Skip to main content

ζυγά-ζωχιός

 

Ρωμαίικα Διαλεκτικά

 

ζυγά-ζωχιός

 

Δημήτρη Λιθοξόου

πρώτη δημοσίευση: 17.1.2017

προσθήκες: 11.7.2017

ζυγά τα

ο αστερισμός του Ωρίωνα, αλετροπόδα ή ζυγάλετρα ~ ζυγά Κύθηρα

ζυγάζω

βάζω τα ζώα στο ζυγό ~ ζυγάζω Πόντος

ζύγαινα η

το ψάρι Sphyrna zygaena (ή Zygaena malleus Valenciennes), πατερίτσα ~ ζύγαινα Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Μάνη | ζύαινα Άνδρος, Θήρα, Κύπρος, Νάξος

ζυγάλετρα τα

τα σύνεργα για το όργωμα | ο αστερισμός του Ωρίωνα ~ ζγάλετρα Λευκάδα | ζγάλιτρα Ίμβρος, Ιωάννινα, Καρδίτσα | ζυάλετρα Άνδρος, Κύπρος | ζυγάλετρα Αρκαδία, Ηλεία, Κορινθία, Κρήτη, Μάνη, Μεσσηνία | ντζυάλοτρα Κάρπαθος ~ αρσενικό: ζγάλιτρου Ίμβρος | ζυγάλετρο Βλαστός 1931, Χίος ~ θηλυκό: (η) ζυγαλέτρα (Ωρίωνας) Πωγώνι

ζυγαράζω

ζυγίζω κάτι με τη χούφτα μου ~ ζυγαράζω Πόντος

ζυγαρεύω

ισορροπώ (λόγιο) ~ ζυγαρεύω Βούρμπιανη

ζυγάρι το

ή μανέλα, γερό κοντάρι (για τη μεταφορά πραγμάτων) που στερεώνεται στον ώμο ~ ζυγάρι Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1938, Μεσσηνία

ζυγαριά η

όργανο για το μέτρημα του βάρους ~ ζαχαρέα Πόντος | ζγαριά Πιερία | ζουγαρέα Παλιά Αθήνα | ζυαριά Θήρα, Λυκία, Νάξος, Ρόδος, Φούρνοι | ζυαρκά Κύπρος | ζυγαζία Τσακώνικα | ζυγαρά Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708 | ζυγαρέα Corona Preciosa 1527, Meursius 1614, Du Cange 1688, Κύθηρα, Πόντος | ζυγαρειά Germano 1622 | ζυγαρία Τσακώνικα | ζυγαριά Portius 1635, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Λακωνία | ντζυαρέρα Κάρπαθος | ντζυαριά Κάρπαθος ~ υποκοριστικό: ζυγαροπούλα Βλάχος 1659

ζυγαριάζω

ζυγίζω | στοιχίζω (λόγιο), αραδιάζω ~ ζγαριάζου Αιτωλοακαρνανία, Καρδίτσα | ζυγαριάζω Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βούρμπιανη ~ ζυγαριάζομαι Somavera 1709 ~ ζγαριασμένους Αιτωλοακαρνανία

ζυγαριαστής ο

ζυγιαστής ~ ζυγαριαστής Portius 1635, Somavera 1709

ζυγαρίζω

μένω με ανοιχτά φτερά στον αέρα ψάχνοντας για λεία (για αρπαχτικά πουλιά) | ισορροπώ (λόγιο) ~ ζυγαρίζω Πρωία 1933, Κέρκυρα ~ ζυγαρίζομαι Κέρκυρα

ζυγαρικά τα

ξύλα του αργαλειού (είναι παράλληλα με τα ποδαρικά) ~ ζυγαρικά Ζάκυνθος

ζυγαρίτσα η

βόλι ~ ζυγαρίτσα Ηλεία

ζυγή η

ζευγάρι (οργανοπαίκτες, ζώα για όργωμα) ~ ζζυγή Νίσυρος | ζη Ρόδος | ζύα Κύθνος, Χίος | ζυγή Legrand 1882, Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Αρκαδία, Κύθηρα, Κύπρος, Λυκία, Πωγώνι | ζυή Κύπρος, Πόντος | ντζυή Κάρπαθος ~ αρσενικό: ζγας Καππαδοκία

ζύγι το

το ζύγισμα | η ζυγαριά | τα σταθμά (λόγιο) | το νήμα με το βαρίδι ~ ζγι Θεσσαλονίκη, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη | ζυ Καππαδοκία, Ρόδος, Πιερία, Σέρρες | ζυγ Άρτα, Καππαδοκία, Κοζάνη, Προύσα, Σάμος | ζύγι Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Αντικύθηρα, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Καππαδοκία, Κρήτη, Κύθηρα, Λακωνία, Λυκία, Μάνη, Νότια Εύβοια, Πόντος, Σύρος, Τσακώνικα | ζύγιν Λυκία, Πόντος | ζύδι Ρόδος | ζύδιν Κύπρος | ζύι Θήρα, Καππαδοκία, Καστελλόριζο, Μεγανήσι, Μύκονος, Νάξος | ζύιν Κύπρος, Νίσυρος, Χίος | ζυν Κύπρος, Πόντος, Ρόδος | ντζύιν Κάρπαθος | ντζυν Κάρπαθος

ζυγιά η

ζευγάρι | μουσικό συγκρότημα | το ζύγι | ο ζυγός ~ ζγια Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ημαθία, Ιωάννινα, Κίμωλος, Κοζάνη, Πάρος, Σάμος, Φθιώτιδα, Φωκίδα | ζύα Θήρα, Κύθνος, Μύκονος, Πάρος, Χίος | ζυγιά Passow 1860, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Ηλεία, Ιωάννινα, Κορινθία, Κρήτη, Λακωνία, Λυκία, Μεσσηνία, Μύκονος, Σκιάθος

ζυγιά η

ζυγαριά ~ ζυγιά Somavera 1709

ζυγιάζω

ζυγίζω | εξισορροπώ (λόγιο) ~ ζγάζου Λέσβος | ζγιάζου Αϊβαλί, Γρεβενά, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Μοσχονήσι, Πιερία, Σέρρες, Σιάτιστα, Χαλκιδική | ζζυάζζω Νίσυρος | ζυάζου Βόρεια Εύβοια | ζυάζω Άνδρος, Καστελλόριζο, Ηλεία, Θήρα, Κέρκυρα, Κρήτη, Κύπρος, Μύκονος, Νάξος, Πόντος, Ρόδος, Φούρνοι, Χάλκη, Χίος | ζυάστου Κύπρος | ζυάω Πόντος | ζυγιάζου Καππαδοκία, Μάνη, Τσακώνικα | ζυγιάνου Λυκία | ζυγιάζω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Passow 1860, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Αχαΐα, Δελβίνο, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Καππαδοκία, Κεφαλονιά, Τσακώνικα, Πόντος, Ρόδος | ζιάζω Ηπίτης 1908 | ντζυάτζω Κάρπαθος ~ ζγιάζουμι Καστοριά | ζυάζουμαι Κύπρος | ζυγιάζουμαι Μάνη | ζυγιάζομαι Germano 1622, Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ζυγιέμαι Δημητράκος 1938 ~ μετοχή: ζυασμένος Κρήτη | ζυγιασκούμενε Τσακώνικα | ζυγιασμένος Germano 1622, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ακαδημία 2016 | ζυγιασμένους Καστοριά

ζύγιασμα το

ζύγισμα | υπολογισμός (λόγιο) ~ ζύαγμαν Πόντος | ζύαμαν Πόντος | ζύασμα Θεσσαλονίκη, Θήρα, Κοζάνη, Ρόδος, Σέρρες | ζύασμαν Κύπρος, Ρόδος | ζύγιασμα Βλάχος 1659, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ζύγιαγμαν Πόντος | ζύγιασμαν Πόντος | ντζύασμα Κάρπαθος

ζυγιαστής ο

που δουλεύει σε μεγάλη ζυγαριά ~ ζυαστής Σάμος | ζυγιαστής Germano 1622, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: ζυγιάστρα Δημητράκος 1938 ~ πληθυντικός: ζγιστάδις Σέρρες | ζυγιαστάδες Δημητράκος 1938

ζυγιαστόξυλο το

ζυγόξυλο ~ ζγιστόξλου Ιωάννινα | ζυγιαστόξυλο Ηλεία

ζυγίζω

μετρώ το βάρος ενός σώματος με ζυγαριά | σταθμίζω (λόγιο) | υπολογίζω (λόγιο) ~ ζγίζου Ίμβρος | ζυγίζου Μάνη | ζυγίζω Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Πόντος, Τσακώνικα | ζύζω Πόντος | ζυίζω Πόντος ~ ζυγίζομαι Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Μάνη ~ μετοχή: ζυγισμένος Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016

ζυγιοκρίκ το

ο κρόκος του ζυγού της άμαξας ~ ζυγιοκρίκ Καππαδοκία | τζυγιοκρίκ Καππαδοκία

ζυγιόπαλα τα

καρφιά στο ζυγό ~ ζυγιόπαλα Καππαδοκία | τζυγιόπαλα Καππαδοκία

ζύγισμα το

η μέτρηση του βάρους ενός σώματος με ζυγαριά ~ ζύασμα Καππαδοκία | ζύγισμα Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ακαδημία 2016, Λυκία, Μάνη | ζύισμαν Πόντος

ζυγιώτης ο

βουνίσιος | αντίθετο: καμπίσιος ~ ζυγιώτης Δημητράκος 1938

ζυγογύρα η

ξύλινο παιχνίδι, «το γύρω-γύρω όλοι» ~ ζυγογύρα Πόντος | ζυγοΰρα Πόντος | ζυγουύρα Πόντος ~ ουδέτερο: ζυγογύριν Πόντος

ζυγογυράζω

γυρίζω τα ζώα στο αλώνι για να αλωνίζουν ~ ζυγογυράζω Πόντος | ζυγοϋράζω Πόντος

ζυγοδιώχτες οι

ο αστερισμός του Σείριου, ο Αβτζή-Γιαννάκης ~ ζυγοδιώχτες Κύθηρα

ζυγοκιάνου

πληγώνομαι από το ξύλο του ζυγού (για ζώα) ~ ζυγοκιάνου Τσακώνικα

ζυγόλουρο το

ιμάντας που συνδέει το ζυγό με το αλέτρι ~ ζγόλουρο Πάρος | ζγόλουρου Ίμβρος | ζγουλούρ Πιερία, Σέρρες | ζόλουρο Θήρα | ζυγόλιουρε Τσακώνικα | ζυγολούρι Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Τσακώνικα | ζυγόλουρο Δημητράκος 1938 | ζυγολώρ Καππαδοκία, Πόντος | ζυγολώριν Πόντος | ζυγοούρι Τσακώνικα | ζυόλουρο Θήρα, Χάλκη | τζυγολώρ Καππαδοκία ~ αρσενικό: ζγόλιρους Ίμβρος ~ πληθυντικός: ζγόλουρα Ίμβρος | ζζυόλουρα Νίσυρος | ζυγόλουρα Μάνη, Μέγαρα | ζυγολούρια Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938 | ζύλουρα Κρήτη | ντζυόλουρα Κάρπαθος

ζυγολωράζω

φέρνω το ζυγολούρι κοντά στο πιο δυνατό βόδι ~ ζυγολωράζω Πόντος

ζυγολωρίαμαν τα

η μεταφορά το ζυγολουριού κοντά στο πιο δυνατό βόδι ~ ζυγολωρίαμαν Πόντος

ζυγοματερός

ίσιος ~ ζυγοματερός Κρήτη ~ θηλυκό: ζυγοματερή Κρήτη ~ ουδέτερο: ζυγοματερό Κρήτη

ζυγονάζω

βάζω τα ζώα στο ζυγό ~ ζυγονάζω Πόντος

ζυγονόμι το

σιδερένια περόνη που κρατάει τη ζεύλα στο ζυγό ~ ζυγονόμι Αρκαδία

ζυγόξυλο το

το ξύλο του ζυγού του αλετριού | το ξύλο που κρατάνε στο ζύγισμα με το καντάρι ~ ζγόξλου Ίμβρος | ζυγόξυλο Πωγώνι

ζυγοπάλεμα το

ισοδυναμία (λόγιο) ~ ζυγοπάλεμα Αρκαδία

ζυγοπαλεύω

ισοδυναμώ (λόγιο) ~ ζυγοπαλεύω Αρκαδία

ζυγός

διπλός ~ ζγος Πιερία, Σέρρες, Φωκίδα | ζυγό Τσακώνικα | ζυγός Germano 1622, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κύθνος, Μάνη, Σύρος | ζυός Θήρα, Κεφαλονιά, Κίμωλος, Κρήτη, Κύπρος, Νάξος, Ρόδος, Σύρος, Χίος | ντζυός Κάρπαθος ~ θηλυκό: ζυγή Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: ζυγό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Νάξος | ζυγών Πόντος | ζυγώνιν Πόντος| επίρρημα: ζύα Κύπρος, Λυκία, Ρόδος | ζυγά Somavera 1709, Βεντότης 1790, Passow 1860, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Πελοπόννησος

ζυγός ο

το ξύλο που ζεύουν τα ζώα για όργωμα | Buck List: 10.78, yoke | αρχαίο ΖΥΓΟΣ, ινδοευρωπαϊκό *ieug- Beekes 2010 ~ ζγος Άρτα, Ευρυτανία, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Λήμνος, Μύκονος, Πιερία | ζζυός Κως, Νίσυρος | ζυγό Τσακώνικα | ζυγός Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Passow 1860, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Πρωία 1933, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Αρκαδία, Αχαΐα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Κύμη, Κύπρος, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Σύρος | ζυός Κύπρος, Ρόδος | ζύος Ρόδος | ζουγός Μέγαρα | ντζυός Κάρπαθος

ζυγός ο

ύφασμα που ρίχνει ο κουμπάρος στο κεφάλι του ζευγαριού κατά το στεφάνωμα ~ ζυγός Βούρμπιανη, Θεσπρωτία

ζυγόσταυρος ο

ξύλινη βάση που πάνω της χτίζονται οι καμάρες των γεφυριών ~ ζυγόσταβρος Βλαστός 1931 | ζυγόσταυρους Ήπειρος

ζυγότρυπα η

τρύπα στο ζυγό του αλετριού ~ ζυγότρυπα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

ζυγού η

φορείο (λόγιο) ~ ζυγού Καππαδοκία

ζυγούδ το

η ζεύλα του ζυγού ~ ζυγούδ Πόντος

ζυγουρήσιος

προερχόμενος από αρνί ζυγούρι (κομμάτι κρέας) ~ ζυγουρήσιος Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: ζυγουρήσια Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: ζυγουρήσιο Δημητράκος 1938

ζυγούρι το

αρνί στο δεύτερο χρόνο της ηλικίας του ~ ζγουρ Αιτωλοακαρνανία, Βόρεια Εύβοια, Γρεβενά, Ευρυτανία, Ημαθία, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Λήμνος, Πιερία, Πρέβεζα, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Τρίκαλα, Φθιώτιδα, Φωκίδα | ζυγούρι Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Αχαΐα, Δελβίνο, Δρόπολη, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κύμη, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Μεσσηνία | ζυούρι Βάλληνδας 1887 ~ το θηλυκό: ζυγούρα Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Θεσπρωτία, Λακωνία, Μάνη | ζγούρα Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Καστοριά, Σαρακατσάνικα | ζγουράδα Κοζάνη ~ υποκοριστικό: ζγουράδ Πιερία | ζγουράτου Πιερία

ζυγουριάτης ο

βοσκός ζυγουριών ~ ζγουριάρς Αιτωλοακαρνανία, Σαρακατσάνικα, Φθιώτιδα | ζυγουριάτης Θεσπρωτία

ζυγουρολίβαδο το

λιβάδι όπου βόσκουν τα ζυγούρια ~ ζυγουρολίβαδο Θεσπρωτία| ζγουρουλίβαδου Σαρακατσάνικα

ζυγουρομιλιόρα η

θηλυκό αρνί που έκλεισε τον ένα χρόνο ζωής ~ ζυγομιλιόρα Τσακώνικα | ζυγουρομιλιόρα Τσακώνικα

ζυγοφόρι το

αντρόγυνο ~ ζυγοφόρι Μέγαρα

ζυγόχορτο το

κάποιο βότανο, βδόχορτο, δαγκαφτάνι, ζευλόχορτο ~ ζγόχορτο Πάρος | ζυγόχορτο Πάρος | ζυόχορτο Πάρος ~ αρσενικό: ζγόχορτος Πάρος | ζυόχορτος Πάρος

ζύγρα η

υγρασία (λόγιο) ~ ζύγρα Βλαστός 1931, Ίμβρος

ζυγροκαύκαη

ζυγρότα κατσίκα χωρίς κέρατα ~ ζυγροκαύκαη Χάλκη

ζυγρότα

κατσίκα άσπρο μπροστά και μαύρη πίσω ~ ζυγρότα Χάλκη

ζυγρός

υγρός (λόγιο) ~ ζυγρός Lange 1708, Βλαστός 1931

ζυγρός

ζυγρώτης ~ ζυγρός Ρόδος

ζυγρώτης

μαύρο ζώο με άσπρο ή κοκκινωπό κεφάλι ~ ζυγρώτης Ρόδος | θηλυκό: ζυγρώτα Ρόδος

ζύγωμα το

ξύλινο φορείο ~ ζύγωμα Καππαδοκία

ζύγωμα το

πλησίασμα (λόγιο) ~ ζύγουμα Αιτωλοακαρνανία, Καστοριά, Φωκίδα | ζύγωμα Βεντότης 1790, Legrand 1882, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ζυγώνω

σιμώνω, πλησιάζω (λόγιο) | καταδιώκω (λόγιο) | ενώνω (λόγιο) | βάζω τα ζώα στο ζυγό του αλετριού ~ ζζυγώννω Νίσυρος | ζζυώννω Κάλυμνος, Κως | ζγώνου Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Γρεβενά, Θεσσαλονίκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Λήμνος, Πιερία, Σέρρες, Σιάτιστα, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική | ζγώνω Πάρος | ζυγούνου Τσακώνικα | ζυγώνου Λυκία, Μάνη | ζυγόνω Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Ηπίτης 1908 | ζυγώνω Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Passow 1860, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Δελβίνο, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κορινθία, Κρήτη, Λακωνία, Μεσσηνία, Τσακώνικα, Χίος | ντζυγώνω Φούρνοι | ντζυώννω Κάρπαθος ~ μετοχή: ζυγωμένος Βεντότης 1790 | ζγουμένους Αιτωλοακαρνανία

ζυγωτό το

κυνηγητό (παιχνίδι) ~ ζυγωτό Κρήτη

ζυδιά η

δέντρο που μοιάζει με τον πλάτανο ~ ζυδιά Ρόδος | ζυτιά Ρόδος

ζύδια τα

ο ζυγός της πατήτρας στον αργαλειό ~ ζύδια Ρόδος

ζυδιένος

φτιαγμένος από ξύλο ζυδιάς ~ ζυδιένος Ρόδος

ζύμα α

ζυμάρι ~ ζύμα Τσακώνικα

ζύμα το

η ποσότητα της αλεσιάς στο λιοτρίβι (ίση με τέσσερα μεγάλα σακιά ελιάς ή 240 περίπου κιλά) ~ ζύμα Κέρκυρα ~ πληθυντικός: ζύματα Κέρκυρα

ζυμαϊριάζου

γίνομαι μαλακός σαν ζυμάρι ~ ζυμαϊριάζου Μάνη

ζυμαλιάζω

ζυμώνω ~ ζυμαλιάζω Κύπρος

ζυμαρένιος

φτιαγμένος από ζυμάρι ~ ζυμαρένιος Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882 ~ θηλυκό: ζυμαρένια Somavera 1709, Legrand 1882 | ουδέτερο: ζυμαρένον Κύπρος

ζυμάρι το

ζύμη (λόγιο) | Buck List: 5.53, dough | αρχαίο ΖΥΜΗ, ινδοευρωπαϊκό *iuHs- Beekes 2010 ~ αζμάρι Πάρος | ζμαρ Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Βόρεια Εύβοια, Γρεβενά, Ευρυτανία, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Λέσβος, Λάρισα, Λήμνος, Μαγνησία, Πάρος, Πιερία, Πόντος, Πρέβεζα, Σέρρες, Σιάτιστα, Σουφλί, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική | ζουμάρ Πόντος | ζουμάρι Καππαδοκία, Καστελλόριζο, Σύμη | ζυμάζι Τσακώνικα | ζυμάρ Καππαδοκία, Πόντος | ζυμάρι Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Βάλληνδας 1887, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Καππαδοκία, Κέρκυρα, Κύθηρα, Λυκία, Μάνη, Πόντος, Ρόδος, Τσακώνικα | ζυμάριν Du Cange 1688, Πόντος, Ρόδος | ζουμάρι Βούρμπιανη | ντζυμάρι Φούρνοι | ντζυμάριν Κάρπαθος | οζμάριν Πόντος | τζομάρι Απουλία | τζουμάρι Απουλία ~ υποκοριστικό: ζμαρούδ Ίμβρος, Λήμνος | ζυμαράκι Ακαδημία 2016

ζυμαρίθρα η

είδος λαχανικού ~ ζυμαρίθρα Κεφαλονιά

ζυμαρίθρα η

σβόλος αλευριού στο προζύμι ή στο ψωμί ~ ζυμαρίθρα Αρκαδία

ζυμάρικα τα

δίδυμα, διπλάρικα, μπινιάρικα ~ ζμάρκα Θάσος | ζυμάρικα Πόντος, Τσακώνικα

ζυμαρική η

ζυμαρολακάνη ~ ζυμαρική Ρόδος

ζυμαρικό το

συνήθως τον πληθυντικό, οι πάστες (μακαρόνια, κριθαράκι, φιδές, μανέστρα κλπ.) ~ ζμαρκό Λήμνος, Σαμοθράκη | ζουμαρικόν Πόντος | ζυμαρικό Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ζάκυνθος, Τσακώνικα | ζυμαρικόν Πόντος | ντζυμαρικόν Κάρπαθος | οζμαρικόν Πόντος ~ πληθυντικός: ζυμαρικά Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016, Καππαδοκία | ζμαρκά Πιερία

ζυμαρίτικος

ζυμαρένιος ~ ζυμαρίτικος Somavera 1709, Βεντότης 1790 ~ θηλυκό: ζυμαρίτικη Somavera 1709

ζυμαρολακάνη η

λεκάνη για ζύμωμα ~ ζυμαρολακάνη Ρόδος

ζυμαρολόγος ο

το ζυμάρι που μένει μαγιά για το επόμενο ζύμωμα ~ ζυμαρολόγος Κέρκυρα

ζυμαρομάντηλον το

πανί που σκεπάζουν τη σκάφη με το ζυμάρι (για να φουσκώσει) ~ ζυμαρομάντηλον Πόντος | ζμαρομάντηλον Πόντος | οζμαρομάντηλον Πόντος

ζυμαρόξυλο το

πλάστης ~ ζυματόξυλο Πόντος | ζυμαρόξυλο Πόντος

ζυμαροξύστρα η

η ξύστρα για τη σκάφη του ζυμώματος ~ ζμαροξύστρα Πόντος | ζυμαροξύστρα Πόντος | οζμαροξύστρα Πόντος

ζυμαρόπηχτος

συμπαγής ~ ζυμαρόπηχτος Κύπρος

ζυμαρόπιτα η

πίτα με τυρί, αβγά και βούτυρο ~ ζμαρόπτα Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Ιωάννινα, Σέρρες | ζυμαρόπιτα Βλαστός 1931, Θεσπρωτία

ζυμαρουλιά η

η μυρουδιά του ζυμαριού ~ ζυμαρουλιά Μάνη

ζυμαρουλιάζου

γίνομαι μαλακός σαν ζυμάρι ~ ζυμαρουλιάζου Μάνη

ζυμαρουλιάρης

μαλακός σαν ζυμάρι | ασπρουλιάρης ~ ζυμαρουλιάρης Μάνη

ζυμαρουλιάρικος

ζυμαρουλιάρης ~ ζυμαρουλιάρικος Μάνη

ζυμαρωμένος

πλούσιος ~ ζυμαρωμένος Ζάκυνθος

ζυμαρώνω

για ψωμί ή πίτα που δεν έχει ψηθεί καλά | γίνομαι σαν ζυμάρι | πιάνω το προζύμι | κλείνω αρμό με ζυμάρι ~ ζμαρώνου Πιερία | ζμαρώνω Πόντος |ζζυμαρώννω Νίσυρος | ζουμαρώνω Πόντος | ζυμαρώνου Μάνη | ζυμαρώνω Δημητράκος 1938, Μύκονος, Πόντος ~ ζουμαρούμαι Πόντος | ζυμαρούμαι Πόντος ~ μετοχή: ζμαρωμένος Πόντος | ζουμαρωμένος Πόντος | ζυμαρωμένος Πόντος

ζυμαρώνω

δωροδοκώ (λόγιο) ~ ζυμαρώνω Κέρκυρα ~ ζμαρώνουμι Σάμος ζυμαρώνομαι Κέρκυρα

ζυματερή η

λεκάνη για ζύμωμα ~ ζυματερή Ρόδος

ζύμη η

ο πολτός από τις λιωμένες ελιές στο λιοτρίβι ~ ζύμα Κέρκυρα | ζύμη Νάξος, Ρόδος

ζυμί το

είδος μυρωδικού φαγώσιμου φυτού με κίτρινο λουλούδι ~ ζυμί Μάνη ~ θηλυκό: ζύμη Μάνη

ζυμοβολιάζω

ξυλοκοπώ ~ ζυμοβολιάζω Βάλληνδας 1887, Κύθνος

ζυμόβολος ο

σβολιασμένο ζυμάρι ~ ζυμόβολος Βάλληνδας 1887

ζυμογαλιά

κουτοπόνηρη ~ ζυμογαλιά Ηλεία

ζυμογαλιάζω

ξυλοκοπώ | συνθλίβω (λόγιο) | τριγυρίζω άσκοπα ~ ζμουγαλιάζου Αιτωλοακαρνανία, Σάμος | ζμουγαλίζου Αλόννησος | ζυμογαλιάζω Βάλληνδας 1887, Κύθνος

ζυμοδκιαρτίζω

πλάθω το ζυμάρι σε ψωμί ~ ζυμοδκιαρτίζω Κύπρος

ζυμολιά η

ποικιλία ελιάς ~ ζυμολιά Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

ζυμόμελη η

γλυκό από αλεύρι, μέλι και λάδι ~ ζυμόμελη Ρόδος

ζυμοξύστες

αμετροεπής (λόγιο) ~ ζουμοξύστες Πόντος | ζυμοξύστες Πόντος ~ θηλυκό: ζουμοξύστε Πόντος

ζυμοξύστρα η

ζυμαροξύστρα ~ ζμόξστρα Καρδίτσα | ζουμοξύστρα Πόντος | ζυμοξύστρα Πόντος

ζυμοπίνακο το

ζυμωταριά ~ ζυμοπίνακο Κρήτη

ζυμός ο

είδος κάβουρα με μαλακό κέλυφος ~ ζυμός Χάλκη

ζυμόσκαφη η

ζυμωταριά ~ ζυμόσκαφη Μάνη ~ ουδέτερο: ζυμοσκάφιδο Κύθηρα

ζυμοστάτες ο

το μέρος του σπιτιού που μπαίνει η σκάφη του ζυμώματος ~ ζυμοστάτες Πόντος

ζυμουμαγειρεύου

ασχολούμαι με τη μαγειρική ~ ζυμουμαγειρεύου Αιτωλοακαρνανία

ζυμουμαϊρέματα τα

δουλειές της κουζίνας (ζύμωμα και μαγείρεμα) ~ ζυμουμαϊρέματα Καρδίτσα

ζυμουριάζω

ζυμώνω ~ ζυμουριάζω Ηλεία

ζυμουσκάφδου του

σκάφη για ζύμωμα ~ ζυμουσκάφδου Καρδίτσα

ζυμούτκο το

σκάφη για ζύμωμα ~ ζυμούτκο Τσακώνικα ~ θηλυκό: ζυμουτκή Σέρρες

ζυμουτκό του

δωμάτιο όπου ζύμωναν ~ ζυμουτκό Μαγνησία

ζυμοφουρνίζου

όλος ο κύκλος της παρασκευής του ψωμιού ~ ζυμοφουρνίζου Μάνη

ζυμοφουρνίιστρια η

αυτή που ζυμώνει και φουρνίζει ~ ζυμοφουρνίιστρια Μάνη

ζυμπραγός

δίδυμος, διπλάρης, μπινιάρης ~ ζυμπραγός Κρήτη | τζυμπραγός Κρήτη ~ θηλυκό: ζυμπραγή Κρήτη ~ ουδέτερο: ζυμπραγό Κρήτη

ζυμπραγώνω

ζευγαρώνω ~ ζυμπραγώνω Κρήτη

ζύμωμα το

το δούλεμα του ζυμαριού ~ ζιούμουμα Κοζάνη | ζύμουμα Ευρυτανία, Ημαθία, Καστοριά, Κοζάνη, Τσακώνικα | ζύμωμα Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Λυκία, Μάνη, Τσακώνικα, Χάλκη | ζούμουμα Κοζάνη | ζούμουσμα Καππαδοκία | ζούμωμαν Πόντος | ζύμωμαν Πόντος | ντζύμωμα Κάρπαθος

ζυμώνω

δουλεύω το ζυμάρι | Buck List: 5.54, knead ~ ζζυμώννω Καλαβρία, Κως | ζημώνω Lange 1708 | ζμώνου Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Θεσσαλονίκη, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Σέρρες, Σουφλί, Τρίκαλα | ζμώνω Κέρκυρα, Μύκονος, Πόντος | ζουμώνου Καππαδοκία | ζουμώνω Πόντος | ζυμόνω Legrand 1882, Ηπίτης 1908 | ζυμούνου Τσακώνικα | ζυμώννω Κύπρος, Χάλκη | ζυμώνου Μάνη | ζυμώνω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Καππαδοκία, Κεφαλονιά, Πόντος, Τσακώνικα | ιτζυμώννω Απουλία | ντζυμώννω Κάρπαθος | ντζυμώνω Φούρνοι | τζυμώννω Απουλία, Καλαβρία ~ ζμώνουμι Καστοριά | ζυμώνομαι Βλάχος 1659, Somavera 1709, ΑΠΘ 1998 ~ μετοχή: ζυμουμένους Καστοριά | ζυμωμένος Germano 1622, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016 | τζυμωμένο Απουλία

ζύμωση η

ζύμωμα | το ψωμί που είναι για φούρνισμα ~ ζμως Ίμβρος | ζμώση Πόντος | ζύμωση Πόντος

ζυμωσιά η

το αλεύρι που χρειάζεται για ένα ζύμωμα ~ ζμουσά Σάμος | ζμουσιά Ίμβρος, Λέσβος | ζμωσία Πόντος | ζυμουσία Τσακώνικα | ζυμουσιά Μαγνησία, Πιερία | ζυμωσιά Ηλεία | ζυμωσία Πόντος

ζυμώσιμον το

ζύμωμα ~ ζμώσιμο Πόντος |ζμώσιμον Πόντος |ζουμώσιμον Πόντος |ζυμώσιμον Πόντος

ζυμωτάρης ο

ζυμωτής ~ ζυμωτάρης Κύπρος ~ θηλυκό: ζυμωτάραινα Κύπρος

ζυμωταριά η

σκάφη για ζύμωμα ~ ζμουταριά Σάμος | ζμώτρα Γρεβενά, Ίμβρος, Καστοριά, Κοζάνη | ζυμωταριά Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κύπρος ~ ουδέτερο: ζυμωτήρι Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

ζυμωτήρι το

σκάφη ή μηχάνημα για ζύμωμα ~ ζμουτήρ Κοζάνη, Σέρρες | ζυμωτήρι Βεντότης 1790, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938 | ζυμώτρι Βεντότης 1790, Legrand 1882

ζυμωτής ο

που ζυμώνει ~ ζυμωτής Somavera 1709, Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ θηλυκό: ζμώτρα Κοζάνη, Σέρρες | ζυμώιστρια Μάνη | ζυμώστρα Άνδρος, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Κρήτη | ζυμώτρα Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Λακωνία, Ρόδος

ζυμωτό το

το ζύμωμα ~ ζυμωτό Θήρα, Κρήτη ~ αρσενικό: ζυμωτός Ρόδος

ζυμωτός

για ψωμί ζυμωμένο με τα χέρια και όχι σε μηχάνημα | ένζυμος (λόγιο) ~ ζυμουτκός Πιερία | ζυμουτός Πιερία | ζυμωτός Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Κέρκυρα, Ηλεία, Μάνη | ντζυμωτός Κάρπαθος ~ θηλυκό: ζυμωτή Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: ζμουτκό Σέρρες | ζμουτό Λέσβος, Λήμνος, Σάμος | ζμωτό Μύκονος | ζυμουτό Λυκία | ζυμωτό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κύθηρα | ντζυμωτό Κάρπαθος

ζυμωτός ο

σκάφη-ζυμωτύρι ~ ζυμωτός Κύπρος

ζύμωτρο το

σκάφη για ζύμωμα ~ ζύμωτρο Πόντος | ζούμωτρον Πόντος | ζύμετρο Πόντος | ζύμωτρον Πόντος ~ θηλυκό: ζυμώτρα Κοζάνη

ζυόλαδο το

υγρό που βγαίνει από το δέντρο ζυδιά και έχει φαρμακευτικές ιδιότητες ~ ζυόλαδο Ρόδος | ζυόλαδον Ρόδος | ζυόλαο Ρόδος | ζυόλαον Ρόδος

ζύομα

πλάγια | λοξά ~ ζύομα Νάξος

ζυοράμματα τα

κλωστές που δένουν στο ζυγό της πατήτρας (στον αργαλειό) ~ ζυοράμματα Ρόδος

ζυοτύριν το

ζυγογύρα ~ ζυοτύριν Κύπρος

ζυρογία α

βρόμα, δυσοσμία (λόγιο) ~ ζυρογία Τσακώνικα

ζυρογού

βρομοκοπάω ~ ζυρογού Τσακώνικα

ζυφιά η

το ζύμα (αλεσιά) ~ ζυφιά Κέρκυρα

ζυφταριά η

ξύλινο πιεστήριο ελιών ή σταφυλιών ~ ζυφταριά Κέρκυρα, Παξοί ~ ουδέτερο: ζυφτήρι Κέρκυρα

ζύφω

στύβω | πρεσάρω ~ ζίφω Portius 1635, Somavera 1709, Passow 1860, Ηπίτης 1908, Thumb 1912 | ζύφου Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα | ζύφτου Ιωάννινα, Καστοριά | ζύφτω Βούρμπιανη, Δελβίνο | ζύφω Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Δελβίνο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Παξοί

ζύψιμο το

στύψιμο ~ ζύψιμο Κέρκυρα | ζύψμου Αιτωλοακαρνανία

ζω

βρίσκομαι στη ζωή | κατοικώ (λόγιο) | βιώνω (λόγιο) | Swadesh List: 108, to live | Buck List: 4.74, live | αρχαίο ΖΩ & ΖΩΩ, ινδοευρωπαϊκό *gWeih3- *gWieh3- Beekes 2010 ~ εζζίω Καλαβρία | ετζώ Απουλία | ζάω Δελβίνο | ζζίω Καλαβρία | ζιάω Δρόπολη | ζίου Νότια Εύβοια, Σαρακατσάνικα | ζιω Lange 1708, Αρκαδία, Θεσπρωτία, Καρδίτσα, Κέρκυρα, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Μέγαρα, Μεσσηνία, Μύκονος, Νίσυρος, Ρόδος | ζιώου Ηλεία | ζκιω Κύπρος | ζου Μάνη, Τσακώνικα | ζω Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Ζάκυνθος, Θήρα, Θράκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καππαδοκία, Καστοριά, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κύπρος, Λακωνία, Μύκονος, Πόντος, Σάμος, Σιάτιστα, Τσακώνικα | ιτζώ Καλαβρία | ντζίω Κάρπαθος | τζίω Απουλία | τζω Απουλία ~ μετοχή: τζημένο Απουλία

ζώατα τα

οι εικόνες στα βιβλία ~ ζώατα Χίος

ζώβλικους

μικροκαμωμένος αλλά δυνατός ~ ζώβλικους Πιερία

ζωγάρκεια η

προμήθεια τροφίμων ~ ζωγάρκεια Πόντος

ζωγγραφώ

ζωγραφίζω ~ ζωγγραφώ Κύπρος

ζωγιέρα η

το φυτό Anthemis chia, άγρια μαργαρίτα, αρμέγκα, κουτρούλια, παπούνι ~ ζωγιέρα Δημητράκος 1938 | ζωγιέρα από της πύργους Heldreich 1926

ζωγονεύω

στραπατσάρω ~ ζωγονεύω Κρήτη

ζωγράφημα το

ζωγραφιά ~ ζωγράφημα Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

ζωγραφιά η

Buck List: 9.87, painting, picture ~ ζιγραφιά Μέγαρα | ζουγραφιά Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Καστοριά, Λυκία, Μέγαρα, Πάρος | ζουγραφκιά Κύπρος | ζωγραφιά Portius 1635, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θήρα, Μάνη | ζωγραφία Μάνη, Πόντος | ζωγγραφκιά Κύπρος | ζωγραφκιά Κύπρος | ντζωγραφιά Κάρπαθος

ζωγραφίζω

Buck List: 9.85, paint ~ ζγουραφίζου Λέσβος | ζγουραφίζω Σαράντα Εκκλησιές | ζκουραφίζου Βελβεντός | ζιγραφίζω Μέγαρα | ζουγραφίζου Καστοριά, Λήμνος, Τσακώνικα | ζουγραφίζω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κύπρος | ζωγγραφίζω Κύπρος | ζωγραφίζου Μάνη, Πόντος | ζωγραφίζω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Πόντος, Τσακώνικα | ντζωγραφίντζω Κάρπαθος | σγουραφίζω Άνδρος, Θήρα, Κρήτη ~ ζουγραφίζουμι Καστοριά | ζωγραφίζομαι Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998 ~ μετοχή: ζγουραφισμένος Πάρος | ζουγραφισμένος Δημητράκος 1938 | ζουγραβσμένους Καστοριά | μετοχή: ζωγραφισμένος Germano 1622, Βλάχος 1659, Βεντότης 1790 | ντζωγραφισμένος Κάρπαθος

ζωγραφική η

η τέχνη να ζωγραφίζεις ~ ζουγραφική Βλαστός 1931 | ζωγραφική Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος

ζωγραφισία η

κάτι το πολύ όμορφο ~ ζωγραφισία Πόντος

ζωγράφισμα το

ζωγραφική ~ ζουγράβσμα Καστοριά | ζουγράφισμα Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938 | ζουγράφσμα Λήμνος | ζωγράφισμα Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ζωγράφισμαν Πόντος

ζωγραφιστός

ζωγραφισμένος | πολύ όμορφος ~ ζουγραφιστός Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κύπρος | ζουγραφστός Λήμνος | ζωγραφιστός Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Λακωνία, Μάνη | ντζωγραφιστός Κάρπαθος ~ θηλυκό: ζωγραφιστή Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: ζωγραφιστό Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ επίρρημα: ζουγραφιστά Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | ζουγραφστά Σάμος | ζωγραφιστά Δημητράκος 1938

ζωγραφόπουλο το

νεαρός ζωγράφος ~ ζωγραφόπουλο Lange 1708

ζωγράφος ο

ο καλλιτέχνης που ζωγραφίζει | Buck List: 9.86, painter ~ ζγουράφος Κρήτη | ζγουράφους Βελβεντός, Σάμος | ζουγράφος Βλαστός 1931, Κύπρος, Κως | ζουγράφους Καστοριά, Σουφλί | ζωγγράφος Κύπρος | ζωγράφος Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Πόντος | ζώγραφος Πόντος | ντζωγράφος Κάρπαθος ~ θηλυκό: ζωγράφα Πρωία 1933 | ζωγράφισσα Βεντότης 1790, Legrand 1882 | ζωγράφος ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ζωγραφοσύνη η

ζωγραφική ~ ζωγραφοσύνη Legrand 1882

ζωγυριά η

το φυτό Anagyris foetida, αβρομουσιά, αγριοκοκιά, αγριοφάσουλο, αναγύρι, ανάγυρος, ανδραβάνα, ανδράβανο, αντροΐνα, αρκολουβιά, αρόινας, βρομόκλαδο, βρομοκλάδι, βρομοκλάρι, βρομολυγαριά, βρομολυγιά, βρομοξυλιά, ψωμοδιώχτης ~ αζάουρας Πάρος | αζαριά Πάρος | αζγαριά Λέσβος | αζουγαριά Χίος | αζουριά Κως, Χίος | ζωγυριά Heldreich 1926, Δημητράκος 1938, Αιτωλοακαρνανία, Πάτμος | τζοαριά Σίκινος ~ αρσενικό: αζόγερας Heldreich 1926 | αζόγυρος Heldreich 1926 | αζώγερας Αργολίδα, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Λευκάδα, Κρήτη, Πάτμος | αζώγιουρας Μέγαρα | αζώγυρας Αμοργός, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Κρήτη, Μάνη, Πάτμος | αζωγυρέ Κρήτη | αζώγυρο Καλαβρία | αζώγυρος Λευκάδα, Τήνος, Τήλος | αζώγουρας Αίγινα | αζώυρας Κάλυμνος, Κρήτη, Λευκάδα | αζωυρέ Κρήτη | αζώυρους Θράκη | αζώουρος Κως | ασόγερας Αίγινα, Αργολίδα, Ζάκυνθος | ατζώγυρος Κεφαλονιά | τζώγερο Καλαβρία | τζώχερο Καλαβρία ~ ουδέτερο: αζούρι Αρκαδία | ατζόγερο Heldreich 1926 | ατζώγερο Κεφαλονιά | ατσόγερο Γεννάδιος 1914 | ζαουριά Πάρος | ζεοριά Πάρος | ζεουριά Πάρος | ζιγοριά Πάρος | ζιγουριά Πάρος | ζιοριά Πάρος | ζιουριά Πάρος | ζογύρι Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | ζοεριά Πάρος | ζοριά Πάρος | σγαουριά Πάρος | τζιουριά Πάρος

ζωδάκι το

ζούδι, ζωάκι ~ ζωδάκι Βλάχος 1659, Βεντότης 1790, Legrand 1882

ζώδος ο

το «κακό πεπρωμένο» ~ ζώδος Πόντος

ζωή η

Buck List: 4.74, life ~ ζζωή Καλαβρία | ζουγή Ίμβρος, Λέσβος, Λήμνος | ζουή Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Καστοριά, Λέσβος, Λυκία, Σάμος, Φωκίδα | ζωή Corona Preciosa 1527, Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Ιθάκη, Καππαδοκία, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Μάνη, Νάξος, Νίσυρος, Παξοί, Πόντος, Σίφνος, Τήλος, Τσακώνικα, Φολέγανδρος, Χίος | ντζωή Κάρπαθος | τζουβή Απουλία | τζωή Απουλία, Καλαβρία ~ υποκοριστικό: ζωήτζα Meursius 1614 | ζωίτσα Δημητράκος 1938 | ζωούλα Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ζωή η

το καλάμι του σταριού ~ ζωή Κύθνος

ζωηράδα η

ζωντάνια ~ ζωηράδα Βλαστός 1931, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ζωκόπας

βρομιάρης ~ ζωκόπας Δελβίνο

ζωκοπάω

βρομοκοπώ ~ ζωκοπάω Δελβίνο

ζωκοπιάρης

βρομιάρης ~ ζωκοπιάρης Δελβίνο ~ θηλυκό: ζωκοπιάρα Δελβίνο ~ ουδέτερο: ζωκοπιάρικο Δελβίνο

ζωκοπούρα η

βρομιά ~ ζωκοπούρα Δελβίνο

ζώμα το

ζώνη ~ ζώμα Lange 1708 | ζώμαν Κύπρος

ζώματα τα

ξύλα ενσωματωμένα στον τοίχο ~ ζώματα Σέρρες | ζώσματα Μαγνησία

ζωμάτες

δυνατός ~ ζωμάτες Πόντος

ζώμαχνος

μοχθηρός (λόγιο) ~ ζώμαχνος Ρόδος | σσώμαχνος Ρόδος

ζωμαχνώ

πιέζω με τα χέρια | συσφίγγω (λόγιο) ~ ζωμαχνώ Ρόδος

ζωμοκυλίζω

ξυλοκοπώ ~ ζωμοκυλίζω Πόντος | ζωμοκυλίω Πόντος

ζωνάδα η

ρίγα διαφορετικού χρώματος στο τρίχωμα του ζώου ~ ζωάδα Ρόδος ζωνάδα Ρόδος

ζωναράς ο

που φτιάχνει ζωνάρια ~ ζουναράς Somavera 1709 | ζωναράς Somavera 1709, Βεντότης 1790

ζωναράτος

ανδρείος | ριγωτός ~ ζουναράτος Βλαστός 1931 | ζωναράτος Κεφαλονιά ~ θηλυκό: ζουναράτ Σαρακατσάνικα

ζωνάρι το

ουράνιο τόξο (λόγιο), της γριας το λουρί, γίργιρας, δόξα, δοξάρι, θεοδόξαρο, κεραζόζα, κεραζώνη, κυρασελένη, σουσουμπάμπα ~ ζναρ του Θιού Σέρρες | ζουνάρ Ηλεία | ζουνάρι της Παναγιάς Βλαστός 1931, Λακωνία | ζουνάριν Κύπρος | ζζωνάρι ντης Ελένης Νίσυρος | ζωνάρι της καλόγριας Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1938 | ζουνάρι της Κυράς Legrand 1882 | ζωνάρι της Κυράς Ηπίτης 1908 | ζωνάρι του ουρανού Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1938, Χίος | ζωνάρι της Παναγιάς Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016, Μύκονος | ζωνάρι του Θεού Πωγώνι

ζωνάρι το

φαρδιά λουρίδα | ζώνη ~ ζζωνάρι Καλαβρία, Νίσυρος | ζναρ Ηπίτης 1908, Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Ήπειρος, Θεσσαλονίκη, Θάσος, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Καππαδοκία, Κοζάνη, Λάρισα, Λήμνος, Μαγνησία, Πιερία, Πιερία, Σαμοθράκη, Σάμος, Σέρρες, Σιάτιστα, Σουφλί, Τρίκαλα, Χαλκιδική | ζουνάζι Τσακώνικα | ζουνάρ Ίμβρος, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Καππαδοκία, Λέσβος, Πόντος, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Χαλκιδική | ζουνάρι Portius 1635, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αχαΐα, Ηλεία, Καππαδοκία, Καστελλόριζο, Μάνη, Μέγαρα, Μεσσηνία, Τσακώνικα | ζουνάριν Κύπρος, Λυκία, Πόντος | ζωνάρ Καππαδοκία, Πόντος | ζωνάρη Corona Preciosa 1527, Meursius 1614 | ζωνάρι Germano 1622, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Passow 1860, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Δελβίνο, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Θήρα, Καππαδοκία, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Κύπρος, Λακωνία | ζωνάριν Κύπρος, Πόντος | ζωνιάρι Θήρα | ντζωνάριν Κάρπαθος | τζουνάρι Καλαβρία | τζωνάρι Απουλία | Καλαβρία ~ θηλυκό: ζουναϊριά | ζουναριά Thumb 1912 ~ υποκοριστικό: ζναρούδ Σέρρες | ζουναράκι Somavera 1709 | ζωναράκι Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882

ζωνάρια τα

γενιές ~ ζωνάρια Θεσπρωτία

ζωναροδέσιμον το

το δέσιμο του ζωναριού ~ ζωναροδέσιμον Πόντος

ζωνάτος

ζωσμένος ~ ζωνάτος Κύθηρα

ζωνέτιν

ριγωτό ~ ζωνέτιν Κύπρος

ζωνετούα

ριγωτή ~ ζωνετούα Κύπρος

ζώνη η

Buck List: 6.57, belt, girdle ~ ζούνα Γρεβενά, Βούρμπιανη, Καστοριά, Σουφλί | ζούνη Μάνη | ζων Ίμβρος, Καστοριά | ζώνα Portius 1635, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Αμοργός, Δρόπολη, Θεσπρωτία, Κέρκυρα, Σαρακατσάνικα | ζώνη Germano 1622, Du Cange 1688, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Καππαδοκία, Κρήτη, Λυκία, Μάνη, Νάξος, Πόντος, Τσακώνικα | ζώνια Κρήτη | ντζώνη Κάρπαθος ~ ουδέτερο: ζουνίν Κύπρος ~ υποκοριστικό: ζουναράκ Κοζάνη | ζωνάκι ΑΠΘ 1998 | ζωναράκι Du Cange 1688 | ζωνίτσα Ζάκυνθος | ζωνούλα ΑΠΘ 1998

ζωνιάς

ριγωτός ~ ζουνός Ίμβρος | ζωνιάς Κύπρος

ζωνομπούμπουρας

ζωνόσβουρος ~ ζωνομπούμπουρας Κρήτη

ζωνός

ριγωτός (για τα χρώματα στο τρίχωμα ενός ζώου) ~ ζωνός Βλαστός 1931, Κρήτη | ντζωνός Κάρπαθος, Ρόδος ~ θηλυκό: ζουνάρω Θεσπρωτία | ζουνή Λέσβος, Λήμνος | ζωνή Κρήτη | ζώνου Φθιώτιδα ~ ουδέτερο: ζωνό Κρήτη

ζωνόσβουρος

ή ζωνομπούμπουρας, το έντομο σβούρος, μπάμπουρας ή σκούρκος ~ ζουνόσβουρος Κρήτη | ζωνόσβουρος Κρήτη

ζώντα τα

το σύνολο των χρόνων της ζωής κάποιου ~ ζώντα Μάνη

ζωντάδα η

τόπος με πολλά νερά, βαρικό ~ ζωντάδα Κέρκυρα

ζωντάνεμα το

αναζωογόνηση (λόγιο)~ ζωντάνεμα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος | ζωντάνεμμα Σκαρλάτος 1835

ζωντανεύω

αναζωογονώ (λόγιο) ~ ζουντανεύγου Λυκία | ζουντανεύγω Τσακώνικα | ζουντανεύου Καστοριά, Κοζάνη | ζωντανέβω Βλαστός 1931 | ζωντανέγγου Τσακώνικα | ζωντανεύγω Somavera 1709, Καστελλόριζο, Τσακώνικα | ζωντανεύκω Κύπρος | ζωντανεύου Μάνη | ζωντανεύω Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Πόντος | ντζωντανεύγκω Κάρπαθος ~ μετοχή: ζωντανεμένος Somavera 1709, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016

ζωντάνια η

ζωηρότητα (λόγιο), ενεργητικότητα (λόγιο) ~ ζωντάνια Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ζωντανό το

κατοικίδιο ζώο | κουτός ~ ζουντανό Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Βούρμπιανη, Βοιωτία, Ευρυτανία, Ίμβρος, Ιωάννινα, Κοζάνη, Λέσβος, Λήμνος, Μοσχονήσι, Πιερία, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Φθιώτιδα, Φωκίδα | ζωντανό Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Ίμβρος, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Λακωνία, Μάνη, Μέγαρα, Μεσσηνία, Νάξος

ζωντανομάδα η

ζωντανοσύνη ~ ζωντανομάδα Germano 1622, Du Cange 1688

ζωντανόπλακα

παγίδα για να πιάνουν τα πουλιά ζωντανά ~ ζωντανόπλακα Κύθηρα

ζωντανός

αντίθετο: ψόφιος, πεθαμένος | Buck List: 4.74, living, alive ~ ζζωντανό Καλαβρία | ζζωντανός Κως | ζουντανέ Τσακώνικα | ζουντανός Σκαρλάτος 1835, Ευρυτανία, Καρδίτσα, Καστοριά, Λυκία, Νότια Εύβοια, Πόντος, Σιάτιστα, Φωκίδα | ζωντανέ Τσακώνικα | ζωντανός Meursius 1614, Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κορινθία, Κύθνος, Κρήτη, Κως, Μάνη, Πόντος, Ρόδος, Φολέγανδρος | ντζωντανός Κάρπαθος | τζωντανό Απουλία ~ θηλυκό: ζωντανή Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Καστοριά ~ ουδέτερο: ζωντανό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Καστοριά | ζωντενέ Τσακώνικα ~ υποκοριστικό: ζουντάν Λέσβος ~ επίρρημα: ζωντανά Βεντότης 1790, Legrand 1882, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος

ζωντανοσύνη η

ζωντάνια ~ ζωντανοσύνη Germano 1622, Du Cange 1688, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882

ζωντανόχηρος ο

ζωντοχήρος ~ ζωντανόχηρος Ζάκυνθος, Μάνη | ντζωντανόχηρος Κάρπαθος ~ θηλυκό: ζωντανόχηρα Ζάκυνθος, Πελοπόννησος | ντζωντανοχήρα Κάρπαθος

ζωντανοχωρίζομαι

χωρίζω (για γάμο) ~ ζωντανοχωρίζομαι Μάνη

ζωντανύνω

αναρρώνω (λόγιο) ~ ζωντανύνω Πόντος

ζωντάρ το

η λιπαρότητα των μαλλιών ~ ζωντάρ Πάρος

ζωντάρι

άψητο ~ ζωντάρι Αρκαδία, Ήπειρος, Θεσπρωτία

ζωντάρι το

το ζώο ~ ζωντάρι Κρήτη | ντζωντάριν Κάρπαθος

ζωντάρφανος

όταν ο γονιός έχει εγκαταλείψει το σπίτι ~ ζωντάρφανος Βλαστός 1931

ζωντή η

η ζωή ~ ζωντή Πόντος

ζωντήρι το

η φοράδα ~ ζωντήρι Legrand 1882, Βλαστός 1931

ζωντικό το

ξωτικό ~ ζωντικό Άνδρος, Μύκονος

ζωντιμερό το

ζωντίμι ~ ζωντιμερό Κύθηρα

ζωντίμι το

ζώο | βόδι ~ ζουντίμ Πιερία, Σάμος | ζωντάμι Ζάκυνθος | ζωντίμι Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Μεσσηνία, Τσακώνικα

ζωντοβόλι το

διαθήκη με την οποία το άτεκνο ζευγάρι όριζε κληρονόμο αυτόν που θα ζήσει ~ ζωντοβόλι Κέρκυρα | ζωντοβούλι Κέρκυρα

ζωντοβόλι το

κοπάδι | ζωηρός (λόγιο) ~ ζωντοβόλι Δημητράκος 1938, Μύκονος

ζωντόβολο το

υποζύγιο (λόγιο) | κουτός ~ ζηντόβολο Μάνη | ζιντοβόλ Κοζάνη | ζουντόβουλου Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Γρεβενά, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Σαμοθράκη, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Σιάτιστα, Φωκίδα, Χαλκιδική | ζωντόβολε Τσακώνικα | ζωντόβολο Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Βάλληνδας 1887, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Αρκαδία, Δελβίνο, Δρόπολη, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κεφαλονιά, Κορινθία, Λακωνία, Λευκάδα, Μεσσηνία, Νάξος, Πάρος | ζωντόβολον Du Cange 1688 | ζωντόβοο Νάξος ~ μεγεθυντικό: ζηντοβόλακας Μάνη

ζωντόγερος ο

ζωντόχηρος σε μεγάλη ηλικία ~ ζωντόγερος Ηλεία

ζωντόγρια η

ζωντοχήρα σε μεγάλη ηλικία ~ ζωντόγερος Ηλεία

ζωντοθαμένος

θαμένος ζωντανός ~ ζωντοθαμένος Βλαστός 1931

ζωντοκλάριν το

κλαδί που μόλις κόπηκε ~ ζωντοκλάριν Πόντος

ζωντοπιάνω

αιχμαλωτίζω (λόγιο) ~ ζωντοπιάνω Βλάχος 1659, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

ζωντόπιασμα το

αιχμαλωσία (λόγιο) ~ ζωντόπιασμα Βλαστός 1931

ζωντοχήρος ο

διαζευγμένος (λόγιο), χωρισμένος ~ ζουντόχηρους Σιάτιστα, Κοζάνη | ζωντόχερος Πόντος | ζωντοχήρο Τσακώνικα | ζωντοχήρος Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κεφαλονιά | ζωντόχηρος Legrand 1882, Βλαστός 1931, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ζάκυνθος, Κύθηρα, Μάνη | ντζωντόχηρος Κάρπαθος ~ θηλυκό: ζουντουχήρα Λέσβος | ζουντόχηρα Σιάτιστα | ζωντοχέρα Πόντος | ζωντοχήρα Somavera 1709, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Θήρα, Πελοπόννησος, Πόντος, Τσακώνικα | ντζωντοχήρα Κάρπαθος

ζωντοχωρισία η

χωρισμός, διαζύγιο (λόγιο) ~ ζωντοχωρισία Πόντος

ζώντσα η

στενόμακρη δαντέλα | δερμάτινη λουρίδα ~ ζώντσα Πιερία, Σέρρες

ζωντύφι το

ζωύφιο (λόγιο) ~ ζωντύφι Μύκονος

ζώνω

αρχαίο ΖΩΝΝΥΜΙ, ινδοευρωπαϊκό *ieh3s- Beekes 2010 ~ ζζώννω Καλαβρία, Κως | ζούνου Κύθηρα, Μάνη | ζώνου Αιτωλοακαρνανία, Καστοριά, Κοζάνη, Λήμνος, Λυκία, Σάμος, Σιάτιστα, Τσακώνικα, Φθιώτιδα | ζώννω Κύπρος, Ρόδος | ζώνω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Καππαδοκία, Κρήτη, Πόντος, Τσακώνικα | ζώχνω Κεφαλονιά | ντζώννω Κάρπαθος | τζώννω Καλαβρία ~ ζούνομαι Κύθηρα, Μάνη | ζώννουμαι Κύπρος | ζώνομαι Germano 1622, Βλάχος 1659, Somavera 1709, ΑΠΘ 1998, Μύκονος, Πόντος | ζώνουμαι Ζάκυνθος, Κάλυμνος, Καππαδοκία, Σέρρες, Σύμη | ζώνουμι Γρεβενά, Καστοριά, Φθιώτιδα ~ μετοχή: ζουμένους Καστοριά | ζωμένος | ζουμένος Μάνη | ζωσμένος Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Βεντότης 1790, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Θήρα, Ρόδος

ζώο το

Swadesh List: 44, animal | Buck List: 3.11, animal ~ αζό Λυκία | ζε Τσακώνικα | ζζο Κως, Νίσυρος | ζο Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αϊβαλί, Εύβοια, Ζάκυνθος, Ίμβρος, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κύθηρα, Λέσβος, Λήμνος, Μοσχονήσι, Μύκονος, Μάνη, Νάξος, Πάρος, Πόντος, Ρόδος, Σάμος, Σύρος, Τσακώνικα, Φωκίδα, Χίος | ζον Πόντος, Ρόδος, Χίος | οζό Κρήτη, Κύθηρα | ζυό Πάρος | ζω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βάλληνδας 1887, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | ζώγιον Πόντος | ζώγο Θεσπρωτία, Λυκία | ζώγον Πόντος | ζώγου Ιωάννινα, Καστοριά | ζώο Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αχαΐα | ζώου Ευρυτανία, Καστοριά | ντζον Κάρπαθος | ντζώον Κάρπαθος | οντζόν Κάρπαθος | τζο Καλαβρία ~ θηλυκό: ζούλα Πρωία 1933 ~ υποκοριστικό: ζουάκι Ρόδος | ζουάκιν Ρόδος | ζωάκι ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ζωομυρισμένος

ζωογόνος (λόγιο) ~ ζωομυρισμένος Κύπρος

ζωοπάζαρο το

παζάρι ζώων, ζωοπανήγυρη (λόγιο) ~ ζωοπάζαρο Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ζωός ο

το φίδι «που φυλάει το σπίτι» ~ ζωός Πόντος

ζωοτροφία η

τα αναγκαία τρόφιμα για τη συντήρηση της οικογένειας ~ ζωοτροφία Πόντος

ζωοτροφίζομαι

έχω τα απαραίτητα για να ζήσω ~ ζωοτροφίζομαι Κύπρος

ζώπισσα η

σκοτάδι ~ ζώπισσα Κύπρος

ζώπυρο το

κάρβουνο που είναι αναμμένο μέσα στη χόβολη και το χρησιμοποιούν για να ανάψουν νέα φωτιά ~ ζώπυρο Βλαστός 1931

ζώρος ο

τα τρόφιμα (λόγιο) ~ ζώρος Θεσπρωτία

ζώση η

μέση, οσφύς (λόγιο) | ζωνάρι ~ ζώση Βλαστός 1931, Θεσπρωτία, Καππαδοκία, Κέρκυρα, Κύπρος | ζωσέ Κρήτη | τζώση Καλαβρία

ζώση η

πολλά κεράκια τυλιγμένα μαζί σε ένα χαρτί ~ ζώση Κεφαλονιά

ζωσιά η

η ζώνη | το σφίξιμο της ζώνης ~ ζουσά Σάμος | ζωσιά Ρόδος

ζώσιμο το

το βάλσιμο της ζώνης | περικύκλωση (λόγιο) ~ ζούσιμο Κύθηρα, Μάνη | ζώσιμα Πόντος | ζώσιμο Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016, Πόντος, Λυκία, Μύκονος, Ρόδος | ζώσιμον Πόντος, Ρόδος | ζώσμου Αιτωλοακαρνανία, Καστοριά

ζώσκοινον το

σκοινί για να δένεται το ζώο ~ ζώσκοινον Πόντος

ζώσμα το

πλατύ υφασμάτινο ζωνάρι | ζώσιμο ~ ζώσμα Βλαστός 1931, Καστελλόριζο, Ρόδος | ζώσμαν Ρόδος

ζωστάρι το

ζωνάρι | ποδιά ~ ζουστάρ Ιωάννινα, Σαρακατσάνικα | ζωστάρι Βλαστός 1931 ~ πληθυντικός: ζωστάρια Du Cange 1688

ζωστήρας ο

αντρική ζώνη ~ ζωστήρας Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κέρκυρα ~ θηλυκό: ζουστήρα Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Λέσβος, Λήμνος, Μοσχονήσι, Σάμος, Φθιώτιδα | ζωστήρα Du Cange 1688, ΑΠΘ 1998, Ηλεία, Κρήτη, Μεσσηνία, Πόντος | ζωστρή Πόντος ~ ουδέτερο: ζουστάρ Ιωάννινα, Πιερία | ζωστάρι Δημητράκος 1938 | ζωστήρι Βεντότης 1790, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

ζωστικό το

το ρούχο μέσα από το ράσο | αντερί ~ ζωστικό Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016, Ανδριώτης 1983

ζώστρα η

ζώνη | ζωνάρι | ταινία (λόγιο) ~ ζώστρα Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Βούρμπιανη, Δελβίνο, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Καρδίτσα, Καστοριά, Κέρκυρα, Κύπρος, Λακωνία, Λυκία, Μέγαρα, Νάξος, Πιερία, Ρόδος, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Τσακώνικα | ντζώστρια Κάρπαθος ~ πληθυντικός: ζώστρες Meursius 1614, Du Cange 1688

ζώτης ο

κύριος (λόγιο) | αλβανικό zoti ~ ζώτης Πωγώνι

ζωτικό το

ξωτικό | ζώδιο (λόγιο) ~ ζωτικό Βάλληνδας 1887

ζωχιός ο

το φυτό Salvia tenorii Spreng. γοργογιάννη ~ ζωχιός Heldreich 1926