκαλα

κούτουλα: κούτουλα > της βοσκής

κούτουλας: μονοκόματο ξύλινο δοχείο με μακριά ουρά, σα μεγάλη χουλιάρα, για να βγάζουν το γάλα από το λεβέτι > κούτουλα > της βοσκής

κούτουλας: στη Ρούμελη ο κούτουλας είναι χαλκωματένια κατσαρόλα > κούτουλα > της βοσκής

κουτουνί: πανιά > πανιά

κουτούπι: μέτωπο > ανατομικά κατατόπια

κούτρα: κεφάλι > κόκκαλα

κουτρούλης: φαλακρός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουτρούλια: αμπέλι > του χωραφιού

κουτρουλίζω: κλαδέβω > του χωραφιού

κουτρούφια: αμπέλι > του χωραφιού

κούτσα: κουτσός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κούτσα: παιδιών > παιγνίδια

κούτσα: φιγούρα της πλώρης > του καραβιού

κούτσαβλος: κουτσός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουτσάγρα: κουτσός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουτσάδα: κουτσός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουτσαίνω: κουτσός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κούτσαμα: κουτσός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουτσαμάρα: κουτσός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κούτσεμα: κουτσός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουτσικέρα: γίδι > της βοσκής

κουτσόγλωσσος: τσεβδός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουτσοδάσκαλος: δάσκαλος > άλλες τέχνες και σύνεργα

κουτσοκεράμιδο: κεραμίδι > του χτίστη

κουτσόκερο: γίδι > της βοσκής

κουτσοκουλόστραβος: κουτσός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουτσομεσιάζω: κοψομέσιασμα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουτσομυτώ: κορφολογώ κουκιές > ξεματίζω > του χωραφιού

κουτσοπαντρεμένη: γάμος > οικογενειακά

κουτσοπαντριά: γάμος > οικογενειακά

κουτσόπλυση: πλύση > του σπιτικού

κουτσοπόδαρος: κουτσός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουτσοποδαρόχειρος: κουτσός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουτσοπόδης: κουτσός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουτσοποδίζω: κουτσός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουτσόρεμα: ρέμα > τοπογραφικά

κουτσός: κουτσός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουτσός: Φλεβάρης > μήνας > της μέρας και της ώρας

κουτσούβελο: παιδί > οικογενειακά

κουτσούκος: Φλεβάρης > μήνας > της μέρας και της ώρας

κουτσουνάρα: αβλάκι > του χωραφιού

κουτσουνάρα: κανάλι > του χτίστη

κούτσουρα: μέρη του μύλου > του μυλωνά

κουτσουρίνα: κάποιο πετρόψαρο > κουτσουρίνα > ψάρια της θάλασσας

κούτσουρο: κούτσουρο > φυτολογικά

κουτσοφλέβαρος: Φλεβάρης > μήνας > της μέρας και της ώρας

κουτσοχέρης: κουλός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουτσοχώρι: χωριό > τοπογραφικά

κουφά (τα): μέση > ανατομικά κατατόπια

κουφάγρα: κουφός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουφάδα: κουφός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουφαηδόνι: Sylvia phoenicurus > κουφαηδόνι > πουλιά

κουφαίνω: κάνω κάποιονα κουφό > κουφός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουφάλα: κουφός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουφάλα: σπηλιά > τοπογραφικά

κουφαλάς: κουφός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουφαλάς: κωφάλαλος > κουφός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουφαλιάζει: το ξύλο > του μαραγκού

κουφάλογο: κουφός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κούφαμα: κουφός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουφαμάρα: κουφός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουφαμός: κουφός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουφή: άλλα φίδια > σερπετά

κούφια: βεντούζα > γιατρικά

κουφίζω: είμαι κουφός > κουφός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κούφιο: δόντι > όργανα

κουφιοδόντης: δόντι > όργανα

κουφιοκάρυδο: αμύγδαλα > του φαγιού

κουφό: μέση > ανατομικά κατατόπια

κουφό: κουφό δόντι > δόντι > όργανα

κουφοβόσκει: γι αρώστια που δεν είναι φανερή μα που καταπονεί τον άρωστο κρυφά > κουφοβόσκει > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουφοβράζω: μαγειρέματα > του μαγεριού

κουφόβραση: σύνεφο > καιρικά

κουφογάρι: κέντημα τρυπητό > κέντημα > ραφτικά

κουφόγεια: τόπος γεμάτος ρεματιές > γη > του χωραφιού

κουφοδέντρι: δέντρο > φυτολογικά

κουφοδρομεί: κουφοδρομεί η πληγή > πληγή > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουφοδρόμι: βαθούλωμα μέσα στην πληγή > πληγή > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουφοκάπονο: Gallus domesticus > πετεινός > πουλιά

κουφοκάρυδο: αμύγδαλα > του φαγιού

κουφοκλανιά: πορδή > φυσιολογικά

κουφοκλανιάρης: πορδή > φυσιολογικά

κουφοκλάνω: πορδή > φυσιολογικά

κουφολίθι: πέτρα > πέτρες

κουφολίθι: σπηλιά > τοπογραφικά

κουφόπετος: lagopus scoticus > ξυλοπετεινός > πουλιά

κουφόπονος: πόνος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουφός: κουφός > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κουφός: Caprimulgus europaeus > γιδοβύστρα > πουλιά

κούφωμα: σπηλιά > τοπογραφικά

κούφωμα: γώνιασμα πόρτας ή παραθυριού > κούφωμα > του χτίστη

κόφα: κόφα > του καραβιού

κοφίνα: μέρη του μύλου > του μυλωνά

κοφινάδα: μέρη του μύλου > του μυλωνά

κοφινάς: κοφινάς > άλλες τέχνες και σύνεργα

κοφίνι: καλάθι > του χωραφιού

κοφίνι: μέλισα > σκουλήκια και ζωύφια

κοφτερό: δρεπάνι > του χωραφιού

κοφτή: βεντούζα > γιατρικά

κοφτή: σπαθί > του πολεμιστή

κόφτης: κόφτης > του μαγεριού

κόφτης: ξυλοχούλιαρο > της βοσκής

κόφτης: ράφτης > ραφτικά

κοφτό: γλυκά > του φαγιού

κοφτοσάνιδο: φτενό σανίδι κολημένο σε άλλο για δυνάμωμα > πέταβρο > του μαραγκού

κόφτρα: ρήγλα > του χωραφιού

κόφτρα: Anthrenus scrophulariae > κόπικας > σκουλήκια και ζωύφια

κόφτω: κόφτω αχνάρια > δουλιές του ράφτη > ραφτικά

κόφτω: κόφτω βεντούζες > δουλιές του γιατρού > γιατρικά

κόχη: ψωμί > του φαγιού

κόχη: κοφτερή ράχη > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

κοχλάκι: πέτρα > πέτρες

κοχλίδι: κοχλίδι > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

κοχλιός: Strombus γένος > κόχυλας > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

κοχράνι: Numida meleagris > φραγκόκοτα > πουλιά

κόχυλας: κόχυλας > του καραβιού

κόχυλας: Strombus γένος > κόχυλας > όστρακα κι άλλα θαλασσινά

κοψαντέρα: κάποιο σκουλήκι του νερού > σκουλήκι > σκουλήκια και ζωύφια

κοψιά: πληγή > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοψιά: πόνος > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοψίδια: απομεινάρια πετσιών > πετσί > του παπουτσή

κοψιδιάζω: δουλιές του παπουτσή > του παπουτσή

κοψίματα: διάροια > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κόψιμο: διάροια > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοψοζώητε: λυκοφαγωμένε > κατάρες και εφκές

κοψομεσιάζω: κοψομέσιασμα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοψομέσιασμα: κοψομέσιασμα > αρώστιες και άλλα κουσούρια

κοψοχρονιά: χρόνος > της μέρας και της ώρας

κοψόχρονος: ανεμορούφουλος > κατάρες και εφκές

κραβατοστρωσιά: κρεβάτι > του σπιτικού

κράζω: κουκουρίζω > πουλολογικά

κραϊτερό: διάφορα οπάλια με κόκκινες κουκίδες > οπάλι > πετράδια

κράκουρα: η πιο ψηλή κορφή βραχότρυπες > μέρη του βουνού > τοπογραφικά

κραμένοι: οι πετεινοί κραμένοι > αβγή >