Facebook

Λεξικό Συνωνύμων. Λέξεις που αρχίζουν από αγκ-αγπ

 

 

 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από

αγκ-αγπ

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 21.9.2019

αναθεώρηση: 3.11.2020

 

 


Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στη στήλη a, δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει ένας αριθμός από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, που αφορά τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχνότητα 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχνότητα 2) και η λέξη «άβολα» (με συχνότητα 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Στη στήλη b, το γράμμα δ σημαίνει πως η λέξη χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής. Το γράμμα λ σημαίνει πως η λέξη είναι λόγια, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Στη στήλη c, μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Στη στήλη c, συνυπάρχουν οι λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με εκείνες της σύγχρονης γλώσσας, γνωστής και ως «κοινής νεοελληνικής». Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Στη στήλη c, με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους (στήλη d ) τα συνώνυμα. Στη ίδια στήλη, με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε (μια σειρά πριν ή μετά) και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως πλάι τους (στήλη d) δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Στη στήλη d και όταν στην προηγούμενη στήλη c υπάρχουν (με κόκκινο χρώμα) λέξεις της «κοινής νεοελληνικής», βρίσκονται συγκεντρωμένα μαζί τα διαλεκτικά συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Επίσης στη στήλη d, όπου βρίσκονται γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί, πρόκειται για τα ονόματα των τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της εγγραφής, της διπλανής στήλης c). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως το σύνολο των Ρωμιών του οικισμού εγκατέλειψε τον τόπο μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις στην αρχή της στήλης d, υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Τέλος στη στήλη e καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις και σε λιγότερο γνωστές λέξεις, που αποτελούν όμως λήμματα αναφοράς.

 

 

 

a

b

c

d

e

 

 

αγκά

Κοτύωρα*, Χαλδία*, Όφις*, Τραπεζούντα*

ανάκατα

 

 

άγκα

Σινασός*, Τσακήλι*

όχι

 

 

αγκαβανέα

Κύθηρα

αγκάβανος

 

 

αγκάβανος [Βλάχος 1897]

Silybum marianum: αγάβανος, αγκαβανέα, αγκάβατος, αγκανός, άγκανου, αγκάνους, αγκραβανιά, ακάανος, γαϊδουράγκαθο, γομαράγκαθο, κουφάγκαθο

αγκάβανος

 

 

αγκάβατος [Γεννάδιος 1914]

 

αγκάβανος

 

 

αγκάβγιστους

Νιγρίτα

αγάβγιστος

 

 

αγκάβστους

Λάρισα

αγάβγιστος

 

 

αγκαδιά [Χελδράιχ 1926]

 

αγκαθιά

 

 

αγκαδιάζω

Κύπρος

παρατηρώ

 

δ

αγκαδιάζω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ερευνώ

 

 

αγκάδιασμαν

Κύπρος

έρευνα

 

 

αγκαδιώ

Κύπρος

παρατηρώ

 

 

αγκαδκιάζω

Κύπρος

κοιτάζω

 

 

αγκαδκιάζω

Κύπρος

παρατηρώ

 

 

αγκαδκιακά

Θάσος

γκαρδιακά

 

 

αγκαδκιακά

Κύπρος

προσεχτικά

 

 

αγκαδκιακός

Κύπρος

γκαρδιακός

 

 

αγκαδκιακός

Κύπρος

προσεγμένος

 

 

αγκάδκιασμαν

Κύπρος

έρευνα

 

 

αγκάδκιασμαν

Κύπρος

κοίταγμα

 

 

αγκαδκιώ

Κύπρος

κοιτάζω

 

 

αγκαδκιώ

Κύπρος

παρατηρώ

 

δ

αγκαζάρισμα [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

αγκαζάρισμαν, αγκαζιάρισμαν

αγκαζάρισμα

 

 

αγκαζάρισμαν

Κύπρος

αγκαζάρισμα

 

 

αγκαζαρισμένος

αγκαζιαρισμένος

αγκαζαρισμένος

 

 

αγκαζάρου

Μάνη, Χαλκιδική

αγκαζάρω

 

δ

αγκαζάρω [Λεξικό Πρωίας 1933]

αγκαζάρου, αγκαζέρνου, αγκαζεύου, αγκαζιάρω, ανγκαζάρω

αγκαζάρω

2

λ

αγκαζέ

αγκαζιέ, αγκαζίκα, αλαμπρασέντου, αλαμπρασέτο, αλαμπρατσάντε, αλαμπρατσέτα, αλαμπρατσέτθα, αλαμπρατσέτο, αλαμπρατσέττα, αλαμπρατσία, αλαμπράτσο, αλεμπρατσάντε, αμπρά, αμπρατσάντε, λαμπρατσέτα

αγκαζέ

 

 

αγκαζέρνου

Χαλκιδική

αγκαζάρω

 

 

αγκαζεύου

Τρίκαλα

αγκαζάρω

 

 

αγκαζιάρισμαν

Κύπρος

αγκαζάρισμα

 

 

αγκαζιαρισμένος

Κύπρος

αγκαζαρισμένος

 

 

αγκαζιάρω

Κύπρος

αγκαζάρω

 

 

αγκαζιέ

Κύπρος

αγκαζέ

 

 

αγκαζίζου

Τσακωνιά

γκαρίζω

 

 

αγκαζίκα

Μαγνησία

αγκαζέ

 

 

αγκάζω

Ικαρία

καίω

 

 

αγκάθ

Αδριανούπολη*, Αίνος*, Αιτωλοακαρνανία, Βόρεια Εύβοια, Θεσσαλία, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καστοριά, Κόνιτσα, Πάρος, Λέσβος, Σάμος, Σέρρες, Σιάτιστα, Σίλατα*, Φιλιππούπολη*

αγκάθι

 

 

αγκαθά

Σιάτιστα

αγκαθιά

 

 

αγκάθα

Ζάκυνθος

οξυάκανθα

 

δ

αγκάθα [Βλάχος 1659]

Κρήτη

αγκάθι

 

 

αγκάθα [ΙΛΝΕ 1933]

 

αγριάγκαθο

 

δ

αγκάθα [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

αγκαθάρα

 

δ

αγκάθα [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

ραχοκοκαλιά

 

 

αγκαθάκ

Αιτωλοακαρνανία, Τρίκαλα

αγκαθάκι

 

δ

αγκαθάκι [Somavera 1709]

αγκαθάκ, αγκαθθαδάτσι, αγκαθθάτσι, αγκαθίτσα, αγκαθούλα, αγκαθοπούλα, ακαθθάκι, ακαθθούκι, ακατθούκι, ακαττάκι, ακαττούντι, αχαντόπον, γκυλούδι

αγκαθάκι

 

 

αγκαθαμανίτης

Νάξος

αγκαθομανίταρο

 

δ

αγκαθάρα [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

αγκάθα, άγκαθθος, άγκαθο (το), άγκαθος, αγκαθούρα, άγκαθους, άγκατθας, άγκατθος, αγκδούκλα, άκαθθος

αγκαθάρα

 

 

αγκάθαρος [Γεννάδιος 1914]

 

γαϊδουρασφάκα

 

δ

αγκάθαρος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ασφάκα

 

δ

αγκαθάς [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

χαμολιός

 

δ

αγκαθένιος [Βλάχος 1897]

Κέρκυρα, Μάνη, Ρόδος, Φιλιππούπολη*

αγκάθινος

 

 

αγκαθένιους

Λέσβος, Σάμος

αγκάθινος

 

 

αγκαθεριώνας

Κύθηρα

αγκαθότοπος

 

 

αγκαθερνός

Κέρκυρα

αγκαθερός

 

 

αγκαθερό

Αττική

αγκαθότοπος

 

 

αγκαθερό [Οικονομίδης 1973]

το ψάρι Gasterosteus aculeatus: σταυρίδι, σκυλόψαρο

αγκαθερό

 

 

αγκαθερόν

Κύπρος

αγκαθότοπος

 

 

αγκαθερός

Βιθυνία*

σκαντζόχοιρος

 

δ

αγκαθερός [Germano 1622]

αγκαθερνός, αγκαθθερός, αγκαθιάρης, αγκαθιάρικος, αγκαθιρός, αγκαττερός, ακαθιρός, ανγκαθιρός

αγκαθερός

 

 

αγκαθές

Κρήτη

αγκαθότοπος

 

 

αγκαθθά

Απουλία

αγκαθότοπος

 

 

αγκάθθα

Ρόδος

αγκάθι

 

 

αγκάθθα

Ρόδος

ραχοκοκαλιά

 

 

αγκάθθα

Κύπρος

τσουκνίδα

 

 

αγκάθθα

Ρόδος

ψαροκόκαλο

 

 

αγκαθθαδάτσι

Καστελλόριζο

αγκαθάκι

 

 

αγκαθθάς

Καστελλόριζο

αγκάθι

 

 

αγκαθθάτσι

Καστελλόριζο

αγκαθάκι

 

 

αγκάθθενος

Καστελλόριζο

αγκάθινος

 

 

αγκαθθερός

Κύπρος

αγκαθερός

 

 

αγκάθθι

Αυλωνάρι, Καστελλόριζο, Κονίστρες, Κύμη, Κως, Ρόδος

αγκάθι

 

 

αγκάθθιν

Κύπρος, Λιβίσι*

αγκάθι

 

 

αγκάθθιν

Κύπρος

τσουκνίδα

 

 

αγκάθθινος

Ρόδος

αγκάθινος

 

 

αγκαθθίτης

Κως

αγκαθομανίταρο

 

 

αγκαθθός

Κύπρος

τσουκνίδα

 

 

άγκαθθος

Ικαρία, Κύπρος

αγκαθάρα

 

 

άγκαθθος

Ικαρία

γαϊδουράγκαθο

 

 

αγκαθθόσοιρος

Ρόδος

σκαντζόχοιρος

 

 

αγκαθθοτόπιν

Ικαρία

αγκαθότοπος

 

 

αγκαθθωτός

Κύπρος

τσουκνίδα

 

 

αγκάθι

Atlas Linguarum Europae 36 | & Αμοργός, Άνδρος, Αρκαδία, Αχαΐα, Θεσπρωτία, Ιθάκη, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κρήτη, Κύπρος, Κως, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Μεσσηνία, Μήλος, Νάξος, Ρόδος, Σίφνος, Χίος

αγκάθι

 

 

αγκάθι

Κρήτη

απόστημα

 

 

αγκάθι

Τήνος

φιδάγκαθο

3

δ

αγκάθι [Germano 1622]

αγκάθ, αγκάθα, αγκάθθα, αγκαθθάς, αγκάθθι, αγκάθθιν, αγκαθιά, αγκάθους, αγκάι, αγκανός, αγκάρ, αγκάσι, αγκάτ, άγκατθας, αγκάτθι, αγκάτθιν, αγκάττα, αγκάττι, αγκάττιν, αγκάφ, αγκέλη, αγκελόνι, αγκρίθι, αγκύλ, αγκύλα, αγκύλι, αγκυλόν, ακάθ, ακάθθα, ακάθθι, ακαθθιά, ακάθθιν, ακάτθι, ακάτθιν, ακάτι, ακάττι, ακάτχι, ακάφφι, ακχάθθι, ανγκάθ, ανγκάθθι, ατζύλ, ατζύλι, αχάντ, αχάντι, αχάντιν, γκάθθιν, γκύλι, ζντριβόλ, κάττι, κούλε, πατσάδ, χάντι

αγκάθι

 

δ

αγκάθι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

τσουκνίδα

 

 

αγκάθι [Χελδράιχ 1926]

 

αγριάγκαθο

 

 

αγκαθιά

Αρκαδία

αγκάθι

 

 

αγκαθιά

Αιτωλοακαρνανία, Φωκίδα

αγκαθότοπος

 

δ

αγκαθιά [Γεννάδιος 1914]

Eryngium campestre: αγκαδιά, αγκαθά, αγκαθκιά, ανδραΐδα, αντραΐδα, άσπαρτομοσχάγκαθο, σκανθοχόρτι, τής γάπης το βοτάνι, φιδάγκαθο

αγκαθιά

 

 

αγκαθιά [Γεννάδιος 1914]

Πελοπόννησος

γκορτσιά

 

δ

αγκαθιάζω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ερευνώ

 

 

αγκαθιάρης [Βλαστός 1931]

 

αγκαθερός

 

δ

αγκαθιάρικος [Βλαστός 1931]

 

αγκαθερός

 

 

αγκαθιάς

Σάμος

αγκαθότοπος

 

δ

αγκαθιαστός [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αγκαθωτός

 

 

αγκαθίζω

Παξοί

αγκαθώνω

 

δ

αγκαθινός [Portius 1635]

 

αγκάθινος

 

δ

αγκάθινος [Βεντότης 1790]

αγκαθένιος, αγκαθένιους, αγκάθθενος, αγκάθθινος, αγκαθινός, γκαθένιος

αγκάθινος

 

 

αγκαθιρός

Κοζάνη, Λέσβος, Μαΐστρος*, Τρίκαλα

αγκαθερός

 

 

αγκαθίστρα

Κύθνος

αγκαθότοπος

 

 

αγκαθίτης [Βλαστός 1931]

Χίος

κολοκύθα

 

δ

αγκαθίτης [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Ικαρία, Κίμωλος, Κρήτη, Νάξος, Πάρος

αγκαθομανίταρο

 

 

αγκαθίτης [Οικονομίδης 1973]

 

κεντρόνι

 

 

αγκαθίτς

Μύκονος, Πάρος, Τήνος

αγκαθομανίταρο

 

 

αγκαθίτσα

Αχαΐα

αγκαθάκι

 

δ

αγκαθιώνας [Λεξικό Πρωίας 1933]

Μάνη

αγκαθότοπος

 

 

αγκαθκιά

Κύπρος

αγκαθιά

 

 

αγκαθκιάζω

Κύπρος

κοιτάζω

 

 

άγκαθο (το)

Λακωνία

αγκαθάρα

 

 

αγκαθοκολέ

Κρήτη

μαστιχάγκαθο

 

δ

αγκαθοκολιά

Κρήτη

μαστιχάγκαθο

 

δ

αγκαθοκόπι [Λεξικό Πρωίας 1933]

αγκαθοκόπος, αγκαθολόγος, αγκαθουκόπ, αγκαθουκόπους

αγκαθοκόπι

 

δ

αγκαθοκόπος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

αγκαθοκόπι

 

δ

αγκαθολόγος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

αγκαθοκόπι

 

 

αγκαθομανίτα

Αχαΐα, Κορινθία

αγκαθομανίταρο

 

δ

αγκαθομανίταρο [Λεξικό Πρωίας 1933]

το γένος φαγώσιμων μανιταριών Lycoperdon: αγκαθαμανίτης, αγκαθθίτης, αγκαθίτης, αγκαθίτς, αγκαθομανίτα, αγκαθομανίτης, αγκάθτας, αγκαττιτάρι, αγκαττίτης, καττιτάρι, μοσκομανίτης

αγκαθομανίταρο

 

δ

αγκαθομανίτης [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Θράκη, Σίκινος

αγκαθομανίταρο

 

 

αγκαθομαστίχα

Κύθνος

μαστιχάγκαθο

 

 

αγκαθόπλου

Σάμος

καρδερίνα

 

 

αγκαθοπούλα [Βλάχος 1659]

 

αγκαθάκι

 

 

αγκαθοπούλι

Κάρπαθος, Πελοπόννησος

καρδερίνα

 

 

αγκαθοράδικο

Κρήτη

σταμνάγκαθο

 

 

αγκαθός

Κρήτη

καλός

 

 

αγκαθός

Κρήτη

κόψη

 

 

άγκαθος

Άνδρος, Βιθυνία*, Ήπειρος, Σαράντα Εκκλησιές*

αγκαθάρα

 

δ

αγκαθός [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

γωνιά

 

δ

αγκαθός [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κρήτη

κανθός

 

δ

αγκαθόσκουπα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αζογκάθα, σκουπάγκαθο

αγκαθόσκουπα

 

 

αγκαθόσυρμα

αγκαθουτέλ

αγκαθόσυρμα

 

δ

αγκαθοτόπι [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

αγκαθότοπος

 

δ

αγκαθότοπος [Βλάχος 1659]

αγκαθεριώνας, αγκαθερό, αγκαθερόν, αγκαθές, αγκαθθά, αγκαθιά, αγκαθιάς, αγκαθίστρα, αγκαθιώνας, αγκαθθοτόπινν, αγκαθοτόπι, αγκαθουτόπ, αγκαθώνας, αγκαϊθιώνας, αγκαττερόν, αγκελωθιά, αγκυλότοπος, ακαθθοτόπιν, αχαντοτόπ, αχαντώνα

αγκαθότοπος

 

 

αγκαθουκόπ

Κοζάνη

αγκαθοκόπι

 

 

αγκαθουκόπους

Μακεδονία

αγκαθοκόπι

 

 

αγκαθούλα

Αχαΐα

αγκαθάκι

 

 

αγκαθουπούλ

Σάμος

καρδερίνα

 

 

αγκαθούρα

Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι*

αγκαθάρα

 

 

αγκαθούρα

Αϊβαλί*, Λέσβος

ασκόλυμπρος

 

 

αγκάθους

Ίμβρος

αγκάθι

 

 

άγκαθους

Ίμβρος

αγκαθάρα

 

 

αγκαθουτέλ

Σέρρες

αγκαθόσυρμα

 

 

αγκαθουτόπ

Αιτωλοακαρνανία

αγκαθότοπος

 

 

αγκαθουτός

Ίμβρος, Μάδυτος*, Σέρρες

αγκαθωτός

 

δ

αγκαθόχοιρος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

σκαντζόχοιρος

 

 

αγκάθτας

Πάρος

αγκαθομανίταρο

 

 

αγκαθώνας

Πάρος

αγκαθότοπος

 

 

αγκαθώνου

Κοζάνη, Λέσβος

αγκαθώνω

 

δ

αγκαθώνω [Germano 1622]

αγκαθίζω, αγκαθώνου, ακαθθώννω, ακαθώνου, αχαντάζω, καθθώννω, χατκώνου

αγκαθώνω

 

 

αγκαθωπός

Λακωνία, Μάνη

αγκαθωτός

2

δ

αγκαθωτός [Βλάχος 1659]

αγκαθιαστός, αγκαθουτός, αγκαθωπός, αγκατθωτός, αγκελοπίος, αγκελουπίος, αγκυλερός, ακαθιρός, αχαντωτός

αγκαθωτός

 

 

αγκάι

Αξός*

αγκάθι

 

 

αγκαίγος

Τσακήλι*

αποχωρητήριο

 

 

αγκαΐζου

Σαμοθράκη

γκαρίζω

 

 

αγκαϊθιώνας

Μάνη

αγκαθότοπος

 

 

αγκαΐνα

Νίσυρος

καλικούτσα

 

δ

αγκαίνιαστος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κρήτη

καινούριος

 

 

αγκαίους

Θεσσαλονίκη, Λαγκαδάς, Χαλκιδική

αποχωρητήριο

 

 

άγκακια

Ρόδος

πράγματι

 

 

αγκάκιασμαν

Κύπρος

έρευνα

 

 

αγκακιώ

Κύπρος

παρατηρώ

 

 

αγκάλ

Αξός*, Αραβανί*

δεμάτι

 

 

αγκάλ

Ίμβρος, Πάρος, Σκόπελος

όρμος

 

 

αγκαλά

Ηλεία

όταν

 

 

αγκάλα

Κερασούντα*, Κρώμνη*, Οινόη*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αγκαλιά

 

 

αγκάλα

Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

δεμάτι

 

 

αγκάλα

Παλιά Αθήνα

σκάλα

 

 

άγκαλα

Οινόη*

αγκαλιαστά

 

 

άγκαλα

Κρήτη

εντούτοις

3

δ

αγκαλά [Du Cange 1688]

Αρκαδία, Ζάκυνθος, Θήρα, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Μεσσηνία, Μύκονος, Νίσυρος, Πάρος, Σάμος, Σκιάθος, Φωκίδα, Χίος

μολονότι

 

δ

αγκαλά [Germano 1622]

Τσακωνιά

άλλωστε

 

 

αγκαλάζω

Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αγκαλιάζω

 

 

αγκαλάκι

Κρήτη

αγκαλίτσα

 

δ

αγκαλαμίδα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

μασούρι

 

 

αγκαλάσιμο

Όφις

αγκάλιασμα

 

 

αγκαλάσιμον

Κερασούντα*, Χαλδία*

αγκάλιασμα

 

 

αγκαλάσκομαι

Κοτύωρα*, Οινόη*, Σαμψούντα*

αγκαλιάζομαι

 

 

αγκαλάσκουμαι

Κοτύωρα*

αγκαλιάζομαι

 

 

αγκάλασμαν

Κερασούντα*, Οινόη*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αγκάλιασμα

 

 

αγκαλαστά

Κερασούντα*, Σάντα*

αγκαλιαστά

 

 

αγκαλαστός

Κερασούντα*, Σάντα*

αγκαλιαστός

 

 

αγκάλαστος

Τραπεζούντα

αναγκάλιαστος

 

 

αγκαλαχτέας

Κοτύωρα*

κατήγορος

 

 

αγκαλάω

Ηλία

μηνύω

 

 

αγκαλέ

Κρήτη

αγκαλιά

 

 

αγκάλε

Κερασούντα*, Οινόη*

αγκαλιά

 

 

αγκαλέα

Βάτικα*, Κάρπαθος, Κύθηρα, Μάνη, Μέγαρα, Μεσσηνία, Οινόη*

αγκαλιά

 

 

αγκαλέα

Κερασούντα*, Οινόη*, Σάντα*, Χαλδία*

δεμάτι

 

 

αγκαλέγουμε

Κερασούντα*

αγκαλιάζομαι

 

 

αγκαλέκλα

Θάσος

αγκαλιά

 

 

αγκάλεμα

Κοτύωρα*, Όφις*

μήνυση

 

 

αγκάλεμαν

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Κύπρος, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

μήνυση