Λέξεις που αρχίζουν από μπ

 

 

Λέξεις που αρχίζουν από μπ

 

Δημήτρη Λιθοξόου

2011-2012

 




Πηγές

 

 1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis,in quo graeca vocabula novatae significationis,aut usus rarioris,barbara,extica,ecclesiastica,liturgica,tactica,nomica,jatrica,botanica,chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis,ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis &nImpensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1835: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, εν Αθήναις, εκ του ιδιωτ. έργων τμήματος της Βασιλ. Τυπογραφίας, 1835.

1837: A Modern Greek and English Lexicon (to which prefixed an Epitome of Modern Greek Grammar), by the Rev. I. Lowndes, Inspector General of Schools in the Ionian Islands, Corfu 1837.

1840: Η Βαβυλωνία ή η κατά τόπους διαφθορά της ελληνικής γλώσσης, κωμωδία εις πράξεις πέντε, συγγραφείσα παρά Δ. Κ. Βυζαντίου (: Δημήτρης Κωνσταντινίδης Χατζή-Ασλάνης 1790-1853), έκδοσις δευτέρα, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Κωνστ. Καστόρχη, οδός Αιόλου, 1840

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1858: Ν. Κ. (Κονεμένος), Γλωσσάριον Ηπειρωτικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1858.

1859: Ν. Δ. (Νικόλαος Δραγούμης), Γλωσσάριον της καθ’ ημάς Ελληνικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1857-1859.

1860: Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίκα Popularia Carmina Graeciae Recentioris, Lipsiae MDCCCLX.

1864: Συλλογή λέξεων, φράσεων και παροιμιών εν χρήσει παρά τοις σημερινής κατοίκοις της νήσου Κυθήρων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1861-1864.

1866a: Γ. Γ. Παππαδοπούλου, Περί της ιταλικής επιρροής επί την δημοτικήν γλώσσαν των νεωτέρων Ελλήνων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1866.

1866b: Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, υπό Γ. Χρ. Χασιώτου, εν Αθήναις 1866.

1872: Γλωσσάριον Λέσβιον, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1872.

1874a: Ηλία Τσιτσέλη, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, στα Νεοελληνικά Ανάλεκτα του περιοδικού Παρνασσός, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1874.

1874b: Ι. Ν. Σταματέλος, Λευκάδια Διάλεκτος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874c: Δημοσθένης Χαβιαράς, Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874d: Ν. Γ. Πολίτης, Χιακή διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874e: Σ. Μανασσεΐδης, Διάλεκτος Αίνου, Ίμβρου, Τενέδου - Λεξιλόγια, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874f: Ιωάννης Κ. Παγούνης, Ηπειρωτική Διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1876a: Anton Jeannaraki, Άσματα Κρήτης μετά διστίχων και παροιμιών, Leipzig 1876.

1876b: Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της θηραϊκής γλώσσης, υπό Νικολάου Πεταλά, Αθήνησι 1876.

1878a: Νέον λεξικόν Ελληνογαλλικόν υπό Κ. Βαρβάτη, Αθήνησι :παρά τω εκδότη Κ. Αντωνιάδη, 1878

1878b: Λεξικόν Ελληνοϊταλικόν, συνταχθέν υπό Μ. Π. Περίδου, Αθήναι 1878.

1884a: Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της λειβησιανής διαλέκτου, υπό Μ. Ι. Μουσαίου, εν Αθήναις 1884.

1884b: Θ. Πούσιος, Συλλογή λέξεων, παραμυθιών, ασμάτων κτλ. του εν Ζαγορίω της Ηπείρου ελληνικού λαού, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΔ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1884.

1884c: Ονοματολόγιον ναυτικόν, εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1884.

1887a: Αντωνίου Βάλληνδα, Πάρεργα φιλολογικά πονήματα, τεύχος Α’, εν Ερμουπόλει, τύποις Αδελφών Καμπάνη, 1887.

1887b: Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, υπό Π. Παπαζαφειρόπουλου, εν Πάτραις 1887.

1888a: Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα, συνέγραψεν Α. Γ. Πασπάτης, εν Αθήναις 1888a.

1888b: Συλλογή λέξεων και διαφόρων δημοτικών ασμάτων της νήσου Νισύρου, υπό Γεωργίου Παπαδοπούλου, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΘ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1888.

1891a: Τα Κυπριακά ήτοι γεωγραφία, ιστορία και γλώσσα της Κύπρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, υπό Αθανασίου Α. Σακελλαρίου, τόμος δεύτερος, Η εν Κύπρω γλώσσα, εν Αθήναις 1891.

1891b: Ήπειρος – Συλλογή, Κωνσταντίνου Βαρζώκα, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891c: Νεοελληνικά ανάλεκτα της Ηπείρου, υπό Γεωργ. Δ. Ζηκίδου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891d: Εμ. Μανωλακάκη, Γλωσσική ύλη τη νήσου Καρπάθου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891e: Γεωργίου Παπαδοπούλου, Γλωσσική ύλη της νήσου Νισύρου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891f: Δημ. Πουλάκης, Λεξιλόγιον Ικαρίας, Κρήνης κλπ., Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1892: Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, υπό Ευθ. Μπουντώνα, εν Αθήναις 1892.

1894: Gustav Meyer, Neugriechische Studien, Sitzungsberichte der Kais, Akademie der Wissenschaften in Wien, Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895.

1896a: Δ. Πουλάκη, Λεξικόν ιδία της Σικίνου και τινων άλλων τόπων, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1896.

1896b: Καρπαθιακά, περιέχοντα την τοπογραφίαν, ιστορίαν, αρχαιολογίαν, φυσικήν κατάστασιν, στατιστικήν, τοπωνυμίας της νήσου, ήθη και έθιμα, ιδιώματα της γλώσσης, λεξιλόγιον, δημοτικά άσματα και δημώδεις παροιμίας των κατοίκων αυτής, υπό Εμ. Μανωλακάκη, εν Αθήναις 1896.

1899: Ι. Σαραντίδου Αρχελάου, Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού, εν Αθήναις 1899.

1903: Σπ. Αναγνώστου, Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, εν Αθήναις 1903.

1905: Σταματίου Ψάλτου, Θρακικά ή μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών, εν Αθήναις 1905.

1908: Φαίδωνος Ι Κουκουλέ, Οινουντιακά ή μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του Δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, εν Χανίοις 1908.

1909: Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1909.

1910: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, 3 τόμοι, εν Αθήναις 1908-1910.

1914: Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, πραγματεία βραβευθείσα εν τω διαγωνισμώ του 1912 της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, υπό Νικολάου Ι. Ζαφειρίου, εν Αθήναις 1914.

1915: Ευαγγέλου Παπαχατζή, Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ και τα εν τω ιδιώματι γραπτά ή άγραφα μνημεία, βραβευθέν εν τω διαγωνισμώ της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1915.

1918: Γερασίμου Σαλβάνου, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων, εν Αθήναις 1918.

1921: Δημητρίου Σάρρου, Παρατηρήσεις εις το Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον του Π. Αραβαντινού, 1920.

1923a: Μιχαήλ Δέφνερ, Λεξικόν της Τσακώνικης Διαλέκτου, εν Αθήναις 1923.

1923b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Αθήναι 1923.

1925: Σπύρου Μουσούρη (Φώτου Γιοφύλλη), Συλλογή δημώδους γλωσσικού υλικού εκ της πόλεως Ιθάκης, Ιθάκη 1925.

1926a: Κ. Άμαντου, Συμβολή εις το Χιακόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1926.

1926b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Β’ έκδοσις επηυξημένη και βελτιωμένη, Αθήναι 1926.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Δημητρίου Πασχάλη, Ανδριακόν Γλωσσάριον ή λέξεις και φράσεις του γλωσσικού ιδιώματος της κοινής εν Άνδρω λαλιάς, εν Αθήναις, τυπογραφείον ΕΣΤΙΑ, 1933.

1934: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, Αθήναι 1933-1934.

1938: Ευφροσύνης Σιδηροπούλου, Λεξιλόγιον Κοτυώρων, Αρχείον Πόντου Σύγγραμμα Περιοδικόν, τόμοι 2-8, Αθήναι 1929-1938.

1941: Κων. Α. Άμαντος, Προσθήκαι εις το Χιακόν γλωσσάριον και το Χιακόν τοπωνυμικόν, Λεξικογραφικόν Δελτίον Ακαδημίας Αθηνών, τόμος Γ’, Αθήναι 1941.

1946: Φιλ. Τζομπάρη, Γλωσσάρι Στενιμάχου, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τομ. ΙΒ', Αθήναι 1946

1957: Επίτομον εγκυκλοπαιδικόν και εποπτικόν λεξικόν μετά πλήρους γλωσσικού, σημασιολογικού και ορθογραφικού λεξικού της ελληνικής γλώσσης, Μορφωτική Εταιρεία, Αθήναι 1957.

1960a: Κωνστ. Κουκκίδη, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Αθήναι 1960.

1960b: Χρήστου Παπασταματίου-Μπαμπαλίτη, Ιδιωματικαί λέξεις Σουφλίου, Θρακικά Σύγγραμμα Περιοδικόν, αρ. 31, εν Αθήναις 1961.

1961: Επιτροπής φιλολόγων, Σύγχρονον ορθογραφικόν-ερμηνευτικόν λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (καθαρευούσης-δημοτικής), επιμελητής ύλης Θεόκρ. Γούλας, Αθήναι 1961.

1962a: Θεολ. Βοσταντζόγλου, Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι.

1962b: Βρασίδα Καπετανάκη, Το λεξικό της πιάτσας (λαογραφικόν λεξικολογικόν απάνθισμα), έκδοσις Δευτέρα βελτιωμένη και επαυξημένη, Αθήνα 1962.

1962c: Χρίστου Γ. Γεωργίου, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1962.

1963: Λεωνίδα Ζώη, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τομ. Β’ λαογραφικόν, Αθήναι, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1963.

1964:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Α’ Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964.

1966:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Β’ Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.ά, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1966.

1972: Νίκου Β. Κοσμά, Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά, Μακεδονικά, τόμος δωδέκατος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972.

1976: Μιλτιάδη Ι. Παπαϊωάννου, Το γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.

1978: Ανδρέας Στεφόπουλος, Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά, τόμος δέκατος όγδοος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1978.

1981: Κώστα Ξεινού, Του νησιού μας η γλώσσα – γλωσσάρι της Ίμβρου, Θεσσαλονίκη 1981.

1982: Θανάση Παπαθανασόπουλου, Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, Αθήνα 1982.

1983a: Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1983.

1983b: Ακακίας Κορδόση, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, β’ έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα 1983.

1987a: Θανάση Κωστάκη, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, Ακαδημία Αθηνών, 3 τόμοι, Αθήνα 1986-1987.

1987b: Κώστα Μαυρομμάτη, Λεξικό τοπικών όρων και ιδιωματισμών Καναλιών Καρδίτσας, Θεσσαλονίκη 1987.

1988: Δ. Χ. Κοντονάτσιου, Η διάλεκτος της Λήμνου, εθνογλωσσολογική προσέγγιση, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Φιλοσοφική, Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 1988.

1992: Π. Χ. Δορμπαράκη, Το ιδίωμα της Δυτικής Κορινθίας – Γλωσσάριο, (σε συνέχειες στα περιοδικά Κορινθιακά, Αθήνα 19740-1979 και Κορινθιακή Ζωή, Κόρινθος, 1976-1980 και σαν παράρτημα στο βιβλίο των Π. Χ. Δορμπαράκη και Κασ. Πανουτσοπούλου, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας, Αθήνα 1992).

1995: Εμμανουήλ Κριαρά, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (γραπτής και προφορικής), Αθήνα 1995.

1996a: Απόστολου Δούκα Σαχίνη, Το καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριά 1996.

1996b: Δημ. Λ. Κόμη (επιμέλεια), Κυθηραϊκό Λεξικό, Αθήνα 1996.

1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998.

1999: Κυριάκου Δεληγιάννη, Κουβουκλιώτικα ένα μικρασιατικό γλωσσικό ιδίωμα, διδακτορική διατριβή, Αδελαΐδα Αυστραλίας 1999.

2001a: Πανταζή Κοντομίχη, Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος, Αθήνα 2001.

2001b: Αντώνιος Β. Ξανθινάκης, Λεξικό ερμηνευτικό και ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, 2η έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.

2001c: Νίκος Χρ. Αλιπράντης, Λεξικό των ιδιωμάτων και των εγγράφων της Πάρου, με τρεις μελέτες για τα ιδιώματα της Πάρου, Αθήνα 2001.

2002: Νίκος Γ. Τσικής, Γλωσσικά από το Πυργί της Χίου, Αθήνα 2002.

2003: Ερμιόνη Κοροσίδου-Καρρά, Τα ρομανικά (ιταλικά-γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου: λεξικολογικές επισημάνσεις (μορφολογία-σημασιολογία), διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 3003.

2006: Ευανθία Δούγα-Παπαδοπούλου & Χρήστος Τζιτζιλής, Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006.

2008: Ρίκα Τζιαμπίρη-Στούπα, Ντοπιολαλιές (λέξεις και φράσεις από την τοπική διάλεκτο της περιοχής μας), Φιλοπρόοδος Σύλλογος Αγίου Κοσμά Γρεβενών «Ο Άγιος Αθανάσιος», Γρεβενά 2008.

2010: Χρήστος Παπαπαναγιώτου, Λεξιλόγιο και μορφολογική ανάλυση της γλωσσικής ποικιλίας του Νεοχωρίου Υπάτης, μεταπτυχιακή διατριβή, Πάτρα 2010.

2011: Γιώργος Αλβανός, Βασιλ'τσιώτ'κα λόγια - Λεξικό της ντοπιολαλιάς Βασιλικών Λέσβου: ετυμολογικό, ερμηνευτικό, λαογραφικό, Αθήνα 2011.

μπα

άμπα, όχι

μπα

ναι

μπα [1835]

λέγεται σε ξάφνιασμα

μπα [1876a]

τα μπαμπακερά πανιά

μπάβαρο, μπάμπαρο

σαλιάρα, μαγλίκα, μπρουστέλα, σαλιαρίστρα σαλίστρα

μπαβέλα, μπαδέλα

κάποιο αγγειό για μαγείρεμα

μπαβούλια [1926]

το φυτό Lathyrus aphaca, αγριοβαβούλι, αγριοκουτσολάθρι του φιδιού, αγριολάθουρα, αγριολαθούρι, λαμπίρι, πνιγιά, σκαλοφίλι

μπαγάγια

βλ. μπάμπαλα (αρχίδια)

μπαγαδιάζω

αρρωσταίνω από μπαγάδες (για άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια)

μπαγαδώνω [1996]

χάνω δύναμη

μπαγάκια, μπαγάκια [1966]

βλ. μπαλαλίκι

μπαγάμια, μπαγάμια (τα) [1966]

τα αμύγδαλα

μπαγάνα [1988]

παγάνα

μπαγαποντάκος [1961]

βαγαποντάκος, κατεργαράκος

μπαγαπόνταρος [1961]

μεγάλος μπαγαπόντης

μπαγαπόντης [1961], μπαγαμπόντης [1998], μπαγαπόντος

βαγαπόντης, βαγαπόντς, βαγκαμπόντης, παγαπόντης, φαγαμπόντες, φαγαμπόντης φαγαπόντης, κατεργάρης

μπαγαποντιά, μπαγαμποντιά [1998], μπαγαμποντιά, μπαγαποντιά [1961],

βαγαποντιά, βαγκαμποντιά, παγαποντιά, φαγαμποντιά, φαγαποντιά, κατεργαριά

μπαγαπόντικος [1995]

βαγαπόντικος, βαγκαπόντικος, παγαπόντικος, κατεργάρικος

μπαγαπόντισσα [1995], μπαγαμπόντισσα [1998]

βαγαπόντισα, βαγκαπόντισα, παγαπόντισσα, κατεργάρα, κατεργάρισα

μπαγάς

αρρώστια της οπλής (λόγιο) των ζώων

μπαγάς [1835]

ταρταρούγα, καύκαλο, καβούκι, κακάρα, καμπούκ, καούκι, καρκάσι, καυκί, κάφκαλου

μπαγάσα [1709]

πουτάνα, γυρίστρα, καλντεριμιτζού, καλτάκα, καντουνιέρα, καρακαχπέ, καφπέ, καχπέ, κοκορίνα, κοκότα, κουβάν, κουκότα, κουρτεζάνα, μπασαράτα, ξιβιλίστρα, ξικολίστρα, μπαγιαντέρα, παρδαλή, παστρικιά, πολιτική, πολιτιτζή, πτάνα, ροσπού, ρουσπού, σουρτούκα, σπαστριτζή, τσιαμαρντόνα, τσούνα, φακλάνα, φρουστάδα | πονηρή, κατεργάρα

μπαγασάκος [1961]

πονηρούλης, κατεργαράκος

μπαγάσας [1709]

πούστης, αδερφή, γκρόβερ, γουσλάρακας, κνιάμινους, κουνιστός, κουνίστρα, λαμόρες, λουμπίνα, ντιγκιντάγκας, ντιντής, ροδέλα, σλίξαρς, συκιά, φλώρος, χουιλούς

μπαγάσας [1931]

πονηρός, αλεπού, αλπού, αλούπου, κατεργάρης, κουνάζους, κουρνάζης, κουρνάζος, μαργιόλος, μαριέλος, μαριόλος, μαριόλτς, μεκιαρές, πουνιρός

μπαγάσικο [1963], μπαγασούδικο [1963]

πονηρό, κατεργάρικο

μπαγδαντίζω [1910], μπαγδατίζω [1910]

φτιάχνω μπαγδαντί

μπαγί

παγίδι, παΐδι

μπάγι

μήπως

μπαγιά, μπάγια

πολύ, αρκετά

μπαγιάγκας, μπάιαγκας

αράχνη, αράχν, αράχιν, αράγνη, αράχνα, αράχλη, αράχλα, αράνα, άρανος, αϊφαντάκος, αϊφαντάκους, αλιφαντάκους, αλιφαντής, αλεφαντή, αλιφάνταρος, αλφαντής, ανιφαντάκος, ανιφαντάκους, ανιφάνταρος, ανιφαντής, ανφαντής, αζαγιά, καλίγαρος, κοροβελούδα, κουκλέντρα, λόγαρους, λούγαρους, λούγνη, μαρμάγκα, μαρμάνγκα, μερμάγκα, μαρμάγια, μπαούτα, νιφαντάκους, παζίνα, πάλιαγκας, πάνγκους, παρπάλιαγκας, ράχνη, ραχνά, ράχνα, ράχνια, ράχλα, ρανιατέλα, ρόγα, ρογαλίδα, ρόγαλος, ρόγαλους, ρογιά, ρόδιακας, ρόιδου, ρουγαλίδα, ρουγίδ, σφαλάγγι, σφάλαγκας, σφαλαγκούδι, σφάλιαγκας, τσάντσαρος, τσουλχάς, φαλαγκούνα, φισορογιά, χιρολάμπα

μπαγιακόκος

χαζός, αγαλιάς, αλαφροκάφκαλος, αλαφροκέφαλος, αλαφροκούκουλος, αλαφρομιαλούσης, αλαφρόμυαλος, αλαφρονούσης, αλαφροπαλάντζας, αλαφροπάμπορο, αλαφρουκάνταλου, αλαφρουκάνταρου, αλαφρουπαλάντζας, αλμπίμπς, άμιαλους, άμνιαλους, άμυαλος, ανάμιαλος, ανέμιαλος, ανέμιαλους, ανέμνιαλους, ανίμιαλος, αντούβιανος, απτάλας, απτάλης, απτάλς, αχαμάκης, αχμάκης, αχμάκος, αχμάξ, αχμάχς, αχουμάκης, βιβίτακας, γκανάς, γκάχας, γκζαδ, γκλάφας, ζντρουφ, ιαχουμάκης, ιμπετσίλες, κακαβάνης, κακαβάνς, κακούρης, κλάπας, κούγελο, κούγελο, κουγιάμπαλο, κουζβός, κουζμπός, κούτακας, κουτεντές, κουτζμπός, κούτιος, κούτκος, κουτός, κουτούζικο, κουτούκι, κουτούλιακας, κουτουριάρης, κουτουρός, κουτούφ, κούτρης, λιάλβαλης, λίλης, λούτος, λούτφος, μαγκαφάς, μαμαρίτος, μανός, μάπας, ματούφς, μέτσιος, μέχας, μιμίας, μπανταλός, μπαχαλός, μπερτόδος, μπνάκας, μπονς, μπουνιάξ, μπουνταλάς, μπούρμπαδος, μπουτσούκας, νάκους, νούκος, ντιβανέλς, ντιβανές, ντίλινας, ντιουντιός, ντουγάν, ντουμόης, ντούρλιας, ούργιος, ούρδα, ουριαμπές, ούρλιακας, παράνταλος, παρασάλακους, παρασάνταλος, παρλακάδι, πνάκας, ράντος, ρούλιος, σαψάλτς, σέμπιος, σεριφαλής, σέφτελος, σιαϊλός, σιατλός, σιαψάλης, σιαψάλς, σιμεντλικουέρας, σιοροκλεμές, σιουμπερδέκας, σιούντελο, σιούρδος, σιούρδους, σλιάφκας, στουκ, στούκος, τεβεκελής, τζούμανος, τσιαμάρς, τσίμπιος, τσούκος, τσουφλέκας, χαζούλιακας, χαϊντούτ, χαλιαχούτας, χαλιαχούτς, χαμχούιας, χαντός, χάπατο, χαρλαχάμς, χάφτας, χλιάρας, χούχλιους

μπαγιαμόλαδο, μπαγιαμόλαδο [1966]

λάδι από αμύγδαλα

μπαγιάνο

το διάβασμα

μπαγιαντάς < μπαγ’αντάς [1962c]

ξύλινο υποστήριγμα (λόγιο)

μπαγιαντέρα, μπαγιαντέρα [1934]

χορεύτρια | πουτάνα | μεταξωτό λουλουδάτο πανί

μπαγιάρω, μπαγιάρω [1888a]

κοροϊδεύω, αναγελάω, αναγελού, αναγελώ, αναγεού, αναγιλάου, αναγιλού, αναγιλώ, αναγιού, αναελάω, αναελώ, αναμπαίζω, ανεγελώ, ανεελώ, ανιγιλώ, ανιγιλώ, ανιελώ, γιαλάω, δουλεύω, δλέβου, ιργιλώ, καντουρέβω, κασμιρέβου, κατσικλαντίζου, κογιονάρου, κογιονάρω, κοϊνέρω, κορδίζω, κουγιονάρω, κουγιουναρίζω, κουρδίζω, κουρουϊδεύου, λαναρίζω, ναγελώ, ναελώ, νεγελώ, νεελώ, νελώ, νιελώ, ξεγελάω, ξεγελώ, ξιγιαλάου, ξιουρίζω, παίζω, περγελώ, περιγελώ, περιπαίζω, πιργελώ, πουργιλώ, σκανιάζου

μπαγιασό, μπαγιασό [1963]

ψάθινο καλό καπέλο

μπαγιάτεμα, μπαγιάτεμα [1961]

σίτεμα

μπαγιατεύω, μπαγιατεύω [1934], μπαγιατιάζου μπαγιατιάζω, μπαγιατιάζω [1910], μπαγιατίζω, μπαγιατίζω [1790],

είμαι ή γίνομαι μπαγιάτικος

μπαγιάτι, μπαγιάτι [1966]

παγωμένο

μπαγιάτικος, μπαγιάτικος [1790], μπαγιάτκος < μπαγιάτ’κος [1966], μπαγιάτκους < μπαγ’ατκους [1962c], μπαϊάτικος [1709], μπαϊάτκους < bαϊάτ’κους [1976]

όχι φρέσκος | παλιός, που έχει σιτέψει

μπαγιατλίκι, μπαγιατίλα, μπαγιατίλα [1931]

η μυρουδιά του μπαγιάτικου

μπαγιατοπάζαρο, μπαγιατοπάζαρο [1931]

τα παλιατζίδικα

μπαγιέτο [1934], μπαλιέτα [1884c] μπαλιέτα [1934], μπαλιέτο [1884c] μπαλιέτο [1910]

πλεχτή ζώνη που κρατά τη βάρκα στο καράβι

μπαγιοκλής, μπαγιοκλής [1962b]

παραλής, άβαρος, άβαρους, ζεγκίνης, λεφτάς, μπενεστάντες, παράλς

μπαγιόκο

παιδάκι | καβάντζα

μπαγιόκο, μπαγιόκο [1962b]

λεφτά, παραδάκι

μπαγιόκος

ψωμί από αλεύρι κριθαριού

μπαγιόκος, μπαγιότο

μικροκαμωμένος

μπαγιονέτα, μπαγιονέτα [1876a], μπαγιονέττα [1934]

ξιφολόγχη (λόγιο)

μπάγιος

γυρολόγος, γερολόγος, γιουρολόγος, γιρατζής, γιριστρής, γιρολόγους, γιρολόος, γιρουλόους, γιρουλός, γριστς, γρολόγος, γρολόος, γυριστής, ζιρολόγος, ιριστής, ιρολόος, κατσάνος, μπαΐος, πραγματευτής, πραματευτής, πραματιφτάις, πραματιφτής, πραματσούλης

μπαγιότα

θερμοφόρα (λόγιο)

μπαγιού, μπαγιού [1934]

ντουλάπι για το καλό δωμάτιο

μπάγιους

βλ. μπάρμπας

μπαγιτάρης [1960], μπαγτάρης < μπαγ’τάρης [1960], μπαγτάρς < μπαγ’τάρ’ς [1960], μπαϊτάρης [1960]

κτηνίατρος (λόγιο)

μπάγκα

τραπέζι, μάγκος, μάσα, μέσα, μπάγκα, πλασταριά, σινί, σνι, σουφρά, σουφράς, σοφράς, στολ, τάβλα, ταβλί, ταβουλί, ταλιόρα, ταούλι, τράπιζος, τράπιζους, χοντσά

μπάγκα [1934]

η «μάνα», ανάμεσα σε εκείνους που παίζουν χαρτιά

μπάγκαβους < bάgαβους [1976]

σταχτόμαυρος

μπαγκάδα

πανκάδα, μακρόστενο τραπέζι

μπαγκαδόρος [1934], μπανκαδόρος [1995]

αυτός που έχει τη μπάγκα (στα χαρτιά)

μπαγκάζια, μπαγάγια, μπαγάγια [1963], μπαγάζια (τα) [1962a], μπαγάζια, μπαγάλια, μπαγκάγια [1894], μπαγκάγια, μπαγκάζια (τα) [1983a],

αποσκευές (λόγιο)

μπαγκαλέτο, μπαγκαλέττο < bαgαλέττο [1918], μπακαλέτο, μπανγκαλέτο

άσπρο κουβερλί ή τραπεζομάντηλο

μπαγκάλι

λιόπανο

μπαγκάλι

τραπεζάκι

μπαγκανότα

κάτι το πολύ μεγάλο

μπαγκανότα

τα λεφτά, το παραδάκι

μπαγκάρι [1709], μπαγκάλι [1709]

παγκάρι

μπαγκατέλα [1963], μπαγατέλα μπαγατέλλα [1963]

ψιλοδουλειά του χτίστη ή του μαραγκού (για λίγα λεφτά)

μπαγκατέλα [1983a], μπαγκατέλλα [1934], μπακατέλα [1995], μπαχαντέλα, μπαχατέλα [1995], μπαχατέλλα [1962b]

παλιατζούρα, παλιόπραμα | γριά γυναίκα

μπαγκάτι [1966]

μικρό κοπάδι

μπαγκέρης [1659], μπαγκάρης [1635], μπαγκιέρης [1910],

τραπεζίτης, σαράφης | βλ. μπαγκαδόρος

μπάγκες (οι) [1931]

μέρη της σκεπής

μπαγκέτα [1934], μπακέτα

ραβδάκι του μαέστρου | μακρόστενη φρατζόλα ψωμί

μπαγκέτο

συρτάρι, γκιόζα, γκιόζι, κάντερα, παγκέτο, παράκλι, σίρμα, τσακμεντζέ, τσεκμετζές

μπαγκιάζω, μπαγκιάζου, μπαγκειάζου [1988], μπακιάζω

απαγκιάζω, απαγκιάζου, απαντζάζου, απατζάζου, απατζιάζου, απατζιάζω, απογκιάζου, παγκιάζω, πογκιάζω

μπαγκίρ-μπαγκίρ

σταγόνα-σταγόνα

μπαγκλάβι [1899]

μαγκλάβι, μαγκλάβιον, μαγκλάδιν, παγκλάβι, παγλάβι, ραβδί

μπάγκος [1635], μπάγγα [1659], μπάγγος [1963], μπάγγους [1964] μπάγκα [1622], μπάνκος [1934],

πάγκος

μπάγκος [1931]

ξέρα, ξέρη, θαλασσόπετρα

μπαγκούλι < bαgούλι [1918], μπακούλα

σκαμνί, θρονί, καρέγι, κολοκούμπι, κορμάλι, κουτσιούμπι, κούτσιρου, κουτσούρι, παγκάδι, παγκέτα, παγκούλι, σινάιν, σκαμνάκι, σκαμνάκ, σκαμνή, σκαμνίν, σκαμνούδι, σκαμνούρι, σκαμπέλο, σκαμπλί, σκέμλε, σκιάμνε, σκόλοφρον, στρουμπί, στρουμπλί, τσαερί, τσιουμπί

μπάγκουρος, μπάγκουρο

το δέντρο Olea europaea var oleaster, αγκριγιολιά, αγρέλ, αγρελά, αγρέλα, αγρέλας, αγρέλη, αγρέλι, αγρελίδι, αγρζολία, αγριαλιά, αγριγιά, αγριγκιά, αγριέλα, αγριέλι, αγριελίδα, αγριελίδι, αγριελιός, αγρίλι, αγριλιά, αγριλίδα, αγριλίδι, αγριλιός, αγριοελιά, αγριολέα, αγριολιά, αγριολίδι, αγροϊλέα, αγρολέα, αγρολέγια, αγρολιά, αγρολίδα, αγρουλέος, αγρουλιά, αγρουλίδα, αργαλέους, αργολιά, αργουιά, αργουλέος, αργούλεος, αργουλίδα, αργουλίδι, αρκολιά, ασγουρλίδα, γριλίδι, κοσίνη, κόστινος, τζιλνιά, φιλουριά

μπαγλαμαδάκι [1995]

υποκ. του μπαγλαμάς

μπαγλαμάς [1962b]

μικρός τζουράς, με τρία διπλά τέλια | το κορόιδο

μπαγλάρωμα [1931]

δέσιμο, σύλληψη (λόγιο)

μπαγλαρώνω [1931], μπαγλαρώνου

δένω, συλλαμβάνω (λόγιο)

μπαγντατί [1960], μπαγδαντί [1910], μπαγδατί [1910], μπαγκντατί [1988], μπαγλαντί < bαγλαdί [1978], μπαδατί < bαδατί [1972], μπαλταντί

ψευτότοιχος, μεσότοιχος, γιούκερ, καλαμωτή, μεσάντρα, μεσοτίχι, μεσοφούντι, μισάντρα, μισιά, μισουτίχ, μοροφίντο, νοφαΐτης, ντουσιμές, παρέ, πλουκαριά, τρεμέντζο, τσασμάς, τσατιμάς, τσατμάς, τσιατμάς, τσιατουμάς

μπαγξάνα [1926]

το φυτό Rosa Banksiana

μπαγολίνα [1963], μπαγουλίνα, μπαουλίνα

ραβδάκι από καλάμι | μπαστουνάκι για βόλτα

μπαγόρδα [1963], μπαγόδα, μπαγόρδο [1963], μπαόρδα

γλέντι, γλέγκι, γλέδι, γλένδι, γλεντ, γλέντιμα, γλέντιν, γλιέντ, εγλέντ, εγλέντι, εγλέντιν, ζαφέτ, ζγαφέτι, ζέφκι, ζιαφέντι, ζιαφέτ, ζιαφέτι, ιγλέντ, τσιμπούσι, τσουμπούσι, μπερδές, ντζιαφέτ, ραβαΐσι, ρεμπόμπο, σουμπέτι, τζιουμπούς

μπαγορδάντες [1963]

καλοφαγάς, γλόζους, γλούζους, γολιόζος, γολόζος, γουλόζο, γουλόζος, γουλόζους, γουλούζης, γουλούζος, πιτιτόζος,

μπαγορδιάζω, μπαγορδιάζω [1983b]

τρώω καλά

μπαγτζής [1960], μπαγτσής [1960]

αμπελουργός, αμπελάρης, αμπελάρς, αμπελάς, αμπελιάτς, αμπελικός, αμπελουργιός, αμπελουργκιός, αμπελουργκός, αμπελουρκός, αμπιλκός, αμπιλουργός

μπαδανάς [1910]

στόκος, στούκος

μπάδι, μπάδ

πηγάδι, ανακατόλακος, αραβανίκος, αρβανίκος, αρβανίκου, αρβανίκους, βρις, γεράνι, γουβίν, κάργιο, κοΐν, κουγί, κουΐ, κουΐν, κουπαόλακος, λακίν, μπγαδ, μπγαδάκ, μπγαδέλ, μπγαδούλ, μπγιάδ, μπγιάδι, μπναρ, μπότσος, νεκατόλακος, πγαδ, πεγάδ, πιάδι, πιάι, πιγάδος, πιγαδούλ, πλεφρό, πους, πούσι, πχάδ, σαρνίτσι, σιρτός, σουρτουπίγαδου, φλετρό

μπαδιέρα

τσίνορο, ματόκλαδο, ματοτσίνορο, ματοτσίνουρο, ματουτσίνουρου, τσίνουρο, τσίνουρου

μπαδογέλεκο

κάποιο σακάκι

μπαδουλιά

πατημασιά, αντίρα, έμποδο, ζαλέ, μάλαξη, ντίρα, ντορός, ντουρός, ουμπλιά, πατιά, πατιμαλιά, πατισιά, πατλιά, πατματιά, πατνιά, πατουμαλιά, πατουσέα, πατουσιά, πατσιά, ποδκιά, ποδόλα

μπάζα (τα) [1934], μπάζια

άχρηστα υλικά κατεδάφισης (λόγιο)

μπάζα [1910]

αθέμιτο κέρδος (λόγιο) | χαρτωσιά

μπαζάκα, μπαζούκα, μπαζουρέκα

βλ. μπάκα (κοιλιά)

μπαζακάζου

φουσκώνω από το πολύ φαΐ

μπαζάκας, μπαζακάης, μπατζάκας

κοιλαράς, βλ. μπαρκοκοίλης

μπαζάκασμα, μπαζάκιασμα

φούσκωμα από το πολύ φαΐ ή νερό

μπαζάρεμα [1709]

παζάρεμα

μπαζαρεμένος [1709]

παζαρεμένος

μπαζαρεύω [1709], μπαζαρεύγω [1709], μπαζαριάζω, μπαζαριάζω [1860] μπαζαρίζω [1709],

παζαρεύω, παζαρίζω

μπαζάρι [1709]

παζάρι, φόρος, αγορά

μπαζαριότης, μπαζαριότης [1709], μπαζαριώτης [1635], μπαζιργκιάνης [1960], μπαζιργκιάνης, μπαζιριάνς

μπεζεργένης, μπιζιργιάνης, παζαρτζής, παζαριότης, πραματευτής

μπαζάρισμα

τέντωμα

μπαζαρκάνα [1909]

σουρτούκα, αλανιάρα | τσατσά

μπαζάρω

φεύγω

μπαζάρω [1884c]

μποζάρω, τεντώνω, σφίγγω

μπαζερισμένος [1996]

κουρασμένος

μπαζέρνου [1988]

φορτώνω

μπαζέρνω [1996]

κουράζομαι | βαριέμαι

μπαζές [1835]

δίμιτο πανί

μπάζι, μπαζ

το πρώτο γκαζάκι (γυάλινο) ή βόλος στην αράδα του παιχνιδιού

μπαζίνα

μούσκεμα, βουτάκι, ζούπα, καφτσί, κλιτσίκι, κναβ, κναδ, λούζα, λούμαν, λούστρα, λούστρους, λούτσα, μλια, μλιουδ, μόσκεμα, μοσκίδι, μόσκιο, μούλια, μουσγούδ, μουσκίδι, μούσκιο, μούσκιομα, μπλιόγκους, μπλιόντα, μπλιούρι, μσγουδ, ντούνα, παπί, παπίδ, παπίδι, πατσί, πατσούρα, πιστίλ, πιστίλι, πιτούμι, πιτσίλι, πλιατσάρα, πλιμάδι, πλιόκα, πλιτάρ, πλουτούμ, σκλίδα, σούρωμα, στίπα, τούνα, τσίτσα, τσούπλα

μπαζίνα [1931], μπαζίλα [1964]

ψωμί από αλεύρι καλαμποκιού: μπομπότα, ανεβατή, μαμάτσα, μπουμπότα, ροκίσιο, σαγαμίτα, σομόνι, τζαλέτι | χυλός από αλεύρι καλαμποκιού τηγανισμένος με λάδι ή βούτυρο: πολέντα, μαμαλίγκα, κουρκούτι, κουρκούτα

μπαζλαμάτσα

νερουλό ζυμάρι

μπαζμπατεύου < bαζbατεύου [1978]

πασπατεύω

μπαζντγάρς, μπαζντγάρκους

ήσυχος

μπαζντόνουμι

αρρωσταίνω από μπάζντρα

μπάζντρα, μπαζντράς

αρρώστια των φυτών | κασίδα

μπαζντραβίτσα [1962c], μπαζντραβίκα, μπαζντραβίτς, μπαζντραβίτσα < bαζdραβίτσα [1976], μπαντραβίκα, μπαρδαβίτσα < bαρδαβίτσα [1972], μπαστραβίτσα

κρεατοελιά που βγαίνει στα χέρια | η μυρμηγκιά, γαρδαβίτσα, μαντραβίκα, μαντραβίτσα, μαρδαβίτσα, μασντραβίτσα, μερμιγκιά, μιρμιτζέλα, μουσντραβίτσα, ορνιθόκολος

μπαζντραβότανο

βότανο για τη γιατρειά της μπαζντραβίτσας

μπαζόκα

μαστίχα, μαστίχι, μαστίχιν, σακούζ

μπαζός [1887b]

ο πάτος αγγειού από ξύλο

μπάζου

τρώω γρήγορα

μπαζουμπαζί [1688]

σπόρος πεπονιού

μπαζούρι [1931]

παντζούρι, κατωφώτι < λυχνάρι

μπαζούρκουλα [1688]

σπόρος πράσου

μπαζουρλχάς [1688]

σπόρος μαρουλιού

μπάζω [1910], μπάζει [1874a]

βάζω μέσα | κονταίνω

μπάζωμα [1934]

το γέμισμα με μπάζα

μπαζώνω [1961]

γεμίζω με μπάζα

μπαζώνω [1887b]

φτιάχνω τον πάτο σε αγγειό από ξύλο

μπάηλας [1982]

λιποθυμιά

μπαήλεμα [1982]

αποβλάκωση (λόγιο)

μπαηλός [1982]

βλ. μπαγιακόκος

μπάθεζα, μπαθέζ [1926]

το φυτό silene inflata (silene), κουκάκι, κουκάκι, κουκιά, κουκί, κουκίτσα, κτίπαλο, λαγαντί, λαγουδοκούδουνο, νυχάκι, στρίφουλα, στρουθούλα, στρούθουλα, φουσκάκια, φουσκουδιά

μπάθρα, μπάθρ < bάθρι [1892], μπαθρί

κομμάτι μπάλωμα από τομάρι γουρουνιού (για τσαρούχια, σαμάρια)

μπαθρώνου

βουλώνω με λάσπη τις τρύπες στο ντουβάρι

μπαϊάδα

γη (χωράφι) με πέτρες και άμμο

μπαϊάκλα [1982]

παράλυση (λόγιο)

μπαϊακλός [1982]

παράλυτος (λόγιο)

μπαϊαμάδκους < bαιαμάδικους [1892]

στραβοκάνης, στραβοπόδης

μπάια-μπάια

σιγά-σιγά

μπαϊάτι [1709]

μπαγιάτικο ψωμί

μπαϊβάνικα

άλογο που πάει με γιοργάδισμα, με αραβανλίκι (στα πλάγια)

μπαίγνιο [1918], μπαίγνιο [1931]

περίγελος (λόγιο)

μπαΐδα

παγίδα, παγίδιν, παΐδα, παΐδιν,

μπαιζογελάω [1963], μπαιζογελώ

ξεγελάω | περιγελώ

μπαϊκούς

το πουλί Athene noctua, κουκουβάγια, κουκλουβάους, κουκουβάια, κουκουβάς, κούκουβας, κουκουγιάβλα, κουκουμάβλα, κουκουμάτσιο, κουκουμιάου, κουκουμιάφκα, κουκουνιάφκα, κουκουφάς, κουκούφας, κουκουφιάες, κουκουφκιάος, σκλόπα, χουχουγιάβα

μπαϊλάντζο [1709]

διακυβέρνηση (λόγιο)

μπαϊλάτον [1614]

η χώρα που κυβερνά ο μπάιλος

μπαϊλντίζω [1931], μπαγιλντίζου, μπαγιλντίζω [1960], μπαηλίζω [1982] μπαϊλδίζω [1910], μπαϊλίζου, μπαϊλίζω [1837], μπαϊλνάου < bαϊλνάου [1978], μπαϊλντίζου, μπαϊλντώ [1934] μπαϊλνώ < bαϊλνώ [1976], μπαϊλώ, μπαϊρντώ μπαλίζω [1887b]

αποκάμνω, αποκαίνω, αποκάμω, αποκάνω, απουκάμνου, απουκάμου, απουκάνου, ποκάμνου, ποκάμνω, ποκάνω

μπαΐλντισμα [1931], μπαϊλισιά, μπαηλισιά [1982] μπαήλισμα [1982], μπαΐλισμα [1837], μπαϊλσά < bαϊλσά [1978], μπαϊλσιά, μπαϊλτζμα, μπαϊλτζμάρα, μπαΐλτσα, μπαϊλτσμα < bαϊλτ’σμα [1976],

αποκάμωμα, αποκαμομάρα, απουκαμουσιά

μπαϊλντισμένος, μπαϊλντισμένους

αποκαμωμένος

μπάιλος [1709], μπάγουλος [1688], μπάιλας [1866a] μπαΐουλος [1614]

βάιλας, βάελας, άρχοντας | πρεσβευτής (λόγιο) | παρδαλός

μπαϊμάκης [1996]

αυτός που κουτσαίνει (από τη μέση)

μπαϊμπούρ

παλιόρουχο

μπαιν-μιξτ [1934]

μικτά λουτρά αντρών και γυναικών

μπάινο [1963]

σημαδούρα από φελλό στη θάλασσα, που πάνω της δένουν το σκοινί από το δίχτυ

μπαινοβγαίνω [1860], μπαιζοβγαίνω [1963]

συναναστρέφομαι (λόγιο)

μπαινοβγάλματα (τα) [1934]

τα πολλά σούρτα-φέρτα

μπαινοβγάνω [1864]

βάζω και βγάζω κάθε λίγο

μπαινοβγαρσά

η άδεια να μπαινοβγαίνεις κάπου

μπαινοδιαβαίνω

μπαίνω και περνώ

μπαΐνου < μπαΐνου [1923a]

βγαίνω, βγένου, βγίνω, βγκένω, βγκνου, βιένου, βκένω, γβένω, γκουένω, εβγένω, εβγίνω, εγβένω, εγκουένω, ιβγένω, ογβένω, ουένω, φκένω

μπαϊντός [1996]

τέλος

μπαίνω [1659] μπαίννω [1891a], μπαίνου < μπαίνου [1923a]

εισέρχομαι (λόγιο) | καταλαβαίνω

μπάϊους < bάιους [1892]

έτσι λένε από σεβασμό το γέρο

μπαϊραγασής

οπλαρχηγός (λόγιο), καπετάνιος

μπαϊράκι [1790], μπαϊράκ < bαϊράκ’ [1972], μπαργέρα μπαργερόλι, μπαργιάκ, μπαργιάκι [1960], μπαργιάκι, μπαριάκι, μπαριάκι [1966]

μπαντιέρα, μπαδιέρα, μπαδιέρα, μπανδέρα, μπαντέρα, μπαντιέρα, παντιέρα, φλάμπουρο, φλάμπουρου, φλάμπορος, φλάμπλο

μπαϊρακτάρης [1835], μπαϊρακτάρς < μπαϊρακτάρ’ς [1960 μπαργιαχτάρης, μπαϊραχτάρης [1931], μπαργιαχτάρης [1866b]

σημαιοφόρος (λόγιο)

μπαϊράμι [1790], μπαϊράμ, μπαργιάμι [1960], μπαργιάμι, μπαριάμ [1988], μπαριάμ

βαϊράμι, γιορτή των μουσουλμάνων μετά το ραμαζάνι

μπαϊρεύγω

ζητώ να γίνω ο πρώτος, η κεφαλή

μπαΐρι [1960], μαγίρ, μπαγίρα, μπαγίρι [1960], μπαΐρ < bαΐρ’ [1960], μπαΐρ < μπαΐρ’ [1960]

πλαγιά | νιάμα: γη που δεν τη σπέρνουν πια | χερσότοπος

μπαϊρίσια

πονηρή

μπαΐχου < μπαΐχου [1923a]

μπάζω, ανεβάζω

μπακ

όμως

μπάκα [1874a]

κοιλιά, αγαστέρα, αστέρα, αστέρας, βαστέρα, βούζα, γαστέρα, γαστέρας, γκάζγκα, κιουλιά, κιούλος, κλια, κούλιαρος, μπαζάκα, μπαζούκα, μπαζουρέκα, μπάμπα, μπζούκα, μπρουστούρα, προτσούλι, προυστούρα, σκεμπές, σκιμπές, στέρα, στσουλία, τέμπα, τσλιά, τσουλιά, τσουλία, ψέκα

μπάκα [1931]

η πρησμένη κοιλιά από αρρώστια της σπλήνας

μπάκα [1982]

μερί, μηρί, μπούτι

μπάκα [1982]

σπλήνα

μπακαβάς

χαρτόνι, γκαμπάθκο, καρτόν, καρτόνι, μουκαβάς, μακαβάς, μπουκαβάς, πενατζίιν, χαρτόν

μπακαβέλι [1966]

κακά βαμμένο πανί

μπακακάκι [1961], μπακακάκ < μπακακάκ’ [1964], μπακακάκος [1961], μπακακούδ, μπακακούλι, μπακακούλ < bακακούλλι [1892]

βατραχάκι, βαθρακάγι, βαθρακάκ, βαθρακάκι, βαθρακάτς, βαθρακάτσι, βαθρακόπλο, βαθρακούδι, βαθρακούλα, βαρθακούλα βαρτακούδιν, βατραχάκ, βατραχάτς, βατραχάτσι, βατραχόπουλο, βατραχούδι, βατραχούλα, βοθρακούδι, βορτακούδιν, βροθοκόπον, μποθρακλούδι, σφαρδακλάκι, φορτακλούδι

μπάκακας [1858], μπαθρακός, μπακακάς [1964], μπάκακας < bάκακας [1976], μπάκκακας < bάκκακας [1908], μπαμπακάς [1964], μπάμπακας [1964], μπαρδακάς, μπαρθακάς, μπαρθακλάς, μπαρντακός, μπαρτακάς, μπαρχιάκα, μπάτζιακας, μπάτσιακας

βάτραχος, αθρακλός, αφορδακός, αφορντακός, αφρακλός, βαθαακός, βαθράκ, βαθράκα, βάθρακα, βαθρακάς, βάθρακας, βαθράκι, βαθράκια, βαθρακλάς, βαθρακός, βάθρακος, βαθράτσι, βαρδακάς, βάρδακας, βαρθάκα, βάρθακα, βαρθακάς, βάρθακας, βαρθακός, βάρθουκλας, βαρντακλάς, βάρτακας, βαρτλάκα, βάρτλακα, βατράκα, βάτρακλος, βατρακός, βατράχ, βατράχα, βατράχι, βόδρακος, βόθρακας, βοθράκι, βοθρακός, βόθρακος, βορδακάς, βορδακλός, βορθάκα, βόρθακα, βορθακάος, βορθακάς, βορθακός, βόρθακος, βόρτακας, βορτάτσιν, βούθρακο, βουρδακάς, βουρθακάος, βουτράκιου, βπθράκα, βπρθάκι, βπτράχα, βραθάκι, βρίτικο, βροθάκα, βρόθακος, βρόσακου, βρότακου, βρόταχος, βρούθακο, βρούντακου, βρούσακο, βρούτακο, κακαράς, καρκάλι, κάρλακας, κούβακας, μαθράκα, μάθρακα, μαθρακάς, μαθράκια, μαθρακός, μπίθλακας, μποθράκι, μποθρακλάς, μπορτντακλάς, μπουθρακλάς, μπουρθακλάς, μπρούθακο, όδρακας, όδρακος, οδράτσιν, οθράτσιν, σβάρδακλας, σβάρθακλας, σποδακλάς, σπορδακάς, σπουδακλάς σπρόφακο, σφάρδακας, σφάρδακλας, σφαρδάκλι σφάρδακλος, φαδρακλός, φαρδακλός, φαρδουκλός, φάρντακα, φαρτάκι, φοθράκα, φορδακά, φορδάκα, φόρδακα, φορδακάς, φόρδακας, φορδακλά, φορδακλάς, φορδακλός, φορδακός, φόρδακος, φορθάκα, φορθακός, φορντακλός, φορταγκός, φουρδακλάς, φροθάκα

μπακακομάτα [1966]

αυτή που έχει μάτια πεταχτά σαν του μπάκακα (του βάτραχου)

μπακακούδ < bακακούδι [1892]

κάποιο κομμάτι από το κρέας του γουρουνιού

μπακαλαρόλαδο, μπακαλόλαδο

μουρουνέλαιο (λόγιο)

μπακάλης [1709], μπακάλ μπακάλς < μπακάλ’ς [1960], μπακάλτς < μπακάλ’τς [1962c]

παντοπώλης (λόγιο)

μπακαλιαράκια, μπακαλιαράκια [1963]

το φράκο (λόγιο)

μπακαλιαράτος, μπακκαλιαράτος [1963]

αυτός που τέλειωσε το Πανεπιστήμιο με καλό βαθμό

μπακαλιαρόπιτα, μπακαλαρόπιτα [1966], μπακαλόπιτα [1966]

πίτα με παστό μπακαλιάρο

μπακαλιάρος [1923a], μπακαλιάρος [1910], μπακαλάο < μπακαλάο [1923a], μπακαλάος [1835], μπακαλάρος [1878b], μπακαλάρους [1964], μπακαλάς [1790], μπακαλέος [1992], μπακαλιάρους < μπακαλ’αρους [1962c], μπακαλιόρος

όνομα ψαριών από τα γένη Gadiculus, Gadus, Melanogrammus, Merlangius, Merluccius, Trisopterus

μπακαλική [1934]

η δουλειά του μπακάλη

μπακάλικο [1931], μπακάλικον [1790] μπακαλιό μπακάλκου < μπακάλ’κου [1962c],

το μαγαζί του μπακάλη

μπακάλικος [1931], μπακαλίστικος [1961]

του μπακάλη | πρόχειρος (λόγιο), πρακτικός (λόγιο)

μπακάλιμα, μπακάλμα < bακάλ’μα [1976]

μπουσούλημα, αρκούδεμα, αρκούδεμαν, αρκούδισμα, αρκούδισμαν, αρκούδμα, αρκούρεμα, μπουσούλισμα

μπακαλιό < μπακαλειό [1964]

μπακάλικο

μπακάλισσα [1934], μπακάλαινα [1934]

η γυναίκα μπακάλης ή η γυναίκα του μπακάλη

μπακαλνώ < bακαλνώ [1976], μπακαλάου, μπακαλώ, μπακατώ

μπουσουλάω, αργκδίζου, αρκδιάζου αρκδίζου, αρκουδάζω, αρκουδεύω, αρκουδιάζω, αρκουδίζω, αρκουδίζω, αρκουδίνου, αρκουδώ, αρκουΐζω, αρκουντού, αρκουντώ, αρκουρώ, αρκουώ, μπισλώ, μπουσουλίζω, μπουσουλώ, ρκουδώ,

μπάκαλο

ποταμίσια πέτρα

μπακαλόγατος [1931]

ο γάτος που έχει ο μπακάλης στο μαγαζί του | το μπακαλόπαιδο, ο παραγιός του μπακάλη

μπακαλόπαιδο [1961], μπακαλόπαιδον [1910], μπακαλόπουλο [1961]

ο παραγιός του μπακάλη

μπακαλοτέφτερο [1998]

το τεφτέρι του μπακάλη (για τα βερεσέδια)

μπάκαλου < bάκαλου [1976]

η στρογγυλή πέτρα

μπακαλούμ [1840], μπακαλίμ, μπάκαλουμ [1996], μπακαλούμ < μπακαλούμ’ [1960], μπακαλούμου

ας δούμε (bakalum, από το ρήμα bakmak)

μπακαλόχαρτο [1998]

φτηνό χαρτί για τύλιγμα

μπακάμι [1709], μπακάμ < bακάμ’ [1976], μπαχάμι

αιματόξυλο, ματόξιλο, καμπεχιανό, κόκκινο ξύλο από τη Βραζιλία | η κόκκινη μπογιά για τα πασχαλινά αυγά | το ξυλοπάπουτσο

μπακάμι [1962b]

το σώσμα (για κρασί) | το κατακάθι

μπακάμισμα [1966]

το βάψιμο των κόκκινων αυγών για το Πάσχα

μπακανάκας [1963]

βλ. μπαρκοκοίλης

μπακανιάζω

αδυνατίζω, αδυναμιάζω, αδυναμώνω, αδυνατεύω

μπακανιάζω [1874a]

έχω κάνει μεγάλη κοιλιά

μπακανιάρης [1910]

βλ. μπαρκοκοίλης

μπακανιάρης, μπακανιάρης [1790]

άρρωστος (σπληνιάρης) και κιτρινιάρης

μπακανιάρικο [1884b], μπακανιάρκο, μπακανιάρκου < μπακανιάρ’κου [1964]

το παιδί που έχει κίτρινο πρόσωπο ή πρησμένη κοιλιά

μπακανιασμένος [1874a]

κιτρινιασμένος

μπακανίτης [1874a]

το κίτρινο (χαλασμένο) σύκο

μπακαράς [1931], μπακκαράς [1961]

κάποιο παιχνίδι με την τράπουλα

μπακαρόλα

χταποδιέρα (για το ψάρεμα χταποδιών)

μπακαρόνια, μπακαρούνια

μακαρόνια

μπάκας

βλ. μπαμπάκας

μπάκας

μήπως

μπάκας [1864], μπάκος [1961]

μπακανιάρης, άρρωστος (σπληνιάρης) και κιτρινιάρης

μπάκας [1874a]

βλ. μπαρκοκοίλης

μπάκας [1966]

βλ. μπαγιακόκος

μπακασούρ

ο σπόρος του κουκουναριού

μπακατάρης, μπακατάρς

ο βοσκός που έχει λίγα ζώα

μπακατάρκους < bακατάρ’κους [1976], μπακατιάρκους

κρέας, γάλα ή τυρί από γίδι ή πρόβατο που μεγαλώνει στο σπίτι

μπακατζίζου < μπακατζίζου [1923a]

βελάζω, βιλάζου, βελάζου, βλάζω, βιλιάζω, βιλιάζου, βλιάζω, βλιάζου, βιάζου, βελέχω, βελάω, αβελάω, μπελάζω, μπελιάζω, μπιλάζου, μπιλιάζου, μπλιάζου, μπελάζου, πελάζω, μελάζω, μιλιάζου

μπακάτι, μπακάτ < bακάτ’ [1976]

γίδι ή πρόβατο που μεγαλώνει στο σπίτι

μπακατίσιος, μπακατίσιος [1966]

ενδημικός (λόγιο)

μπακατσέλι, μπακατσέλ

βλ. μπακακάκι

μπακατσιές, μπακατσιές (οι) [1982]

οι κόμποι του ποδαριού

μπακαφίο

το πουλί Oriolus oriolus, βλόρκος, βλορκός, γλορκός, κιτρινοπούλα, κιτρινοπούλι, κλορκός, συκάς, συκαλάς, συκοφαγάς, συκοφάγος, φλορκός

μπακαφιός, μπακαφιός [1966]

κάποιο ψάρι

μπάκε [1982], μπάκαι [1992], μπάτσε, μπάτσαι [1992]

μήπως

μπακέτο, μπακέτου

πακέτο

μπακιά

οι μέρες μετά τη γιορτή (για το όνομα)

μπακιγιές, μπακηγιές [1960], μπακαγιάς, μπακαγιάς [1960], μπακή [1960]

υπόλοιπο χρέους (λόγιο)

μπακίνι

κομμάτι της γκαζόλαμπας

μπακίρα [1934], μπακήρα [1960], μπακίρες (οι) [1931], μπάκρα

μπακιρένιο αγγειό | μπακιρένιο νόμισμα (μπακίρες: γαζέτες, πενταροδεκάρες)

μπακιρένιος, μπακιρένιος [1878b], μπακαρένιους < bακαρένους [1976], μπακηρένιος [1960], μπακουρένιους

χάλκινος (λόγιο)

μπακιρής [1962a]

χαλκόχρους (λόγιο)

μπακίρι

κάποιο μακρόστενο πεπόνι με χρώμα μπακερένιο

μπακίρι [1790], μπακήρ [1962c], μπακίρ, μπακούρ, μπακούρι [1992], μπακρ, μπακρί [1790]

χαλκός (λόγιο) | το μπακιρένιο αγγειό

μπακίρια, μπακίρια (τα) [1962a], μπακίργια < bακίργια [1976]

αγγειά του σπιτιού φτιαγμένα από μπακίρι | τα λεφτά

μπακιρικό [1934], μπακιρικόν [1910] μπακιρικά (τα) [1931], μπακιρκά, μπακράκια

κάτι φτιαγμένο από μπακίρι | μπακιρικά: αγγειά φτιαγμένα από μπακίρι

μπακιρονούσης

βλ. μπαγιακόκος

μπακιρτζής [1878b], μπακηρτζής [1960]

χαλκιάς

μπακιρτζίδικο [1931], μπακιρτζήδικο [1934], μπακιρτζίδικον [1878b]

το εργαστήρι του μπακιρτζή

μπακίρωμα [1878b]

επιχάλκωση (λόγιο)

μπακιρώνω [1931], μπακιρόνω [1878b]

επιχαλκώνω (λόγιο)

μπάκκα [1934]

όταν το άθροισμα τριών χαρτιών στο μπακαρά είναι μηδέν

μπακλαβαδάκι [1998]

μικρό κομμάτι μπακλαβά

μπακλαβάς [1709], μπακλαβού, μπακλαΐ [1966], μπακλαή [1982]

γλυκό ταψιού με φύλλα ζυμαριού, τριμμένα καρύδια και σιρόπι

μπακλαβατζής

αυτός που φτιάχνει και πουλάει μπακλαβάδες

μπακλαβατζίδικο, μπακλαβατζίδικον [1878b]

το εργαστήρι του μπακλαβατζή

μπακλαβωτός [1995], μπακλαβαδωτός [1962a], μπακλαβουτός

ρομβοειδής (λόγιο)

μπακλάς

κάποιο αγριόχορτο

μπακλάς < bακλάς [1972], μπακλά (τα) [1709]

κουκί (και πιο πολύ το φρέσκο κουκί)

μπάκο

μετάξι, ιμπρισίμι, ιπέκ, μετάξ, μπρισίμ, μπρισίμι

μπακοκοίλης [1874a]

βλ. μπάκος

μπακόλας

λογάς, γκεβεζάδικος, γκεβεζάρης, γκεβεζές, γκιβιζές, γλοσάρης, γλοσέας, γλοσιάρης, γλουσάς, γλουσουκουπάνα, γλουσουκουπάνης, γλουσουκουπάνς, γλωσσάς, γλωσσοκοπάνας, γλωσσοκοπάνης, γλωσσοκοπάνος, καπάνι, κεβεζέας, κεβεζές, κεβιαζιάς, λαβατούρας, λάλος, λαφαζάνης, λαφαζάνς, λαφαζιάνης, λογαράς, λουγάς, μασλάτας, μουχαμπιτλής, μουχαμπιτσής, μπανταβάλς, μπουμπουτούρας, νεροτρουλίδα, νταρντάλας, ντιβετζής, ξουράφι, ξουρής, παπαρδέλας, παρφάρας, πολιομιλιδούσης, πολύλαλος, πολυλογάς, πολύλογος, πουλουλουγάς, σαλαβάτας, στοματάς, ταρτάρας, τρουλίδα, τσαμπάου, τσαμπουνιάρης, τσαρλατάνους, τσαρτσαλέους, τσιαπτσιάξ, φαρφαλιάρης, φαρφαράς, φαρφάρας, φαφλατάς, φαφλόδιους

μπακολέτσης [1966]

σκορπιός (Androctonus), ακράπ, ακράπι, ακρέπ, καβουροσκορπία, καράντουλα, κοντοτούρτς, μπιτσιλιάκος, μπιτσκάβουρας, μπιτσκάουρας, μπουτσιουκάβουρας, σγρκάμπα, σκάρπας, σκορπιάς, σκορπίδι, σκουρπίδ, σκράκους, σκραπούδι, σκρουπίδ, σκρουπιός χριτζιελόρος

μπάκολο-κουτούρλο [1966]

ανάκατα, ανέκατα, ανακάταλα, ανακατωτά, κουλουβάχατα

μπακονέρι [1982]

βαλτονέρι, βαλτόνερο

μπάκος

το ψάρι παλαμίδα

μπακοτίλια (τα), μπακουτίλια

μπαγκάζια | ψιλοπράματα, μικροπράματα | παλιατζούρες

μπακοτίλια, μπακοτίλια [1962b]

το κομπόδεμα, οι οικονομίες (λόγιο)

μπακούκος [1963]

κοντόχοντρος, γούτας, ζουμπακάδ, ζουμπακάς, ζουμπάς, κοντοστρούμπουλος, κουλουκούμπας, μπαντάκ, μπόγος, μπόγους, μπουμπόλας, μπουρσούκ, σίσκος, στούμπος,

μπακούλα [1966]

η μαζώχτρα, αυτή που μαζεύει τα απομεινάρια στα χωράφια ή τα αμπέλια

μπακουλεύω [1966]

μαζεύω τα απομεινάρια στα χωράφια ή τα αμπέλια

μπακούρι [1998], μπακούρ

ο παρθένος | ανύπαντρος | αυτός που δεν έχει γκόμενα

μπακρατσάς

αργός στο μυαλό και στα πόδια

μπακράτσι [1790], μπαγκράτς, μπαγράτσι, μπακράκι [1992], μπακράτς < μπακράτς’ [1960], μπακράτσα,

μπακιρένιος κουβάς, καρδάρα | μπακιρένια αγγειό με καπάκι για κουβάλημα μαγειρεμένου φαγητού | μικρό καζάνι

μπακράτσι [1996], μπακαρτσούδ, μπακράτσα [1982] μπακρατσάκι

το αγγειό που βάζει ο παπάς τον αγιασμό

μπακρίλα [1931]

γιάρι, σκουριά μπακιριού

μπάκρινα [1964], μπάκραινα [1964]

άσπρη προβατίνα με μαύρο κεφάλι

μπαλ

μέλι

μπαλ [1688]

το φυτό Cucumis sativus, αγγούρι, αγκούρ, δροσίτης, αμελέτητο, καστραβέτσι

μπάλα [1635], μπάλλα [1614]

βόλι | τόπι | δέμα, ντέγκι

μπάλα [1909], μπάλα < bάλα [1978]

κούτελο, αγκλέφαρους, αγκλιέφαρους, αγλιέφαρους, αγλιέφουρους γκλέφαρο, γκλέφαρου, γκλιέφαρους, γλάφαρος γλέφαρους, γλίφακας, καράπ, κουτέλα, κούτιας, κούτιλο, κούτιλου, κούτιλου, κουτούπι, μέτωπο, τσιακάτ, τσιακάτι, φρόντε

μπαλαγκάμι [1996], μπαλαγάμι [1996]

ροχάλα, γκρόχαλου, ρέχα, ρουχάλα, ρόχαλο, σάφλα, σάχλα, φλέμα, χαρμπόλα, χλεμπόνα, χλέπα

μπαλαδόρος

χορευταράς

μπαλαδόρος, μπαλιαδόρος

αυτός που παίζει καλή μπάλα

μπαλάδος

παλαβός, μουρλός, ζουρλός

μπαλαδούρος [1709]

αυτός που δένει μπάλες (δέματα)

μπαλαίνα [1835]

μπαλένα, φάλαινα (λόγιο)

μπαλάκι [1709]

μικρή μπάλα (τόπι)

μπαλακιάζω

κάνω

μπαλάκιναμ

κατάρα

μπαλάλα

νταρντάνα

μπάλαλα [1966]

η φλυαρία (λόγιο), τα πολλά λόγια που δεν νοιάζουν κανένα, μπαρμπάλιασμα, μπαραμπάρια, μπαχλάτισμα

μπαλαλάς, μπαλαλέας

κοντός

μπαλαλάω [1966], μπαλαλίζω [1866b] μπαμπαλάω [1983b], μπαχλατάω

μπαρμπαρίζω, μπαταλιάρω μπανταβαλίζου, λέω πολλά λόγια που δεν νοιάζουν κανένα

μπαλαλίκι [1966]

τα έπιπλα (λόγιο), μπαγάκια, μόμπιλε, μόμαλα, μόμιλα, μόμπιλα, μομπίλια, μοπιλτά

μπαλαμισδράλια (τα), μπαλλαμισδράλια [1910]

βόλια (μπάλες) και μισδράλια

μπαλαμιστράλι [1982], μπαλαμισδράλια (τα) [1931]

μυδράλιο

μπαλαμούτι [1934], μπαλαμούτ, μπαλαμουτιά, μπαλαμουτιά [1931],

ψέμα, κόλπο, ξεγέλασμα

μπαλαμούτι, μπαλαμούτιασμα

χούφτωμα γυναίκας

μπαλαμουτιάζω

ξεγελάω, κοροϊδεύω, παραμυθιάζω | χουφτώνω γυναίκα

μπαλαμούτσα, μπαλαμούτια

πατούσα, γκαλέτσι, επάτνα, μπάτσα, μπλαμούτσα, πατούνα, πατούχα, πλατύ

μπαλαμπάνι [1966]

πολύ ψηλό παιδί

μπαλαμπάνικος [1960], μπαλαμπάνς

άνταμος, λεχάρι, σαραντάπηχος, γιγαντόσωμος (λόγιο)

μπαλανσέ

βήματα χορού

μπαλάντα [1962a], μπαλλάντα [1934]

είδος παλιού γαλλικού τραγουδιού

μπαλαντέζα [1962a]

κομμάτι καλώδιο με φις στις δυο άκρες

μπαλαντέρ [1998]

χαρτί της τράπουλας

μπαλάντζα [1934], μπαλάντσα [1688]

παλάντζα, βεζενές, βεζινές, βεζνές, βιζινές, γαντάρ, ζιαρκά, ζυγαριά, καμπανός, καντάρ, καντάρι, μπελάντζα, μπελαντζί, παλάντσα, παλάτζα, πέζο, πελάτζα, σατέρ, σατέρι, στατέρ, στατέρι, τερεζή, τιαριαζή

μπαλαντζάρισμα

ζύγισμα, ζίασμα, παλαντζάρισμα, παλατζάρισμα

μπαλαντζάρω, μπαλοντζάρω

παλαντζάρω, παλατζάρω, ζυγίζω, ζυγιάζω

μπαλάντζας[1962b]

παλάντζας, παλάτζας, ανεμοδούρας

μπαλαντίνια (τα), μπαλαντίνες (οι)

μεγάλες νιφάδες χιονιού: μπαλόματα, μπαμπακούρες, μπαμπακούλες, σκαμπακίδες, στούπες, στούπφες, πιτρίκια, τουλουπίδες, τουλούπις

μπαλάντρα < μπαλάντρα [1923a]

ή κούτσουρε, χοντρό και πλατύ ξύλο απ’ όπου περνούσαν τα αδράχτια, στα παλιά λιοτρίβια

μπαλαντσές

χορός | καβγάς, τσακωμός

μπαλάντσο [1934]

ισολογισμός (λόγιο)

μπαλάξιος [1688], μπαλάσιον [1688], μπαλάσι [1894]

είδος ρουμπινιού

μπαλαόρντος [1963]

προμαχώνας (λόγιο)

μπαλαούρα

βαβούρα, χλαλοή, αντάρα

μπαλαούρι [1878b]

ναυτ. σχοινοθήκη (λόγιο)

μπαλαούρο [1934], μπαλαούρος [1934]

κρατητήριο (λόγιο)

μπαλαούρο [1963], μπαλαούρος [1966]

το μεγάλο δέμα

μπαλαουρτζής

ναύτης αποθηκάριος, κυτωρός (λόγιο)

μπαλαούστρος [1963], μπαλαούστρο

κουπαστή κάγκελου

μπαλαράς [1709]

μπαλωματάς

μπαλαρίνα

μάλλινο σάλι, εσάρπα

μπαλαρίνα [1934], μπαλλαρίνα [1934]

χορεύτρια μπαλέτου

μπαλαρίνος [1840], μπαλλαρίνος [1963]

χορευτής

μπαλαριστός, μπαλλαριστός [1894]

κάποιος χορός

μπαλαρμάδα

καταστροφή (λόγιο)

μπαλαρμάς [1910], μπαλλαρμάς [1910], μπαλαρμά < μπαλαρμά [1923a]

βόλι των παλιών τουφεκιών

μπαλαρτός [1988]

ή κεχαγιάδικος, κάποιος χορός

μπαλάρω [1931]

χορεύω

μπαλάρω [1931], μπαλέρνου [1988]

αμπαλάρω, πακετάρω

μπαλάση [1896a]

θεία, άμια, αμία, άμνια, αμπλά, άμπλα, άμπουλα, αμπούλα, θεια, θια, θιάκα, θιάκου, θιακούλα, θιάκω, θιάτσα, θίτσα, θκια, κάκου, κάκω, μαλέκω, μπίλκα, μπούλα, νιάνια, ντζία, τατσίνα, τέτα, τέτη, τζία, τζιτζίκου, τσάτσα, χάλα

μπαλάσις (οι) [1964]

κάποια ξινά λάχανα με μακρόστενα φύλλα

μπαλάσκα [1876a], μπαλλάσκα [1934]

παλάσκα, φυσιγγιοθήκη (λόγιο) | ο σάκος του κυνηγού | η τσάντα του μαθητή

μπαλασκέρμα [1963]

πλοίο φορτηγίδα (λόγιο)

μπαλασκόνια, μπαλασκόνια (τα) [1963]

βλ. μπάμπαλα (αρχίδια)

μπαλασκούνια (τα) [1896b]

κυνηγητικά εφόδια (λόγιο)

μπαλαστρόνι [1931]

κάποιο βλήμα από παλιό κανόνι

μπαλαστρόπι, μπαλλαστρόπι [1910]

τάπα κανονιού

μπαλαστρούτσος

ναυτ. διαστημόμετρο (λόγιο)

μπαλάτι [1966]

χοντρό παιδί

μπαλατίνια (τα)

χιονοθύελλα (λόγιο), ανεμοσούρι, ανεμοσούριαγμα, ανεμοσούριασμα, ανεμοσούριγμα, ανεμοσούρισμα, ανεμόχιονο, ανιμοσούριγμα, ανιμοσούρσμα, ανιμουσιούρ, ανιμουσιούρσμα, ανιμουσούουτζμα, ανιμουσούρ, ανιμουσούριγμα, ανιμουσούρσμα, ντρουλάπ, ντρουλάπι, σαμπακίδα, στουπέ, τφαν, τφάνι

μπάλατος

βλ. μπάταλος

μπαλάφα [1962b]

μπαρούφα, μπούρδα, παπαρδέλα

μπαλαφάρας [1962b]

σαχλός, παπαρδέλας, παρλαπίπας, σαχλάκιας, σαχλαμαράκιας, σαχλαμάρας, σαχλαμπούχλας, σάχλας

μπαλάφας

αγαθός, ααθός, αβαθός, αβαχός, αγάθας, αγαθέ, αγαθές, αγαθιάρης, αγαθόπουλος, αγκαθής, αγκαθός, βάθης, βαθός, γαθός

μπαλαχάρτα

δημόσιο έγγραφο (λόγιο)

μπαλγκάμ

λόγγος, αρμάνι, ζίγρα, ζίγρια, κουρί, λαγκονιά λογκάρι, λογκιά, λογκός, λόγκους, λόνγκους, ορμάν, ορμάνι, ουρμάν, ουρμάνι, ρμαν, ρμάνι, ρομάν, ρομάνι, ρουμάνι

μπαλεζές

κρέμα φτιαγμένη με ζάχαρη, νισεστέ, μαστίχα, κανέλα, αθόνερο και κοπανισμένα αμύγδαλα

μπαλένα [1894]

φάλαινα (λόγιο) | βλ. μπανέλα

μπαλέστρα [1622], μπαλίστρα [1837]

βαλίστρα

μπαλέστρα [1934]

εξάντας (λόγιο)

μπαλεστράκι [1709]

μικρή μπαλέστρα

μπαλεστράς [1709], μπαλιστράς [1837]

αυτός που φτιάχνει μπαλέστρες | τοξότης (λόγιο) ή δοξαράς (με μπαλέστρα)

μπαλεστριά, μπαλεστριά [1709]

ριξιά με μπαλέστρα

μπαλέτα

κάποιο μεγάλο μαχαίρι

μπαλέτο [1983a], μπαλλέτο [1934], μπαλέττο [1934]

χορόδραμα (λόγιο)

μπάλη

παλάμη, απαλάμη, απαλάμ

μπαλής [1876b]

διοικητής (λόγιο)

μπαλί

βόλι | μπαλάκι, μπαλίτσα

μπάλι

μικρό μπάλωμα ρούχου

μπαλιά, μπαλιά [1709], μπαλλιά [1709] μπαλλιά [1934]

η ριξιά της μπάλας | η ντουφεκιά

μπάλια, μπάλια [1931]

σάλια μπάλια < κουρέλι

μπάλια, μπάλια [1966]

ζώο με άσπρη βούλα (ή άσπρες βούλες) στη μούρη ή στο κούτελο

μπάλιαβους

σπανός, άτριχος, θεοξιούριστος, θεοξύριστος, κιοσές, μαδός, σπανίθρα, σπανομαρία

μπαλιάδα

άσπρο σημάδι

μπαλιάδα, μπαλιάρα

κομμάτι του χωραφιού όπου ο σπόρος δε φυτρώνει

μπαλιάζου, μπαλλιάζου [1964]

φτιάχνω μπάλες (δέματα)

μπαλιάζω

δεματιάζω

μπαλιάκου

γέρικη προβατίνα

μπαλιάσης

ζώο με άσπες βούλες

μπαλιατσάκι, μπαλιατσάκι [1982]

κανατάκι

μπαλιάτσας

καράφλας, γκουλιαβουκέφαλους, γουργούτας, γουτς, γουτσαρέλας, καραφλός, κελέκης, κελέσης, κούτλους, μαδαρός, μαδουκέφαλος, παπαλιάρης, φαλακρός, φαρακλός,

μπαλιγαδόρος [1963], μπαλιγάδος

καταφερτζής, καπάτσος, κολπατζής, μαλαγάνας, ματραγκούνας, μουραφετλής, ποστάκος

μπαλιγάρω [1963]

καταφέρνω να κάνω κοντρολάρω κάποιον

μπαλιέρα, μπαλιέρα [1910]

ναυτ. αρτάνη (λόγιο)

μπαλιέτα, μπαλιέτα [1963]

ή στρομάτσα, πλεχτό στρώμα από σκοινιά, για να μη χτυπάει το ένα καράβι στο άλλο.

μπάλιζα [1934], μπάλιτζα

το πουλί Fulica atra, αγριοπουλάδα, καρακούσι, λούφα, μαυρόκοτα, μαυροκοτί, μαυρόπουλος, νερόκοτα, φόλεγα

μπαλίζω [1659]

ντουφεκίζω, μοσκετάρω, μουσκετάρω, ντουφεκάω, ντουφεκώ, τουφεκάου, τουφεκάω, τουφεκίζω, τφεκάω, τφικάου, τφικώ

μπαλίκας < μπαλίκας [1964]

υποκ. του μπάλιος

μπαλίκου [1966]

ζώο με παρδαλό κεφάλι, η άσπρο σημάδι στη μούρη

μπαλίνια (τα), μπαλλίνια [1963]

σιδεράκια για κορσέδες

μπαλιόν < μπαλιόν’ [1964]

η άσπρη βούλα στο κούτελο ζώου

μπάλιος [1909], μπάλιος [1891c], μπάλιους < μπάλ’ους [1962c], μπάλιους < μπάλιους [1964], μπάλιους < bάλους [1976]

βαλιός, στικτός, παρδαλός | ζώο με άσπρες βούλες στο κορμί ή άσπρες τρίχες στο κούτελο

μπαλιός, μπάλιουρας, μπαλιούρας

παλιός, πάλιουρας, παλιούρας

μπαλκ

ψάρι

μπαλκακανονιέρα

καράβι με κανόνια

μπάλκαμπα (τα)

οι κολοκυθόσποροι

μπαλκαμπάκι [1835]

το φυτό Cucurbita maxima, κολοκύθα, αγκλιά, γκρατσούνα, ζαχαροκολόκθα, ζαχαρουκουλόκθα, καλκαμπάκ καλκαμπάκι, καμπάκα, κολόκα, κόλοκος, κολότζιν, κουλόκθα, κουλουκίθα, κρατούνα, μιντάτζ, νεροκολοκύθα, νεροκολόκυθο, σπούρδα, ταμπουράς, φλάσκα,

μπαλκονάδα

αράδα από μπαλκόνια

μπαλκονάκι [1995]

μικρό μπαλκόνι

μπαλκόνι [1866a], μπαλκόνιον [1837], μπαρκόνι [1894], μπαρκούνι [1894], μπαλκόνε, μπαλκόν

εξάτο, λοτζέτα, λοτζιέτα, παλκόνι, παλκόν

μπαλκονόπορτα [1962a]

η πόρτα του μπαλκονιού

μπαλμαγάνος [1894]

βλάκας (γενουάτικο barbaggion)

μπαλ-μασκέ [1998]

αποκριάτικος χορός (μασκαράδων)

μπαλμπάλω [1996]

πολυλογού, καρακαϊδόνα, κεβεζού, κόψου, λογού, μπαρμπούτου, στοματού, στουματού

μπαλντακίς [1963], μπαρντακίς [1963]

οι τέσσερις κολώνες που βαστάνε τον τρούλο μιας εκκλησίας

μπαλντίζα < bάλdιζα [1972], μπαλντούζου, μπάλτζα

κουνιάδα, κουνιάτα, γκουνιάδα, κυρά, κυράτσα | αντραδέλφισα, αντραδέρφισα, αντραδέλφσα, αντραέφσα, αντραδέρφ | γυναικάδερφη, γινεκαδερφή, γινεκαδέλφη, γινεκαδέλφισα, γινεκαδέλφσα, γνεκαδιρφή, γενεκαερφή,

μπαλντίρ

μακρύ

μπαλντίρια (τα)

τα πιασίματα της γυναίκας

μπαλντούρ < bαλdούρ’ [1972], μπαλντρ

γάμπα, άζα, άμπα, άντζα, αντζί, αντσί, άτζα, ατζί, ατλά, άτσα, ατσίνορας, γαμπούνι, γκάμπα, μπαμπίτσα, πούλπα

μπαλοάρδο, μπαλουάρδο

προμαχώνας (λόγιο)

μπάλομα

έκτρωση (λόγιο), αποβολή, απόβαλμα, απόβαλμαν, αποβάλοση, απόβαλση, αποβάλωμα, απόβαρμα, απόβαρμαν, απόβαρση, απόριξη, απόρξη, απουβουλή, ιπιβουλή, μπεμπάλωμα, μπιμπάλοση, πεμπάλομα, ποβολή, πουρίξ

μπαλόματα

βλ. μπαλαντίνια

μπαλοματσάδος

κατσίκι που τα χρώματα του μοιάζουν με μπαλώματα

μπαλονάκι

μικρό μπαλόνι

μπαλονάς [1709], μπαλουνάς [1709]

αυτός που δένει μπάλες (δεμάτια)

μπαλόνι, μπαλλόνι [1910], μπαλόν

λαστιχένια φούσκα

μπαλοπαιγνίδι [1659]

παιχνίδι με μπάλα

μπαλοπούλα [1709]

μπαλάκι

μπαλόρντες (οι) [1963]

χαζομάρες

μπαλόρντος [1963]

παράξενος | χαζός

μπάλος [1910], μπάλλος [1837]

χορός | κάποιος νησιώτικος χορός | χοροεσπερίδα (λόγιο)

μπάλος, μπάλλος [1891a]

παλούκι | λοστός

μπαλότα

βαρελότο, κλιδί, μπαρελότο, πατλαγκίτς, πατλάκ, πατλάκι, πλαταντζίκι, τρακατρούκα, χαλκούνι

μπαλότα [1614], μπαλλότα [1635], μπαλώτα [1783]

ψήφος (λόγιο)

μπαλοτάδος, μπαλλοτάδος [1963]

ψηφοφόρος (λόγιο)

μπαλοταδούρος [1709]

αυτός που μαζεύει τις μπαλότες (ψήφους)

μπαλοτάρισμα [1709]

ψηφοφορία (λόγιο)

μπαλοταρισμένος

ντουφεκισμένος, τουφεκισμένος

μπαλοταριστής [1659]

ψηφοφόρος (λόγιο)

μπαλοτάρομαι [1659] [1709]

κληρώνομαι (λόγιο)

μπαλοτάρω

δεματιάζω

μπαλοτάρω [1659], μπαλοτιάζω < μπαλλοτιάζειν [1614], μπαλλοτάρω [1963]

ψηφίζω (λόγιο)

μπαλοτάρω, μπαλοτέρνω

βλ. μπαλίζω