Skip to main content

λέξεις που αρχίζουν από αμ

 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από αμ

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 18.1.2020

αναθεώρηση: 11.6.2020

 

 


 

 

Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στη στήλη a, δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει ένας αριθμός από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, που αφορά τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχνότητα 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχνότητα 2) και η λέξη «άβολα» (με συχνότητα 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Στη στήλη b, το γράμμα δ σημαίνει πως η λέξη χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής. Το γράμμα λ σημαίνει πως η λέξη είναι λόγια, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Στη στήλη c, μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622.

Στη στήλη c, συνυπάρχουν οι λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με εκείνες της σύγχρονης γλώσσας, γνωστής και ως «κοινής νεοελληνικής». Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων συνήθως ακολουθώ την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ μόνο όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως στην Κύπρο, τα Δωδεκάνησα και την Κάτω Ιταλία).

Στη στήλη d βρίσκονται τα ονόματα των τόπων όπου συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της διπλανής στήλης c). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθο, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Σκόπελο και Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως το σύνολο των Ρωμιών του οικισμού εγκατέλειψε τον τόπο μέχρι το 1923-1924.

Στην στήλη d και όταν στην προηγούμενη στήλη c υπάρχουν (με κόκκινο χρώμα) λέξεις της «κοινής νεοελληνικής», βρίσκονται συγκεντρωμένα μαζί τα διαλεκτικά συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβόν & ουό.

Τέλος στη στήλη e καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις και σε λέξεις που θεωρούνται γενικά «της δημοτικής» και χαρακτηρίζονται έτσι, δίχως αναφορά σε τόπο.

 

 

Πηγές:


 

Buck Carl Darling, A dictionary of selected synonyms in the principal Indo-European languages - A contribution to the history of ideas, Chicago & London 1949: [Buck List].

Germano Girolamo, Vocabolario Italiano et Greco, Roma 1622.

Du Cange, Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis (2 τόμοι), Lugdunum Batavorum 1688.

Kemiktsi Helene, α. Χιώτικα-απλά ελληνικά, β. Ντοπιολαλιά της νότιας Χίου, γ. Ντοπιολαλιά στο χωριό Θολοποτάμι (διαδίκτυο).

lias, Το κοζανίτικο λεξιλόγιο (διαδίκτυο).

Meursius Joannes, Glossarium Graecobarbarum, Lugduni Batavorum 1610.

Portius Simon, Λεξικόν λατινικόν, ρωμαίκον και ελληνικόν, Lutetiae Parisiorum 1635.

Sabio Stephano, Introduttorio nuovo intitolato Corona preciosa ec., Venetiis 1527

Somavera Alessio, Θησαυρός της ρωμαίκης και φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν ρωμαίκον και Φραγκικόν, Παρίτζι 1709.

Weijnen A. κ.ά., Atlas linguarum europae (ALE) - Premier Questionnaire, Nimègue 1972.

Άκογλου Ξενοφώντας, Λαογραφικά Κοτυώρων, πρώτος τόμος: Αθήνα 1939, δεύτερος τόμος: Αθήνα 1964.

Αλβανός Γιώργος, Βασιλ’τσιώτ’κα λόγια - Λεξικό της ντοπιολαλιάς Βασιλικών Λέσβου, Αθήνα 2010.

Αλεξάκης Νικόλαος, Το Αγραφιώτικο ιδίωμα, περιοδικό Τα Άγραφα, τ. 1-6, 2010-2012.

Αλεξανδρής Απόστολος, Το γλωσσικόν ιδίωμα της Κύμης και των περιχώρων, Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών, τ. 5, Αθήναι 1958.

Αλιμπέρτης Βασίλης, Κωμιακίτικη Ντοπιολαλιά, Σύλλογος Κορωνίδας Νάξου (διαδίκτυο).

Αλιπράντης Νίκος, Λεξικό των ιδιωμάτων και των εγγράφων της Πάρου, Προοδευτικός Σύλλογος Λευκιανών Αθήνας, Αθήνα 2001.

Αλμπανούδης Παύλος, Το ιδίωμα της Βόρειας Θράκης: Το Μικρό και το Μεγάλο Μοναστήρι Α. Ρωμυλίας, Ιωάννινα 2009.

Αλπός Θύμιος, Γλωσσάρι Μεσσηνίας (διαδίκτυο).

Άμαντος Κωνσταντίνος, Προσθήκαι εις το Χιακόν γλωσσάριον και το Χιακόν τοπωνυμικόν, Λεξικογραφικόν Δελτίον, τόμος τρίτος, Αθήναι 1941.

Άμαντος Κωνσταντίνος, Συμβολή εις το χιακόν γλωσσάριον (ανάτυπο), Χιακά Χρονικά, Αθήναι 1926.

Αναγνώστου Σπυρίδων, Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, Αθήναι 1903.

Αναστασιάδης Βασίλης, Τουρκικές λέξεις στο Φαρασιώτικο ιδίωμα, Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τόμος 2, Αθήνα 1980.

Ανδριώτης Νικόλαος, Το Γλωσσικό Ιδίωμα των Φαράσων, Ίκαρος, Αθήνα 1948.

Ανδριώτης Νικόλαος, Το ιδίωμα του Λιβισίου της Λυκίας, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1961.

Ανώνυμος, Γλωσσάριον Λέσβιον, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1872.

Ανώνυμος, Η ντοπιολαλιά της Κυψέλης και της ευρύτερης περιοχής των Τζουμέρκων (διαδίκτυο).

Ανώνυμος, Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (διαδίκτυο).

Ανώνυμος, Κεφαλονίτικο Λεξικό (διαδίκτυο).

Ανώνυμος, Λεξικό Αγίου Προδρόμου Χαλκιδικής (διαδίκτυο).

Ανώνυμος, Λεξικό Αρκαδίας (διαδίκτυο).

Ανώνυμος, Λεξικό ιδιωματισμών Επανομής (διαδίκτυο).

Ανώνυμος, Λεξικό ιδιωματισμών Επανομής, 2010 (διαδίκτυο).

Ανώνυμος, Στενιώτικες λέξεις και εκφράσεις (διαδίκτυο).

Ανώνυμος, Το γλωσσάρι της Λαγκάδας, Πολιτιστικός Σύλλογος «Η Κυδιάντα» (διαδίκτυο).

Απαλοδήμος Ντίνος, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, Αθήνα 1988.

Αποστόλου Στέργιος, Το γλωσσικό ιδίωμα της Νάουσας, περιοδικό Νιάουστα, τ. 35, Νάουσα 1986.

Βάλληνδας Αντώνιος, Κυθνιακόν Γλωσσάριον, Εφημερίς των Φιλομαθών, τ. 428-444, Αθληναι 1861-1862.

Βάλληνδας Αντώνιος, Πάρεργα Φιλολογικά πονημάτια, Ερμούπολις 1887.

Βαμβακούδης Αχ., Γλωσσάρι Βασιλικών, Χρονικά της Χαλκιδικής, τ. 21-22, Θεσσαλονίκη 1972.

Βαρδαβούλιας Γιάννης, Το γλωσσικό ιδίωμα του Θεολόγου – ένα σύντομο γλωσσάρι, περιοδικό Θασιακά, τεύχη 4-8, Καβάλα 1987-1995

Βαφείδης Κωνσταντίνος, Γλωσσάριον Καλλιπόλεως, Θρακικά, τ. 46, Αθήναι 1973.

Βεντότης Γεώργιος, Λεξικόν τρίγλωσσον της ρωμαϊκής, γαλλικής και ιταλικής διαλέκτου, Βιέννη 1790.

Βερτσέτης Αθανάσιος, Το Διαβολίτσι, δεύτερος τόμος Αθήνα 2010.

Βίος Στυλιανός, Χιακά γλωσσικά, Χίος 1920.

Βλαστός Πέτρος, Συνώνυμα και συγγενικά – τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

Βλάχος Άγγελος, Ελληνογαλλικόν λεξικόν, Αθήναι 1897.

Βλάχος Γεράσιμος, Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος, Venetiis 1659.

Βλάχου Μαρία, Συλλογή λαογραφικού υλικού εκ Δάφνης Κερκύρας και άλλων χωρίων του Β. συγκροτήματος της νήσου και εκ της πόλεως Κερκύρας, Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών, 1968.

Γεωργίου Χρίστος, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1962.

Γιαγκούλλης Κωνσταντίνος, Θησαυρός κυπριακής διαλέκτου, Λευκωσία 2002.

Γιαννικόπουλος Ευάγγελος, Το γλωσσικό ιδίωμα των Ολυμπίων – λεξικό, ερμηνεία και προφορά, Δρόμων, Αθήνα 2016.

Γκατσόπουλος Σταύρος, Γλωσσάριον των δύο επαρχιών Πωγωνίου και Κονίτσης, Ηπειρωτική Εστία, τεύχη 307-312, Ιωάννινα 1977-1978.

Γούλας Θεόκριτος (επιμέλεια), Σύγχρονον ορθογραφικόν ερμηνευτικό λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (καθαρευούσης-δημοτικής), Αθήναι 1961.

Γούσιος Αστέριος, Η κατά το Παγγαίον χώρα Λακκοβηκίων – τοπογραφία, ήθη, έθιμα και γλώσσα, Λειψία 1894.

Δεληγιάννης Β., Γλωσσάριο του Δογάνκιοϊ Μαλγάρων, Αρχείον Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, τ. Α’ - Γ’, Αθήναι 1934-1937.

Δεληγιάννης Κυριάκος, Κουβουκλιώτικα, ένα Μικρασιατικό ιδίωμα, Αδελαΐδα Αυστραλίας 1999.

Δελησάβας Μιχάλης, Το λεξικό Μάκρης & Λιβισίου Μικράς Ασίας, Λεξίτυπον, Αθήνα 2013.

Δελήτσικου-Παπαχρίστου Μαρία, Σκοπέλου λάλον ύδωρ – απόπειρα προσέγγισης του γλωσσικού ιδιώματος της Σκοπέλου, Επικαιρότητα, Αθήνα 2016.

Δημητρακός Στάθης, Πιστικού- Παπαγεωργίου Ηρώ, Ψάλτης Ηρακλής, Γλωσσάρι της Τρίγλιας, εφημερίδα Τριγλιανά Νέα, τεύχη 111-125, Θεσσαλονίκη 2004-2010.

Δημόπουλος Δημήτρης, Λεξικό Βορείων Δήμων Λακωνίας (διαδίκτυο).

Διαμαντής Άρης, Η γλώσσα τση Σμύρνης, Αθήνα 1999.

Δορμπαράκης Παναγιώτης & Πανουτσοπούλου Κασσιανή, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας – ιστορία, λαογραφία, γλώσσα, Gutenberg, Αθήνα 1992

Δουγά-Παπαδοπούλου Ευανθία – Τζιτζιλής Χρήστος, Το γλωσσικό ιδίωμα της Ορεινής Πιερίας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006.

Δράκος Νικόλας, Για το γλωσσικό ιδίωμα της Κάλυμνος, Αναγνωστήριον Καλύμνου «Αι Μούσαι», Αθήνα 1983.

Δράκος Νικόλας, Λεξικογραφικά της Καλύμνου, Καλυμνιακά Χρονικά, τ. 4, Αθήνα 1984.

Δριμαροπούλου Σέβη, Κάρυστος – Ιδιωματισμοί (διαδίκτυο).

Δώριζας Γεώργιος, Το γλωσσικό ιδίωμα της Τήνου με λέξεις και φράσεις, Αθήναι 1973.

Ζαφειρίου Μενεκράτης, Το γλωσσικό ιδίωμα της Σάμου, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1995.

Ζαφειρίου Νικόλαος, Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, Αθήναι 1914.

Ζαχαριάδης Νίκος, Λεξικό του Κωνσταντινουπολίτικου γλωσσικού ιδιώματος, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2014.

Ζερβός Ιωάννης (διευθυντής), Μέγα λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, εκδοτικός οίκος Δημητράκου, εννέα τόμοι, Αθήναι 1933-1950.

Ζευγώλης Γεώργιος (επιμέλεια), Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, εκδότης εφημερίδα Πρωΐα, δύο τόμοι, Αθήναι 1933-1934.

Ζήσης Ευστράτιος, Γλωσσάριον Αυδημίου, Θρακικά τ. 16 & τ. 18, Αθήναι 1941-1943.

Ζώης Λεωνίδας, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, επανέκδοση, δεύτερος τόμος, Εθνικόν Τυπογραφείον, Αθήναι 1963.

Ηπίτης Αντώνιος, Λεξικόν ελληνογαλλικόν, τρεις τόμοι, Αθήναι 1908-1910.

Ιδομενέως Μαρίνος, Κρητικό γλωσσάριο, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 2006.

Καλαντζάκος Ανδρέας, Λεξικό ρουμελιώτικης λαϊκής γλώσσας, Ελεύθερη Σκέψις, Ιούλιος 2000.

Καλογεράς Βασίλειος, Αρχαίες ελληνικές λέξεις και εκφράσεις εις το ιδίωμα των κατοίκων της Γαλατίστης, Χρονικά της Χαλκιδικής, τ. 1, Θεσσαλονίκη 1961.

Καπελλάρης Γιώργος, Γλωσσικά Αιδηψού, Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών, τ. ΚΖ, Αθήνα 1987.

Καραναστάσης Αναστάσιος, Η φωνητική των ιδιωμάτων της νήσου Κω, Λεξικογραφικόν Δελτίον, τόμος δέκατος, Ακαδημία Αθηνών, Αθήναι 1965.

Καραναστάσης Αναστάσιος, Ιστορικόν λεξικό των ελληνικών ιδιωμάτων της Κάτω Ιταλίας, τόμοι πέντε, Ακαδημία Αθηνών, Αθήναι 1984-1992.

Καρτσιώτου Ιφιγένεια (επιμέλεια), Το γλωσσάρι του χωριού Πετροκέρασα Θεσσαλονίκης, εφημερίδα του Μ.Α.Σ. Ομβριανός, τεύχη 4 – 61, 1984 – 2001.

Κάσσης Κυριάκος, Το γλωσσικό ιδίωμα της Μάνης, τόμος Α’, Εξωραϊστικός Σύλλογος Ακροταιναριτών, Αθήνα 1982.

Κεσίσογλου Ιωάννης, Το γλωσσικό ιδίωμα του Ουλαγάτς, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1951.

Κόμης Δημήτρης (επιμέλεια), Κυθηραϊκό λεξικόσυλλογή 10.000 λέξεων του κυθηραϊκού γλωσσικού ιδιώματος, Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών, Αθήνα 1996.

Κομνηνός Μιχαήλ, Το γλωσσικό ιδίωμα του Καστελλόριζου, Ιωλκός, Αθήναι 1970.

Κοντομίχης Πανταζής, Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2001.

Κοντονάτσιου Δέσποινα, Η διάλεκτος της Λήμνου – εθνογλωσσική προσέγγιση, Θεσσαλονίκη 1988.

Κοντόπουλος Νικόλαος, Λεξικόν Ελληνογαλλικόν, Τύποις Σακελλαρίου, Αθήναι 1903.

Κοντοσόπουλος Νικόλαος, Αντίστροφο λεξικό της κρητικής διαλέκτου, Βιβλιοεπιλογή, Αθήνα 2006.

Κοντοσόπουλος Νικόλαος, Διάλεκτοι και ιδιώματα της Νέας Ελληνικής, Αθήνα 1994.

Κοντοσόπουλος Νικόλαος, Μακεδονικά διαλεκτολογικά - Το ιδίωμα Δημητριτσίου Σερρών, τ. 8, Αθήναι 1979.

Κορδόση Ακακία, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, 2η έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα 1983.

Κοροσίδου-Καρρά Ερμιόνη, Τα Ρoμανικά (Ιταλικά – Γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου, Θεσσαλονίκη 2003.

Κοσμάς Νίκος, Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά, Μακεδονικά, τ. 12, Θεσσαλονίκη 1972.

Κοσμάς Νίκος, Το γλωσσικό ιδίωμα των Ιωαννίνων, Δωδώνη, Αθήνα 1987.

Κουκκίδης Κωνσταντίνος, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Εταιρεία Θρακικών Μελετών, Αθήναι 1960.

Κουκουλές Φαίδων, Οινουντιακά – μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, Χανιά 1908.

Κούκουρας Σπύρος, Λεκκάτικα – Το χωριό Λέκκα της Σάμου, Θεσσαλονίκη 2007.

Κούλας Λεων., Βασικόν Λεξιλόγιον της ελληνικής γλώσσης [: ΚΝΕ 1962], Αθήναι 1972

Κουσαθανάς Παναγιώτης, Χρηστικό Λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1996.

Κρεκούκιας Δημήτριος, Αρχαιοπινή στοιχεία στο αγροτοποιμενικό λεξιλόγιο της Λήμνου, Λεξικογραφικόν Δελτίον τ. 14, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1982.

Κρινόπουλος Σωκράτης, Τα Φερτάκαινα υπό εθνολογικήν και φιλολογικήν έποψην εξεταζόμενα, Αθήναι 1889.

Κυριάκης Σταμάτης, Κερκυραϊκό λεξικό (διαδίκτυο).

Κωστάκης Θανάσης, Λεξικό της τσακωνικής διαλέκτου, τρεις τόμοι, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1986-1987.

Κωστάκης Θανάσης, Παρατηρήσεις στο γλωσσικό ιδίωμα των Φούρνων Ικαρίας, Περιοδικό Ελληνικά, τ. 31/2, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών Θεσσαλονίκη 1979.

Κωστάκης Θανάσης, Το γλωσσικό ιδίωμα της Σίλλης, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1968.

Λαμπουσιάδης Γεώργιος, Γλωσσάριο Αδριανουπόλεως, Θρακικά τ. 1-4, Αθήναι 1928 – 1933.

Λελεγιάννης Γιάννης, Λεξικό του ορμυλιώτικου γλωσσικού ιδιώματος (διαδίκτυο).

Λιάπης Κώστας, Το γλωσσικό ιδίωμα του Πηλίου, Ώρες, Βόλος 1996.

Λιούτα Γεωργία, Η επίδραση των ιδιωμάτων του Ν. Τρικάλων στα παιδιά προσχολικής ηλικίας, Θεσσαλονίκη 2009.

Μαθές Γιάννης, Λεξικό ντοπιολαλιάς Αρκαδίας, εφημερίδα «Το Μπουλιάρι», Τρίπολη 2009 – 2015.

Μαρία Μαυρομμάτη, Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Πύργος, της επαρχίας Θήρας, του νομού Κυκλάδων Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών, 1969.

Μαρτάκης Πέτρος, Χιώτικα αφηγήματα (παράρτημα: χιώτικο γλωσσάριο), Περιοδικό Δάφνη, Χίος 2005.

Μαυρής Νικ. – Παπαδόπουλος Ευ., Κασιακή Λύρα, Πορτ-Σάιδ 1928.

Μαυρομάτης Κώστας, Λεξικό τοπικών όρων και ιδιωματισμών Καναλιών Καρδίτσας, Σύλλογος Καναλιωτών, Θεσσαλονίκη 1987.

Μαυροχαλυβίδης Γεώργιος & Κεσίσογλου Ιωάννης, Το γλωσσικό ιδίωμα της Αξού, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1960.

Μηνάς Κωνσταντίνος, Λεξικό των ιδιωμάτων της Καρπάθου, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Καρπάθου, Τυποθήτω, Αθήνα 2006.

Μουσαίος Μ., Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της Λειβησιανής διαλέκτου, Αθήναι 1884.

Μουσελίμης Σπύρος, Ιδιωματισμοί και ξενικές λέξεις των Σουλιορειτών (επαρχία Σουλίου-Θεσπρωτίας), Ηπειρωτική Εστία, τεύχη 117-130, Ιωάννινα 1962 – 1963.

Μουσούρης Σπύρος, Η γλώσσα της Ιθάκης, Ιθάκη 1925.

Μουστάκη Ελένη, Λεξικό του Φιλωτίου Νάξου, Πάτρα 2011.

Μπαλαμπάνου Μοσχούλα, Συλλογή λαογραφικού υλικού εκ Σουφλίου Θράκης, Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών, 1969.

Μπασλής Γιάννης, Το γλωσσικό ιδίωμα της Κρανιάς Ολύμπου – Το ιδιωματικό λεξιλόγιο, Αθήνα 2010.

Μπατσιακοπούλου Χρυσούλα, Γλωσσικά ιδιώματα στον Μικρόβαλτο Κοζάνης, Φλώρινα 2015.

Μπογδάνος Σπύρος, Βεντάριο (γλωσσάριο) παξινών λέξεων (διαδίκτυο).

Μπόγκας Ευάγγελος, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου, τόμος Α’, Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964.

Μπόγκας Ευάγγελος, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου, τόμος Β’, Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1966.

Μπουντώνας Ευθύμιος, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, Αθήναι 1893.

Νατάλης Πέτροβιτς, Διάλεκτος Σερρών, Σερραϊκά Χρονικά, τ. 4, Αθήναι 1963.

Ντίνας Κώστας, Το γλωσσικό ιδίωμα της Κοζάνης, Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης Κοζάνης, δύο τόμοι, Κοζάνη 2005.

Ξανθινάκης Αντώνιος, Λεξικό ερμηνευτικό και ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.

Ξεινός Κώστας, Του νησιού μας η γλώσσα – Γλωσσάρι της Ίμβρου, Θεσσαλονίκη 1981.

Ξυλογιάννης Χαράλαμπος, Γλωσσικά ιδιώματα – λέξεις και εκφράσεις του κάμπου Άρτας, Άρτα, 2013.

Οικονομίδης Απόστολος, Γλωσσάριον Μαδύτου Ανατολικής Θράκης, Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, τ. 27, Αθήναι 1962.

Οικονομίδης Δημήτριος, Περί του γλωσσικού ιδιώματος Απεράθου Νάξου (ανάτυπο), περιοδικό Αθηνά, Αθήναι 1953

Ορφανός Βασίλης, Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 2014.

Πάγκαλος Γεώργιος, Περί του γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης, δεύτερη έκδοση, επιμέλεια: Κέντρο Συντάξεως του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών, τόμοι 4, Αθήναι 1994-2003.

Παπαγγέλου Ρόης, Το κυπριακό ιδίωμα, Ιωλκός, Αθήνα 2001.

Παπαδέλλης Παναγιώτης, Ανεμώτια Λεξιλόγιο (διαδίκτυο).

Παπαδόπουλος Άνθιμος, Ιστορικόν λεξικόν της ποντικής διαλέκτου, τρεις τόμοι, Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, Αθήναι 1958-1961.

Παπαδόπουλος Σωκράτης, Κορνοφωλιώτικα (διαδίκτυο).

Παπαδοπούλου Ελένη, Το γλωσσικό ιδίωμα της Τρίγλιας Βιθυνίας, Αθήνα 2010.

Παπαευαγγέλου Ιωάννης, Μεγάλη Παναγιά Χαλκιδικής - τοπικές λέξεις (διαδίκτυο).

Παπαζαφειρόπουλος Παναγιώτης, Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, Αθήναι 1887.

Παπαθανασόπουλος Θανάσης, Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, Θουκυδίδης, Αθήνα 1982.

Παπαϊωάννου Μιλτιάδης, Το γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.

Παπακωνσταντόπουλος Νίκος, Λέξεις του Καλαβρυτινού Λεξιλογίου (διαδίκτυο).

Παπαναγιώτου Χρήστος, Λεξιλόγιο και μορφολογική ανάλυση της γλωσσικής ποικιλίας του Νεοχωρίου Υπάτης, Πάτρα 2010.

Παπαναστασιάδης Αγαθάγγελος, Γλωσσάρι Λουλέβουργας, Θρακικά τ. 6-7, Αθήναι 1935-1936.

Παπαντωνόπουλος Κώστας, Αντρώνι Ηλείας – Λέξεις που χάνονται (διαδίκτυο).

Παπαποστόλου Τάσος, Η γλώσσα της Αιδηψού-Ιστιαίας, Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών, τ. 16, Αθήναι 1970.

Παπασταματίου-Μπαμπαλίτης Χρήστος, Ιδιωματικαί λέξεις Σουφλίου, Θρακικά, τ. 33, Αθήναι 1960.

Παπαχατζής Ευάγγελος, Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ, Αθήναι 1915.

Παπαχριστοδούλου Πολύδωρος, Γλωσσάριο Σαρανταεκκλησιών, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τ. 1 – 4, Αθήναι 1934 – 1938.

Παπαχριστοδούλου Πολύδωρος, Γλωσσάριο των Σαράντα Εκκλησιών, Θρακικά τ. 1-4, Αθήναι 1928 – 1933.

Παπαχριστοδούλου Χριστόδουλος, Λεξικό των ροδίτικων ιδιωμάτων, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου, Αθήνα 1986.

Πασπάτης Αλέξανδρος, Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα, Αθήναι 1888.

Πασσάς Ανδρέας, Από τη Συριανή Ντοπιολαλιά [δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Συνδέσμου Συριανών, τεύχη 28-82], Αθήνα 2003 – 2016.

Πασχάλης Δημήτριος, Ανδριακόν γλωσσάριον ή λέξεις και φράσεις εκ του γλωσσικού ιδιώματος της κοινής εν Άνδρω λαλιάς, Αθήναι 1933.

Πασχαλούδης Νίκος, Τα Τερπνιώτικα και τα Νιγριτινά – ένα γλωσσικό ιδίωμα της Βισαλτίας Σερρών, 2η έκδοση, Σέρρες 2013.

Πεταλάς Νικόλαος, Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της Θηραϊκής γλώσσης, Αθήναι 1876.

Πετρόπουλος Δημ., Γλωσσάριο Σκοπού Θράκης, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού τ. 5, Αθήναι 1938.

Πετρόπουλος Δημ., Γλωσσάριο Μαΐστρου, Αρχείον Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού τ. 9, Αθήναι 1943.

Πετρόπουλος Δημ., Γλωσσάριο Σαμακοβίου Ανατολικής Θράκης, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού τ. 57 Αθήναι 1941.

Πλακογιάννη Ελένη, Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Γυμνού Αργολίδος, Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών, 1971.

Πουλάκης Δ., Λεξικόν ιδία της Σικίνου και τινων άλλων τόπων, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Κωνσταντινούπολις 1896.

Ράλλη Αγγελική, Λεξικό διαλεκτικής ποικιλίας Κυδωνιών, Μοσχονησίων και βορειοανατολικής Λέσβου, Ελληνικό Ίδρυμα Ιστορικών Μελετών, Αττική 2017.

Σαλαμάγκας Δημήτριος, Τουρκο-περσο-αραβικές λέξεις στο Γιανννιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, Ηπειρωτική Εστία, τεύχη 110-131, 1961 – 1963.

Σαλβάνος Γεράσιμος, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων, Αθήναι 1918.

Σαραντίδης Αρχέλαος, Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού, Αθήναι 1899.

Σαχίνης Απόστολος, Το Καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριά 1996.

Σιδηροπούλου Ευφροσύνης, Λεξιλόγιον Κοτυώρων, Αρχείον Πόντου Σύγγραμμα Περιοδικόν, τόμοι 2-8, Αθήναι 1929-1938

Σκανδαλίδης Μιχάλης, Κοινά διαλεκτικά Κω και Καλύμνου, Καλυμνιακά Χρονικά, τ. 15 & 17, Αθήνα 2003 - 2007.

Σκανδαλίδης Μιχάλης, Λεξικό του ιδιώματος της Νισύρου, εκδόσεις Σταμούλη, Αθήνα 2015.

Σκαρλάτος Δημήτριος ο Βυζάντιος, Λεξικόν της καθ’ υμάς ελληνικής διαλέκτου, Βασιλική Τυπογραφία, Αθήναι 1835 – τρίτη έκδοση: εκδότης Ανδρέας Κορομηλάς, Αθήναι 1874.

Σκορδέλλης Βλ., Γλωσσάριο Στενιμάχου, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τ. 12, Αθήναι 1946.

Σπίντιος Ζαχαρίας, Δαρνάκικο γλωσσάρι (διαδίκτυο).

Σπύρου Αριστοτέλης, Το ελληνικό γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής Δέλβινου και Αγίων Σαράντα, ΕΚΠΑ, Αθήνα, 2008.

Σταθάκης Νίκος, Βατικιώτικα Λόγια (διαδίκτυο).

Σταματιάδης Επαμεινώνδας, Ικαριακά, Σάμος 1893.

Στεφόπουλος Ανδρέας, Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 18, Θεσσαλονίκη 1978.

Συλλογικό, Ιστορικόν Λεξικόν της Νέας Ελληνικής της τε κοινώς ομιλουμένης και των ιδιωμάτων (ΙΛΝΕ), Ακαδημία Αθηνών, εννέα τόμοι, Αθήναι 1933-2016.

Συλλογικό, Λεξικό της κοινής νεοελληνική, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1998

Σύρκου Αγγελική, Το μεγαρικό γλωσσικό ιδίωμα – λαογραφική μελέτη, Νήσος, Αθήνα 2006.

Τάκης Βασίλης, Η αγραφιώτικη γλώσσα – συμβολή στην έρευνα και την μελέτη του αγραφιώτικου γλωσσικού ιδιώματος, Καρδίτσα 2003.

Τάσιος Φίλιππας, Γλωσσάριο του Πολυγύρου, Τα Χρονικά της Χαλκιδικής, τεύχος 37-38, Θεσσαλονίκη 1983

Τζαβάρας Ξενοφών, Λεξικό του ιμβριακού ιδιώματος, Σύλλογος Ιμβρίων, Αθήνα 2011.

Τζαννετής Κώστας, Γλωσσάριο του Μαραθόκαμπου Σάμου, Σύλλογος Μαραθοκαμπιτών Σάμου, Θεσσαλονίκη 1996.

Τζουμπάρης Φιλήμων, Γλωσσάριο Στενιμάχου, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τ. 12, Αθήναι 1946.

Τομπαΐδης Δ. – Συμεωνίδης Χ., Συμπλήρωμα στο ιστορικό λεξικό της Ποντικής Διαλέκτου του Α. Παπαδόπουλου, Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, Αθήνα 2003.

Τομπαΐδης Δημήτριος, Το γλωσσικό ιδίωμα της Θάσου, Θεσσαλονίκη 1967.

Τσάκας Νίκος, Πάργα – Θάλασσα – Λαογραφική Μελέτη, Ηπειρωτική Εστία, τεύχη 130-149, Ιωάννινα 1963-1964.

Τσάκας Νίκος, Πάργα - Στεριά λεξιλόγιον, Ηπειρωτική Εστία, τεύχη 161-224, Ιωάννινα 1965-1970.

Τσαφαράς Δημήτριος, Λαγκαδινό Λεξικό – συμβολή στη μελέτη του γλωσσικού ιδιώματος των Λαγκαδίων Αρκαδίας, Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2013.

Τσίκης Νίκος, Γλωσσικά από το Πυργί της Χίου, Σύλλογος Πυργούσων Αττικής, Αθήνα 2002.

Τσιτσέλης Ηλίας, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, Παρνασός, Αθήναι 1877.

Τσοπανάκης Αγαπητός, Το ιδίωμα της Χάλκης (Δωδεκανήσου), Ρόδος 1949.

Φαραντάτος Σπυρίδων-Γεράσιμος, Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Μονοπολάτων, της επαρχίας Πάλης, του νομού Κεφαλληνίας, Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών, 1971.

Φαρασόπουλος Συμεών, Τα Σύλατα, Αθήναι 1895.

Φούσκας Ευστράτιος, Λεξιλόγιο Σουφλίου (διαδίκτυο).

Φωστέρης Δ. – Κεσίσογλου Ι., Λεξιλόγιο του Αραβανί, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1960.

Χαβιαράς Δημοσθένης, Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, Κωνσταντινούπολις 1874.

Χαραλαμπάκης Χριστόφορος (σύνταξη-επιμέλεια), Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας, Ακαδημία Αθηνών, δεύτερη έκδοση με προσθήκες, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, 7 τόμοι, Αθήνα 2016.

Χαριτωνίδης Ιωσήφ, Περί της λιβισιανής διαλέκτου, Τραπεζούντα 1911.

Χατζηβασιλείου Στρατής, Γλωσσικά Αγιάσου, Περιοδικό Αγιάσος, τεύχη 2-37, 1981 – 1987.

Χατζηγιάννης Στράτος, Ιδιωματικές λέξεις, Περιοδικό Αγιάσος, τεύχη 6-12, Αθήνα 1981 – 1982.

Χατζηλάρης Ελευθέριος, Λέρικη τοπολαλιά (διαδίκτυο).

Χατζηστεφάνου Άννα, Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Καρδαμαίνης, της επαρχίας Κω, της νήσου Κω, του νομού Δωδεκανήσου, Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών, 1969.

Χατσιούλης Μιχαήλ, Σιατιστινή ντοπιολαλιά, Σιάτιστα 2002.

Χελδράιχ Θ., Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, επιμέλεια Σπ. Μηλιαράκη, δεύτερη έκδοση, Εστία, Αθήναι 1926.

Χουρμουζιάδης Κ., Γλωσσάριον Τσακιλίου, Θρακικά τ. 12-15, 1939 – 1941.

Χριστοδούλου Χριστόδουλος, Τα Κουζιανιώτκα – Λεξικό του κοζανίτικου ιδιώματος, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης, Κοζάνη 2003.

Χρυσού Μαρία, Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Πύργος της νήσου Θήρας ή Σαντορίνης, του νομού Κυκλάδων, Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών, 1969.

Χυτήρης Γεράσιμος, Κερκυραϊκό γλωσσάρι – ακατάγραφες και δίσημες λέξεις, Κερκυραϊκά Χρονικά, τόμος ΧΧΙΧ, Κέρκυρα 1987.

Ψάλτης Σταμάτιος, Θρακικά ή Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών, Αθήναι 1905.

Ψάνη Πηνελόπη, Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Πολιχνίτου, της επαρχίας Πολιχνίτου, της νήσου Λέσβου Κυκλάδων Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών, 1968.

 

a

b

c

d

e

 

 

αμ

Πάργα, Τσακωνιά

αμέ

 

 

αμ

Αραβανί*

μαζί

 

δ

αμ [Λεξικό Πρωίας 1933]

Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | εμ

αμ

 

 

αμά

Ρόδος

αμάδα

 

 

αμά

Νιγρίτα, Σουφλί

αμάν

 

 

αμά

Κύπρος

αμέ

 

 

αμά

Λέσβος

μα

 

 

αμά

Κάρπαθος, Ρόδος

μαμά

 

 

αμά

Κεφαλονιά, Λευκάδα

μετά

 

 

άμα

Αξός*, Αραβανί*, Ίμβρος, Κουβούκλια*, Κωνσταντινούπολη, Σουφλί

αλλά

 

 

άμα

Κεφαλονιά

ανάθεμα

 

 

άμα

Αραβανί*

άντε

 

 

άμα

Κερασούντα*

δρεπάνι

 

 

άμα

Λακωνία, Τσακωνιά

μόλις

 

 

άμα

Ίμβρος, Κωνσταντινούπολη, Μάκρη*, Πόντος*, Φάρασα*

όμως

 

 

αμά [Βεντότης 1790]

Άνδρος, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Κύπρος, Κως, Λέρος, Λευκάδα, Λιβίσι*, Μάνη, Μέγαρα, Νίσυρος, Πάργα, Ρόδος, Σύρος, Τσακωνιά

έχθρα

 

 

άμα [Βεντότης 1790]

 

μαζί

 

 

αμά [Ηπίτης 1908]

Κοζάνη, Κρήτη, Μάκρη*, Νιγρίτα, Ουλαγάτς*, Σαράντα Εκκλησιές*, Σουφλί, Χίος

αλλά

4

δ

άμα [Ηπίτης 1908]

Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | άμαν, άματα, άματι, άματις, άμε, άμμα, άμο, άμον, αμόν, άμου, μα, όμο, όμον, ομόν, σαμόν

άμα

 

δ

αμά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κοτύωρα*, Μάκρη*, Φάρασα*

όμως

 

 

αμάα

Κάρπαθος

αμάδα

 

 

αμάαλη

Λιβίσι*

πρωτόγαλα

 

 

αμαάρα

Κάλυμνος

αμμότοπος

 

 

αμαγάζιστε

Τσακωνιά

αμαγάριστος

 

δ

αμαγάριστα [Βλάχος 1659]

 

καθαρώς

 

 

αμαγάριστε

Τσακωνιά

αμαγάριστος

 

δ

αμαγάριστος [Portius 1635]

αγαμάζιστε, αγαμάριστος, αμαγάζιστε, αμαγάριστε

αμαγάριστος

 

δ

αμαγείρευτα [Λεξικό Πρωίας 1933]

αμαγέρευτα, αμαείρευτα

αμαγείρευτα

 

δ

αμαγείρευτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αμαγέρευτε, αμαγέρευτος, αμαγέριφτους, αμαείρευτος, αμαέρευτος

αμαγείρευτος

 

δ

αμαγέρευτα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κρήτη

αμαγείρευτα

 

 

αμαγέρευτε

Τσακωνιά

αμαγείρευτος

 

δ

αμαγέρευτος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Αυλωνάρι, Κερασούντα*, Κορινθία, Κοτύωρα*, Κρήτη, Μάνη, Οινόη*, Σαράντα Εκκλησιές*

αμαγείρευτος

 

 

αμαγέριφτους

Ίμβρος

αμαγείρευτος

 

 

αμάγευτε

Τσακωνιά

αμάγευτος

 

δ

αμάγευτος [Somavera 1709]

αγήτευτος, αμάγευτε, αμάευτος, αμάισωτος, αμάιφτος, άμαϊφτος

αμάγευτος

 

 

αμάγκο

Κύθηρα

τουλάχιστον

 

 

αμάγκου

Κύπρος

τουλάχιστον

 

 

αμάγκουμου

Μύκονος

τουλάχιστον

 

 

αμαγκούρωτη [Βλαστός 1931]

 

τσούλα

 

δ

αμάδα [Germano 1622]

η πέτρα που πετάνε σε ομώνυμο παιδικό παιχνίδι: αμά, αμάα, αμάζα, αμάντζα, αμάτζα, αμπάδα, απαλέτι, αρμάδα, γουμάδα, λαμπάδα, λομάδα, λουμάδα, μάδα, ναμάδα, ομάδα, ομαδέλα, ουμάδα, σαμάδα, σιαμάδα, σιομάδα, σιουμάδα, σομάδα, σουμάδα, τσαμάδα

αμάδα

 

 

αμαδάρα

Ίμβρος

αμμότοπος

 

 

αμαδάρα

Σάμος

ξέφωτο

 

 

αμάδητε

Βάτικα*, Τσακωνιά, Χαβουτσί*

αμάδητος

 

δ

αμάδητος [Βεντότης 1790]

αμάδητε, αμάδιστος, αμάητε, αμάθιγος, αμάθιστος, αμάιστος

αμάδητος

 

 

αμάδι

Κρήτη

μαζί

 

 

αμάδις

Χίος

μαζί

 

 

αμάδιστος [Βλάχος 1659]

Κως, Σαράντα Εκκλησιές*

αμάδητος

 

 

αμαείρευτα

Νάξος

αμαγείρευτα

 

 

αμαείρευτος

Άνδρος, Κοτύωρα*, Κύπρος, Μύκονος, Ρόδος, Σύμη

αμαγείρευτος

 

 

αμαέρευτος

Άνδρος, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κοτύωρα*, Νάξος, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αμαγείρευτος

 

 

αμάευτος

Ρόδος, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αμάγευτος

 

 

αμάευτος

Σύμη

αμάζευτος

 

 

αμάζα

Αρκαδία, Αχαΐα

αμάδα

 

δ

αμάζευτα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αμάζωχτα

αμάζευτα

 

δ

αμάζευτος [Ηπίτης 1908]

αμάευτος, αμάζουγους, αμάζουος, αμάζουτε, αμάζουχτος, αμάζουχτους, αμάζωκτος, αμάζωτε, αμάζωτος, αμάζωχτος, άμαστους, αμάωχτος

αμάζευτος

 

 

αμαζί

Κέρκυρα

μαζί

 

 

αμαζόνα

Κοτύωρα*

μπλούζα

 

 

αμάζουγους

Αιτωλοακαρνανία

αμάζευτος

 

 

αμάζουος

Μάνη

αμάζευτος

 

 

αμάζουτε

Τσακωνιά

αμάζευτος

 

 

αμάζουχτος

Μάνη

αμάζευτος

 

 

αμάζουχτους

Γρεβενά, Σιάτιστα

αμάζευτος

 

δ

αμάζωκτος [Somavera 1709]

 

αμάζευτος

 

 

αμάζωτε

Χαβουτσί*

αμάζευτος

 

δ

αμάζωτος [Βλάχος 1659]

Ζάκυνθος

αμάζευτος

 

 

αμάζωχτα

Νάξος

αμάζευτα

 

δ

αμάζωχτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Ζάκυνθος, Κρήτη

αμάζευτος

 

 

Αμάης

Μάνη

Μάιος

 

 

αμάητε

Τσακωνιά

αμάδητος

 

 

αμαθαριά

Μύκονος

αρμαθιά

 

 

αμαθάτσι

Πάρος

ματάκι

 

 

άμαθε

Τσακωνιά

άπειρος

2

λ

αμάθεια

αγνωσιά, ακατεχιά, αμαθίλα, ανηξεριά

αμάθεια

 

 

αμάθετος

Ινέπολη*, Κερασούντα*, Μάνη, Οινόη*, Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αμάθητος

 

δ

αμάθευτα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αμάθητα

 

δ

αμάθευτος [Portius 1635]

αμάθιφτους

αμάθευτος

2

λ

αμαθής

άγνωθο, ανάγνωρος, ανέγνωρος

αμαθής

 

δ

αμάθητα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αμάθευτα

αμάθητα

 

 

αμάθητε

Τσακωνιά

άπειρος

 

 

αμαθήτευτος [Βλάχος 1659]

 

ασόφως

 

δ

αμάθητος [Germano 1622]

αμάθετος, αμάθητους, αμάθιγος, αμάθιστος, άμαθος, άμαθους, αμάθτος, αμάθτους, ανίγνουσους, ανίγνουστους

αμάθητος

 

 

αμάθητους

Λιβίσι*

αμάθητος

 

 

αμάθητους

Λιβίσι*

άπειρος

 

 

αμαθιά

Κρήτη

ματιά

 

δ

αμαθιά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κρήτη, Νάξος

αιματιά

 

 

αμάθιαστος

Κρήτη

αμάτιαστος

 

 

αμάθιγος

Κεφαλονιά

αμάδητος

 

 

αμάθιγος

Κοτύωρα*, Μέγαρα, Χαλδία*

αμάθητος

 

 

αμαθίλα

Μάνη

αμάθεια

 

 

αμάθιστος

Κονίστρες

αμάδητος

 

 

αμάθιστος

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αμάθητος

 

 

αμάθιφτους

Γρεβενά, Καστοριά

αμάθευτος

 

 

αμαθός

Νίσυρος

άπειρος

 

δ

άμαθος [Ηπίτης 1908]

Αχαΐα, Εύβοια, Λακωνία

αμάθητος

 

 

άμαθους

Ίμβρος, Κοζάνη, Σκόπελος, Χαλκιδική

αμάθητος

 

 

αμάθτος

Ήπειρος

αμάθητος

 

 

αμάθτους

Λήμνος

αμάθητος

 

 

αμάικιαστος

Μάνη

αμάτιαστος

 

 

αμαΐσκιστους

Λιβίσι*

αμάσητος

 

 

αμάιστος

Κάρπαθος, Ρόδος

αμάδητος

 

 

αμάιστους

Θεσσαλία, Πιερία

αμάσητος

 

 

αμάισωτος

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αμάγευτος

 

 

αμαΐτικος

Μάνη

μαγιάτικος

 

 

αμάιφτος

Ρόδος

αμάγευτος

 

 

άμαϊφτος

Ρόδος

αμάγευτος

 

 

αμάκα

Κορινθία

αραχνιά

 

 

αμάκα

Χίος

κόλακας

 

δ

αμάκα [Γούλας 1961]

Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Θήρα, Θεσπρωτία, Καλλίπολη*, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κορινθία, Κρήτη, Κύπρος, Λευκάδα, Μάνη, Μέγαρα, Μεσσηνία, Μύκονος, Νίσυρος, Πάργα, Πάρος, Σάμος, Σέρρες, Σύρος, Τρίγλια*, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική

τράκα

 

δ

αμάκα [Ηπίτης 1908]

 

κλεψιά

 

δ

αμάκα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κέρκυρα, Κρήτη, Λακωνία, Λάρισα, Σέρρες, Τήνος, Χαλκιδική

τζάμπα

 

δ

αμακαδόρικος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

τρακαδόρικος

 

δ

αμακαδόρος [ΙΛΝΕ 1933]

 

αβανταδόρος

 

δ

αμακαδόρος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κορινθία, Λευκάδα, Μάνη, Πάργα

τρακαδόρος

 

 

αμακαδόρους

Σάμος, Φθιώτιδα

τρακαδόρος

 

 

αμακαζζής

Νίσυρος

τρακαδόρος

 

 

αμάκας

Λάρισα

τζαμπατζής

 

 

αμάκας

Κοζάνη, Μύκονος, Σύρος

τρακαδόρος

 

 

αμακατζής

Λάρισα

τζαμπατζής

 

 

αμάκατζης

Κύπρος

τρακαδόρος

 

δ

αμακατζής [Ηπίτης 1908]

 

κλέφτης

 

δ

αμακατζής [Λεξικό Πρωίας 1933]

Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Κορινθία, Κρήτη, Λευκάδα, Μαγνησία, Μύκονος, Νιγρίτα, Πάργα, Πιερία, Σουφλί, Σύρος, Χαλκιδική

τρακαδόρος

 

δ

αμακατζίδικος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

τρακαδόρικος

 

 

αμακέλιγος

Κοτύωρα*

άσκαφτος

 

 

αμακιά

Λέσβος

αιματιά

 

 

αμάκιστε

Τσακωνιά

αμάτιαστος

 

 

αμάκκωτη

Κύπρος

παρθένα

 

 

αμάκουτε

Τσακωνιά

αμαλάκωτος

 

δ

άμακρος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

κοντός

 

 

αμακώνω

Αρκαδία

κλέβω

 

δ

αμάλαγα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αμάλαχτα

 

δ

αμάλαγη [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Ζάκυνθος, Κύθηρα, Λευκάδα

παρθένα

 

 

αμαλαγιά

Κορινθία

ασυδοσία

 

 

αμαλαγιά

Τήνος

βολικά

 

 

αμαλαγιά

Σίφνος

ερημιά

 

 

αμαλαγιά

Αιτωλοακαρνανία, Θάσος, Μαγνησία, Σάμος, Σύρος, Τήνος, Χίος

ευκαιρία

 

 

αμαλαγιά

Τήνος

ευκολία

 

 

αμαλαγιά

Σάμος, Σίφνος, Χίος

καταλάγιασμα

 

 

αμαλαγιά

Θάσος

παρθένα

 

δ

αμαλαγιά [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

παρθενιά

 

δ

αμάλαγος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Οινόη*

αμάλαχτος

 

 

αμάλαγους

Τήνος

άθικτος

 

 

αμάλαγους

Σκόπελος

αμάλαχτος

 

 

αμαλαή

Κύπρος

χνάρι

 

 

αμάλαη

Κύπρος, Μάνη

παρθένα

 

 

αμάλαθρους

Λέσβος

μάραθο

 

 

αμαλάκι

Κάρπαθος

δαμαλάκι

 

 

αμαλάκουτε

Τσακωνιά

αμαλάκωτος

 

 

αμάλακτος [Germano 1622]

 

αμάλαχτος

 

δ

αμαλάκωτος [Βεντότης 1790]

αμάκουτε, αμαλάκουτε

αμαλάκωτος

 

 

αμάλαος

Μύκονος, Ρόδος

αμάλαχτος

 

 

αμάλαους

Σκόπελος

αμάλαχτος

 

 

αμαλαριτός

Κάρπαθος, Κρήτη

αμολητός

 

 

αμάλαττο

Καλαβρία

παρθένα

 

δ

αμάλαχτα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αμάλαγα

αμάλαχτα

 

δ

αμάλαχτος [Ηπίτης 1908]

αμάλαγος, αμάλαγους, αμάλακτος, αμάλαος, αμάλαους

αμάλαχτος

 

 

αμαλείφω

Κεφαλονιά

πασαλείβω

 

 

αμάλιαγος

Ηλεία

νεοσσός

 

δ

αμάλιαγος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κύθηρα, Λευκάδα

αμάλλιαστος

 

 

αμάλιαγους

Ίμβρος

αμάλλιαστος

 

 

αμάλιαστε

Τσακωνιά

αμάλλιαστος

 

 

αμάλιαστος

Κρήτη

νεοσσός

 

 

αμάλιαστους

Αίνος*, Λέσβος, Σάμος

αμάλλιαστος

 

 

αμάλιατε

Τσακωνιά

αμάλλιαστος

 

 

αμάλιν

Κάρπαθος

δαμάλι

 

 

αμάλιως

Κύθηρα

βέβαια

 

 

αμαλλιασίλα

Ακαδία

ανέχεια

 

δ

αμάλλιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αμάλιαγος, αμάλιαγους, αμάλιαστε, αμάλιαστους, αμάλιατε, άμαλλος, άμαλους

αμάλλιαστος

 

δ

άμαλλος [Βεντότης 1790]

Δαρδανέλια*, Ζάκυνθος, Καλλίπολη*, Προποντίδα*, Σαράντα Εκκλησιές*, Σωζόπολη*

αμάλλιαστος

 

 

αμαλό

Καλαβρία

επίπεδος

 

 

άμαλος

Κύπρος

αδύναμος

 

 

άμαλος [Βλαστός 1931]

 

άτριχος

 

 

άμαλους

Αδριανούπολη*, Αίνος*, Ίμβρος*, Κοζάνη, Λέσβος, Σέρρες

αμάλλιαστος

 

 

αμάλουτε

Τσακωνιά

αμάλωτος

 

 

αμάλωτε

Χαβουτσί*

αμάλωτος

 

 

αμάλωτον

Κύπρος

ενέχυρο

 

δ

αμάλωτος [Βλάχος 1659]

αμάλουτε, αμάλωτε

αμάλωτος

 

 

αμάν

Κοτύωρα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*,

αμέσως

 

 

αμάν

Χαλδία*

όμως

 

 

άμαν

Ίμβρος, Κερασούντα*, Κουβούκλια*, Κύπρος, Μύκονος, Ρόδος, Τραπεζούντα*, Τρίπολις*

άμα

 

 

άμαν

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

όμως

 

 

άμαν

Πάρος

όταν

4

δ

αμάν [Λεξικό Πρωίας 1933]

αϊμάν, αμά, αμάνι, αμάνιν

αμάν

 

 

αμανάκι

Τσακωνιά

ενέχυρο

 

 

αμανάτ

Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Θάσος, Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Λαγκαδάς, Λέσβος, Λευκάδα, Λήμνος, Σάμος, Σκόπελος, Τραπεζούντα*, Φωκίδα, Χαλδία*, Χαλκιδική

ενέχυρο

 

 

αμανατάς

Κύπρος

ενέχυρο

 

 

αμανάτε

Μύκονος

ενέχυρο

 

 

αμανατέ [Somavera 1709]

 

ενέχυρο

 

 

αμανατέβω [Βλαστός 1931]

 

ενεχυριάζω

 

 

αμανάτεμα [Somavera 1709]

 

ενεχυρίαση

 

 

αμανατεμένος [Somavera 1709]

 

ενεχυριασμένος

 

 

αμανατευτής [Somavera 1709]

 

ενεχυριαστής

 

 

αμανατεύτρα [Somavera 1709]

 

ενεχυριάστρια

 

 

αμανατεύω [Somavera 1709]

 

ενεχυριάζω

 

 

αμανατεφτής [Βλαστός 1931]

 

ενεχυριαστής

 

 

αμανατζής

Πόντος*

ταχυδρόμος

 

 

αμανάτη [Du Cange 1688]

 

ενέχυρο

 

δ

αμανάτι [Somavera 1709]

Άνδρος, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κάλυμνος Κορινθία, Κρήτη, Μάκρη*, Μέγαρα, Μεσσηνία, Μύκονος, Νάξος, Νίσυρος, Πάργα, Πάρος, Ρόδος, Σύρος, Τρίγλια*, Χαβουτσί*

ενέχυρο

 

 

αμανατιάζω

Πελοπόννησος

ενεχυριάζω

 

 

αμανατιασμένος [Βλαστός 1931]

 

ενεχυριασμένος

 

 

αμανάτιν

Κερασούντα*, Κύπρος, Νίσυρος, Ρόδος

ενέχυρο

 

δ

αμανατιτζής [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ενεχυροδανειστής

 

 

αμανεδιά

Κρήτη

αμανές

 

 

αμανεζής

Κάλυμνος

αγγελιοφόρος

 

δ

αμανές [Λεξικό Πρωίας 1933]

αμανεδιά, μανές

αμανές

 

 

αμανέτ

Θάσος, Ιωάννινα, Καλλίπολη*, Καστοριά, Κοζάνη, Λαγκαδάς, Λέσβος, Λήμνος, Σέρρες, Χαλκιδική

ενέχυρο

 

 

αμανέτ

Πιερία, Χαλκιδική

πείσμα

 

 

αμανετζής

Κάλυμνος

κούριερ

 

 

αμανετζής [ΙΛΝΕ 1933]

 

ταχυδρόμος

 

δ

αμανέτι [Βεντότης 1790]

Θεσπρωτία, Θήρα, Κρήτη, Κύπρος, Μύκονος, Πάρος, Τρίγλια*

ενέχυρο

 

 

αμανέτιν

Κερασούντα*

ενέχυρο

 

δ

αμανετιτζής [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ενεχυροδανειστής

 

 

αμανέτς

Σιάτιστα

ενέχυρο

 

 

αμανετσής

Νίσυρος

αγγελιοφόρος

 

 

αμανετσής

Καλλίπολη*, Κωνσταντινούπολη

ταχυδρόμος

 

 

αμανέττιν

Κύπρος

ενέχυρο

 

 

αμάνευτος

Μέγαρα

κακομαθημένος

 

 

αμάνης

Νίσυρος

μανιακός

 

 

αμάνι

Θήρα, Κρήτη, Νίσυρος, Φάρασα*

αμάν

 

 

αμανιατάζω

Ακαδία

παρατώ

 

 

αμανίκης

Χίος

μανιτάρι

 

 

αμανίκιστος [Somavera 1709]

 

αμανίκωτος

 

δ

αμάνικος [Βλαστός 1931]

Κερασούντα*

αμανίκωτος

 

 

αμανίκουτους

Μακεδονία

αμανίκωτος

 

δ

αμανίκωτος [Κοντόπουλος 1903]

αμανίκιστος, αμάνικος, αμανίκουτους, ξεμανίκωτος

αμανίκωτος

 

 

αμάνιν

Νίσυρος

αμάν

 

 

αμάνιστα [Βλάχος 1659]

 

ευδιαλλάκτως

 

 

αμάνιστος [Βλάχος 1659]

 

ευδιάλλακτος

 

 

αμανίτα

Αρκαδία

μανιτάρι

 

δ

αμανιτάρι [Βεντότης 1790]

 

μανιτάρι

 

 

αμάνιτας

Κως, Πάρος

μανιτάρι

 

 

αμανιτζής

Λέσβος

ταχυδρόμος

 

 

αμανίτης [Germano 1622]

Αρκαδία, Κάρπαθος, Κρήτη, Κως, Νάξος, Νίσυρος, Πάρος, Χίος

μανιτάρι

 

 

αμανίτς

Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι*, Πάρος

μανιτάρι

 

 

αμάνκα

Ζάκυνθος

τουλάχιστον

 

 

αμάνκου

Κέρκυρα

βέβαια

 

 

αμάνκου

Ζάκυνθος

τουλάχιστον

 

 

αμανόκουνα

Λιβίσι*

αιώρα

 

 

αμανόκουννα

Μάκρη*

ανεμόκουνια

 

 

αμανός

Λέσβος

νωθρός

 

 

αμάντα

Κύπρος

ησυχία

 

 

αμάνταλος

Κερασούντα*

αμαντάλωτος

 

δ

αμαντάλωτος [Somavera 1709]

ακαράκωτος, αμάνταλος

αμαντάλωτος

 

 

αμάντας

Πάρος

μανιτάρι

 

 

αμάντες

Ζάκυνθος

γκόμενος

 

 

αμάντζα

Αρκαδία, Κορινθία

αμάδα

 

 

αμαντζιρωσύνα

Κοτύωρα*

νηστεία

 

 

αμάντι

Χίος

λοιπόν

 

 

άμαντι

Χίος

λοιπόν

 

 

αμαντιάζω

Κύπρος

διορθώνω

 

 

άμαντις

Χίος

λοιπόν

 

 

άμαντος

Χίος

λοιπόν

 

δ

αμάντριστος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αμάντρωτος

 

 

αμάντριστους

Ίμβρος

αμάντρωτος

 

 

αμαντρογύριστος

Μάνη

ατοίχιστος

 

 

αμάντρουτους

Αιτωλοακαρνανία

αμάντρωτος

 

δ

αμάντρωτος

αμάντριστος, αμάντριστους, αμάντρουτους

αμάντρωτος

 

 

αμάνωτος

Κοτύωρα*

αμουντζούρωτος

 

 

αμάξ

Αξός*, Αραβανί*, Αυδήμι*, Ευρυτανία, Κοζάνη, Μισθί*, Τήνος, Τσακήλι*

άμαξα

 

 

αμαξά

Βάτικα*, Χαβουτσί*

αμαξάς

4

λ

άμαξα

Atlas Linguarum Europae 445 | Buck List 10.75 a | αμάξ, αμάξι, αμάξιν, νταλίγκα

άμαξα

 

 

άμαξα

Σάμος

Άρκτος

3

δ

αμαξάκι [Portius 1635]

αμανίκιστος, αμαξούλι, αραμπάκι

αμαξάκι

 

 

αμαξάρης [Meursius 1614]

Κύπρος

αμαξάς

3

δ

αμαξάς [Βεντότης 1790]

αμαξά, αμαξάρης, αμαξιάρης

αμαξάς

5

δ

αμάξι [Corona Preciosa 1527]

Αραβανί*, Μάνη, Ουλαγάτς*

άμαξα

 

 

αμαξία

Χαβουτσί*

αμαξοφόρτωμα

 

δ

αμαξιά [Somavera 1709]

 

αμαξοφόρτωμα

 

 

αμαξιάρης [Βλαστός 1931]

 

αμαξάς

 

δ

αμαξιάτικα [Ηπίτης 1908]

η πληρωμή του αμαξά: αμαξιάτικο

αμαξιάτικα

 

δ

αμαξιάτικο [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αμαξιάτικα

 

 

αμάξιν

Κάρπαθος, Κύπρος, Χίος

άμαξα

 

δ

αμαξόδρομος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αμαξόστρατα, αμαξουτός, αραμπαλίκ

αμαξόδρομος

 

 

αμαξόστρατα [Meursius 1614]

Κύπρος

αμαξόδρομος

 

 

αμαξούδα

Κύπρος

καροτσάκι

 

 

αμαξούλι

Βάτικα*, Χαβουτσί*

αμαξάκι

 

 

αμάξους

Λάρισα, Πιερία, Χαλκιδική

επίτηδες

 

 

αμαξουτός

Σάμος, Σκόπελος

αμαξόδρομος

 

δ

αμαξοφόρτωμα [Λεξικό Πρωίας 1933]

αμαξιά, αμαξία

αμαξοφόρτωμα

 

 

αμάππωτη

Κύπρος

παρθένα

 

 

αμαπσαδόρος

Ζάκυνθος

βαθύφωνος

 

 

αμάρ

Κοζάνη

ερμάρι

 

 

αμάρ

Κοζάνη

εταζέρα

 

 

αμάρα

Κύπρος

αυλάκι

 

 

αμάρα

Φωκίδα

καημός

 

 

αμάραγκας

Ρόδος

γρυλομάτης

 

 

αμάραγκος

Ρόδος

μαργαρίτα

 

 

αμάραθος

Κρήτη

μάραθο

 

 

αμάραθος

Μέγαρα

μάραθο

 

 

αμάραθους

Σάμος

μάραθο

 

 

αμάρακος

Κύθηρα

μαντζουράνα

 

 

αμάραντε

Τσακωνιά

αμάραντος

 

 

αμάραντο [Γεννάδιος 1914]

 

σέδο

 

 

αμάραντος

Νάξος

καρδερίνα

 

 

αμάραντος [Somavera 1709]

όνομα διαφόρων λουλουδιών που διατηρούνται αποξηραμένα: αϊμάραντος, αμάραντε, αμάραντου, μάραντο, μάραντον, μάραντος

αμάραντος

 

 

αμάραντος [ΙΛΝΕ 1933]

 

αθάνατος

 

δ

αμάραντος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αγαποβότανο

 

 

αμάραντου

Αιτωλοκαρνανία

αμάραντος

 

 

αμαράς

Μάνη

τεμπέλης

 

 

αμαρίγκλουτους

Λέσβος

άξεστος

 

 

αμαρίλα

Μάνη

τεμπελιά

 

 

αμαριόλευτος

Ζάκυνθος, Κύθηρα

απονήρευτος

 

 

αμαρκάλιγο

Κορινθία, Μάνη

αβάτευτο

 

 

αμαρκάλιστε

Τσακωνιά

αβάτευτο

 

δ

αμαρκάλιστο [Λεξικό Πρωίας 1933]

Ήπειρος, Κύθηρα, Λακωνία, Μάνη

αβάτευτο

 

 

αμαρκάλστου

Αιτωλοακαρνανία, Κοζάνη

αβάτευτο

 

 

αμαρκάλτστου

Καστοριά, Κοζάνη, Λάρισα

αβάτευτο

 

 

αμαρκάλτστους

Θεσσαλονίκη

αγάμητος

 

 

αμαρκία

Τσακωνιά

αμαρτία

 

 

αμαρκιέμαι

Δέλβινο

μηρυκάζω

 

 

αμάρμακτα [Somavera 1709]

 

ασάλευτα

 

 

αμάρμακτος [Germano 1622]

 

ασάλευτος

 

 

αμαρμαξιά [Germano 1622]

 

ασαλεψιά

 

 

αμάρμαχτος

Κάρπαθος

ασάλευτος

 

 

αμαρμία

Απουλία

αμαρτία

 

 

αμαροσύνη

Μάνη

τεμπελιά

 

 

αμαρούγλουτους

Λέσβος

αδέξιος

 

 

αμαρούκλοτος

Χίος

ασουλούπωτος

 

δ

αμαρταίνω [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

αμαρτάνω

 

 

αμαρτάννω

Κύπρος

αμαρτάνω

 

 

αμαρτάνου

Μάνη

αμαρτάνω

2

λ

αμαρτάνω

αμαρταίνω, αμαρτάνου, αμαρτένου, αμαρτένω, αμαρτεύγκομαι, αμαρτεύκω, αμαρτεύω, αμαρτίτζω, αμαρτάννω, αρματάνω, αμαρτώνω, κριματίζομαι

αμαρτάνω

 

 

αμάρτεμαν

Χαλδία

αμαρτία

 

 

αμαρτεμός

Κέρκυρα

αμαρτία

 

 

αμαρτένου

Καστοριά, Τσακωνιά

αμαρτάνω

 

 

αμαρτένω [Βεντότης 1790]

Ζάκυνθος, Κεφαλονιά

αμαρτάνω

 

 

αμαρτεύγκομαι

Κάρπαθος

αμαρτάνω

 

 

αμαρτεύκω

Κύπρος

αμαρτάνω

 

 

αμαρτεύω

Κάρπαθος, Κεφαλονιά

γαμώ

 

 

αμαρτεύω [Germano 1622]

Κύπρος

αμαρτάνω

3

δ

αμάρτημα [Germano 1622]

 

αμαρτία

4

δ

αμαρτία [Corona Preciosa 1527]

Buck List 16, 75 | αμαρκία, αμαρμία, αμάρτεμαν, αμαρτεμός, αμάρτημα, αμαρτίγια, αμαρτοσύνη, αμαρτωλία, αρμακία, αρματία, κουνάχι, κρίμα, μαρτία

αμαρτία

 

 

αμαρτίγια

Κερασούντα*

αμαρτία

 

 

αμαρτίζω [Somavera 1709]

 

αμαρτάνω

 

 

αμαρτίτζω

Απουλία

αμαρτάνω

 

 

αμαρτοσύνη

Λακωνία

αμαρτία

 

 

αμαρτουλός

Καστοριά, Λέσβος, Σάμος

αμαρτωλός

 

 

αμάρτουλους

Μάδυτος*

αμαρτωλός

 

δ

αμαρτύρευτος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αμαρτύρητος

 

δ

αμαρτύρητος [Somavera 1709]

αμαρτύρευτος

αμαρτύρητος

 

 

αμαρτωλά

κριματισμένα

αμαρτωλά

 

 

αμαρτωλά

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Οινόη*, Χαλδία*

αρχίδια

 

 

αμαρτωλέ

Τσακωνιά

αμαρτωλός

 

 

αμαρτωλία

Κερασούντα*

αμαρτία

 

 

αμαρτωλό

Καλαβρία

αμαρτωλός

 

 

αμάρτωλος

Νικόπολη*

αμαρτωλός

3

δ

αμαρτωλός [Corona Preciosa 1527]

αμαρτουλός, αμάρτουλους, αμαρτωλέ, αμαρτωλό, αμάρτωλος, αρματωλός, κριματισμένος, πισαναγκασμένος, πίσης, πισοκόκαλος

αμαρτωλός

 

 

αμαρτώνω

Κοτύωρα*

αμαρτάνω

 

 

άμας

Κύπρος

μόλις

 

 

αμασέλα

Κρήτη

σιαγόνα

 

δ

αμάσετος [Ηπίτης 1908]

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Οινό*, Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αμάσητος

 

 

αμασεύκω

Κύπρος

ενεχυριάζω

 

 

αμάση

Κάλυμνος, Καστελλόριζο, Κύπρος

έχθρα

 

 

αμάσηστος [Somavera 1709]

Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Ρόδος, Σαράντα Εκκλησιές*, Σύμη

αμάσητος

 

 

αμάσηστους

Πιερία

αμάσητος

 

δ

αμάσητος [Βεντότης 1790]

αμαΐσκιστους, αμάιστους, αμάσετος, αμάσηστος, αμάσηστους, αμάσιγος, ααμάστους, αμάτατε, αμουτσάλτστους

αμάσητος

 

 

αμάσι

Καστελλόριζο

υποθήκη

 

 

αμασία

Αρκαδία, Κορινθία

πείνα

 

δ

αμάσιγος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Αχαΐα, Κορινθία

αμάσητος

 

 

αμάσιν

Κύπρος

ενέχυρο

 

 

αμάσιν

Κύπρος

υποθήκη

 

 

αμασκαίνου

Ιωάννινα

ματιάζω

 

 

αμασκάλ

Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Κοζάνη, Κουβούκλια*, Λάρισα, Λέσβος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μύκονος, Πιερία, Σάμος, Σουφλί, Χαλκιδική

μασχάλη

 

 

αμασκάλ

Θεσσαλονίκη

παραμάσχαλα

 

 

αμάσκαλα

Κάρπαθος

παραμάσχαλα

 

 

αμασκάλα [Βεντότης 1790]

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

μασχάλη

 

δ

αμασκάλη [Germano 1622]

Δέλβινο, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κρήτη, Κύθηρα, Μάνη, Μέγαρα, Μεσσηνία, Νάξος, Νίσυρος, Ρόδος, Σάντα*, Σύρος, Τραπεζούτα*, Φούρνοι, Χάλκη

μασχάλη

 

 

αμασκαλιάζου

Χαλκιδική

αγκαλιάζω

 

 

αμασκαλιάζω

Κρήτη, Νάξος

αγκαλιάζω

 

 

αμασκαλουσία

Μάνη

μασχάλη

 

 

αμασκαντούρης

Μεσσηνία

αμάτιαστος

 

δ

αμασκάρευτα [Somavera 1709]

αμασκάρωτα, αμίτριαστα

αμασκάρευτα

 

δ

αμασκάρευτος [Somavera 1709]

αμασκάρωτος, αμίτριαστος

αμασκάρευτος

 

δ

αμασκάρωτα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αμασκάρευτα

 

δ

αμασκάρωτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

αμασκάρευτος

 

 

αμάστους

Πιερία

αμάσητος

 

 

άμαστους

Ιωάννινα, Νιγρίτα

αμάζευτος

 

 

αμασχάλ

Ευρυτανία, Κοζάνη, Μαγνησία, Σέρρες

μασχάλη

 

 

αμασχάλα

Σάντα*, Χαλδία*

μασχάλη

 

δ

αμασχάλη [Βλάχος 1659]

Λακωνία, Μέγαρα, Τρίγλια*

μασχάλη

 

 

αμάτα

Κρήτη

ματάρα

 

 

άματα [Germano 1622]

 

άμα

 

 

άματα [Somavera 1709]

 

επειδή

 

δ

αματάγνιωτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

αμετάνιωτος

 

 

αματάκι [Βλάχος 1659]

 

ματάκι

 

 

αματάλαβος

Μεσσηνία

αμετάλαβος

 

 

αματαλάβωτος

Πελοπόννησος

αμετάλαβος

 

 

αματάς [Βλάχος 1659]

 

πολυδερκής

 

 

αματασάλωτος

Μάνη

ακούνητος

 

 

αμάταστος

Οινόη*, Τραπεζούντα*

αμάτιαστος

 

 

αμάτατε

Τσακωνιά

αμάσητος

 

 

αματέ

Κρήτη

ματιά

 

 

αματέρ

Κωνσταντινούπολη

ερασιτέχνης

 

 

αμάτευμα [Somavera 1709]

 

ενεχυρίαση

 

 

αμάτζα

Αρκαδία, Κορινθία

αμάδα

 

 

αμάτι

Χίος

αφού

 

 

αμάτι

Χίος

λοιπόν

 

 

άματι

Αρκαδία

άμα

 

 

άματι

Σαράντα Εκκλησιές**

μόλις

 

 

άματι

Πάργα

όταν

 

 

αμάτι [Βλάχος 1659]

Κρήτη

μάτι

 

 

αματιά

Αρκαδία, Ηλεία, Κρήτη, Λέσβος

αιματιά

 

 

αματιά [Meursius 1614]

ντρίλουξους, στραός

στραβωμάρα

 

δ

αμάτιαγα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αμάτιαστα

 

δ

αμάτιαγος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

αμάτιαστος

 

 

αμάτιαγους

Αιτωλοακαρνανία

αμάτιαστος

 

δ

αμάτιαστα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αλάβωτα, αμάτιαγα, αμάτιαχτα

αμάτιαστα

 

δ

αμάτιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αβάσκαγος, αβάσκαγους, αβάσκανος, αθιάρμιστος, αλάβωτος, αμάθιαστος, αμάικιαστος, αμάκιστε, αμασκαντούρης, αμάταστος, αμάτιαγος, αμάτιαγους, αμάτιαχτος, αμάτιστε, αμοίριαστος, ανομάταστος, αφτάρμιστος

αμάτιαστος

 

δ

αμάτιαχτα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αμάτιαστα

 

δ

αμάτιαχτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

αμάτιαστος

 

δ

αμάτιγος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αμάτιστος

 

δ

αματίζω [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

ματίζω

 

 

άματις [Somavera 1709]

Θεσπρωτία, Ιωάννινα, Μεσσηνία, Πάργα

άμα

 

 

άματις [Somavera 1709]

Χίος

επειδή

 

 

αμάτιστε

Τσακωνιά

αμάτιαστος

 

δ

αμάτιστος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αμάτιγος

αμάτιστος

 

 

αματόκλαδο

Κρήτη

βλεφαρίδα

 

 

αμάτουτε

Τσακωνιά

αναίμακτος

 

 

αμάτουτος

Μάνη

αναίμακτος

 

 

αματσίννιαστους

Λιβίσι*

ανεμβολίαστος

 

 

αματσίτη

Απουλία

αιματιά

 

δ

αμάτωτα [Βλάχος 1659]

Ζάκυνθος

αναίμακτα

 

δ

αμάτωτος [Βλάχος 1659]

Τραπεζούντα*

αναίματος

 

 

αμάχ

Αυδήμι*, Βελβεντός, Γρεβενά, Θεσσαλονίκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Λευκάδα, Μαγνησία, Νιγρίτα, Πάρος, Πιερία, Σάμος, Σκόπελος, Τήνος, Φωκίδα, Χαλκιδική

έχθρα

 

 

αμάχα

Σάμος

έχθρα

 

 

άμαχα

Αρκαδία, Ζάκυνθος, Κρήτη, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία

αθόρυβα

 

 

αμαχέβω [Βλαστός 1931]

 

ενεχυριάζω

 

 

αμάχεμα

Ζάκυνθος

κατάσχεση

 

 

αμάχεμα [Βλάχος 1659]

 

ενεχυρίαση

 

 

αμάχεμαν

Κύπρος

ενεχυρίαση

 

 

αμάχεμαν

Κύπρος

κατάσχεση

 

 

αμαχεμένος [Somavera 1709]

Κύπρος

ενεχυριασμένος

 

 

αμαχεμός

Κέρκυρα

έχθρα

 

 

αμαχεύγκω

Κάρπαθος

ενεχυριάζω

 

 

αμαχεύγω

Χίος

ενεχυριάζω

 

 

αμαχεύγω [Βλάχος 1659]

Κύπρος

υποθηκεύω

 

 

αμαχεύομαι

Κέρκυρα

εχθρεύομαι

 

 

αμαχευτής [Somavera 1709]

 

ενεχυριαστής

 

 

αμαχευτιός

Κύπρος

ενεχυροδανειστής

 

 

αμαχεύτρα [Somavera 1709]

 

ενεχυριάστρια

 

 

αμαχεύτρια [Somavera 1709]

 

ενεχυριάστρια

 

 

αμαχεύω

Αρκαδία, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Λακωνία

ενεχυριάζω

 

 

αμαχεύω [Βεντότης 1790]

Κύθηρα

υποθηκεύω

 

δ

αμαχεύω [Ηπίτης 1908]

Ήπειρος

εχθρεύομαι

 

 

αμάχεψη

Κύπρος

υποθήκευση

 

 

αμάχη

Κρήτη

καβγάς

 

 

αμάχη [Du Cange 1688]

Κάρπαθος, Μάκρη*

ενέχυρο

 

δ

αμάχη [Βλάχος 1897]

Αυλωνάρι, Κέρκυρα, Κονίστρες, Κύμη, Νάξος, Σμύρνη*

έχθρα

 

 

αμαχημένους

Νιγρίτα

θυμωμένος

 

 

αμάχι

Κρήτη, Λιβίσι*, Μάνη, Μύκονος, Νάξος

έχθρα

 

 

αμάχι [Βλάχος 1659]

Λακωνία, Μάνη, Μήλος

ενέχυρο

 

 

αμάχι [Βλάχος 1659]

Κύθηρα, Μήλος, Ρόδος, Σίφνος, Σύμη

υποθήκη

 

 

αμαχίζουμι

Καστοριά

εχθρεύομαι

 

 

αμάχιν

Κύπρος, Σύμη

ενέχυρο

 

 

αμάχνα

Χαλκιδική

φόρα

 

 

άμαχο

Τσακωνιά

ήσυχος

 

 

αμαχοβαλμένος [Somavera 1709]

 

ενεχυριασμένος

 

 

αμαχοβάνω [Somavera 1709]

 

ενεχυριάζω

 

 

αμαχοβάνω [Βλαστός 1931]

 

ενεχυριάζω

 

 

αμαχοβάνω [Βλάχος 1659]

 

παραδίνομαι

 

 

αμαχοδίδω [Βλάχος 1659]

 

αποτιμάω

 

 

αμάχομαι

Νάξος, Σύρος

εχθρεύομαι

 

 

αμάχομαι

Πάρος

μισώ

 

 

αμαχοσύνη

Κέρκυρα

έχθρα

 

 

αμάχουμι

Κοζάνη, Σάμος

εχθρεύομαι

 

 

αμάωχτος

Ζάκυνθος

αμάζευτος

2

λ

άμβωνας

άβωνας, άγκουνας, άγκωνα, αγκώνα, άγκωνας, άμπουνας, έμβωνας, πιστουρί

άμβωνας

 

 

άμδα

Σκύρος

αμμουδιά

 

 

αμδαλιά

Λευκάδα

αμυγδαλιά

 

 

αμδάρα

Λέσβος

αμμότοπος

 

 

αμδαριά

Τήνος

αμμότοπος

 

 

αμδερός

Λευκάδα

αμμουδερός

 

 

άμδη

Σαράντα Εκκλησιές*

άμμος

 

 

αμδιός

Σαμοθράκη

αμμουδερός

 

 

αμδιρός

Λήμνος

αμμουδερός

 

 

αμέ

Αρκαδία, Κάρπαθος

αλλά

 

 

αμέ

Κάλυμνος

μήπως

 

 

άμε

Κάρπαθος, Σίφνος

άμα

 

 

άμε

Κάρπαθος

όχι

 

δ

αμέ [Germano 1622]

αμ, αμά, αμή, αμήντα, αμηντένε, αμμέ, αμμή

αμέ

 

δ

άμε [Meursius 1614]

Αμοργός, Άνδρος, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Θήρα, Ικαρία*, Ινέπολη*, Καλαβρία, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κάσος, Καστελλόριζο, Κερασούντα*, Κέρκυρα, Κίμωλος, Κοτύωρα*, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος, Κως, Λακωνία, Λέρος, Μάνη, Μεσσηνία, Μήλος, Μύκονος, Νάξος, Νίσυρος, Οινόη*, Ουλαγάτς*, Όφις*, Ρόδος, Σαμψούντα*, Σούρμενα*, Σύμη, Τραπεζούντα*, Ρόδος, Σμύρνη*, Φάρασα*, Χαλδία*, Χίος

άντε

 

 

αμεγαλεψιά [Βλαστός 1931]

 

ταπεινότητα

 

 

αμεδά

Κέρκυρα

βέβαια

 

 

αμεδά

Κεφαλονιά

μήπως

 

 

αμέζατε

Τσακωνιά

αμοίραστος

 

 

αμεθαύριο

Δέλβινο

μεθαύριο

 

 

αμέθυγος

Κοτύωρα*, Σάντα*, Χαλδία*

ξεμέθυστος

 

 

άμελα

Χαλδία*

απρόθυμα

 

 

άμελα

Μάνη

ζαλάδα

 

 

αμέλγου

Ίμβρος

αρμέγω

3

λ

αμέλεια

αβισιά, αμουκαγετιά, αμουκαϊσιά, αμουκαϊτιά, αμουκαϊτσιά, αμουκαϊφτιά, αμουκαϊφτσιά, αφρουτσιά, μουκαϊτσιά

αμέλεια

 

 

αμελές

Κωνσταντινούπολη, Σκοπός*

ανειδίκευτος

 

 

αμελές

Σαράντα Εκκλησιές*

μεροκαματιάρης

 

 

αμελές [Κουκκίδης 1961]

 

εργάτης

 

 

αμελέτητα (τα) [Βλαστός 1931]

 

αρχίδια

 

δ

αμελέτητα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Άνδρος, Κέρκυρα, Τσακωνιά

αρχίδια

 

 

αμελέτητε

Τσακωνιά

λύκος

 

 

αμελέτητε

Τσακωνιά

ξίδι

 

 

αμελέτητε

Τσακωνιά

ποντίκι

 

 

αμελέτητο

Κύθηρα

καρκίνος

 

 

αμελέτητο [Βλαστός 1931]

 

ποντίκι

3

λ

αμελής

αμουκαέτς, αναμελής, αφρότσους

αμελής

 

 

αμελία

Καλαβρία

ομιλία

 

 

αμελία [Corona Preciosa 1527]

Κερασούντα*, Λακωνία

ανεμελιά

 

 

αμελίγια

Κερασούντα*

ανεμελιά

 

 

αμελμεντές

Κύπρος

ανάπηρος

 

 

άμελος

Κερασούντα*, Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*, Χίος

ανέμελος

 

 

άμελος

Κάρπαθος

άφωνος

 

 

άμελος [Βλαστός 1931]

 

αδιάφορος

 

λ

αμελώ

αναμελιώ, αναμελώ

αμελώ

 

 

άμεν

Σινώπη*

άντε

 

 

αμενιτάρι

Ζάκυνθος

μανιτάρι

 

 

άμεννε

Καστελλόριζο

άντε

 

 

αμέντα

Ζάκυνθος

αποζημίωση

 

 

αμεντάρω

Ζάκυνθος

αποζημιώνω

 

 

αμέντε

Ζάκυνθος, Θήρα, Ιθάκη, Κάρπαθος, Κρήτη, Λευκάδα, Νάξος, Παξοί, Σύρος

υπόψη

 

 

άμεντε

Κύπρος

άντε

 

 

αμέντες

Κρήτη

υπόψη

 

 

αμέντι

Μάνη

ενδιαφέρον

 

 

αμέντι

Νάξος, Τήνος

θύμηση

 

 

αμέντι

Κέρκυρα, Κύθνος, Νάξος

υπόψη

 

 

αμεντουλέα

Απουλία

αμυγδαλιά

 

 

αμένυγος

Κρώμνη*, Τραπεζούντα*, Χαλδία

ανειδοποίητος

 

 

αμένυχτος

Κρώμνη*, Τραπεζούντα*

ανειδοποίητος

 

 

αμέρα

Τσακωνιά

ημέρα

 

 

αμέραγος [Βλαστός 1931]

Μάνη

αμοίραστος

 

 

αμέραγους

Γρεβενά, Ίμβρος, Μαγνησία

αμοίραστος

 

 

αμέραδος

Μάνη

αμοίραστος

 

 

αμέραστε

Βάτικα*, Χαβουτσί*

αμοίραστος

 

 

αμέραστος

Μάνη, Σέριφος, Νάξος

αμοίραστος

 

 

αμέραστους

Λιβίσι*

αμοίραστος

 

 

αμέρατε

Βάτικα*, Χαβουτσί*

αμοίραστος

 

 

αμεργός [Βλαστός 1931]

Κύθηρα

καρδάρα

 

 

αμερδίκωτος

Λακωνία, Μάνη

άτεκνος

 

 

αμερεμέκιστε

Τσακωνιά

αμερεμέτιστος

 

δ

αμερεμέτιστος [Somavera 1709]

αμερεμέκιστε, αμιριμέτγους

αμερεμέτιστος

 

δ

αμέρευτος [Somavera 1709]

 

αμέρωτος

 

 

αμέριατε

Τσακωνιά

αμοίραστος

 

 

Αμεριγκάνος

Κάρπαθος

Αμερικάνος

 

δ

Αμέρικα [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

 

Αμερική

3

δ

αμερικάνικος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αμερκάνικος, αμιρικάνγκους

αμερικάνικος

4

δ

Αμερικάνος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Αμεριγκάνος, Αμιρκάνους

Αμερικάνος

5

λ

Αμερική

Αμέρικα

Αμερική

 

 

αμεριμνώνω

Κύπρος

εξοφλώ

 

 

αμερινός [Βλαστός 1931]

Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κρήτη

αυγερινός

 

 

αμερίφνα

Χάλκη

άραγε

 

 

αμερίχνα

Ρόδος

άραγε

 

 

αμερκάνικος

Ρόδος

αμερικάνικος

 

 

αμερολόητος

Μέγαρα

αμοιρολόγητος

 

 

αμέροτος

Θήρα

άγριος

 

 

αμερού

Ρόδος

άραγε

 

 

αμέρουτε

Τσακωνιά

αμέρωτος

 

 

αμέρουτος

Μάνη

αμέρωτος

 

 

αμερτάρω

Ζάκυνθος

αξίζω

 

 

αμέρωστο

Καλαβρία

άζευκτος

 

 

αμέρωτα

Λακωνία

αξημέρωτα

 

δ

αμέρωτος [Βλάχος 1659]

αμέρευτος, αμέρουτε, αμέρουτος

αμέρωτος

 

 

αμέσερνο

Πάρος

μύρτο

 

 

αμεσόνυχτο

Πάρος

μεσάνυχτα

 

 

αμεσουά

Κάρπαθος

άραγε

 

 

άμεστε

Τσακωνιά

αδύνατος

 

 

αμέστιος

Κάλυμνος, Νίσυρος, Ρόδος

αμέστωτος

 

δ

άμεστος [Somavera 1709]

Ζάκυνθος, Μάνη

αμέστωτος

 

 

αμεστοσύνη [Βλαστός 1931]

Μάνη

ανωριμότητα

 

 

αμέστουτε

Τσακωνιά

αμέστωτος

 

 

αμεστωσιά [Βλαστός 1931]

αγουράδα, αγουροσύνη

αμεστωσιά

 

 

αμέστωτα [Βλάχος 1659]

 

άκαιρα

 

 

αμέστωτε

Βάτικα*

αμέστωτος

 

δ

αμέστωτος [Βλάχος 1659]

αμέστιος, άμεστος, αμέστουτε, αμέστωτε, αμέτσος, άμιστους

αμέστωτος

5

λ

αμέσως

Buck List 14.19 b | Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | αβουτούλωτος, αδιαμόρι, αέκο, αλαβία, αμάν, αμιάς, αφαρί, γιαμιάς, ζιμιό, μινουνταμέντε, μπαρντάφ, ντάραγκαπ, ντελέγκο, ντελόγκο, ντελέγκου, ντελόγκος, ντελόγκου, ντελόγο, ντελόγος, ντεμπότο, ντεόγκου, ντεπόστα, ντοάμα, χαμάν, ωχονούς

αμέσως

 

 

αμέτ

Τήνος

τάμα

 

 

αμεταγάερτος

Κρήτη

ανένδοτος

 

 

αμεταγιάγερτος

Κρήτη

αγύριστος

 

 

αμετάδετος

Κοτύωρα*

αμετάλαβος

 

 

αμετάδοτος

Μύκονος

τσιγκούνης

 

 

αμετάδοτος [Βλαστός 1931]

Κρήτη

αμετάλαβος

2

λ

αμετακίνητος

αμετασάλευτος, αμετασάλογος

αμετακίνητος

 

 

αμεταλάβαστος

Θήρα

αμετάλαβος

 

 

αμεταλάβιστος

Λακωνία, Μάνη

αμετάλαβος

 

δ

αμετάλαβος [Germano 1622]

ακοινώνητε, ακοινώνητος, ακοινώνιγος, ακοινώνιστος, ακοινώνστους, άκριτος, αματάλαβος, αματαλάβωτος, αμετάδετος, αμετάδοτος, αμεταλάβαστος, αμεταταλάβητος, αμεταλάβιστος, αμεταλάβωτος, αμεταλάωτος, αμιταλάβτους, αμιτάδουτους, αμιτάλαφτους, ατσοινώνητε

αμετάλαβος

 

 

αμεταλάβωτος

Αρκαδία, Ζάκυνθος, Κρήτη, Νίσυρος, Ρόδος

αμετάλαβος

 

 

αμεταλάωτος

Καστελλόριζο

αμετάλαβος

 

δ

αμετάνιωτος [Somavera 1709]

αματάγνιωτος, Κερασούντα*, αμετανόετος, αμιτάνιουτους

αμετάνιωτος

 

 

αμετανόγετος

Κερασούντα*

αμετάνιωτος

 

 

αμετανόετος

Κερασούντα*, Κοτύωρα*

αμετάνιωτος

2

λ

αμετάπειστος

αδιασταύρουτους, ακάντιστος

αμετάπειστος

 

 

αμετασάλευτος

Κερασούντα*

αμετακίνητος

 

 

αμετασάλογος

Μάνη

αμετακίνητος

 

 

αμεταταλάβητος

Ήπειρος, Κύπρος, Λακωνία, Μάνη

αμετάλαβος

 

λ

αμεταχείριστος

αγκίνιος, άδιχτους, άδουλους, ακολάντριστος, ακουλάντριστος

αμεταχείριστος

 

 

αμέτρετος

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αμέτρητος

 

 

αμέτρηγος

Αρκαδία, Λακωνία

αμέτρητος

 

 

αμέτρηθο

Καλαβρία

αμέτρητος

 

 

αμέτρηστο

Καλαβρία

αμέτρητος

 

 

αμέτρητα [Βλάχος 1659]

αλοάρκαστα, αρίφιντα, αρίφνιστα, αρίφνιτα

αμέτρητα

 

 

αμέτρητε

Χαβουτσί*

αμέτρητος

 

 

αμετρητό

Απουλία

αμέτρητος

 

 

αμέτρητο

Καλαβρία

αμέτρητος

 

δ

αμέτρητος [Germano 1622]

αλάλητος, αμέτρετος, αμέτρηγος, αμέτρηθο, αμέτρηστο, αμέτρητε, αμέτρητο, αμετρητό, αμέτρητους, άμετρος, αμέτσητε, αναρίφνητος, ανεμέτρηγος, ανεμέτρητος, αρίφνητος

αμέτρητος

 

 

αμέτρητους

Καστοριά

αμέτρητος

 

 

άμετρος

Αίγινα, Άνδρος, Αρκαδία, Ηλεία, Κορινθία, Κοτύωρα*, Μάνη

αμέτρητος

 

 

αμέτσητε

Τσακωνιά

αμέτρητος

 

 

αμέτσος

Κάλυμνος

αμέστωτος

 

 

αμή

Θήρα, Κρήτη, Λακωνία, Μάνη, Νάξος, Τσακωνιά

αμήν

 

 

αμή

Παλιά Αθήνα

όμως

 

δ

αμή [Germano 1622]

Αρκαδία, Άρτα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Λακωνία, Λευκάδα, Λιβίσι*, Μάνη, Μεσσηνία, Μύκονος, Πάργα, Τσακωνιά

αμέ

 

 

αμή [Meursius 1614]

Λακωνία, Μέγαρα

αλλά

 

 

αμήγιανους

Αϊβαλί*, Μοσχονήσι*

αγιάτρευτος

 

 

αμήγυρος

Μεσημβρία*

αγύριστος

 

 

αμήγυρους

Αιδηψός, Αϊβαλί*, Βελβεντός, Θάσος, Κοζάνη, Μαγνησία, Μοσχονήσι*, Πιερία, Σκόπελος

αγύριστος

 

 

άμηθθον

Κάρπαθος

άνηθο

 

 

αμήλγκας

Λέσβος

μηνίγγι

 

 

αμήλιγας

Κάλυμνος

μηνίγγι

 

 

αμήλιγκας

Κως, Μάνη, Ρόδος

μηνίγγι

 

 

αμήλκας

Λέσβος

μηνίγγι

 

δ

αμήν [Du Cange 1688]

αμή

αμήν

 

 

αμήντα

Ικαρία

αμέ

 

 

αμηντένε

Μάνη

αμέ

 

λ

αμήνυτος

αγκάλετος

αμήνυτος

 

 

αμηράλης [Du Cange 1688]

 

ναύαρχος

 

 

αμηράς [Du Cange 1688]

Μάκρη*

στρατηγός

 

 

άμι

Απουλία, Λέσβος, Λιβίσι*, Σάμος, Τήνος

άντε

 

 

αμιά

Κέρκυρα

επιτέλους

 

 

αμιά

Παξοί

λοιπόν

 

 

άμια [Portius 1635]

Αδριανούπολη*, Άνδρος, Σαράντα Εκκλησιές*, Άνδρος, Ζάκυνθος, Ικαρία, Καστοριά, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Νάξος, Προποντίδα*, Σίφνος*, Σμύρνη*, Σύρος, Σωζόπολη*, Τήνος, Τρίγλια*, Χίος

θεία

 

 

αμιάζζω

Καλαβρία

μοιάζω

 

 

αμιαλοσύνα

Κερασούντα*

ανοησία

 

 

αμίαντη

Μάνη

παρθένα

 

 

αμιάς

Ρόδος

αμέσως

 

 

αμιάτζω

Απουλία

μοιάζω

2

λ

αμιγής

αγκράτος, αγνιός, αγνιτός, αγνύς, ακνάτος, άκρατος, ακράτος, ακράτους, κράτους, χνιος

αμιγής

 

 

αμιδά

Κέρκυρα

μήπως

 

 

αμίδα

Λέσβος

ουροδοχείο

 

 

αμίδι

Κεφαλονιά

ορμίδι

 

 

αμιζάρωτος

Κύπρος

ασαβάνωτος

 

 

αμίκο

Ζάκυνθος

φίλος

 

 

αμίκος

Ζάκυνθος

φίλος

 

 

αμίλα

Κάλυμνος

μήπως

 

 

αμίλα

Χίος

πέτσα

 

 

άμιλα

Μάνη

αμίλητα

 

 

αμίλα [Somavera 1709]

 

καϊμάκι

 

 

αμίλαλος

Κερασούντα*

αμίλητος

 

 

αμίλαλος

Κερασούντα*

άφωνος

 

 

αμίλετος

Κερασούντα*

αμίλητος

 

 

αμίλη

Ιωάννινα

καμινάδα

 

 

αμίληγος

Κορινθία

αμίλητος

 

 

αμίληκτους

Λέσβος

αμίλητος

 

 

αμίλημα

Καλαβρία

μίλημα

 

 

αμίλημμα

Απουλία

μίλημα

 

 

αμίλητα

Κρήτη

αρχίδια

 

δ

αμίλητα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

άκριτα, άλαλα, αλάλητα, άμιλα

αμίλητα

 

 

αμίλητε

Τσακωνιά

αμίλητος

 

 

αμιλητία

Κύθηρα

βουβαμάρα

 

 

αμίλητο

Μέγαρα

ξίδι

 

 

αμίλητο

Πάρος, Σύρος

ουροδοχείο

 

 

αμίλητο [Βλαστός 1931]

 

επιληψία

3

δ

αμίλητος [Germano 1622]

άγλωσσος, αζμπόρστους ακαλάτζευτος, άκζιτε, άκριτε, άκριτος, άκριτους, αλάλητος, άλαλος, άλαλους, αμίλαλος, αμίλετος, αμίληγος, αμίληκτους, αμίλητε, αμίλητους, αμίληχτους, άμιλος, αμίλτους, αμίλχτους, αμούγκαβους, αμούσητε, ανίλητε, ασαλάγτους, ασύντχους, αφανόλαλος, μούγκαβους

αμίλητος

 

 

αμίλητους

Λιβίσι*

αμίλητος

 

 

αμίληχτους

Ίμβρος, Λέσβος

αμίλητος

 

 

αμιλιά

Άνδρος

ανεμελιά

 

 

αμιλία

Απουλία

ομιλία

 

 

αμιλιός

Ίμβρος

φλαμουριά

 

 

άμιλος

Μάνη

αμίλητος

 

 

άμιλος

Κάρπαθος

άφωνος

 

 

άμιλους

Σάμος

αδιάφορος

 

 

αμίλτους

Καστοριά, Λαγκαδάς, Λήμνος, Φωκίδα

αμίλητος

 

 

αμίλχτους

Λέσβος

ακοινώνητος

 

 

αμίλχτους

Λήμνος

αμίλητος

 

 

αμιλώ

Καστοριά

μιλώ

 

 

αμινιστρατόρος

Ζάκυνθος

διαχειριστής

 

 

αμινιστρατσιόνε

Ζάκυνθος

διαχείριση

 

 

αμινούτο

Ζάκυνθος

λιανικά

 

 

αμίντα [Germano 1622]

Μέγαρα

βέβαια

 

 

αμιντόν

Κωνσταντινούπολη

άμυλο

 

 

αμίρα

Χίος

σημάδι

 

 

αμίρα [Germano 1622]

Χίος

σκόπευτρο

 

 

αμιράλες

Πάργα

ναύαρχος

 

δ

αμιράλης [Βλαστός 1931]

Κάσος, Κύπρος, Λακωνία

ναύαρχος

 

 

αμιράλλης

Κύπρος

ναύαρχος

 

δ

αμιράς [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

 

ηγεμόνας

 

 

αμιρικάνγκους

Πιερία

αμερικάνικος

 

 

αμιριμέτγους

Αιτωλοακαρνανία

αμερεμέτιστος

 

 

Αμιρκάνους

Χαλκιδική

Αμερικάνος

 

 

αμιρκισιά

Ίμβρος

απερισκεψία

 

 

αμιρώνω

Χίος

σημαδεύω

 

 

αμιρώνω

Χίος

σκοπεύω

 

 

αμισεύω

Ζάκυνθος

φεύγω

 

λ

αμισθί

άεζα

αμισθί

 

 

αμίστα

Κύπρος

φιλία

 

 

άμιστους

Ίμβρος, Σέρρες

άγουρος

 

 

άμιστους

Σέρρες

αμέστωτος

 

 

αμιτάδουτους

Αιτωλοακαρνανία, Ίμβρος

αμετάλαβος

 

 

αμιταλάβτους

Ιωάννινα

αμετάλαβος

 

 

αμιτάλαφτους

Καστοριά, Κοζάνη

αμετάλαβος

 

 

αμιτάνιουτους

Λιβίσι*

αμετάνιωτος

 

 

άμιτον [Somavera 1709]

 

κεφαλομάντιλο

 

 

αμίτριαστα [Somavera 1709]

 

αμασκάρευτα

 

 

αμίτριαστος [Somavera 1709]

 

αμασκάρευτος

 

 

αμιτσίτσια

Κεφαλονιά

οικειότητα

 

 

αμιτσίτσια

Πάρος

φιλία

 

 

αμίχλη

Ρόδος

ομίχλη

 

 

αμκέρκιαστους

Ίμβρος

ανόητος

 

 

αμκιά

Αιτωλοακαρνανία

μπουκιά

 

 

αμμά

Κύπρος

αλλά

 

 

άμμα

Αραβανί*

αλλά

 

 

άμμα

Κάρπαθος

άμα

 

 

άμμα

Καλαβρία

άναμμα

 

 

άμμα

Κύπρος

μαμά

 

 

αμμά [Du Cange 1688]

 

μαμά

 

 

αμμαάρα

Κάλυμνος

αμμότοπος

 

 

αμμαγέγκω

Καλαβρία

μαγεύω

 

 

αμμαδκιά

Κύπρος

ματιά

 

 

αμμαδκιάζω

Κύπρος

ματιάζω

 

 

αμμαδκιάρης

που ματιάζει

βάσκανος

 

 

αμμαθκιά

Κύπρος

ματιά

 

 

αμμαθκιάζω

Κύπρος

ματιάζω

 

 

αμμάθκιασμαν

Κύπρος

μάτιασμα

 

 

αμμάθκιασμαν

Κύπρος

μπόλιασμα

 

 

αμμαθκιασμένος

Κύπρος

μπολιασμένος

 

 

αμμάιν

Απουλία

μάτι

 

 

αμματάι

Απουλία

ματάκι

 

 

αμματάκι

Απουλία

ματάκι

 

 

αμματάς

Κύπρος

κριθαράκι

 

 

αμμάτι

Απουλία

μάτι

 

 

αμματίζω

Κύπρος

ματίζω

 

 

αμματίζω

Κύπρος

μπολιάζω

 

 

αμμάτιν

Κύπρος

μάτι

 

 

αμμάτιν

Κύπρος

μάτισμα

 

 

αμματίντζω

Κάρπαθος

ματίζω

 

 

αμμάτιση

Κύπρος

μάτισμα

 

 

αμμάτιση

Κύπρος

μπόλιασμα

 

 

αμμάτισμαν

Κύπρος

μάτισμα

 

 

αμμάτισμαν

Κύπρος

μπόλιασμα

 

 

αμματκιά

Κύπρος

ματιά

 

 

αμματογιάλια

Κύπρος

ματογυάλια

 

 

αμματόκλαδον

Κύπρος

βλεφαρίδα

 

 

αμματοπόνημαν

Κύπρος

πονόματος

 

 

αμματοπόνηση

Κύπρος

πονόματος

 

 

αμματοπονία

Κύπρος

πονόματος

 

 

αμματόπονος

Κύπρος

πονόματος

 

 

αμματοσύνη

Κύπρος

εξυπνάδα

 

 

αμματόφυλλα

Κύπρος

βλέφαρα

 

 

αμματόφυλον

Κύπρος

βλέφαρο

 

 

αμματσίτη

Απουλία

αιματιά

 

 

αμματσίτη

Απουλία

τσιμπούρι

 

 

αμματσίτι

Απουλία

αιματιά

 

 

αμματωσιά

Κύπρος

μάτισμα

 

 

αμμέ

Κύπρος, Νίσυρος

αλλά

 

 

αμμέ

Κάρπαθος, Ρόδος

αμέ

 

 

αμμέ

Κύπρος

ελάττωμα

 

 

αμμέ

Κύπρος

κίνηση

 

 

αμμέ

Κύπρος

μειονέκτημα

 

 

άμμε

Σύμη

άντε

 

 

άμμε

Κύπρος

κίνηση

 

 

αμμέν

Κύπρος

ελάττωμα

 

 

αμμές

Κύπρος

μειονέκτημα

 

 

αμμετί

Νίσυρος

αλλά

 

 

αμμή

Ρόδος

αμέ

 

 

αμμία [Du Cange 1688]

 

θεία

 

δ

άμμια [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

νταντά

 

δ

άμμια [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

θεία

 

 

αμμιασία

Καλαβρία

ομοιότητα

 

 

αμμιάτζω

Απουλία, Καλαβρία

μοιάζω

 

 

αμμινό

Καλαβρία

αμμουδερός

 

 

αμμιντέα

Καλαβρία

φλαμουριά

 

 

αμμιντέο

Καλαβρία

φλαμουριά

 

 

άμμο (το)

Καλαβρία

άμμος

 

δ

άμμο [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

άμμος

 

 

αμμοβούνι

αμουβούν

αμμοβούνι

 

 

αμμόβουνος

Κύπρος

αμμόλοφος

 

δ

αμμόγη [Du Cange 1688]

Κύπρος

αμμότοπος

 

δ

αμμόγης [Ηπίτης 1908]

Κύμη

αμμότοπος

 

 

αμμοδέτα

Τσακωνιά

άγρωστη

 

 

αμμοδιά [Βλάχος 1659]

 

αμμουδιά

 

δ

αμμοδούρα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Αρκαδία

αμμότοπος

 

 

αμμοδύτης

Πάρος

οχιά

 

 

αμμοθήκη [Βεντότης 1790]

 

πουντριέρα

 

 

αμμόιν

Κύπρος

αμμότοπος

 

 

αμμόλιθο

Καλαβρία

αμμόλιθος

 

 

αμμόλιθος

αμμόλιθο, αμμόλισο, μόλισσο

αμμόλιθος

 

 

αμμόλισο

Καλαβρία

αμμόλιθος

2

λ

αμμόλοφος

αμμόβουνος, ντάμπια, ντάπια

αμμόλοφος

 

δ

αμμόνω [Ηπίτης 1908]

 

αγγίζω

 

 

αμμοουρέα

Κάρπαθος

αμμότοπος

2

 

αμμόπετρα [Ηπίτης 1908]

αμόπιτρα, αμούδα, αμουδόπετρα, αμουτσόπετρα, κούσκουρος

αμμόπετρα

 

 

άμμος (ο)

Καλαβρία, Κάρπαθος

άμμος

4

δ

άμμος [Corona Preciosa 1527]

Swadesh List 157 | Buck List 1.215 | αγερίνα, άμδη, άμμο (το), άμμο (η), άμμος (ο), άμο (ο, η, το), άμος (ο), άμοση, άμου, άμουδα, άμους (ου), αμούτσα, άμπους, κουμ, κούμι, λάμους, νάμο, νάμος

άμμος

 

δ

αμμοσκέπαστος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αμμόσκεπος

αμμοσκέπαστος

 

δ

αμμόσκεπος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αμμοσκέπαστος

 

δ

αμμοτόπι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αμμότοπος

 

δ

αμμότοπος [Βλάχος 1659]

αμαάρα, αμαδάρα, αμδάρα, αμδαριά, αμμαάρα, αμμόγη, αμμοδούρα, αμμόιν, αμμοουρέα, αμμοτόπι, άμμουδα, αμμουδέρα, αμογής, αμοδάρα, αμοδιάρα, αμόι, αμοούρα, αμότοπε, αμότουπους, αμούα, αμουάρα, αμούδα, αμουδάρα, αμουδαράγης, αμουδάρι, αμουδαρόγης, αμουδαρότοπος, αμουδότοπος, αμούσα, αμουσόγιας, αμούτσα, αμουτσάδα, ναμοδάρα

αμμότοπος

 

 

αμμοτσάκκιλον

Κύπρος

αμμοχάλικο

 

 

αμμούα

Ρόδος

αμμουδιά

 

δ

αμμούδα [Du Cange 1688]

 

αμμουδιά

 

δ

άμμουδα [Βλαστός 1931]

 

αμμότοπος

 

δ

αμμουδέρα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Αρκαδία, Αχαΐα, Κορινθία, Μεσσηνία

αμμότοπος

 

δ

αμμουδερός [Λεξικό Πρωίας 1933]

αμδερός, αμδιός, αμδιρός, αμμινό, αμμουερός, αμμούσο, αμόγιος, αμουδερέ, αμουδιαρός, αμουδιρός, αμουτσερός

αμμουδερός

 

 

αμμουδία

Καλαβρία

πηλός

 

 

αμμουδία [Germano 1622]

Καλαβρία

αμμουδιά

3

δ

αμμουδιά [Σκαρλάτος 1835]

άμδα, αμμοδιά, αμμούα, αμμούδα, αμμουδία, αμμουνία, αμογιάλι, άμουδα, αμουδάρα, αμουδέρα, αμουδκιά, άμουδο, άμουδος, αμουθκιά, αμούσα, αμουτζά, αμούτσα, ναμδιά

αμμουδιά

 

 

αμμουερός

Κάρπαθος, Ρόδος

αμμουδερός

 

 

αμμουνία

Καλαβρία

αμμουδιά

 

 

αμμούσο

Καλαβρία

αμμουδερός

2

δ

αμμοχάλικο [Βλαστός 1931]

αμμοτσάκκιλον, αμμοχάλικον

αμμοχάλικο

 

 

αμμοχάλικον

Κάρπαθος

αμμοχάλικο

 

δ

αμμόχωμα [Βλαστός 1931]

αμόχουμα

αμμόχωμα

3

λ

αμμωνία

αμονιάκ

αμμωνία

 

 

αμνάδ

Κρώμνη*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αρνάδα

 

δ

αμνάδα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Αιτωλοακαρνανία, Ικαρία

αρνάδα

 

 

αμνάς

Σάμος

αργοκίνητος

 

 

αμνάω

Φάρασα*

ορκίζομαι

 

 

αμνένω

Φάρασα*

οργώνω

4

λ

αμνησία

αλησμονή

αμνησία

 

 

αμνί

Φάρασα*

λεπίδα

 

 

άμνια

Ικαρία, Καλλίπολη*, Λήμνος, Λουλέβουργας*, Τήνος, Τρίγλια*, Τσακήλι*

θεία

 

 

αμνιαλία

Μάνη

ανοησία

 

 

άμνιαλος

Μάνη

άμυαλος

 

 

άμνιαλους

Λέσβος, Χαλκιδική

άμυαλος

 

 

αμνιάλουτους

Πιερία

άμυαλος

 

λ

άμνιο

κιτάρι

άμνιο

 

 

αμνόγω [Βλάχος 1659]

Κρήτη

ορκίζομαι

 

 

άμνομα [Βλάχος 1659]

 

όρκος

 

 

αμνοσμένος [Βλάχος 1659]

 

ορκισμένος

 

 

αμνούσιστος

Κύπρος

αμουνούχιστος

 

 

αμνούχστους

Σάμος

αμουνούχιστος

 

 

αμνούχτους

Σάμος, Σέρρες

αμουνούχιστος

 

 

αμντά

Θάσος

βέβαια

 

 

αμνώνω [Somavera 1709]

 

ορκίζομαι

 

 

αμό

Ζάκυνθος

σαν

 

 

άμο

Κοτύωρα*, Όφις*

άμα

 

 

άμο

Απουλία

άντε

 

 

άμο (η)

Κύθηρα, Μάνη

άμμος

 

 

άμο (ο)

Όφις*, Τσακωνιά

άμμος

 

 

άμο (το)

Μάνη

άμμος

 

 

αμοβέρω

Ζάκυνθος

κινώ

 

 

αμογής

Μάνη, Τσακωνιά

αμμότοπος

 

 

αμόγητε

Τσακωνιά

ακούραστος

 

 

αμόγητε

Τσακωνιά

ανομολόγητος

 

 

αμογιάλι

Χίος

αμμουδιά

 

δ

αμόγιας [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

κουτός

 

 

αμόγιος

Λευκάδα

αμμουδερός

 

 

αμοδάρα

Αμοργός, Κύθνος

αμμότοπος

 

 

αμόδαστος

Τραπεζούντα*

αμούδιαστος

 

 

αμοδιάρα

Κύθνος

αμμότοπος

 

 

αμοζία

Τσακωνιά

ανικανότητα

 

 

αμόι

Λάρισα

αμμότοπος

 

δ

αμοιασιά [Βλαστός 1931]

 

αμοιασιά

 

δ

άμοιαστος [Βλαστός 1931]

 

ανόμοιος

4

λ

αμοιβή

αγάντο

αμοιβή

 

 

άμοιρ

Σάμος

γεροντοκόρη

 

 

αμοιραγιά

Ίμβρος

αμοιρασιά

 

 

αμοίραγος

Ζάκυνθος, Ηλεία, Κερασούντα*, Κέρκυρα, Κοτύωρα*, Κύθηρα, Οινόη*, Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αμοίραστος

 

 

αμοίραγους

Μαγνησία

αμοίραστος

 

 

αμοιρασιά [Somavera 1709]

αμοιραγιά

αμοιρασιά

 

δ

αμοίραστος [Germano 1622]

αδάριγος, αδάριστος, αδιαμέζατε, αδιανέμηγος, αμέζατε, αμέραγος, αμέραγους, αμέραδος, αμέραστε, αμέραστος, αμέραστους, αμέρατε, αμέριατε, αμοίραγος, αμοίραγος, αμοίραγους, αμοίραχτος, ανεμοίραγος

αμοίραστος

 

 

αμοίραχτος

Κερασούντα*, Χαλδία*

αμοίραστος

 

 

άμοιρε

Τσακωνιά

άμοιρος

 

 

άμοιρη

Άνδρος

γεροντοκόρη

 

 

αμοιριά [Ηπίτης 1908]

 

κοκοτυχία

 

 

αμοίριαστος [Βλαστός 1931]

 

αμάτιαστος

 

 

αμοιρολόγητε

Τσακωνιά

αμοιρολόγητος

 

δ

αμοιρολόγητος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αμερολόητος, αμοιρολόγητε, αμοιρολόετος, αμοιρολόητος, ανοιρολόγητε

αμοιρολόγητος

 

 

αμοιρολόετος

Κερασούντα*

αμοιρολόγητος

 

δ

αμοιρολόητος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Ζάκυνθος, Κορινθία, Λακωνία

αμοιρολόγητος

2

δ

άμοιρος [Βλάχος 1659]

άμοιρε, ανέμοιρος

άμοιρος

 

 

αμόλα [Βλαστός 1931]

 

αμόλημα

 

 

αμολάδος

Κέρκυρα

ελεύθερος

 

 

αμολάου

Ηλεία, Μεσσηνία, Σκόπελος

αμολώ

 

 

αμολαρισιά

Κέρκυρα

ασυδοσία

 

 

αμολάρου

Μάνη

αμολώ

 

 

αμολαρτός

Κέρκυρα

ελεύθερος

 

δ

αμολάρω [Λεξικό Πρωίας 1933]

Άνδρος, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κύθνος, Λευκάδα, Μεσσηνία, Νάξος, Παξοί, Σύρος, Φούρνοι

αμολώ

2

δ

αμολάω [Ηπίτης 1908]

Ζάκυνθος, Ηλεία, Κάρυστος, Κορινθία, Πάργα

αμολώ

 

 

αμολέρνω

Θήρα, Κέρκυρα, Κρήτη, Κύθηρα, Νάξος, Παξοί, Πάργα, Ρόδος, Σύρος, Χίος

αμολώ

 

 

αμολέρω

Κάρπαθος, Κρήτη, Νίσυρος

αμολώ

 

 

αμόλευτε

Τσακωνιά

αμόλυντος

 

δ

αμόλευτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Αρκαδία, Κέρκυρα, Κρήτη

αμόλυντος

 

δ

αμόλημα [Βλαστός 1931]

αμόλα, αμόληση

αμόλημα

 

 

αμόληση [Βλαστός 1931]

 

αμόλημα

 

δ

αμολητός [Λεξικό Πρωίας 1933]

αθετός, αμαλαριτός, αμουλητός, αμουλτός, αμπολυτός, απολυδονάτος, απολυτός, απουλτός, ορνικός

αμολητός

 

δ

αμολιέμαι [Βλαστός 1931]

αμολιέμαι, αμολλιούμου, ξαμολιέμαι

αμολιέμαι

 

 

αμολίι

Χάλκη

μολύβι

 

 

αμόλιου

Μαγνησία

ασυδοσία

 

 

αμόλιφτους

Σάμος

αμόλυντος

 

 

αμόλιφτους

Ιωάννινα

άνοστος

 

 

αμολλάτσι

Χίος

μπουκαλάκι

 

 

αμολλιούμου

Λιβίσι*

αμολιέμαι

 

 

αμολόγετος

Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

ανομολόγητος

 

 

αμολόγητε

Τσακωνιά

ανομολόγητος

 

 

αμολόγητο [Βλαστός 1931]

 

λώρος

 

 

αμολόγητο [Βλαστός 1931]

 

χαλάζι

 

δ

αμολόγητος [Βλαστός 1931]

 

ανομολόγητος

 

 

αμολογία

Καλαβρία

τάμα

 

 

αμολόετος

Χαλδία*

ανομολόγητος

 

 

αμολόητη

Κύπρος

οχιά

 

 

αμολόητη

Κύπρος

πούτσος

 

 

αμολόητον

Κύπρος

χαλάζι

 

 

αμολόητος

Κύπρος

ακατανόμαστος

 

 

αμολόητος

Κύπρος

κεραυνός

 

 

αμολόητος

Κύπρος

παρανυχίδα

 

δ

αμολόητος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ανομολόγητος

 

 

αμολομνιάς

Πάρος

μονομιάς

 

 

αμόλοο

Ρόδος

υπόσχεση

 

 

αμόλοον

Ρόδος

υπόσχεση

 

 

αμολός

Κύθηρα

χαλαρός

 

 

αμόλος

Κύθηρα

χαλαρός

 

 

αμολού

Μάνη

αμολώ

 

δ

αμολόχα [Χελδράιχ 1926]

Κρήτη

μολόχα

 

 

αμόλοχας

Ρόδος

μολόχα

 

 

αμόλοχος

Αυλωνάρι, Κονίστρες, Ρόδος

μολόχα

 

 

αμόλοχχας

Κάρπαθος, Ρόδος

μολόχα

 

 

αμόλοχχος

Κάρπαθος

μολόχα

 

 

αμολταριά

Λευκάδα

ασυδοσία

 

 

αμολυμένος [Βλαστός 1931]

αμολυτός

αμολυμένος

2

λ

αμόλυντος

αμόλευτε, αμόλευτος, αμόλιφτους, αμπλιατσιάνγους

αμόλυντος

 

 

αμολυτά

Κως

ελεύθερα

 

 

αμολυταράδα

Κρήτη

ασυδοσία

 

 

αμολυτάρω

Κύθηρα

αμολώ

 

 

αμολυτός

Κρήτη, Κως, Νίσυρος

ελεύθερος

 

 

αμολυτός [Βλαστός 1931]

 

αμολυμένος

 

δ

αμολώ [Ηπίτης 1908]

αμολάου, αμολάρου, αμολάρω, αμολάω, αμολέρνω, αμολέρω, αμολού, αμολυτάρω, αμουλάου, αμουλάρου, αμουλέρνου, αμουλέρνω, αμουλιώ, αμουλνάου, αμουλού, αμουλώ, αμπολάου, αμπολαρίνου, αμπολάρου, αμπολάω, αμπολού, αμπολυτάρω, απιλάρου, απολάου, απολάρω, απολάω, απολένω, απολέρνω, απουλάου, απουλάρου, απουλέρνου, απουλνάου, απουλνώ, απουλύω, απουλώ, μολάρω, μολέρνω, μολέρω, μολιέρνω, μολώ, ξαμολώ, πολάρω, πολένω, πολέρω

αμολώ

 

 

αμόμιλα

Αρκαδία

έπιπλα

 

 

αμόν

Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

άμα

 

 

αμόν

Αδριανούπολη*, Βόρεια Εύβοια, Ίμβρος, Κοτύωρα*, Νιγρίτα, Σάμος, Σκοπός*, Σουφλί, Τραπεζούντα*, Τσακήλι*, Φωκίδα, Χαλδία*, Χαλκιδική

αμόνι

 

 

αμόν

Κοτύωρα*

μόλις

 

 

αμόν

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

σαν

 

 

άμον

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

άμα

 

 

άμον

Απουλία

άντε

 

 

άμον

Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

μόλις

 

 

αμοναξά

Κρήτη

μοναξιά

 

 

αμοναρά

Κάρπαθος

υοσκύαμος

 

 

αμοναχός

μόνος: Θήρα, Κρήτη, Λακωνία, Νάξος

μοναχός

 

δ

αμονάχος [Κοντόπουλος 1903]

Θήρα

μόνος

 

 

αμοναχοφαγάς

Κρήτη

μοναχοφάης

 

 

άμονε

Απουλία

άντε

3

δ

αμόνι [Germano 1622]

Atlas Linguarum Europae 381 | Buck List 9.62 | αγμόν, αγμόνιν, αμόν, αμόνιν, αμπόνι, αχμόν, αχμόνιν, ορς

αμόνι

 

 

αμόνια

Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι*

συμφιλίωση

 

 

αμόνιαγος

Ηλεία

αμόνοιαστος

 

 

αμόνιαγους

Αιτωλοακαρνανία

αμόνοιαστος

 

 

αμονιάκ

Κωνσταντινούπολη

αμμωνία

 

 

αμόνιαστε

Τσακωνιά

αμόνοιαστος

 

δ

αμόνιαστος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

περιπλανώμενος

 

 

αμόνιν [Meursius 1614]

Κερασούντα*, Κύπρος, Λιβίσι*, Νίσυρος, Ρόδος, Τρίπολη*

αμόνι

 

 

αμονίτης

Χίος

μανιτάρι

 

 

αμονιτσιόνε

Ζάκυνθος

συμβουλή

 

 

αμόννω

Κάρπαθος, Κύπρος

ορκίζομαι

 

 

αμονοιασίλα

Αρκαδία

διχόνοια

 

δ

αμόνοιαστος [Σκαρλάτος 1835]

αμόνιαγος, αμόνιαγους, αμόνιαστε

αμόνοιαστος

 

 

αμόνον

Κύπρος

μόνο

 

 

αμόνου

Αϊβαλί*, Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα, Λέσβος, Λήμνος, Μοσχονήσι*, Σάμος, Σκόπελος, Τήνος

ορκίζομαι

 

 

αμονόχιστος

Αυλωνάρι, Κονίστρες, Σύμη

αμουνούχιστος

 

 

αμοντάριγος

Ζάκυνθος

αμοντάριστος

 

δ

αμοντάριστος [Χρηστικό Λεξικό 2016]

αμοντάριγος

αμοντάριστος

 

 

αμόντε

Καλλίπολη*

άδικα

 

 

αμόντε [Βλαστός 1931]

Ζάκυνθος, Κάλυμνος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Μάνη, Μύκονος, Νάξος, Πάρος, Σύρος, Χίος

μάταια

 

δ

αμόντε [Λεξικό Πρωίας 1933]

Κύθηρα, Παξοί, Πάργα

στράφι

 

 

αμόντες

Κρήτη

μάταια

 

 

αμόντι

Ίμβρος, Λέσβος, Λιβίσι*

μάταια

 

 

αμόντι

Αϊβαλί*, Νάξος, Ρόδος, Σάμος, Μοσχονήσι*

στράφι

 

 

άμοντι

Χίος

λοιπόν

 

 

αμόντο

Ζάκυνθος

σύνολο

 

 

αμόντος

Κορινθία

άφαντος

 

 

αμόντου

Ρόδος

χαράμι

 

 

αμόντως

Κορινθία

μάταια

 

 

αμοούρα

Κάρπαθος

αμμότοπος

 

 

αμόπιτρα

Πιερία

αμμόπετρα

 

 

άμορα

Κορινθία

κακώς

 

 

αμοράδος

Ζάκυνθος

γκόμενος

 

 

αμοράδος

Κέρκυρα

ερωτευμένος

 

 

αμοράτος

Ζάκυνθος

γκόμενος

 

 

αμόργαστους

Τήνος

νωθρός

 

 

αμόργη [Ηπίτης 1908]

Κύπρος, Νάξος

μούργα

 

 

αμοργό

Ικαρία

καρδάρα

 

 

άμορε

Τσακωνιά

ανίκανος

 

δ

αμόρε [Γούλας 1961]

Ζάκυνθος, Κύθηρα, Λευκάδα

έρωτας

 

 

αμορεύουμαι

Ζάκυνθος

ερωτεύομαι

 

 

αμορία

Τσακωνιά

ανικανότητα

 

 

αμόρια

Χίος

απερισκεψία

 

 

αμορίλα

Αχαΐα, Κορινθία, Λακωνία, Μεσσηνία

τεμπελιά

 

 

αμορίλα [Βλαστός 1931]

 

εφιάλτης

 

 

άμορο

Κύθηρα

ποντίκι

 

 

αμοροβολέτσες

Ζάκυνθος

ερωτοτροπίες

 

δ

αμορόζα [Βλαστός 1931]

Άνδρος, Ζάκυνθος, Κύπρος, Λευκάδα, Τσακωνιά

γκόμενα

 

δ

αμορόζος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Άνδρος, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Λακωνία, Λευκάδα, Νάξος

γκόμενος

 

 

άμορος

Μέγαρα

αδύναμος

 

 

άμορος

Αρκαδία, Λακωνία, Μεσσηνία

ανεπρόκοπος

 

 

άμορος

Αρκαδία, Ηλεία, Κέρκυρα, Κορινθία, Κύθηρα, Λακωνία

άφαντος

 

 

άμορος

Αίγινα, Αρκαδία, Ηλεία, Κορινθία, Λακωνία

κακός

 

 

άμορος

Αρκαδία, Αχαΐα, Λακωνία, Μάνη,

τεμπέλης

 

 

άμορος

Ηλεία

χαζός

 

 

αμορούτζος

Σύρος

γκόμενος

3

λ

αμόρφωτος

νιοραντάτσος, νιοράντες

αμόρφωτος

 

 

άμος

Κύπρος, Νάξος

γάμος

 

 

άμος (ο)

Μάνη, Κύπρος, Ρόδος

άμμος

 

 

άμοση

Νάξος

άμμος

 

 

αμοσκά

Τσακωνιά

μασχάλη

 

 

αμοσκάα

Βάτικα*

μασχάλη

 

 

αμοσκάλ

Λευκάδα, Πάρος

μασχάλη

 

 

αμοσκάλα

Ιωάννινα, Τσακωνιά

μασχάλη

 

 

αμοσκάλη

Άνδρος, Κάρπαθος, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κως, Λέρος, Πάρος, Ρόδος, Σύμη, Σύρος, Τήλος

μασχάλη

 

 

αμόσκευτος

Κεφαλονιά, Κρήτη

αμούσκευτος

 

 

άμοσμα

Κάλυμνος, Νίσυρος

όρκος

 

 

αμότοπε

Τσακωνιά

αμμότοπος

 

 

αμότουπους

Κοζάνη

αμμότοπος

 

 

άμου

Κύπρος

άμα

 

 

άμου

Αιτωλοακαρνανία, Σκόπελος

άμμος

 

 

αμούα

Κάρπαθος

αμμότοπος

 

 

αμουάρα

Κάλυμνος

αμμότοπος

 

 

αμουάς

Ρόδος

κοτέτσι

 

 

αμουβούν

Ίμβρος

αμμοβούνι

 

 

αμουγάς

Ρόδος

κοτέτσι

 

 

αμούγδαλη

Πάρος

αμύγδαλο

 

 

αμούγκαβους

Μαγνησία

αμίλητος

 

 

αμούδα

Ήπειρος, Κρήτη

αμμόπετρα

 

 

αμούδα

Αίνος*, Θεσσαλονίκη, Κερασούντα*, Κοζάνη, Κρήτη, Σκιάθος, Χαλκιδική

αμμότοπος

 

 

αμούδα

Όφις*, Χαλδία*

πριν

 

 

άμουδα

Σωζόπολη*

άμμος

 

 

άμουδα

Πάρος, Σύμη, Σύρος

αμμουδιά

 

 

αμουδάρα

Αμοργός, Ηλεία, Κίμωλος, Κρήτη, Κύθνος, Κως, Λακωνία, Μήλος, Νάξος, Πάρος, Σύρος

αμμότοπος

 

 

αμουδάρα

Κρήτη

αμμουδιά

 

 

αμουδαράγης

Κρήτη

αμμότοπος

 

 

αμουδάρι

Πάρος

αμμότοπος

 

 

αμουδαρόγης

Κρήτη

αμμότοπος

 

 

αμουδαρότοπος

Κρήτη

αμμότοπος

 

 

αμουδέρα

Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Θεσπρωτία

αμμουδιά

 

 

αμουδερέ

Τσακωνιά

αμμουδερός

 

 

αμούδιαγος

Κορινθία

αμούδιαστος

 

 

αμουδιάζω

Αρκαδία, Κρήτη

μουδιάζω

 

 

αμουδιαρός

Αίνος*, Αιτωλοακαρνανία, Κοζάνη, Λιβίσι*

αμμουδερός

 

 

αμούδιασμα

Αρκαδία

μούδιασμα

 

δ

αμούδιαστος [Somavera 1709]

αμόδαστος, αμούδιαγος

αμούδιαστος [Somavera 1709]

 

 

αμουδιάω

Πελοπόννησος

μουδιάζω

 

 

αμουδιρός

Πιερία

αμμουδερός

 

 

αμουδιώ

Κρήτη

μουδιάζω

 

 

αμουδκιά

Κύπρος

αμμουδιά

 

 

άμουδο

Χίος

αμμουδιά

 

 

αμουδόπετρα

Κρήτη

αμμόπετρα

 

 

άμουδος

Χίος

αμμουδιά

 

 

αμουδότοπος

Κρήτη

αμμότοπος

 

 

αμουδύτης

Πάρος

οχιά

 

 

αμούζοτος

Κρήτη

αμουντζούρωτος

 

 

αμουζουδέ

Κρήτη

μουτζούρα

 

 

αμουζουδιά

Κρήτη

μουτζούρα

 

 

αμουθκιά

Κύπρος

αμμουδιά

 

 

αμουκαγετιά [Κουκκίδης 1961]

 

αμέλεια

 

 

αμουκαέτς

Μαγνησία

αμελής

 

 

αμουκαϊσιά

Καρδίτσα

αμέλεια

 

 

αμουκαϊτιά

Καστοριά

αδιαφορία

 

 

αμουκαϊτιά

Κοζάνη, Μαγνησία

αμέλεια

 

 

αμουκαϊτσά

Σκόπελος

αδιαφορία

 

 

αμουκαϊτσιά

Αιτωλοακαρνανία, Χαλκιδική

αμέλεια

 

 

αμουκαϊφτιά

Κοζάνη

αμέλεια

 

 

αμουκαϊφτσιά

Σιάτιστα

αμέλεια

 

 

αμουκατζής

Πιερία

τρακαδόρος

 

 

αμούκζουτε

Τσακωνιά

αζούπιστος

 

 

αμούκριουτε

Τσακωνιά

αζούπιστος

 

 

άμουλα [Germano 1622]

Βιθυνία*, Τσεσμέ*, Χίος

μπουκάλι

 

 

αμουλάκι [Somavera 1709]

Τσεσμέ*, Χίος

μπουκαλάκι

 

 

αμουλάου

Άρτα, Μαγνησία, Σάμος, Τρίκαλα, Φωκίδα

αμολώ

 

 

αμουλάρου

Θάσος, Ίμβρος, Μαγνησία, Σκόπελος, Τήνος

αμολώ

 

 

αμουλαρτός

Ίμβρος

ελεύθερος

 

 

αμουλαρτός

Λέσβος

ξαμολυτός

 

 

άμουλας

Λακωνία

πηγή

 

 

αμουλέρνου

Αϊβαλί*, Ίμβρος, Λέσβος, Μαγνησία, Μοσχονήσι*, Σαμοθράκη, Σάμος, Σκόπελος

αμολώ

 

 

αμουλέρνω

Κρήτη

αμολώ

 

 

αμουλέτα [Somavera 1709]

 

μπουκαλάκι

 

 

αμουλητός

Λιβίσι*

αμολητός

 

 

αμουλίτσα

Τσεσμέ*

μπουκαλάκι

 

 

αμουλιώ

Ίμβρος

αμολώ

 

 

αμουλνάου

Μαγνησία

αμολώ

 

 

αμουλόητα

Λάρισα

αρχίδια

 

 

αμουλόητους

Γρεβενά, Φθιώτιδα

ανεκδιήγητος

 

 

αμουλού

Λιβίσι*

αμολώ

 

 

αμουλόχα

Τρίκαλα

μολόχα

 

 

αμουλτός

Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι*, Σάμος, Σκόπελος

αμολητός

 

 

αμουλώ

Σάμος, Τήνος

αμολώ

 

 

άμουμα

Αιτωλοακαρνανία

όρκος

 

 

αμουμέντι

Ζάκυνθος

παραλίγο

 

 

αμουμέντο

Ζάκυνθος

παραλίγο

 

 

αμούν

Χαλδία*

άμα

 

 

αμουναχός

Σάμος

μόνος

 

 

αμουνιάζου

Λέσβος

μονοιάζω

 

 

αμουνιάζου

Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι*

σημαδεύω

 

 

αμουνούσιστος

Κάλυμνος

αμουνούχιστος

 

 

αμουνούχιγος

Αχαΐα

αμουνούχιστος

 

 

αμουνούχιστε

Τσακωνιά

αμουνούχιστος

 

δ

αμουνούχιστος [Du Cange 1688]

μη ευνουχισμένος: αζούλιγος, άκλουστους, ακοπάνιστος, ακόπανος, ακουπάνστους, ακουπάντστους, αμνούχστους, αμνούχτους, αμουνούσιστος, αμουνούχιγος, αμουνούχιστε, αμουνόχγους, αμπλούχιστος, ανούχιστος , ατσουκάλτστους

αμουνούχιστος

 

 

αμουνόχγους

Αιτωλοακαρνανία

αμουνούχιστος

 

 

αμούντ

Άρτα

ξαφνικά

 

 

αμούντανος

Νάξος

σπίνος

 

 

αμούντγους

Φθιώτιδα

άφαντος

 

 

αμούντε

Παξοί

στράφι

 

 

αμουντζούριστε

Τσακωνιά

αμουντζούρωτος

 

δ

αμουντζούρωτος [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

αμάνωτος, αμούζοτος, αμουντζούριστε, αμουτζούρωτος

αμουντζούρωτος

 

 

αμούντζουτε

Τσακωνιά

αμούντζωτος

 

 

αμούντζωτα

Λακωνία

αβράδιαστα

 

 

αμούντζωτος

Κερασούντα

ακηλίδωτος

 

δ

αμούντζωτος

αμούντζουτε, αμούτζωτος

αμούντζωτος

 

 

αμούντι

Κάρπαθος

ανθρωπομάνι

 

 

αμούντιστος

Νίσυρος

ασφούγγιστος

 

 

αμούρ

Λέσβος, Σάμος

μούργα