Λεξικό Συνωνύμων. Λέξεις που αρχίζουν από αγρ-αγω

 

 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από αγρ-αγω

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 21.10.2019

αναθεώρηση: 26.7.2021

 

 


Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στα λήμματα συνυπάρχουν λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με λέξεις της «κοινής νεοελληνικής».

Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους τα συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως δίπλα τους δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει η συχν(ότητα) εμφ(άνισης) και ένας αριθμός, από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχν. εμφ. 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχν. εμφ. 2) και η λέξη «άβολα» (με συχν. εμφ. 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Όπου υπάρχει η ένδειξη δημοτική, σημαίνει πως η λέξη που προηγείται χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής γλώσσας. Όπου υπάρχει η ένδειξη λόγιο σημαίνει πως η λέξη είναι λόγιο δάνειο, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Μετά τις διαλεκτικές λέξεις, ακολουθούν γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί. Πρόκειται για ονόματα τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της διπλανής εγγραφής). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως οι χριστιανοί Ρωμιοί του οικισμού εγκατέλειψαν τον τόπο τους μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Στο τέλος του λήμματος καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις.

Η βιβλιογραφία υπάρχει στον ιστότοπο σε χωριστή ανάρτηση https://www.lithoksou.net/2020/11/lexiko-synonymon-eisagogi.html

 

άγρα || Ινέπολη*, Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σαμψούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || άγρια

άγρα || Κύπρος || αγριότητα

αγραάδα || Βάτικα* || αγριάδα

αγράβα || Φωκίδα || χαραμάδα

αγραβάνι [Somavera 1709] || δημοτική || χαρούπι

αγραβάνι [Βυζάντιος 1835] || κουτσουπιά

αγραβανί [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || βαθυκόκκινο

αγραβανιά [Somavera 1709] || δημοτική || χαρουπιά

αγραβανιά [Γεννάδιος 1914] || κερασούλι

αγραβανιά [ΙΛΝΕ 1933] || Δαρδανέλια*, Κωνσταντινούπολη* || κουτσουπιά

αγραβανιά [ΙΛΝΕ 1933] || λιλά

αγραβάριο || Ζάκυνθος || επιβάρυνση

αγραβάρομαι || Ζάκυνθος || επιβαρύνομαι

αγραβαρού || Μύκονος || ζητιάνα

αγραβάρω || Ζάκυνθος || φορολογώ

αγράβιο || Ζάκυνθος || φόρος

αγραγκελωνιά || Κεφαλονιά || πυράκανθος

αγραγκινάρα || Ζάκυνθος || αγριαγκινάρα

αγράδα || Βάτικα*, Γρεβενά, Κοζάνη, Σιάτιστα || αγριάδα

αγράδα || Φθιώτιδα || πέρασμα

αγράδα || Αιτωλοακαρνανία || χαραμάδα

αγραδιά || Τήνος || βίκος

αγραδίνα || Σαμάκοβο* || αγριοστάφυλο

αγράδουμα || Αιτωλοακαρνανία || σφήνωμα

αγραδώνω || Αιτωλοακαρνανία || σφηνώνω

αγραεκιάν || Αξός* || βραδιάζει

αγράθραπους || Καβακλί* || αγριάνθρωπος

αγράθριπους || Ίμβρος || αγριάνθρωπος

αγράθρωπος || Κρήτη, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || αγριάνθρωπος

αγράθτι || Καλαβρία || αδράχτι

άγραθτο || Καλαβρία || άγραφος

αγραΐζου || Τσακωνιά || ιππεύω

αγράιν || Κάρπαθος || θράψαλο

αγράκ || Ουλαγάτς* || αδράχτι

αγράκτιν || Κύπρος || αδράχτι

αγραλαφίνα || Κάρπαθος || αγριολαφίνα

αγραμάδα || Σέρρες || περίβολος

αγραμάδα || Χαλκιδική || πετρότοπος

αγραμάδα || Αιτωλοακαρνανία, Φθιώτιδα || χαραμάδα

αγραμάδα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ξερολιθιά

αγράματε || Τσακωνιά || αγράμματος

αγραμάτευτος || Κερασούντα*, Οινόη* || αγράμματος

αγραμάτιφτους || Ημαθία || αγράμματος

αγραματοσύνα || Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || αγραμματοσύνη

αγράματους || Αδριανούπολη*, Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Θάσος, Καστοριά, Λέσβος, Λιβίσι*, Σέρρες, Τρίκαλα || αγράμματος

αγραματσιά || Αδριανούπολη || αγραμματωσιά

αγραμάτστους || Μακεδονία || αγράμματος

αγράμη || Καλαβρία || άγρωστη

αγράμι || Καλαβρία || άγρωστη

αγράμιτθας || Κάλυμνος, Κάσος, Νίσυρος, Ψέριμος || κοκορεβιθιά

αγραμιτθιά || Νίσυρος || κοκορεβιθιά

αγράμματης || Κάρπαθος || αγράμματος

αγραμματία || Νίσυρος || αγραμματοσύνη

αγραμματισιά [Βλαστός 1931] || αγραμματοσύνη

αγραμμάτιστος [Germano 1622] || Κάλυμνος, Κάρπαθος, Οινόη*, Σύρος, Τραπεζούντα*, Τσεσμέ* || αγράμματος

αγράμματος || & Άνδρος, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Θεσπρωτία, Ικαρία, Κάρπαθος, Κρήτη, Κύμη, Κύπρος, Λακωνία, Λέρος, Μάνη, Μεσσηνία, Νάξος, Νίσυρος, Ρόδος || αγράμματος

αγράμματος [Portius 1635] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | άβιβλος, άβιβλους, αγράματε, αγραμάτευτος, αγραμάτιφτους, αγραμάτστους, αγράματους, αγράμματης, αγραμμάτιστος, ντουβλούκι || αγράμματος

αγραμματοσύνη || λόγιο || αγραματοσύνα, αγραματσιά, αγραμματισιά, αγραμματωσιά, αδιαβασιά || αγραμματοσύνη

αγραμματωσιά [ΙΛΝΕ 1933] || αγραμματοσύνη

αγραμπαλώνω || Κεφαλονιά, Μεσσηνία || σκαρφαλώνω

αγραμπαλώνω [Βλαστός 1931] || γρατσουνίζω

αγράμπελη || Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά || κληματσίδα

αγράμπελη [Βλαστός 1931] || δημοτική || το φυτό Clematis cirrhosa: αγράμπελη, αγραμπελιά, αγράμπιλ, αγραμπιλιά, αγραμπιλίνα, αγριαμπελιά, αγριαμπελίνα, αγριαμπιλιά, αγριαμπιλιά, αγριόκλημα, αγριομπελίνα, αμπελάγρι, αμπελίνα, αρκόκλημα, γραμπιλιά, γριαμπελιά, κλώστρος, κούλμπερι, μπερλίνα, περιπλοκάδι, πλοκάδι, στρούνος, χελιδρονάκι, χελιδρονιά || αγράμπελη

αγράμπελη [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || χελιδονιά

αγραμπελίδα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || κληματσίδα

αγράμπελο || Όφις* || αγριάμπελο

αγράμπελον || Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Σαμψούντα* || αγριάμπελο

αγράμπιλ || Ευρυτανία || αγράμπελη

αγραμπιλιά || Σάμος, Σκιάθος, Σκόπελος || αγράμπελη

αγραμπιλίνα || Μαγνησία || αγράμπελη

αγράμπουλον || Κερασούντα* || κορόμηλο

αγραμπώνου || Μάνη || γραπώνω

αγρανάπαυση || λόγιο || Atlas Linguarum Europae 253 | αγριανάπαυλα, αναπάημα, ανάπαμα, απανωχρονέα || αγρανάπαυση

αγρανεμία || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ανεμορριπή

αγρανεμίγια || Κερασούντα* || ανεμορριπή

αγράνθρουπους || Κοζάνη, Πιερία, Σιάτιστα || αγριάνθρωπος

αγράνθρωπος || Κερασούντα*, Οινόη*, Τραπεζούντα* || αγριάνθρωπος

αγρανιά || Ρόδος || βρυωνιά

αγρανίτσα || Ήπειρος, Θεσσαλία || αγριοβαλανιδιά

αγραντολόγιστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Άνδρος || άξεστος

αγραντολόγιστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ασουλούπωτος

αγραντολόιστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || άξεστος

αγραντολόιστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ασουλούπωτος

άγραντος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Παξοί || αλανάριστος

άγραντους || Λάρισα, Χαλκιδική || αλανάριστος

αγραξιά || Κύπρος || θράκα

αγραούλιν || Κάρπαθος || αγρύπνια

αγράπ || Κρώμνη*, Σαμψούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || γκορτσιά

αγράπ || Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || γκόρτσο

αγραπδιά || Ευρυτανία, Λευκάδα || γκορτσιά

αγραπδούλ || Αιτωλοακαρνανία || γκοριτσούλα

αγραπέα || Σάντα* || αχλαδίλα

αγραπθιά || Σέρρες || γκορτσιά

αγράπι || Ινέπολη || γκόρτσο

αγραπίγ || Αξός* || γκόρτσο

αγραπίδ || Ευρυτανία, Λευκάδα || γκόρτσο

αγραπιδέα || Λακωνία || γκορτσιά

αγραπίδι || Ηλεία, Κεφαλονιά, Χαβουτσι* || γκόρτσο

αγραπιδιά || Ιθάκη, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Λακωνία, Λευκάδα || γκορτσιά

αγραπιδία || Ζάκυνθος || γκορτσιά

αγράπιδο || Κέρκυρα, Παξοί, Μάνη || γκόρτσο

αγράπιδον || Οινόη*, Χαλδία* || γκόρτσο

αγραπιδούλα || Αιτωλοακαρνανία || γκοριτσούλα

αγράπιν || Κερασούντα || γκόρτσο

αγραποδιά || Κεφαλονιά || δρασκελιά

αγραπόπον || Σάντα* || γκοριτσούλα

αγραπόπον || Σάντα* || γκόρτσο

αγράπουμα || Καρδίτσα, Κοζάνη || γράπωμα

αγράππα || Κύθνος, Ρόδος || καταπακτή

αγράππης || αναφορά || γκορτσιά

αγραππιδία || Καλαβρία || γκορτσιά

αγράππιδο || Καλαβρία || γκόρτσο

αγράπωμα || Άνδρος || γράπωμα

αγραπώνου || Γρεβενά, Καρδίτσα, Κοζάνη, Σιάτιστα || γραπώνω

αγραπώνω || Άνδρος || γραπώνω

αγράρθεπος || Κερασούντα* || αγριάνθρωπος

αγράρθωπος || Σάντα* || αγριάνθρωπος

αγρασίδι || Αυλωνάρι || γρασίδι

αγρασκελάου || Ηλεία || δρασκελίζω

αγρασκελάω || Ηλεία, Λακωνία || δρασκελίζω

αγρασκελιά || Ηλεία, Λακωνία || δρασκελιά

αγρασκελίζω || Αχαΐα, Λακωνία || δρασκελίζω

αγραστέρ || Όφις*, Τραπεζούντα* || εργαστήριο

αγραστέρ || Όφις*, Τραπεζούντα* || μαγαζί

αγραστεράς || Κερασούντα* || μαγαζάτορας

αγραστέριν || Κερασούντα* || εργαστήριο

αγραστέριν || Κερασούντα* || μαγαζί

άγραστη || Κύπρος || άγρωστη

αγράστη [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Σαμψούντα*, Σίλλη*, Σινασός* || άγρωστη

αγραστήρ || Σίλατα*, Τσακήλι* || μαγαζί

αγραστήρι || Σινασός* || εργαστήριο

αγράστης || Καλαβρία || αδράχτι

αγράστης [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || άγρωστη

αγράστι || Καλαβρία || αδράχτι

άγραστο || Καλαβρία || άγραφος

άγραστος || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Όφις*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || άφθαρτος

αγρατζούνιγος || Αυλωνάρι, Κονίστρες || αγρατζούνιστος

αγρατζούνιστος [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || αγκραμπάτσουτους, αγρατσάνιστος, αγρατζούνιγος, αγρατσούνιστος, αγρατσούντστους, αγκαρτσάνστους, αγκρατσάνστους || αγρατζούνιστος

αγρατσάνιστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγρατζούνιστος

άγρατσος || Σίφνος || άγαρμπος

αγρατσούνιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αγρατζούνιστος

αγρατσούντστους || Κοζάνη || αγρατζούνιστος

αγραττάς || Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Ρόδος, Σύμη || αδράχτι

αγράττι || Κάρπαθος, Ρόδος || αδράχτι

άγραφα [Γούλας 1961] || δημοτική || απροσδόκητα

αγραφιά || Αδριανούπολη*, Φιλιππούπολη* || αδιαφορία

άγραφο || Καλαβρία || άγραφος

άγραφος [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || άγραθτο, άγραστο, άγραφο, άγραφους, άγραφτε, άγραφτος, άγραφτους, ανάγραφος, ανέγραφος, ανίγραφος || άγραφος

άγραφους || Σιάτιστα, Πιερία || άγραφος

άγραφτε || Τσακωνιά || άγραφος

αγράφτι || Καλαβρία || αδράχτι

άγραφτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Μάνη || άγραφος

άγραφτους || Καστοριά || άγραφος

αγράχαρδον || Χαλδία* || γκορτσιά

αγράχαρδον || Χαλδία* || γκόρτσο

αγράχτ || Αξός* || αδράχτι

αγραχτάς || Κύπρος || αδραχτάς

αγραχτάς || Κύπρος, Ρόδος || αδράχτι

αγράχτι || Αραβανι*, Κως, Ρόδος, Τήλος, Χάλκη || αδράχτι

αγραχτίδα || Λακωνία || αδραχτίδα

αγράχτιν || Κύπρος, Ρόδος || αδράχτι

αγραχτοπόης || Ρόδος || λιγνοπόδαρος

αγραχτουλία || Χίος || αδραχτίδα

αγράχτσι || Αραβανί* || αδράχτι

άγρε || Τσακωνιά || άγριος

αγρέας [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Μάνη || λαμπινέρι

αγρέγατους || Χαλκιδική || αγριόγατος

αγρέγιδον || Κερασούντα*, Κοτύωρα* || αγριοκάτσικο

αγρέγουρνου || Βελβεντός, Χαλκιδική || αγριογούρουνο

αγρέγρουνου || Χαλκιδική || αγριογούρουνο

αγρέδον || Χαλδία* || αγριοκάτσικο

αγρέιδο || Κοτύωρα* || αγριοκάτσικο

αγρέιδον || Κερασούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || αγριοκάτσικο

αγρέκ || Γρεβενά, Κοζάνη || μαντρί

αγρέκιαστους || Μαγνησία || άξεστος

αγρέλ || Μύκονος, Τήνος || αγριελιά

αγρέλα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Αϊβαλί*, Θράκη, Νάξος, Σάμος, Σμύρνη* || αγριελιά

αγρέλας || Δέλβινο, Νάξος, Χίος || αγριελιά

αγρελαφούλα || Χαλδία* || αγριολαφίνα

αγρελέα || Σαμψούντα*, Σάντα* || αγριελιά

αγρέλη || Χίος || αγριελιά

αγρέλι || Κύπρος || σπαράγγι

αγρέλι [Βλαστός 1931] || σπαράγγι

αγρέλι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Άνδρος, Κάρυστος, Μύκονος, Σύρος, Χίος || αγριελιά

αγρελιά || Κάρυστος, Κίμωλος, Κύπρος, Μύκονος || αγριελιά

αγρελιά || Κύπρος || σπαραγγιά

αγρελίδι || Θράκη || αγριελίτσα

αγρέλιν || Κύπρος || σπαράγγι

αγρέλλα || Ικαρία, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κως, Νίσυρος || αγριελιά

αγρελλάτσι || Κως || αγριελίτσα

αγρελλιά || Κύπρος || αγριοσπαράγγι

αγρέλλιν || Κύπρος || σπαράγγι

αγρελλοκοίλης || Νίσυρος || κοιλαράς

άγρελλος || Ικαρία, Κως, Χίος || αγριελιά

άγρελλους || Χίος || αγριελιά

αγρελλοφαγάς || Νίσυρος || αδηφάγος

αγρελοπόλυμαν || Κύπρος || βλάστημα

άγρελος [Germano 1622] || δημοτική || Αδριανούπολη*, Τσεσμέ*, Χίος || αγριελιά

αγρέλτα || Αστυπάλαια || αγριελιά

άγρεμα || Κάρυστος, Λάρισα, Όφις* || αγρίεμα

άγρεμα || Ζάκυνθος || ψάρεμα

άγρεμα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ψαριά

άγρεμαν || Κερασούντα*, Σάντα*, Χαλδία* || αγρίεμα

αγρέμιστος || Κρήτη || αγκρέμιστος

άγρεμμος || Ρόδος || γκρεμός

αγρεμώνη || Κύπρος || αγριολαλές

αγρέντζιαλου || Τρίκαλα || αγριοστάφυλο

αγρένω || Σάντα*, Χαλδία* || αγριεύω

αγρεόσκυου || Καβακλί* || αγριόσκυλο

αγρέουλας || Μύκονος || αγλέορας

αγρέουλας || Μύκονος || αγριάνθρωπος

άγρες || Σάντα*, Χαλδία* || άγριος

άγρες || Κύπρος || σύνορα

αγρέστα || Καλαβρία, Λακωνία || αγουρίδα

αγρέστα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγουρίδα

αγρέστρα || Κρήτη, Τήνος || λειρί

αγρετερίδ || Σάντα*, Χαλδία* || σκιάχτρο

αγρεύγκω || Κάρπαθος || αγριεύω

αγρεύγω || Βάτικα*, Πάρος, Χαβουτσί* || αγριεύω

αγρεύου || Γρεβενά, Ιωάννινα, Καβακλί*, Καστοριά, Κοζάνη, Μαγνησία, Νιγρίτα, Σέρρες, Σιάτιστα, Σκόπελος, Τρίκαλα, Χαλκιδική || αγριεύω

αγρεύουμι || Σουφλί || αγριεύομαι

αγρεύω || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Όφις*, Σάντα*, Τραοεζούντα, Χαλδία* || αγριεύω

αγρεύω || Λακωνία || ψαρεύω

άγρζα || Τσακωνιά || άγρια

αγρζάπασε || Τσακωνιά || αγριολάπαθο

άγρζε || Τσακωνιά || άγριος

αγρζέγκω || Τσακωνιά || αγριεύω

αγρζευτέ || Τσακωνιά || αγριεμένος

αγρζοβλάσταρε || Τσακωνιά || αγριοβλαστάρι

αγρζόβρουλε || Τσακωνιά || αγριόβουρλο

αγρζοδαμαστζηνία || Τσακωνιά || κορομηλιά

αγρζοκούμαρε || Τσακωνιά || αγριοκουμαριά

αγρζοκουμαρία || Τσακωνιά || αγριοκουμαριά

αγρζολάπασε || Τσακωνιά || αγριολάπαθο

αγρζολιά || Τσακωνιά || αγριελιά

αγρζολουπινιά || Τσακωνιά || αγριολούπινο

αγρζολούπουνο || Τσακωνιά || αγριολούπινο

αγρζομαλία || Τσακωνιά || αγριομηλιά

αγρζοξικάζου || Τσακωνιά || αγριοκοιτάζω

αγρζορόδικο || Τσακωνιά || αγριοράδικο

αγρζοσπάνακο || Τσακωνιά || αγριοσπανάκι

αγρζοστρούφουλε || Τσακωνιά || αγριοτρίφυλλο

αγρζοτσερασία || Τσακωνιά || αγριοκερασιά

αγρζοφασκόμηλε || Τσακωνιά || μαργαρίτα

αγρζοχαμόμηλε || Τσακωνιά || μαργαρίτα

αγρζοχαμομηλία || Τσακωνιά || μαργαρίτα

άγρη [Βλαστός 1931] || Νίσυρος || κυνήγι

αγρήγορος || Ανατολική Θράκη,  || γρήγορος

αγρήγουρα || Αδριανούπολη*, Γρεβενά, Κοζάνη, Σουφλί, Τρίκαλα, Χαλκιδική || γρήγορα

αγρήγουρους || Αδριανούπολη*, Αίνος*, Διδυμότειχο, Κοζάνη, Κόνιτσα, Ιωάννινα || γρήγορος

άγρηστος || Κάρπαθος || άχρηστος

αγριά || Σαράντα Εκκλησιές*, Σκιάθος, Σκύρος, Χίος || αγριάδα

αγριά || Σαράντα Εκκλησιές* || γρασίδι

αγριά || Κάρπαθος || χερσότοπος

άγρια || & Αχαΐα, Κρήτη, Παξοί, Τρίκαλα || άγρια

άγρια [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 4 || αγρίως: άγζα, άγιρζια, άγρα, άγρζα, άγριγια, ανημέρωτα, απάγιρια, απάγρια, άργκα, άρκα || άγρια

αγρία [Meursius 1614] || δημοτική || άγρωστη

αγριά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Θάσος, Νιγρίτα, Σαράντα Εκκλησιές*, Σέρρες, Σκύρος, Χίος || άγρωστη

αγριαβραμηλιά || Αρκαδία || κορομηλιά

αγριαγγουρέα [Meursius 1614] || Κάρπαθος || πικραγγουριά

αγριαγγουρία || Ζάκυνθος || πικραγγουριά

αγριαγγουριά [Somavera 1709] || δημοτική || Αδριανούπολη*, Αμοργός, Ζάκυνθος, Λακωνία, Ρόδος || πικραγγουριά

αγριαγγουρκά || Κύπρος || πικραγγουριά

αγριάγγουρο [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || αγιριάγγουρο || αγριάγγουρο

αγριάγγουρο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || πικράγγουρο

αγριαγιαγκιναρέ || Κρήτη || αγριαγκινάρα

αγριαγιάλπας || Πάρος || αγιάλοπας

αγριάγκαθο || Ζάκυνθος || νεράγκαθο

αγριάγκαθο [Γεννάδιος 1914] || γομαράγκαθο

αγριάγκαθο [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || σεϊτάγκαθο

αγριάγκαθο [Χελδράιχ 1926] || το φυτό Cirsium acarna ή Pycnomon acarna: αγκάθα, αγκάθι, ασπράγκαθο, ασπράγκαθος, άσπρη αγκάθα, γαϊδουράγκαθο, κουκκουτσάγκαθο, σεϊτάγκαθο || αγριάγκαθο

αγριαγκινάρα [Βεντότης 1790] || δημοτική || το φυτό Cynara cardunculus: αγραγκινάρα, αγριαγιαγκιναρέ, αγριαγκιναριά, αγριαγκνάρα, αγριαντζινάρι, αγριοκουκούτσα, αντζινάζι, αντζινάρι, άρκαστη, αρκοτζινάρα, κουκούτσα || αγριαγκινάρα

αγριαγκιναριά [Somavera 1709] || δημοτική || αγριαγκινάρα

αγριαγκνάρα || Ίμβρος || αγριαγκινάρα

αγριάδα || & Ηλεία, Λακωνία, Πάργα, Σαράντα Εκκλησιές* || αγριάδα

αγριάδα || Κρήτη || αγριότοπος

αγριάδα || Αργυρόκαστρο, Κρήτη, Κύθνος || αιματόχορτο

αγριάδα || Αχαΐα || κακοτοπιά

αγριάδα || Κονίστρες, Προποντίδα*, Σύρος, Χίος || τραχύτητα

αγριάδα || Σύρος, Τήνος || φόβος

αγριάδα [Βεντότης 1790] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || ααργιουμάδα, αγζάδα, αγιριάδα, αγκιάδα, αγραάδα, αγράδα, αγριγιάδα, αγριγιμός, αγρίιμα, αγρίλα, άγριμα, αγριμάρα, αγριουμάρα, αγριουσύν, αγριωμάδα, αγριωσύνη, αγρουσύν || αγριάδα

αγριάδα [Βλάχος 1659] || δημοτική || ερημιά

αγριάδα [Βλάχος 1897] || δημοτική || Βουρλά*, Ζάκυνθος, Καστελλόριζο, Κύθνος, Λαγκαδάς, Λακωνία, Λάρισα, Λουλέβουργας*, Μύκονος, Σάμος, Τσακήλι*, Χαλκιδική || άγρωστη

αγριάδα [Γεννάδιος 1914] || το φυτό Elymus repens ή Agropyron repens ή Triticum repens: άγριο έρι, αίρα || αγριάδα

αγριάδα [Χελδράιχ 1926] || αγριοαγριάδα

αγριάδι || Ζάκυνθος, Μάνη || αγριότοπος

αγριάδι || Μάνη || σουπιά

αγριαδιάσμους || Ίμβρος, Πιερία || αγριοδυόσμος

αγριάζω [ΙΛΝΕ 1933] || δυσανασχετώ

αγριάθριπους || Ίμβρος || αγριάνθρωπος

αγριάθρουπους || Αίνος* || αγριάνθρωπος

αγριάθρωπος || Ζάκυνθος, Κάρπαθος || αγριάνθρωπος

αγριάιν || Κάρπαθος || θράψαλο

αγριαίνω [Deheque 1825] || αγριεύω

αγριαίνω [Βλάχος 1659] || Λευκάδα || εξοργίζομαι

αγριακόνα || Μάνη || ακονόπετρα

αγριάκονε || Τσακωνιά || ακονόπετρα

αγριάκονο || Κρήτη, Μάνη || ακονόπετρα

αγριακρανιά || Σωζόπολη* || αγριοκρανιά

αγριαλαφίνα || Σύμη || αγριολαφίνα

αγριαλιά || Σωζόπολη* || αγριελιά

αγριαλίδα || Κέρκυρα || περιπλοκάδα

αγριαλισφακιά [ΙΛΝΕ 1933] || αγριοσφακιά

αγριαλοατίνα || Νάξος || αγριοφοράδα

αγριάλογο [ΙΛΝΕ 1933] || αγριάλοο, αρκάππαρος || αγριάλογο

αγριάλοο || Νάξος || αγριάλογο

αγριαμάδα || Παλιά Αθήνα || χαραμάδα

αγριαμάραντο [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Ήπειρο || αγριαμάραντος

αγριαμάραντος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγριαμάραντο, αγριομάραντος || αγριαμάραντος

αγριαμόλοχος || Κάρπαθος || μολόχα

αγριάμπελη [Γεννάδιος 1914] || κληματσίδα

αγριαμπελιά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγράμπελη

αγριαμπελίδα [Βλαστός 1931] || Άνδρος || κληματσίδα

αγριαμπελίνα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Άνδρος, Λακωνία, Μεσσηνία || αγράμπελη

αγριάμπελο [Βλάχος 1659] || δημοτική || το φυτό Vitis vinifera sylvestris: αγράμπελο, αγράμπελο, αγριάμπελος, αγροκλήμα, αγρόκλημα || αγριάμπελο

αγριάμπελος [Germano 1622] || αγριάμπελο

αγριαμπελούδα [Γεννάδιος 1914] || κληματσίδα

αγριαμπελοχιά || Τήνος || μολόχα

αγριαμπιλιά || Βόρεια Εύβοια || αγράμπελη

αγριαμπιλίνα || Μαγνησία || αγράμπελη

αγριαμυγδαλιά [Βλαστός 1931] || Κεφαλονιά || πικραμυγδαλιά

αγριάνα || Κάλυμνος || νεράιδα

αγριανάπαυλα || Ηλεία || αγρανάπαυση

αγριανεπλεξά || Κάρπαθος || αγριοκολοκυθιά

αγριανεπλέξαον || Κάρπαθος || αγριοκολοκυθιά

αγριάνηθο [Γεννάδιος 1914] || το φυτό Anethum segetum ή Ridolfia segetum: άηθος, άνεθο, άνηθο || αγριάνηθο

αγριάνης || Κάρπαθος || χυδαίος

αγριάνθρουπους || Αιτωλοακαρνανία, Καστοριά || αγριάνθρωπος

αγριάνθρωπος [Corona Preciosa 1527] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || αγιρζάθρωπος, αγκιάθριπους, αγράθραπους, αγράθριπους, αγράθρωπος, αγράνθρουπους, αγράνθρωπος, αγράρθεπος, αγράρθωπος, αγρέουλας, αγριάθριπους, αγριάθρωπος, αγριάθρωπος, αγριάνθρουπους, αγριγιουνέρατζους, αγρινέζζος, αγριοάνθρωπος, αγριόφουτος, αρκάθθρωπος, αρκουδόλυκας || αγριάνθρωπος

αγριάνκους || Πιερία || άγονος

αγριαντζινάρι || Κρήτη || αγριαγκινάρα

αγριαντράκλα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || σέδο

αγριαπάρα || Τσακωνιά || αγριόπρασο

αγριαπιδέα [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || Κύθηρα || γκορτσιά

αγριαπίδι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Ηλεία, Μάνη || γκόρτσο

αγριαπιδιά [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || Αρκαδία, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Κρήτη, Μεσσηνία, Σίφνος || γκορτσιά

αγριάπιδο [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || Ζάκυνθος, Κεφαλονιά || γκόρτσο

αγριάπιδος || Σέριφος || γκορτσιά

αγριαπιδούλα || Κεφαλονιά || γκοριτσούλα

αγριαππιδκιά || Κύπρος || γκορτσιά

αγριαπφιδιά || Σίφνος || γκορτσιά

αγριαργούλιδο || Κρήτη || αγριελιά

αγριαρόανος || Κάρπαθος || ανάγυρος

αγριασκιά || Ήπειρος || αγριοσυκιά

αγριασκιθθός || Κάρπαθος || λαδανιά

αγριασμός || Ρόδος || αγανάκτηση

αγριαστοιβή [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || στοιβάδα

αγριαστοιή || Κάρπαθος || στοιβάδα

αγριαφάνα [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || λυκοφάνης

αγριάφκος || το φυτό Lathyrus ochrus: αγριγιάφκους, αγριοβαβούλι, αγριομπίζι, άγριος άφκος, καμπιλιά, ώχρος || αγριάφκος

αγριαχλαδέα || Μέγαρα || γκορτσιά

αγριαχλαδιά [Βλαστός 1931] || δημοτική || Σκύρος || γκορτσιά

αγριαχλαδίτσα [ΙΛΝΕ 1984] || γκοριτσούλα

αγριαχλάουλλας || Κάρπαθος || γκορτσιά

αγριαχρά || Τσακωνιά || γκορτσιά

αγριάχυρο || Αίγινα || καβαλερού

αγριαψιθιά [Βλαστός 1931] || δημοτική || φυτά του γένους Achillea: αχίλακο, αψιθιά, μελετίνη, σεμεσάντο, σεμισάντο, χέλακου || αγριαψιθιά

αγριβανής || Λέσβος || κατακόκκινος

αγριβανί || Λέσβος || βαθυκόκκινο

αγριβανιάζου || Λέσβος || κοκκινίζω

αγρίβρομος || Κεφαλονιά || αγριοβρόμη

αγριγάδουρου || Χαλκιδική || αγριογάιδαρος

αγριγεύγω || Κρήτη || αγριεύω

αγριγεύου || Θάσος, Λέσβος || αγριεύω

αγριγεύω || Κερασούντα*, Κρήτη || αγριεύω

αγριγιά || Σίφνος || αγριελιά

αγριγιά || Θάσος || άγρωστη

άγριγια || Θάσος || άγρια

αγριγιάδα || Θάσος || αγριάδα

αγριγιάδα || Αιτωλοακαρνανία, Φθιώτιδα || άγρωστη

αγριγιάφκους || Λήμνος || αγριάφκος

αγριγίδι || Εύβοια || αγριοκάτσικο

αγριγιένω || Κρήτη || αγριεύω

αγριγιμός || Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι* || αγριάδα

αγριγιοβάρσαβος || Κρήτη || αγριοδυόσμος

αγριγιογούρουνο || Κρήτη || αγριογούρουνο

αγριγιόδου || Αιτωλοακαρνανία || αγριοκάτσικο

αγριγιοθωρώ || Κρήτη || αγριοκοιτάζω

αγριγιομούτσουνος || Βιθυνία* || αγριοπρόσωπος

αγριγιοξανοίγω || Κρήτη || αγριοκοιτάζω

αγριγιοξάνοιμα || Κρήτη || αγριοκοίταγμα

αγριγιοξάνοισμα || Κρήτη || αγριοκοίταγμα

αγριγιόξλου || Θάσος || αγριόξυλο

αγριγιοπερίστρο || Κρήτη || αγριοπερίστερο

άγριγιος || Αχαΐα, Κερασούντα*, Κρήτη || άγριος

αγριγιόσκου || Λέσβος || αγριόσυκο

αγριγιουκάλαμου || Λήμνος || αγριοκαλάμι

αγριγιουκαντιφές || Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι* || αγριοκατιφές

αγριγιουλαντίζου || Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι* || τρομάζω

αγριγιουμαστχιά || Μάδυτος* || κοκορεβιθιά

αγριγιουμαστχιά || Μάδυτος* || μαστιχάγκαθο

αγριγιουματιάζου || Μάδυτος* || αγριοκοιτάζω

αγριγιουμιρνός || Θάσος || βουνίσιος

αγριγιουνέρατζους || Αϊβαλί*, Μοσχονήσι* || αγριάνθρωπος

αγριγιουπιριστέρ || Λέσβος || αγριοπερίστερο

αγριγιουριπανίδα  || Λήμνος || ραφανίδα

άγριγιους || Θάσος, Λέσβος || άγριος

αγριγιώνω || Κερασούντα*, Οινόη* || αγριεύω

αγριγιώνω || Κερασούντα || φοβερίζω

αγριγκιά || Σίφνος || αγριελιά

αγριγούρνου || Βελβεντός || αγριογούρουνο

αγρίδ || Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα || αγριότοπος

αγρίδ || Πιερία || υγρότοπος

αγρίδ || Αιτωλοακαρνανία || χερσότοπος

αγρίδα [Γούλας 1961] || δημοτική || Αιτωλοακαρνανία, Αυδήμι*, Βόρεια Εύβοια, Ευρυτανία, Θάσος, Καρδίτσα, Λαγκαδάς, Λευκάδα, Λουλέβουργας*, Μαγνησία, Μαΐστρος*, Νιγρίτα, Πιερία, Σέρρες, Στενήμαχος*, Φθιώτιδα, Φωκίδα || αγουρίδα

αγρίδι || Αρκαδία || αγριότοπος

αγρίδι || Άνδρος || αγρόκτημα

αγρίδι [Deheque 1825] || αγρίμι

αγρίδι [Βλαστός 1931] || Τσακωνιά || χερσότοπος

αγρίδι [ΙΛΝΕ 1933] || χωραφάκι

αγρίδιν || Κερασούντα* || αγρίμι

αγριδότοπος [ΙΛΝΕ 1933] || αγριότοπος

άγριε || Τσακωνιά || άγριος

αγριέβουμαι [Βλαστός 1931] || αγριεύομαι

αγριέβω [Βλαστός 1931] || αγριεύω

αγριέγκου || Τσακωνιά || αγριεύω

αγριέλα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγριελιά

αγριελέα || Βάτικα*, Χαβουτσί* || αγριελιά

αγριελήσιος [ΙΛΝΕ 1933] || αγριλίτικος

αγριελία || Τσακωνιά || αγριελιά

αγριελιά [Germano 1622] || δημοτική || το δέντρο Olea oleaster: αβρολιά, αγζολία, αγιριελιά, αγιριολιά, αγκριγιολιά, άγκριντο, αγκριολιά, αγρέλ, αγρέλα, αγρέλας, αγρελέα, αγρέλη, αγρέλι, αγρελιά, αγρέλλα, άγρελλος, άγρελλους, άγρελος, αγρέλτα, αγρζολιά, αγριαλιά, αγριαργούλιδο, αγριγιά, αγριγκιά, αγριέλα, αγριελέα, αγριελία, αγριελίδα, αγρίελος, αγριλεά, αγρίλι, αγριλιά, αγριλίδα, αγριλίδι, αγριλιός, αγριλλός, άγριλος, αγριμολέ, αγρίντα, αγριντέα, αγριντέο, αγριντό, άγριντο, αγριοελιά, αγριοκατσάγριλας, αγριολέα, αγριολιά, αγριολία, αγριουλιά, αγρλίδα, αγρλίδι, αγρολέα, αγρολέγια, αγρολία, αγρολιά, αγρολίδα, αγρουλιά, αγρουλίδα, αετονυχολιά, αξμέρουτου, αργαλέους, αργλιά, αργολιά, αργουγιά, αργουλέος, αργούλεος, αργουλιά, αργουλίδα, άργουλο, αρκοκάτσελλος, αρκολιά, ασγουρλίδα, ασγουρλίδι, άχριντο, θάμιγγας, θαμίγγιν, κατσάγριουας, κόσινας, κοσίνη, κόστινος, κουτρούαλντος, κουτρουβάλι, κουτσίν, μπάγκουρο, φιλουριά || αγριελιά

αγριελίδα [ΙΛΝΕ 1933] || αγριελιά

αγριελίδι || Αστυπάλαια || αγριελίτσα

αγριελίσιος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγριλίτικος

αγριελίτικος [Βλαστός 1931] || αγριλίτικος

αγριελίτσα [ΙΛΝΕ 1933] || υποκοριστικό της αγριελιάς: αγγκριντάτσι, αγρελίδι, αγριελίδι, αγρελλάτσι, αγριλίδι, αγριλίτσα, αγριλούλα, αγριολίδι, γριλίδι, αργουλίδι || αγριελίτσα

αγρίελος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγριελιά

αγρίεμα || Μάνη || οργή

άγριεμα || Λακωνία || αγρίεμα

αγρίεμα [Βλαστός 1931] || δημοτική || άγζεμα, άγκιμα, αγκιμάδα, αγκιμός, άγρεμα, άγριεμα, αγρίεμαν, αγριεμός, αγρίιμα, άγριμα, αγριμός, αγρίωμα, αγρίωμαν, άργωμαν, άρκωμαν || αγρίεμα

αγρίεμα [Βλαστός 1931] || δημοτική || φόβος

αγρίεμαν || Σάντα*, Χαλδία* || αγρίεμα

αγριεμάρα || Ζάκυνθος || αγριότητα

αγριεμάρα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || εξαγρίωση

αγριεμένα [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αβράντινι, αβρτατινί || αγριεμένα

αγριεμένος [Βλάχος 1659] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αγζεγκουμένε, αγιριεμένος, αγρζευτέ, αγριμένους, αγριομένος, αρκωμένος, ξαγκριγεμένος || αγριεμένος

αγριεμός [Βλαστός 1931] || φόβος

αγριεμός [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Νάξος || αγρίεμα

αγριένω [Βεντότης 1790] || αγριεύω

αγριεύγκω || Κάρπαθος, Κως, Χίος || αγριεύω

αγριεύγω || Καστελλόριζο, Κίμωλος, Κρήτη, Κύθνος, Νάξος, Χίος || αγριεύω

αγριεύκω || Κύπρος || αγριεύω

αγριεύομαι || αγρεύουμι, αγριέβουμαι, ανεχεντρώνω, αρκώννουμαι || αγριεύομαι

αγριεύομαι || Σωζόπολη* || φοβάμαι

αγριεύου || Νιγρίτα, Φθιώτιδα || αγριεύω

αγριεύω [Somavera 1709] || δημοτική || αγγρίζου, αγγρίζω, αγζέγκου, αγιριεύου, αγκριγεύγω, αγκριγεύω, αγκρικόννω, αγογίζω, αγρένω, αγρεύγκω, αγρεύγω, αγρεύου, αγρεύω, αγρζέγκω, αγριαίνω, αγριγεύγω, αγριγεύου, αγριγεύω, αγριγιένω, αγριγιώνω, αγριέβω, αγριέγκου, αγριεύγκω, αγριεύγω, αγριεύκω, αγριεύου, αγρίνω, αγριώ, αγριώνω, αγρώνου, αγρώνω, αεργεύω, αναγριώνω, αζντεύω, αζντίζου, αϊγρεύου, αναχετζόνω, αργκώννω, αργώνω, αρκώννω, γρεύω, γριάζω, γριεύγω, δριμώνω, ξαγγρίζω, ξαγριέβω, ξαγριώνω, χετζόνω  || αγριεύω

αγρίεψη [Βλαστός 1931] || φόβος

αγρίζευτος || Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ανεκρίζωτος

αγρίζω || Κύπρος || αξίζω

αγρίζω [Deheque 1825] || εξοργίζω

αγρίθρα || Φθιώτιδα || αγουρίδα

αγρίιμα || Μαγνησία || αγριάδα

αγρίιμα || Αδριανούπολη*, Αιτωλοακαρνανία || αγρίεμα

αγρικά || Κέρκυρα || τραχιά

αγρίκα || Βιθυνία || άξεστος

άγρικα [Somavera 1709] || ακατανόητα

αγρικάου || Αρκαδία, Μαγνησία, Μεσσηνία || αισθάνομαι

αγρικάου || Ηλεία, Λάρισα, Μεσσηνία || ακούω

αγρικάου || Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Καστοριά, Κοζάνη, Λάρισα, Μαγνησία, Νιγρίτα, Σάμος, Σκόπελος, Τρίκαλα || καταλαβαίνω

αγρίκας || Σιάτιστα || έξυπνος

αγρικάω || Λακωνία, Παξοί || καταλαβαίνω

αγρικάω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Λακωνία || ακούω

αγρίκεμαν || Κερασούντα* || αντίληψη

αγρικέρασι || Καλαβρία || αγριοκέρασο

αγρικερός [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ηχητικός

αγρίκετος || Οινόη* || ανόητος

αγρικηρός [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ηχητικός

αγρίκηση || Κύπρος || είδηση

αγρικησία || Οινόη*, Τραπεζούντα* || βραδύνοια

αγρικησιά [Βλαστός 1931] || δημοτική || Μήλος, Σύμη || ανυπακοή

αγρίκητα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ασυνεννόητα

αγρικητά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κεφαλονιά, Κορινθία, Μάνη, Σίφνος || ακουστά

αγρίκητος || Ζάκυνθος, Κρήτη || ανυπάκουος

αγρίκητος || Σύμη || άτακτος

αγρικητός [Βλαστός 1931] || ακουστός

αγρίκητος [Βλαστός 1931] || ακατανόητος

αγρίκητος [Βλαστός 1931] || ανάκουστος

αγρικιά || Μυριόφυτο*, Μύκονος || ανοησία

αγρικιά || Θήρα || ανυπακοή

αγρικία || Τραπεζούντα* || ανοησία

αγρικιά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αποκοτιά

αγρικιά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || φήμη

αγρικιάζομαι || Λακωνία || αφουγκράζομαι

αγρικιέμαι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Ηλεία || ακούγομαι

αγρικιέμαι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || συνεννοούμαι

αγρίκιστα || Κερασούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα* || ανόητα

αγρίκιστα || βάναυσα || βάναυσα

αγρικιστά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Σύρος || ακουστά

αγρικιστία || Κερασούντα* || ανοησία

αγρικιστίγια || Κερασούντα* || ανοησία

αγρίκιστος || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Οινόη*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ανόητος

αγρίκιστος || Σινασός* || άξεστος

αγρίκιστος || Κοτύωρα* || παρεξηγιάρης

αγρικιστός [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Σύρος || ακουστός

αγρίκιστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ανήκουστος

αγρίκιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακατανόητος

αγρικιστοσίνα || Κερασούντα*, Χαλδία* || ανοησία

αγρικιστοσύνη || Κερασούντα*, Χαλδία* || απερισκεψία

αγρίκιτος [Somavera 1709] || δημοτική || ακατανόητος

αγρίκιτος [Somavera 1709] || δημοτική || ανήκουστος

αγρίκιτος [Βλάχος 1659] || Κύθηρα || απείθαρχος

αγρικιτός [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακουστός

αγρίκλα || Αιτωλοακαρνανία || αγουρίδα

αγρικό || Απουλία, Καλαβρία || άγριος

άγρικο || Βάτικα*, Χαβουτσί* || στενοκέφαλος

αγρικονίζω || Κύπρος || ακούω

αγρικός || Κύπρος || έξυπνος

αγρικός || Κέρκυρα || τραχύς

άγρικος || Θήρα, Κεφαλονιά || ανυπάκουος

άγρικος || Θήρα, Κάλυμνος, Ρόδος || άτακτος

άγρικος || Μάνη || κουτός

άγρικος [Somavera 1709] || άγριος

αγρικού || Μάνη || ακούω

αγρικού || Τσακωνιά || καταλαβαίνω

αγρικούμαι || Κύπρος || σκέφτομαι

άγρικους || Καρδίτσα || ανώριμος

άγρικους || Λιβίσι* || άτακτος

αγρίκστους || Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι* || ανικανοποίητος

αγρικτάζου || Χαλκιδική || αγριοκοιτάζω

αγρίκτους || Σάμος || ανυπάκουος

αγρίκτους || Ίμβρος || λιπόθυμος

αγρικώ [Portius 1635] || δημοτική || Κάσος, Κέρκυρα, Κορινθία, Παξοί || αισθάνομαι

αγρικώ [Βεντότης 1790] || δημοτική || Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Βελβεντός, Γρεβενά, Δέλβινο, Ηλεία, Κάσος, Κερασούντα*, Κοζάνη, Κύπρος, Λήμνος, Μεσσηνία, Μύκονος, Πιερία, Σάμος, Σέρρες, Σιάτιστα, Χίος || καταλαβαίνω

αγρικώ [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Άνδρος, Αχαΐα, Δέλβινο, Ηλεία, Κάσος, Κύθηρα, Κύθνος, Κύπρος, Λήμνος, Νίσυρος, Πάρος, Τήνος || ακούω

αγρίλα || Μαγνησία, Σκόπελος || αγριάδα

αγριλάντστους || Λέσβος || άξεστος

αγρίλας || Χίος || αγριομάτης

αγριλεά || Κίμωλος || αγριελιά

αγριλήσιους || Αιτωλοακαρνανία || αγριλίτικος

αγριλήσος || Αρκαδία, Αυλωνάρι, Κονίστρες, Λακωνία || αγριλίτικος

αγρίλι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Ήπειρος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Παξοί || αγριελιά

αγριλιά [Γεννάδιος 1914] || δημοτική || Αϊβαλί*, Αρκαδία, Αυλωνάρι, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Ιθάκη, Ίμβρος, Καρδίτσα, Καστελλόριζο, Κεφαλονιά, Κίμωλος, Κονίστρες, Κορινθία, Κύμη, Λέρος, Λέσβος, Μεσσηνία, Μοσχονήσι*, Νάξος, Παξοί, Πάρος, Σάμος, Σίφνος, Σύμη, Χαλκιδική || αγριελιά

αγρίλιαγος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Αρκαδία || άψητος

αγρίλιαος || Αρκαδία || άψητος

αγρίλιαστους || Σάμος || άψητος

αγριλίδα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Αίνος*, Κρήτη, Νάξος, Παξοί || αγριελιά

αγριλίδι || Αχαΐα, Θήρα, Κορινθία || αγριελίτσα

αγριλίδι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Ηλεία, Μεσσηνία || αγριελιά

αγριλίκ || Γρεβενά || αγριλίκι

αγριλίκι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || προίκα χήρου που ξαναπαντρεύεται στην παρθένα νύφη: αγαρλίκ, αγουριλίκι, αγριλίκ, γαρλίκ, γριλίκι || αγριλίκι

αγριλιός [Βλάχος 1897] || Αττική, Κέα, Κύθνος, Μέγαρα || αγριελιά

αγριλίσιος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αγριλίτικος

αγριλίτικος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || από αγριελιά: αγριελήσιος, αγριελίσιος, αγριελίτικος, αγριλήσιους, αγριλήσος, αγριλίσιος, αργουλιδένιος, αργουλίσος || αγριλίτικος

αγριλίτσα || Αυλωνάρι, Κονίστρες || αγριελίτσα

αγριλίτσα [Χελδράιχ 1926] || το φυτό Putoria calabrica: αγριορίζαρο || αγριλίτσα

αγριλλός || Κάρπαθος, Κάσος || αγριελιά

άγριλος || Ήπειρος, Νάξος, Μέγαρα || αγριελιά

αγριλούκλα [ΙΛΝΕ 1933] || μεγεθυντικό της αγριελιάς: αγρούλιδας, αγρούλιδος, αργούλιδος || αγριλούκλα

αγριλούλα || Αιτωλοακαρνανία, Ήπειρος, Κεφαλονιά || αγριελίτσα

αγριλώνω || Χίος || αγριοκοιτάζω

αγρίμ || Αδριανούπολη*, Αιτωλοακαρνανία, Θάσος, Σάμος, Τρίκαλα, Τσακήλι*, Φθιώτιδα, Χαλκιδική || αγρίμι

αγρίμ || Τσακήλι* || αγριοκάτσικο

άγριμα || Σκόπελος || αγριάδα

άγριμα || Θεσσαλονίκη, Κοζάνη || αγρίεμα

άγριμα (το) || Παξοί || χερσότοπος

αγρίμαι || Χαλδία* || φοβάμαι

αγριμάρα || Χαλκιδική || αγριάδα

αγριματιάζου || Χαλκιδική || αγριοκοιτάζω

αγριμένους || Νιγρίτα || αγριεμένος

αγριμερόν || Κάρπαθος || αγριοκάτσικο

αγρίμι || & Αργολίδα, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Μάνη, Μεσσηνία, Σινασός*, Τσακωνιά || αγρίμι

αγρίμι || Κρήτη || αγριοκάτσικο

αγρίμι [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || Buck List 3.11 | αγζίνι, αγρίδι, αγρίδιν, αγρίμ, αγριμικό, αγρίμιν, αγρίμν, αγρίνι, αγριόζουγου, αγριόζουδο, αγριομερικόν, αγριομερινό, αγριουζούλαπου, αγριουμιρκό, αγριουμιρνό, αγρουζούλαπου, αγρουστόγιους, γριμ, γρίμι, γριμικό, ζλάπι, ζουλάπι, ζουμπερό, τζαναβάρι || αγρίμι

αγριμιά [Βλαστός 1931] || χερσότοπος

αγριμικό [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Λακωνία, Μάνη || αγρίμι

αγρίμιν || Λιβίσι*, Χίος || αγρίμι

αγρίμιν || Κάρπαθος || αγριοκάτσικο

αγρίμν || Χαλκιδική || αγρίμι

αγριμοία [Χελδράιχ 1926] || Κέρκυρα || αγριμόνια

αγριμολέ || Κρήτη || αγριελιά

αγριμολογάω [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || κυνηγώ

αγριμολόγος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || κυνηγός

αγριμολογώ [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || κυνηγώ

αγριμονιά [Deheque 1825] || δημοτική || αγριμόνια

αγριμόνια [Βεντότης 1790] || δημοτική || το φυτό Agrimonia eupatoria: αγριμοία, αγριμόνια, αγριμονιά, ασπροξάκι, φονόχορτο || αγριμόνια

αγριμονιά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || φωνόχορτο

αγριμός || Λέσβος || αγρίεμα

αγριμός || Λέσβος || εξαγριωμένος

αγριμούτσα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Κρήτη || ακρίδα

αγριμπιλίνα || Μαγνησία || αγράμπελη

αγρινέζζος || Κως || αγριάνθρωπος

αγρίνι || Τσακωνιά || αγρίμι

αγρινιά || Κύπρος || αγριοσυκιά

αγρίνιαστα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγκρίνιαστα

αγρίνιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Νάξος || αγκρίνιαστος

αγρινό [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || το θηλαστικό Ovis orientalis: αγρινόν || αγρινό

αγρινόν || Κύπρος || αγρινό

αγρίντα || Καλαβρία || αγριελιά

αγρίντα || Καλαβρία || άργιλος

αγριντέα || Καλαβρία || αγριελιά

αγριντέο || Καλαβρία || αγριελιά

αγριντιά || Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Λαγκαδάς, Χαλκιδική || γρεντιά

αγριντό || Καλαβρία || αγριελιά

άγριντο || Απουλία || αγριελιά

αγρίνω || Κοτύωρα*, Σαμψούντα*, Χαλδία* || αγριεύω

αγριξιά || Αίνος* || ανοησία

αγριξία || Τραπεζούντα* || ανοησία

αγρίξτος || Μύκονος || ανυπάκουος

αγρίξτους || Λήμνος || άξεστος

αγριοαβραμηλιά [Χελδράιχ 1926] || κορομηλιά

αγριοαβράμηλο [ΙΛΝΕ 1933] || κορόμηλο

αγριοαγγουρία || Τσακωνιά || πικραγγουριά

αγριοαγριάδα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || το φυτό Panicum repens: αγριάδα || αγριοαγριάδα

αγριοαίρα [Χελδράιχ 1926] || το φυτό Lolium perenne: αγζοήρα || αγριοαίρα

αγριοακαλαμιά || Ήπειρος || αγριοκαλάμι

αγριοαμπέλι [Χελδράιχ 1926] || κουρμπενιά

αγριοάνθρωπος || Μάνη || αγριάνθρωπος

αγριοαρακάς [Γεννάδιος 1914] || το φυτό Vicia dasycarpa ή Vicia varia: άγρια καβαλαριά, αρακάς, καβαλαριά, καβελαριά, σκοτισμάρα || αγριοαρακάς

αγριοαρακάς [Γεννάδιος 1914] || Κύθνος || αγριόβικος

αγριοάραχο || Αίγινα || αγριοκόκι

αγριοάραχο || Αίγινα || βίκος

αγριοασιλικός || Κάρπαθος || αγριοβασιλικός

αγριοβαβούλι [Γεννάδιος 1914] || αγριολαθούρι

αγριοβαβούλι [ΙΛΝΕ 1933] || αγριάφκος

αγριοβαλανιδιά [Βεντότης 1790] || δημοτική || το δέντρο Quercus lanuginosa: αγρανίτσα, γρανίτσα, γράνιτσα, δέντρο, ημεράδα, ημεράδι, κελόνι, μεράδι, ροτσόκι, ρουπάκι, τσάρι, τσαρνόκ, τσερνόκι, τσερνούχι, τσιρνόκ, τσουρνόκ || αγριοβαλανιδιά

αγριοβάρσαμο || Κρήτη || αγριοδυόσμος

αγριοβάρσαμος || Κρήτη, Λευκάδα || αγριοδυόσμος

αγριοβάρω || Μύκονος || αποπαίρνω

αγριοβασιλικό || Σύμη || αγριοβασιλικός

αγριοβασιλικός [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || διαφόρα είδη φυτών: αγριοασιλικός, αγριοβασιλικό, αγριουβασιλκός, αγριουβασιλκός, αρκοβασιλιτσά || αγριοβασιλικός

αγριοβασιλικός [Χελδράιχ 1926] || Σκύρος || περδικάκι

αγριόβατο [ΙΛΝΕ 1933] || αγριόβατος

αγριόβατος || Ζάκυνθος || βάτος

αγριόβατος [Χελδράιχ 1926] || ο θάμνος Rubus tomentosus: αγριόβατο, αγριόβατους, ακόρβατε, αρκόβατε, αρκόβατος, αρκόβατους, βατσινιά, βάτος, βάτσο || αγριόβατος

αγριόβατους || Θεσσαλία || αγριόβατος

αγριοβαφή || Κέρκυρα || ριζάρι

αγριοβαφή [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ριζάρι

αγριοβάφι || Κέρκυρα || ριζάρι

αγριοβελανιδιά [Βλαστός 1931] || Αρκαδία, Μάνη || αγριοβαλανιδιά

αγριοβέλανο [ΙΛΝΕ 1933] || δημοτική || άγριο βελανίδι: αγριοβέλανο, αγροβελάνι, αγροβέλανο, αργκουβέλανου, αρκουβέλανο, γροβέλανο || αγριοβέλανο

αγριόβικο || Τσακωνιά || αγριόβικος

αγριόβικος [Γεννάδιος 1914] || το φυτό Vicia sibthorpii: αγζόβικο, αγριοαρακάς, αγριόβικο, αγριόβκους, αγριόροβη, αγριουβίκους || αγριόβικος

αγριοβιολέτα [Βλάχος 1897] || δημοτική || το φυτό Malcolmia maritima: αγριοβιολέττα, αγριοπουλιά, αρκοβιολέτα || αγριοβιολέτα

αγριοβιολέττα || Κάρπαθος || αγριοβιολέτα

αγριόβκους || Θεσσαλία, Θεσσαλονίκη || αγριόβικος

αγριοβλαστάρι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγζοβάσταρε, αγρζοβλάσταρε, αγριοβλάσταρο, αγριουβλαστάρ, αγριουβλάσταρου || αγριοβλαστάρι

αγριοβλάσταρο [Βλάχος 1897] || δημοτική || Κεφαλονιά || αγριοβλαστάρι

αγριοβλεματιά || Ηλεία || αγριοματιά

αγριοβλέπω [Somavera 1709] || δημοτική || Σαράντα Εκκλησιές* || αγριοκοιτάζω

αγριόβλιτε || Τσακωνιά || πολύγωνο

αγριόβλιτο [ΙΛΝΕ 1933] || διάφορα φυτά του γένους Amaranthus: αγριόβλιτου, αγριουβλίτρου || αγριόβλιτο

αγριόβλιτου || Θεσσαλία || αγριόβλιτο

αγριόβοδο [ΙΛΝΕ 1933] || αγριόβοϊδο

αγριοβοΐδι [Deheque 1825] || αγριοβοίδι

αγριόβοϊδο [Ηπίτης 1908] || δημοτική || άγριο βόδι: αγκριγιόβουϊδο, αγριόβοδο, αγριοβοΐδι, αγριόβουδο, αγριόβουδου, αγρόβουδον || αγριόβοϊδο

αγριοβόρης || Κερασούντα*, Τρίπολη* || αγριοβόρι

αγριοβόρι [Βλαστός 1931] || δημοτική || αγριοβόρης, αγριοβοριαδούκλα, αγριοβοριάς, αγροβόρι, αγροβόρς, αγροβόρτς || αγριοβόρι

αγριοβοριαδούκλα || Μύκονος || αγριοβόρι

αγριοβοριάς || Νάξος || αγριοβόρι

αγριοβόριν || Οινόη* || αγριοβόρι

αγριοβοτάνι [ΙΛΝΕ 1933] || αγριοβότανο

αγριοβότανο [Βλάχος 1897] || δημοτική || αγριοβοτάνι || αγριοβότανο

αγριοβούβαλο [Βλαστός 1931] || δημοτική || Αρκαδία || αγριοβούβαλος

αγριοβούβαλον [Βλάχος 1897] || Τραπεζούντα || αγριοβούβαλος

αγριοβούβαλος [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || αγριοβούβαλο, αγριοβούβαλον || αγριοβούβαλος

αγριόβουδο [Somavera 1709] || δημοτική || αγριόβοϊδο

αγριόβουδου || Αιτωλοακαρνανία, Ίμβρος || αγριόβοϊδο

αγριοβούνι [Βλαστός 1931] || αγριοούνι, αγριουβούν || αγριοβούνι

αγριόβουρας || Ρόδος || σφήκα

αγριόβουρλο || αγρζόβρουλε, αγριόβρουλε || αγριόβουρλο

αγριοβραμηλιά [Σκαρλάτος 1835] || προυνιά

αγριοβραχιά || Νάξος || βραχότοπος

αγριόβρομη || Αργυρόκαστρο, Κεφαλονιά || αγριοβρόμη

αγριόβρομη [Γεννάδιος 1914] || δημοτική || Βάτικα*, Δέλβινο || αγριοβρόμη

αγριοβρόμη [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || διάφορα φυτά του γένους Avena: αγζόβρονη, αγιριοβρόμη, αγρίβρομος, αγριόβρομη, αγριόβρομη, αγριοβρόμι, αγριόβρομο, αγριοβρόμος, αγριόβρομος, αγριόβρουμ, αγριόβρουμου, αγριογέννημα, αγριουβρόμ, αγριουβρόμ, αγρόβρουμ, αγριοβρόμι, αγρουβρόμ || αγριοβρόμη

αγριοβρόμι || Κέρκυρα || αγριοβρόμη

αγριόβρομο || Ζάκυνθος || αγριοβρόμη

αγριοβρόμος || Ζάκυνθος || αγριοβρόμη

αγριόβρομος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Ιθάκη, Κέρκυρα || αγριοβρόμη

αγριόβρουβα || Λακωνία || σκυλοβρούβα

αγριόβρουβα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || πικρόχορτο

αγριόβρουβα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || σινάπι

αγριοβρούβα [Χελδράιχ 1926] || σινάπι

αγριόβρουβα [Χελδράιχ 1926] || το φυτό Sisymbrium officinale: αγζόβρουβα, πικρόχορτο, σκυλοβρούβα || αγριόβρουβα

αγριόβρουλε || Τσακωνιά || αγριόβουρλο

αγριόβρουμ || Πιερία || αγριοβρόμη

αγριόβρουμου || Λάρισα || αγριοβρόμη

αγριοβρωνιά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Roccella tinctoria: γλίνα, γλίτζα της πέτρας || αγριοβρωνιά

αγριοβύζι [Γεννάδιος 1914] || το φυτό Tolpis virgata ή Crepis virgata: λαρδάκι, πικραλίδα || αγριοβύζι

αγριόγα || Ίμβρος || αγριόγιδα

αγριογάδαρος [Portius 1635] || αγριογάιδαρος

αγριογάδουρο [Βλαστός 1931] || αγριογάιδαρος

αγριογάιδαρος [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || αγριογάδαρος, αγριγάδουρου, αγριογάδουρο, αγριοονικόν, αγριουάδαρος, αγριουγάδαρους || αγριογάιδαρος

αγριόγαλλος || Άνδρος, Ζάκυνθος, Θήρα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Πάρος || χαμωτίδα

αγριόγαλος [Βλάχος 1897] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || το πουλί Otis tarda: αγριόκουρκα, αγριόκουρκος, τόγια, τόι || αγριόγαλος

αγριογαρίφαλλο [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || φυτά του γένους Dianthus: αγριογαρόφαλο, αγριογαρούφαλο || αγριογαρίφαλλο

αγριογαρούφαλο [Βλαστός 1931] || Κέρκυρα || αγριογαρίφαλλο

αγριογαρόφαλο || Κέρκυρα || αγριογαρίφαλλο

αγριόγατα [Βεντότης 1790] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || αγκιόκατα, αγριόκατα, αγριόκατθα, αγριόκατσα, αγρόκατα, αγρόγατα, γριόκατσα, αγρόγατα, αγρόκατα, αγροκάτα || αγριόγατα

αγριόγατο [ΙΛΝΕ 1933] || αγριόκατσο, αγριουγάτ, αγροκατούδ, αγροκάτουδον, αγροπαρδίν || αγριόγατο

αγριόγατος [Βεντότης 1790] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αγζοκάτσουλε, αγιρζόκατθος, αγιριόγατος, αγκριγιόκατος, αγρέγατους, αγριόγατους, αγριόκατθος, αγριόκατος, αγριοκάτσουλε, αγριόκαττος, αγρόγατους, αγρόγαττο, αγρόκατος, αμπιλόγατους, αρκόκατος, φουρόγατος || αγριόγατος

αγριόγατους || Αιτωλοακαρνανία, Ίμβρος, Καστοριά, Πιερία || αγριόγατος

αγριόγδου || Αιτωλοακαρνανία || αγριοκάτσικο

αγριογέννημα [Γεννάδιoς 1914] || αγριοβρόμη

αγριογιάλπας || Πάρος || αγιάλοπας

αγριογιάνς [ΙΛΝΕ 1989] || Μακεδονία || βοϊδόγλωσσα

αγριόγιδα || & Αμοργός, Ηλεία, Θεσπρωτία, Τσακωνιά || αγριόγιδα

αγριόγιδα [Germano 1622] || δημοτική || αγζόγιδα, αγριόγα, αγριογίδα, αγριοκατσίδα, αγριοκατσίκα, αγρόγα, αγρόιδα, γριόγιδα, φουριαρόγα || αγριόγιδα

αγριογίδα [Βλάχος 1659] || δημοτική || αγριόγιδα

αγριογίδι [Βλαστός 1931] || αγριοκάτσικο

αγριόγιδο [Βλαστός 1931] || δημοτική || Ζάκυνθος || αγριοκάτσικο

αγριόγιοσμος || Σύμη || αγριοδυόσμος

αγριογκορτσιά [ΙΛΝΕ 1933] || γκορτσιά

αγριόγκουρτσου || Πιερία, Τρίκαλα || γκόρτσο

αγριόγκτζιουνου || Θράκη || αγριογούρουνο

αγριογλέπω || Σωζόπολη* || αγριοκοιτάζω

αγριογούρνο || Τσακήλι* || αγριογούρουνο

αγριογούρνου || Καστοριά, Πιερία || αγριογούρουνο

αγριόγουρνου || Πιερία, Φθιώτιδα || αγριογούρουνο

αγριογουρούνα [ΙΛΝΕ 1933] || αγιρζόσκροφα, αγριογρούνα, αγριόγρουνα || αγριογουρούνα

αγριογούρουνο [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || Atlas Linguarum Europae 283 | το θηλαστικό ζώο Sus scorfa: αγζόχιουρε, αγιριογούρουνο, αγιριοχιούρι, αγιριοχιούρι, αγιριόχιουρος, αγρέγουρνου, αγρέγρουνου, αγριγιογούρουνο, αγριγούρνου, αγριόγκτζιουνου, αγριογούρνο, αγριογούρνου, αγριόγουρνου, αγριογρούνι, αγριόγρουνο, αγριόγρουνου, αγριογρουρούνι, αγριουγούρνου, αγριουγούρουνου, αγριουγρούν, αγριόχοιρος, αγριόχοιρους, αγρόγκτζουνου, αγρόγρουνου, αγρόκτζιουνου, αγρομούχτερον, αγρουγούρνου, αγροχοιρίδι, αρκόσοιρος || αγριογούρουνο

αγριόγρινος || Λακωνία || σπασόχορτο

αγριογρούνα || Μάνη || αγριογουρούνα

αγριόγρουνα || Φωκίδα || αγριογουρούνα

αγριογρούνι || Μάνη || αγριογούρουνο

αγριόγρουνο || Δέλβινο || αγριογούρουνο

αγριόγρουνου || Λάρισα || αγριογούρουνο

αγριογρουρούνι [ΙΛΝΕ 1933] || αγριογούρουνο

αγριογυναίκα || Νάξος || νεράιδα

αγριοδαμασκηνιά [Somavera 1709] || δημοτική || κορομηλιά

αγριοδαμάσκηνο [Somavera 1709] || δημοτική || κορόμηλο

αγριοδάφνη [Βεντότης 1790] || δημοτική || Viburnum tinus: αγκριγιοδάφνη || αγριοδάφνη

αγριόδενδρο || Θήρα || σερπιερίνα

αγριόδιανος || Κρήτη || χαμωτίδα

αγριόδιασμος || Ζάκυνθος, Μάνη || αγριοδυόσμος

αγριοδίοσμος [Germano 1622] || αγριοδυόσμος

αγριοδραμιθθέα || Κάρπαθος || κοκορεβιθιά

αγριόδυοσμος [Somavera 1709] || αγριόδυοσμος

αγριοδυόσμος [Κοντόπουλος 1903] || δημοτική || φυτά του γένους Mentha: αγριγιοβάρσαβος, αγριοβάρσαμο, αγριοβάρσαμος, αγριόγιοσμος, αγριόδιασμος, αγριοδίοσμος, αγριόδυοσμος, αγριουδιόσμους, αγροδέζμ, αγρόδιασμους, αγρουγιόσμους, αγρουδιόσμους || αγριοδυόσμος

αγριοελιά [Σκαρλάτος 1835] || Αρκαδία || αγριελιά

αγριοζαλούδι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγριολαθούρι

αγριοζαφαρόνα || Κεφαλονιά || ζαφαρόνα

αγριόζουγου || Ευρυτανία || αγρίμι

αγριόζουδο [Germano 1622] || Κορινθία, Κρήτη || αγρίμι

αγριοζούζουλο || Μύκονος || αγριοκάτσικο

αγριόζουλο || Μύκονος || αγριοκάτσικο

αγριοζοχός [Γεννάδιος 1914] || δημοτική || Helminthia echioides: αβροτσανγκούνα, αγριότζοχος, μπροτσανγκούνα, [Χελδράιχ 1926], χοιροβοτάνι, χοιροβότανο || αγριοζοχός

αγριοζώντανος || Κεφαλονιά || εφτάψυχος

αγριόθερμος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγριολούπινο

αγριοθοβιθιά || Κρήτη || αγριορρεβιθιά

αγριόθουρους || Αδριανούπολη* || βλοσυρός

αγριοθρούμπη [Βλάχος 1897] || δημοτική || Αρκαδία || αγριοφασκομηλιά

αγριοθρούμπο || Κέρκυρα || αγριοφασκομηλιά

αγριοθρύμπη [Σκαρλάτος 1835] || αγριοφασκομηλιά

αγριοθύμαρε || Τσακωνιά || αγριοθύμαρο

αγριοθύμαρο [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || φυτά του γένους Thymus: αγριοθύμαρε, αγριοθύμαρον, αθυμάιν || αγριοθύμαρο

αγριοθύμαρον || Σάντα || αγριοθύμαρο

αγριοθυμωμένος || Κρήτη || εξαγριωμένος

αγριοθώρετος || Κερασούντα* || βλοσυρός

αγριόθωρος [Βεντότης 1790] || Θήρα || βλοσυρός

αγριοθωρώ [Βλάχος 1659] || δημοτική || Θήρα, Κρήτη, Ρόδος || αγριοκοιτάζω

αγριόιδου || Ιωάννινα, Πιερία || αγριοκάτσικο

αγριοκαίρι [Βλαστός 1931] || δημοτική || Νάξος || κακοκαιρία

αγριοκαίρι [ΙΛΝΕ 1933] || παλιόκαιρος

αγριόκαιρος || Πάργα || παλιόκαιρος

αγριοκαλάμι [ΙΛΝΕ 1933] || διάφορα είδη φυτών: αγζόκανε, αγριγιουκάλαμου, αγριοακαλαμιά, αγριοκαλαμία, αγριοκάλαμο, αγριοκάλαμον, αγριοκάλαμος, αγριουκάλαμου, αργιοκάλαμον, αρκοκάλαμον || αγριοκαλάμι

αγριοκαλάμι [ΙΛΝΕ 1933] || βέλιουρας

αγριοκαλαμιά || Αργυρόκαστρο || σπληνοχόρτι

αγριοκαλαμία || Ζάκυνθος || αγριοκαλάμι

αγριοκάλαμο || Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Λέρος || αγριοκαλάμι

αγριοκάλαμο || Σκύρος || βέλιουρας

αγριοκάλαμον || Ρόδος || αγριοκαλάμι

αγριοκάλαμος || Ζάκυνθος || αγριοκαλάμι

αγριοκάναρο || Θήρα || καρδερίνα

αγριοκαρδαμούρα || Κέρκυρα || βρομολάχανο

αγριοκαρδαμούρα [Γεννάδιος 1924] || Capsella bursa-pastoris: τζουρκάς, τραγιά || αγριοκαρδαμούρα

αγριόκαρδος [Βλαστός 1931] || σκληρόκαρδος

αγριοκαστανιά [Βεντότης 1790] || αγροκαστανία || αγριοκαστανιά

αγριοκάστανο [Βεντότης 1790] || δημοτική || αγριουκάστανου, αγροκάστανο, αγροκάστανον || αγριοκάστανο

αγριόκατα [Du Cange 1688] || Ίμβρος, Τσακήλι* || αγριόγατα

αγριόκατθα || Νίσυρος || αγριόγατα

αγριόκατθος || Νίσυρος || αγριόγατος

αγριοκατιφές || αγριγιουκαντιφές || αγριοκατιφές

αγριόκατος || Κρήτη, Σωζόπολη* || αγριόγατος

αγριόκατσα || Λακωνία || αγριόγατα

αγριοκατσάγριλας || Νάξος || αγριελιά

αγριοκατσίδα || Κρήτη || αγριόγιδα

αγριοκατσίκα [ΙΛΝΕ 1933] || αγριόγιδα

αγριοκάτσικο [Βλαστός 1931] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αγιρζοκάτσικο, αγιριόγιδο, αγιριοκάτσικο, αγκρογίδι, αγρέγιδον, αγρέδον, αγρέιδο, αγρέιδον, αγριγίδι, αγριγιόδου, αγρίμ, αγριμερόν, αγρίμι, αγρίμιν, αγριόγδου, αγριογίδι, αγριόγιδο, αγριοζούζουλο, αγριόζουλο, αγριόιδου, αγριοκάτσικον, αγριοκάτσκο, αγριουγίδ, αγριουκάτσκου, αγρίφ, αγρογίδι, αγρόιδου, αγροκάτζικον, αγρουγίδ, αγρουκάτσκου, γαρνό, φουριαρέ, χιμαρίδι || αγριοκάτσικο

αγριοκάτσικον [Somavera 1709] || Κάρπαθος, Ρόδος || αγριοκάτσικο

αγριοκάτσκο || Τσακήλι* || αγριοκάτσικο

αγριόκατσο || Νάξος || αγριόγατο

αγριοκάτσουλε || Τσακωνιά || αγριόγατος

αγριόκαττος || Κάρπαθος, Κύπρος, Ρόδος || αγριόγατος

αγριοκαυκαλήθρα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || φυτά του γένους Scandix: αγριουκαυκαλήθρα, αγριοκαυκαλίδα || αγριοκαυκαλήθρα

αγριοκαυκαλήθρα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || σκαντζίκι

αγριοκαυκαλίδα || Κεφαλονιά || αγριοκαυκαλήθρα

αγριόκεδρο [Χελδράιχ 1926] || Juniperus oxycedrus: άρκευθος, άρκευτος, άρκιζας,  άρκοφτας, αρτούτζ, άσκεθρας, άσκεθρος, θίδα, θιδοκουτσά, κέδρος, κέντρος, φίδα || αγριόκεδρο

αγριοκερασά || Κρήτη || αγριοκερασιά

αγριοκερασιά [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || δέντρα του γένους Cerasus: αγζοτσερασία, αγρζοτσερασία, αγριοκερασά, αγριουκιρασιά, αγροκερασιά, αγροκερασία, αγροκέρασο, αγροκέρασον, αγροτσέρασο, αγρικέρασι || αγριοκερασιά

αγριοκέρασο [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αγρικέρασι, αγροκέρασον, αγροτσέρασο || αγριοκέρασο

αγριοκερατάς || Παξοί || κερατάς

αγριοκερατέα || Κάρπαθος || αγριοχαρουπιά

αγριοκερατιά || Κρήτη || κουτσουπιά

αγριοκερατιά || Κρήτη || χαρουπιά

αγριοκέρατον || Κάρπαθος || αγριοχάρουπο

αγριοκερατσά || Κάρπαθος || αγριοχαρουπιά

αγριοκερατσέα || Μεσσηνία || χαρουπιά

αγριοκεράτσιν || Κύπρος || χαρούπι

αγριοκέχρι [Σκαρλάτος 1835] || Αρκαδία || βέλιουρας

αγριοκινάρα [Χελδράιχ1926] || αγκινάρα

αγριόκισος || Κρήτη, Σίφνος || σκυλόβατος

αγριόκλημα [Somavera 1709] || δημοτική || αγζόκραμα, αγρόκλημα, αγρόκλημα || αγριάμπελο

αγριόκλημα [Γεννάδιος 1914] || Κεφαλονιά || αγιόκλημα

αγριόκλημα [Γεννάδιος 1914] || αγράμπελη

αγριόκλημα [Χελδράιχ 1926] || Αίγινα || αγριοκολοκυθιά

αγριόκλημα [Χελδράιχ 1926] || λυκίσκος

αγριόκλημα [Χελδράιχ 1926] || φαρμακιά

αγριοκοίταγμα [Βεντότης 1790] || δημοτική || αγριγιοξάνοιμα, αγριγιοξάνοισμα, αγριοκοίταμα, αγριοκοιταξιά, αγριουκοίταγμα, αγριουκοίταμα, σβιλάντισμα || αγριοκοίταγμα

αγριοκοιτάζω [Somavera 1709] || δημοτική || ααργουντρανού, αγγελοματιάζω, αγζοξικάζου, αγιριοτηράζου, αγκρυλουματιάζου, αγριγιοξανοίγω, αγριγιοθωρώ, αγριγιοξανοίγω, αγριγιουματιάζου, αγρικτάζου, αγριλώνω, αγριματιάζου, αγριοβλέπω, αγριογλέπω, αγριοθωρώ, αγριοματιάζω, αγριοξανοίγω, αγριουβλέπου, αγριουκτάζου, αγριουκοιτάζου, αγριοκοιτάω, αγριοκοιτώ, αγριοκτώ, αγριουτράου, αγριουχτάζου, αγριχτάζου, αγροτερώ, αγρουκτάζου, αγρουλουματιάζου, αγρουματιάζου, αντιγριτσώνω, αρκοθωρώ || αγριοκοιτάζω

αγριοκοίταμα [Βεντότης 1790] || δημοτική || Ζάκυνθος || αγριοκοίταγμα

αγριοκοιταξιά || Ζάκυνθος, Κεφαλονιά || αγριοκοίταγμα

αγριοκοιταστής [Somavera 1709] || βλοσυρός

αγριοκοιτάω [ΙΛΝΕ 1933] || αγριοκοιτάζω

αγριοκοιτώ [Βλαστός 1931] || αγριοκοιτάζω

αγριοκόκι || Κεφαλονιά || βίκος

αγριοκόκι [Χελδράιχ 1926] || Vicia angustifolia: αγριοάραχο || αγριοκόκι

αγριοκοκιά || Θήρα || γόγγολη

αγριοκοκκιά || Ρόδος || ανάγυρος

αγριοκόκορας || Ζάκυνθος || γλαδιόλα

αγριοκόκορας [Βλάχος 1897] || δημοτική || τσαλαπετεινός

αγριοκόκορης  || Αχαΐα || τσαλαπετεινός

αγριοκοκόρι || Πελοπόννησος || τσαλαπετεινός

αγριοκόκορο  || Ζάκυνθος || τσαλαπετεινός

αγριοκόκορος  || Ζάκυνθος || τσαλαπετεινός

αγριοκόκορος [Γεννάδιος 1914] || γλαδιόλα

αγριοκόκοτος [ΙΛΝΕ 1933] || τσαλαπετεινός

αγριοκολητσόχορτο || Κύθνος || περδικάκι

αγριοκολοκυθιά [Χελδράιχ 1926] || το φυτό Bryonia dioica: αγριανεπλεξά, αγριανεπλέξαον, αγριόκλημα, αμπελουρίδα, ποντικοστάφυλο || αγριοκολοκυθιά

αγριοκολοκυθιά [Χελδράιχ 1926] || φαρμακιά

αγριοκομιντοριά || Κέρκυρα || στρύχνος

αγριοκονυτσιά || Λακωνία || ακόνυζα

αγριοκόριτσο [Βλαστός 1931] || αγοροκόριτσο

αγριοκόριτσο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αγροκόριτζον, αγροκόριτσον || αγριοκόριτσο

αγριοκορομηλιά || φυτά του γένους Prunus: αγριοκορομπηλιά, αγριουτζαρκνιά, αγριουτζινιρδιά, αγριουτζιρκνιά, κουρμπλιά || αγριοκορομηλιά

αγριοκορομηλιά [Γεννάδιος 1914] || κορομηλιά

αγριοκορόμηλο || αγριουκόρουμπλου, αγριουκουρόμπλου, αγριουτζινιρίδ || αγριοκορόμηλο

αγριοκορομπηλιά || Αρκαδία || αγριοκορομηλιά

αγριοκόρτσο || Μάνη || γκόρτσο

αγριόκοτα [Somavera 1709] || δημοτική || Tetrastes bonasia ή Tetrao bonasia ή Bonasa bonasia: αγριόκουτα, αγριόρνιθα, αγροκοσάρα, αγροκόσαρο, αγροκόσαρον, αγροκόσαρος, αηνάρι, αρκόρνιθα, αρτισονάρι, αρτιχιονάρ, αρτιχιονάρι, αταγανάρι, αταγηνάρι, λιβαδοπέρδικα, ταγηνάρι, φραγκολίνα || αγριόκοτα

αγριόκοτα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || χαμωτίδα

αγριοκουκί || Μεσσηνία || αγριοκούκι

αγριοκούκι || Lathyrus annuus: αγριοκουκί, αρκοκουτσά, δαυλίδα, δαυλίδα, κουτσολάθρι, λαμπύρι || αγριοκούκι

αγριοκούκι [Χελδράιχ 1926] || vicia narbonensis: αγριουκούκ || αγριοκούκι

αγριοκουκιά || Ζάκυνθος || βίκος

αγριοκουκιά [Γεννάδιος 1914] || Θεσσαλία, Θήρα || γόγγολη

αγριοκουκουναριά [Deheque 1825] || Αρκαδία || πεύκο

αγριοκουκούτσα [ΙΛΝΕ 1933] || Κεφαλονιά || αγριαγκινάρα

αγριοκούμαρε || Τσακωνιά || αγριοκουμαριά

αγριοκουμαριά [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || Arbutus andrachne: αγζοκούμαρε, αγλιστρουκουμαριά, αγρζοκούμαρε, αγριοκούμαρε, αγκριοκουμαρία, αγρζοκουμαρία, αγροκουμμαρία, ανδράκλα, άνδρακλας, άνδρακλος, άνδραχλος, άντρακλα, αντράκλα, άντρακλος, αντραχλιά, αντραχλοκούμαρος, άντραχλος, αντράχνα, αντροκουμαριά, αντρουκλιά, αντρουκουμαριά, αντρουλλιά, γροκουμμαρία || αγριοκουμαριά

αγριοκούμαρο || αγροκούμμαρο, αντρούκλι,αντρούκλιν, γροκούμμαρο || αγριοκούμαρο

αγριοκούνελο [ΙΛΝΕ 1933] || Oryctolagus cuniculus: αρμούτης || αγριοκούνελο

αγριόκουρκα [Απαλοδήμος 1988] || Προποντίδα* || αγριόγαλος

αγριόκουρκος [Απαλοδήμος 1988] || αγριόγαλος

αγριοκουρμαδιά || Μεσσηνία || χουρμαδιά

αγριόκουτα || Αδριανούπολη* || αγριόκοτα

αγριοκουτσολάθρι || Αρκυρόκαστρο || αγριολαθούρι

αγριοκουτσουνάδα [Γεννάδιος 1914] || Caucalis maritima ή Orlaya pumila: αγριοκουτσουνίδα || αγριοκουτσουνάδα

αγριοκουτσουνίδα || Θήρα || αγριοκουτσουνάδα

αγριοκουτσουπιά || Ήπειρος, Κεφαλονιά || κουτσουπιά

αγριοκρανιά [Γεννάδιος 1914] || το φυτό Cornus sanguinea: αγριακρανιά, αγριουκρανιά, μαυροβεργιά, μαυροβέρι, ροδόδεντρο || αγριοκρανιά

αγριοκρέμυδο || Πελοπόννησος || αγριοκρόμμυδο

αγριοκρίθαρο [Γεννάδιος 1914] || φυτά του γένους Haynaldia: αγριοσίκαλη, αγριοσικαλιά, αγριοστάρι, αγριουκρίθαρου, αγριουσίκαλ, αγριουσίταρου, αγροκούρθαρον, αγροκριθάρι, αγρόκριθο, αγρουκρίθαρου, γάτα, τς γάτας τ' αυτί, τ' γάτας τα βζια, τς γάτας του σταφύλ || αγριοκρίθαρο

αγριόκρινος [Γεννάδιος 1914] || αγριολαλές

αγριοκρομμύδα [Σκαρλάτος 1835] || αγιοβασιλίτσα

αγριοκρόμμυδο || Κρήτη || αγριόσκορδο

αγριοκρόμμυδο [Βλάχος 1897] || άγρια φυτά του γένους Allium: αγριοκρέμυδο, αγριοκρόμυδον, αγρουκρόμδου || αγριοκρόμμυδο

αγριοκρόμυδον || Τραπεζούντα* || αγριοκρόμμυδο

αγριοκτώ || Ήπειρος || αγριοκοιτάζω

αγριοκύδωνο [Βεντότης 1790] || αγριουκύδουνου, αγροκύδωνο, αγροκύδωνον || αγριοκύδωνο

αγριοκύδωνον [Deheque 1825] || Οινόη* || αγριοκύδωνο

αγριοκυπάρισος || Κρήτη || αγριοκυπαρίσσι

αγριοκυπαρίσσι || Κρήτη || θαμνοκυπάρισσο

αγριοκυπαρίσσι [Βλάχος 1897] || δέντρα του γένους Juniperus: αγριοκυπάρισος, αγριοκυπάρισσο, αρκοτσυπαρίσιν || αγριοκυπαρίσσι

αγριοκυπάρισσο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κρήτη, Μάνη || αγριοκυπαρίσσι

αγριολάδα || Κέρκυρα || περιπλοκάδι

αγριολάθουρε || Τσακωνιά || αγριολαθούρι

αγριολαθούρι [Γεννάδιος 1914] || Lathyrus aphaca: αγριοβαβούλι, αγριοζαλούδι, αγριοκουτσολάθρι, αφάτσι, λαμπύρι, μπαβούλια, πνιγιά, σκαλοφύλι || αγριολαθούρι

αγριολαθούρι [ΙΛΝΕ 1933] || φυτά του γένους Lathyrus: αγζολάθουρε, αγριολάθουρε, αγριολάθυρο, αγρολάθυρον, αρκολουβάνα || αγριολαθούρι

αγριολάθυρο || Κέρκυρα || αγριολαθούρι

αγριολαλές [Γεννάδιος 1914] || το φυτό Sternbergia lutea: αγρεμώνη, αγριόκρινος, κίτρινες πούλες, λαλές, σιόχνα || αγριολαλές

αγριολάμποτο || Αργυρόκαστρο* || αγριοσέσκουλο

αγριολάπαθο [Βλάχος 1897] || δημοτική || φυτά του γένους Rumex: αγζάπασε, αγζοάπασε, αγκριγιολάμπαθο, αγρζάπασε, αγρζολάπασε, αγριολάπατο, αγριουλάπατου || αγριολάπαθο

αγριολάπατο || Αρκαδία, Λευκάδα || αγριολάπαθο

αγριολαφίδα || Κρήτη || αγριολαφίνα

αγριολαφίνα [ΙΛΝΕ 1933] || άγρια ελαφίνα: αγκριγιολαφίνα, αγκριγιολαφίνα, αγρελαφούλα, αγριαλαφίνα, αγριολαφίδα, αγριολαφίνη, αγριουλαφίνα, αγρολαφίνα, αγρολαφίτσα || αγριολαφίνα

αγριολαφίνη || Τήλος || αγριολαφίνα

αγριολάχανο || Κρήτη || σκαρολάχανο

αγριολάχανο [ΙΛΝΕ 1933] || δημοτική || φυτά του γένους Brassica: αγιριολάχανο, αγριολάχανον, αγριουλάχανου, αγρόκαμπο, αγρολάχανο, αγρολάχανον || αγριολάχανο

αγριολάχανον || Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || αγριολάχανο

αγριολαψάνα || Ρόδος || λαψάνα

αγριολέα || Κερασούντα* || αγριελιά

αγριολεβάντα || Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Μύκονος || χαμολίβανο

αγριόλευκα [Βλάχος 1897] || δημοτική || καβάκι

αγριολιά || Κρήτη, Μεσσηνία || αγριελιά

αγριολία || Τσακωνιά || αγριελιά

αγριολίβανε || Τσακωνιά || αγριολίβανο

αγριολίβανο [Χελδράιχ 1926] || δημοτική || Ajuga chamaepitys: αγζολίβανε, αγριολίβανε, αγριολίβανος, δωδεκάνθι, λιβανόχορτο || αγριολίβανο

αγριολίδι || Προποντίδα* || αγριελίτσα

αγριολιμπούνι || Κέρκυρα || αγριολούπινο

αγριόλιτζο || Μάνη || αγριόσυκο

αγριόλογα || Μέγαρα || βρομόλογα

αγριολουβιά || Σίφνος || πολύκομπος

αγριολούβινο || Κρήτη || αγριολούπινο

αγριολούλουδο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αγιρζολούλλουο, αγριουλέλουδου || αγριολούλουδο

αγριολούμπινο || Κρήτη || αγριολούπινο

αγριολουπίνι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγριολούπινο

αγριολούπινο [ΙΛΝΕ 1933] || δημοτική || φυτά του γένους Lupinus: αγζολουπινία, αγζοουκινία, αγρζολουπινιά, αγρζολούπουνο, αγριόθερμος, αγριολιμπούνι, αγριολούβινο, αγριολούμπινο, αγριολουπίνι, αγριολούπουνο, αγριολουπούνο || αγριολούπινο

αγριόλουπο || Σίφνος || αγιάλοπας

αγριολούπουνο || Ζάκυνθος || αγριολούπινο

αγριολουπούνο [ΙΛΝΕ 1933] || αγριολούπινο

αγριόλυκος || Κεφαλονιά || ρούβαλο

αγριόλωλη [Somavera 1709] || τρελή

αγριολωλιά [Somavera 1709] || τρέλα

αγριόλωλος [Somavera 1709] || τρελός

αγριόμαλε || Τσακωνιά || αγριόμηλο

αγριομαλία || Τσακωνιά || αγριομηλιά

αγριόμαλλο [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || κατσικόμαλλο

αγριομαντηλίδα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || θρασομανώ

αγριομαντιλίδα || Θήρα || αγριομαργαρίτα

αγριομαντιλίδα || Θήρα, Κρήτη, Σίφνος || καρπόνι

αγριομανώ [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || θρασομανώ

αγριομάραθο || Κεφαλονιά || μάραθο

αγριομάραθο [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αβρομάλαφρο, αβρομάλαφρο, αναγνώριμος, αγρομάλαθρο || αγριομάραθο

αγριομάραντος || Κάρπαθος || αγριαμάραντος

αγριομαργαρίτα || Chrysanthemum segetum: αγριομαντιλίδα, αμάραγκας, αμάραγκος, αμάρακας, αμάραντος, ασπρουμαντλίδα, γλυκοσουτσουμίδα, γρυλομάτης, γρύλος, κουκουβάγια, λάζαρος, μαντακλείδι, μαντελίνα, μαντιλίδα, μαράτσι, νερομαντιλίδα, σίμιλλος, σιμιλλούδιν, σιμιλλούιν, σιμιλλόχορτον, τσιτσιμβόλα, τσιτσιμίδα, τσιτσιμπόλα, τσουτσουμίδα || αγριομαργαρίτα

αγριομαρούλα || Πάρος || βρυωνιά

αγριομάρουλε || Τσακωνιά || αγριομάρουλο

αγριομαρούλι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || μαρουλίτσα

αγριομαρουλιά [Χελδράιχ 1926] || πικραφάκη

αγριομαρουλίθρα || Πάρος || βρυωνιά

αγριομάρουλο || αγζομάρουλε, αγριομάρουλε, αγριουμάρλου, αγριομάρουλον || αγριομάρουλο

αγριομάρουλο || Πάρος || βρυωνιά

αγριομάρουλο || Λακωνία || πικραφάκη

αγριομάρουλο [Λεξικό Δημητράκου 1938] || δημοτική || το φυτό Lactuca virosa: ζοχάδι, ζοχάρι || αγριομάρουλο

αγριομάρουλον [Somavera 1709] || αγριομάρουλο

αγριομαστίχα || Αμοργός, Άνδρος, Αττική, Πάρος, Σύρος || μαστιχάγκαθο

αγριομαστιχιά [Βλάχος 1897] || δημοτική || μαστιχάγκαθο

αγριομάτης [Βεντότης 1790] || δημοτική || αγιριομάτης, αγκριγιαμάτης, αγρίλας, αγριόματος, αγριουμάτς, αγρομάτης || αγριομάτης

αγριοματιά || αγκριγιαματέ, αγριοβλεματιά, αγριοματία || αγριοματιά

αγριοματία || Ζάκυνθος || αγριοματιά

αγριοματιάζω [Βλαστός 1931] || Μυριόφυτο*, Σαράντα Εκκλησιές* || αγριοκοιτάζω

αγριόματος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αγριομάτης

αγριομελίντζανος || Λακωνία || σκυλόβατος

αγριομελισόχορτο || Κεφαλονιλά || αγριοφλησκούδι

αγριομέλισσα [Βεντότης 1790] || δημοτική || είδη του γένους Vespa: αγζομελισά, αγιριομελιγιά, αγκιόμιλσα, αγκριγιομέλισα, αγριομέλιτσα, αγριόμιλσα, αγριόμιλτσα, αγριουμέλτσα, αγρομέλισσα, αγρομέλισσο, αγρομέλσα, αγρομένσα, αγρουμέλτσα || αγριομέλισσα

αγριομελίσσι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αγριομέλισσο, αγριουμιλίς || αγριομελίσσι

αγριομέλισσο || Λακωνία || μελισσόχορτο

αγριομέλισσο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αγριομελίσσι

αγριομελισσόχορτο || Κεφαλονιά || πιπερίτσα

αγριομέλιτσα || Κάρπαθος || αγριομέλισσα

αγριομένος || Κύπρος || αγριεμένος

αγριομερικόν || Ρόδος || αγρίμι

αγριομερινέ || Τσακωνιά || θήραμα

αγριομερινό || Μέγαρα || αγρίμι

αγριομερινό || Άνδρος, Αττική, Μέγαρα || αγρίμι

αγριόμερος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || βουνίσιος

αγριομερσίνα || Κεφαλονιά || λαγομηλιά

αγριομερσίνη || Κεφαλονιά || λαγομηλιά

αγριομερσινιά [Σκαρλάτος 1835] || Κεφαλονιά || λαγομηλιά

αγριομηλέα || Αίγινα || αγριομηλιά

αγριομηλιά [Βεντότης 1790] || δημοτική || αγζομαλί, αγρζομαλία, αγριομαλία, αγριομηλέα, αγριουμπλιά, αγρομηλία, αγρομηλιά, αγρόμηλον, αγρόμπηλον, αγρουμλιά, αγρουμπλιά, αργκομηλιά, αρκουμλιά || αγριομηλιά

αγριομηλιά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || κορομηλιά

αγριόμηλο [Βλαστός 1931] || δημοτική || αγζόμαλε, αγριόμαλε, αγριόμπλου, αγρόμηλο, αγρόμηλον, αγρόμπηλον, αγρόμπλου || αγριόμηλο

αγριομιλάω [ΙΛΝΕ 1933] || δημοτική || αγριομιλώ

αγριομίλημα || αγρουσμπόρσμα || αγριομίλημα

αγριόμιλσα || Ίμβρος || αγριομέλισσα

αγριόμιλτσα || Πιερία || αγριομέλισσα

αγριομιλώ [Βλαστός 1931] || δημοτική || αγκριογιομιλώ, αγουρομιλώ, αγριομιλάω, αγριουμλιώ, αρκοσυντυχάννω || αγριομιλώ

αγριομισίρκα || χαμωτίδα

αγριομολούχα || Λακωνία || μολόχα

αγριομολόχα [Somavera 1709] || δημοτική || Αρκαδία, Κεφαλονιά || μολόχα

αγριομοσκιά || Ζάκυνθος || αγριοτριανταφυλλιά

αγριομουγκαλίζω || Νάξος || αγριομουγκρίζω

αγριομουγκάλισμα || Νάξος || αγριομουγκρητό

αγριομουγκαλισμός || Νάξος || αγριομουγκρητό

αγριομουγκλισματιά || Νάξος || αγριομουγκρητό

αγριομουγκρητό || αγριομουγκάλισμα, αγριομουγκλισματιά, αγριομουγκαλισμός || αγριομουγκρητό

αγριομουγκρίζω [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγριομουγκαλίζω || αγριομουγκρίζω

αγριομούλαρο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αγκριγιομούλαρο, αγριομούλαρον, αρκόβορτος || αγριομούλαρο

αγριομούλαρον || Κάρπαθος || αγριομούλαρο

αγριομούρης [Βλαστός 1931] || Κάρπαθος || αγριοπρόσωπος

αγριόμουρφους || Αδριανούπολη* || αγριοπρόσωπος

αγριομουσμουλιά [Βλάχος 1897] || Crataegus azarolus: αζαρολιά, αζαρόλιν, αλούτσι, αντρικοκιά, κουδουμηλιά, αλούτσι, μεμετζιλιά, μοσφιλιά, μπέρκα, πέρκα || αγριομουσμουλιά

αγριομούσμουλο [ΙΛΝΕ 1933] || αγρομούσμουλο, αζαρόλι, αζάρουλους, κουδούμηλο, τρικόκι, τρίκοκο || αγριομούσμουλο

αγριόμουτρο [ΙΛΝΕ 1933] || αγριοπρόσωπος

αγριόμουτρου || Ίμβρος || αγριοπρόσωπος

αγριομούτσνος || Τσακήλι* || αγριοπρόσωπος

αγριομούτσουνος [Βεντότης 1790] || δημοτική || Κάρπαθος || αγριοπρόσωπος

αγριομπάρμπαρο [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || θερμόχορτο

αγριομπελίνα || Κορινθία, Κύμη || αγράμπελη

αγριομπιζέλι || αβροπισέντι, αλίκι, αμπροπισέντι || αγριομπιζέλι

αγριομπίζι || Κέρκυρα || αγριάφκος

αγριομπίστικος || Κεφαλονιά || άξεστος

αγριόμπλου || Πιερία || αγριόμηλο

αγριομυγδαλιά || Μάνη || πικραμυγδαλιά

αγριομύρτης || Κέρκυρα || λαγομηλιά

αγριομυρτιά || Κέρκυρα || φιλυρέα

αγριοντομάτα [Γεννάδιος 1914] || στρύχνος

αγριοντοματιά || Κύθνος || στρύχνος

αγριοξανοίγω || Κρήτη || αγριοκοιτάζω

αγριόξυλο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αγριγιόξλου || αγριόξυλο

αγριοονικόν || Κάρπαθος || αγριογάιδαρος

αγριοούνι || Κάρπαθος, Κάσος || αγριοβούνι

αγριοπαίρνω || Αρκαδία || τρομάζω

αγριοπαίρνω [ΙΛΝΕ 1933] || δημοτική || Λακωνία, Παξοί, Σαράντα Εκκλησιές* || αποπαίρνω

αγριοπαπαρούνα [Χελδράιχ 1926] || Papaver setigerum || σερπιερίνα

αγριοπάπια [Βεντότης 1790] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αγριόπαπια

αγριόπαπια [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || αγριόπαπιες απροσδιόριστου είδους: αγέρμανος, αγιρζόπαψα, αγλίστρα, αγριοπάπια, αγρόπαπια, αγρόπατκου, αγρουγιόρντικα, γερμανός, ζντρόμπλα, καραπαττάκκης, ντρόμπλα, σαρσέλλιν, σαρτζέλλιν, σαρτσέλλιν || αγριόπαπια

αγριοπάπουζας || Ζάκυνθος || τσαλαπετεινός

αγριοπασκαλιά [ΙΛΝΕ 1933] || αγριοπασχαλιά

αγριοπαστανάκα || pastinaca sativa: αβροπαστανάκα, αμπροπαστανάκα || αγριοπαστανάκα

αγριοπασχαλιά [Χελδράιχ 1926] || δημοτική || Melia azedarach: αγριοπασκαλιά, απρίλης, λελουδιά, λουλουδιά, μαυρομάτα, μέλια, μοσχοκαρφιά, πασχαλιά, σολομός, ψευδομελιά || αγριοπασχαλιά

αγριοπελιστέρι || Σύρος || αγριοπερίστερο

αγριοπελίστερο || Κύθνος, Κύμη, Λακωνία, Ρόδος || αγριοπερίστερο

αγριοπεπονιά || Ρόδος || φαρμακιά

αγριοπεριστέρι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγριοπερίστερο

αγριοπερίστερο [Βεντότης 1790] || δημοτική || Columba livia: αγιιγιουπίιστιου, αγριγιοπερίστρο, αγριγιουπιριστέρ, αγριοπελιστέρι, αγριοπελίστερο, αγριοπεριστέρι, αγριοπερίστερον, αγροπερίστερον, αγριουπιρίστιρου, αγριουπίστιρου, αγροπικκιούνι, αγροπίκκιουνο, αγρουπιρίστιρου, αγρουπίστιρου, αρκοπέζουνον, γροπίκκιουνο || αγριοπερίστερο

αγριοπερίστερον [Deheque 1825] || Κερασούντα*, Χαλδία* || αγριοπερίστερο

αγριοπερίστερον [Κοντόπουλος 1903] || δημοτική || Κάρπαθος || αγριοπερίστερο

αγριοπέτεινον [Somavera 1709] || τσαλαπετεινός

αγριοπέτεινος [Βεντότης 1790] || δημοτική || τσαλαπετεινός

αγριοπετεινός [ΙΛΝΕ 1933] || Κρήτη || τσαλαπετεινός

αγριοπετεινός [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || γλαδιόλα

αγριόπευκο [ΙΛΝΕ 1933] || αγριόπευκος

αγριόπευκος [Βλάχος 1897] || δέντρα του γένους Pinus: αγριόπευκο, αγριοστροβιλιά, αγριουπιτιά, αρκόπευκος || αγριόπευκος

αγριοπιδιά || Μεσσηνία || γκορτσιά

αγριοπιπεριά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγρουπιπιριά || αγριοπιπεριά

αγριοπιπονιά || Ρόδος || πικραγγουριά

αγριόπιτνους || Ιωάννινα, Σουφλί || τσαλαπετεινός

αγριοπιτσούνα || Ζάκυνθος || φραγκοσυκιά

αγριοπλάτανος [Βλάχος 1897] || δημοτική || νεροπλάτανος

αγριοπλάτανος [Γεννάδιος 1914] || νεροπλάτανος

αγριοπλάτανος [Χελδράιχ 1926] || νεροπλάτανος

αγριοπόντικο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αρουραίος

αγριοπούλ || Αιτωλοακαρνανία || αγριοπούλι

αγριοπούλι || Τσακωνιά || σπουργίτι

αγριοπούλι [Βλαστός 1931] || δημοτική || αγιριοπούλι, αγριοπούλ || αγριοπούλι

αγριοπουλιά [Γεννάδιος 1914] || αγριοβιολέτα

αγριοπουρνελιά [Γεννάδιος 1914] || κορομηλιά

αγριόπρα [Χελδράιχ 1926] || Sisymbrium polyceratium: αγριοσπανακόχορτο, σκυλοβρούβα || αγριόπρα

αγριόπρασε || Βάτικα*, Χαβουτσί* || αγριόπρασο

αγριοπρασιά || Κέρκυρα || αγριόπρασο

αγριόπρασο [Γεννάδιος 1914] || αγριόσκορδο

αγριόπρασο [ΙΛΝΕ 1933] || φυτά του γένους Allium: αγζοαπάρα, αγιριόπρασο, αγκριγιόπρασο, αγριαπάρα, αγριόπρασε, αγριοπρασιά, αγριόπρασου, αρκόπρασον || αγριόπρασο

αγριόπρασου || Μακεδονία || αγριόπρασο

αγριοπρικαλίδα || Κέρκυρα || ραδίκι

αγριοπρικαλίδα [ΙΛΝΕ 1984] || γλυκοράδικο

αγριοπρόβατο [ΙΛΝΕ 1933] || αγριουπρόβατου, αγροπρόβατον || αγριοπρόβατο

αγριοπρόσωπος [Βεντότης 1790] || αγκριγιομούρης, αγκριγιομούτσουνος, αγριγιομούτσουνος, αγκριγιοπρόσωπος, αγριομούρης, αγριόμουρφους, αγριόμουτρο, αγριόμουτρου, αγριομούτσνος, αγριομούτσουνος, αγριοπρόσωπος, αγριουμούτσνους, αγριουπρόσουπους, αγρομούντζουρος, αγρομούρης || αγριοπρόσωπος

αγριοπυξάρι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || χαμολιός

αγριοπυξάρι [Χελδράιχ 1926] || αβαραγκιά

αγριοραδίκι || Ζάκυνθος || θρίγκιο

αγριοραδίκι [Γεννάδιος 1914] || πικραφάκη

αγριοράδικο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || απροσδιόριστου είδους: αγρζορόδικο, αγριοράδκο, αγριοραδίκι, αγριορόδικο, αγριουραδίκ, αγροπρικάδα, μπρομπρικάτα, προμπικάτα, προπρικάτα || αγριοράδικο

αγριοράδκο || Πάρος || αγριοράδικο

αγριοραπανίδα [Γεννάδιος 1914] || ραφανίδα

αγριορεβιθιά [ΙΛΝΕ 1933] || Cicer graecum: αγριοθοβιθιά || αγριορρεβιθιά

αγριορεπανίδα || Κως || ραφανίδα

αγριορίζαρο || Κέρκυρα || αγριλίτσα

αγριορίζαρο || Κρήτη || λαγομηλιά

αγριόριζο || Σίφνος || χελωνοβότανο

αγριόρνιθα [Βεντότης 1790] || Σαμάκοβο* || ορτύκι

αγριόρνιθα [Βλαστός 1931] || Αδριανούπολη*, Κρήτη || αγριόκοτα

αγριόροβη || Αρκαδία || αγριόβικος

αγριοροδιά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγριοτριανταφυλλιά

αγριοροδίκι || Κίμωλος || αγριοράδικο

αγριορόδικο || Τσακωνιά || αγριοράδικο

αγριορόκα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγριοζούματο || αγριορόκα

αγρίος || Κύπρος || άγριος

άγριος || & Αργολίδα, Αχαΐα, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κέα, Κίμωλος, Κρήτη, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Μεσσηνία, Νάξος, Νίσυρος, Παξοί, Ρόδος, Σύμη, Χάλκη || άγριος

άγριος [Corona Preciosa 1527] || δημοτική || συχν. εμφ. 4 || Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | άαργιους, άγζε, άγιγιους, άγιους, άγιρζος, άγιριος, άγιριους, άγκριγιος, άγρε, άγρες, άγρζε, άγριγιος, άγριγιους, άγριε, αγρικό, άγρικος, αγρίος, άγριους, άγρος, άγρους, αδρύς, αέργιος, αζγκίν, αζγκίνικος, άκριγιος, άρκος, γουριάρης  || άγριος

αγριοσάλακας || Anemone coronaria: άγρια παπαρούνα, άγριος λαλές, παπαρούνα || αγριοσάλακας

αγριοσάλιαγκος || Ήπειρος || γυμνοσάλιαγκας

αγριοσάρωμα [Χελδράιχ 1926] || αλογοθυμάρι

αγριοσέλινε || Τσακωνιά || αγριοσέλινο

αγριοσέλινο || απροσδιόριστου είδους: αγερανιός, γερανιός || αγριοσέλινο

αγριοσέλινο || Κύθνος || νεροκάρδαμο

αγριοσέλινο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Smyrnium olusatrum: αγζοσέλινε, αγιριοσέλινο, αγριοσέλινε, αγριουσέλνου, αγριόσιλνου || αγριοσέλινο

αγριοσέλινο [Χελδράιχ 1926] || Ranunculus flabellatus: σάλακας του βουνού || αγριοσέλινο

αγριοσέλινο [Χελδράιχ 1926] || Κύπρος || νεραγκούλα

αγριόσεσκλο || Ζάκυνθος || αγριοσέσκουλο

αγριοσέσκουλο [Χελδράιχ 1926] || δημοτική || Beta maritima ή Beta perennis: αγριολάμποτο, αγριόσεσκλο, αγριόσεφκλο, αγριόσιφκλου, γλυκορίζι, σέσκλο του πελάγου || αγριοσέσκουλο

αγριόσεφκλο [Γεννάδιος 1914] || αγριοσέσκουλο

αγριοσίκαλη || Ζάκυνθος || αγριοκρίθαρο

αγριοσίκαλη || απροσδιόριστου είδους: αγρογέρμανο || αγριοσίκαλη

αγριοσικαλιά || Λακωνία || αγριοκρίθαρο

αγριοσίλιμος || Ήπειρος || γυμνοσάλιαγκας

αγριόσιλνου || Ίμβρος || αγριοσέλινο

αγριοσινάπι || αβροσινάπι, απροσινάπι, προσινάπι || αγριοσινάπι

αγριοσινάπι || Κέρκυρα || λαψάνα

αγριόσιφκλου || Ίμβρος || αγριοσέσκουλο

αγριοσκάρφι [Γεννάδιος 1914] || ακόνυζα

αγριοσκάρφι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ψυλλόχορτο

αγριοσκιά || Ήπειρος || αγριοσυκιά

αγριόσκλου || Καρδίτσα, Κοζάνη, Λάρισα, Πιερία || αγριόσκυλο

αγριοσκολύμπρι || Αργυρόκαστρο || φιδάγκαθο

αγριοσκολύμπρι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || μαρουλάγκαθο

αγριόσκορδε || Χαβουτσί* || αγριόσκορδο

αγριοσκορδί || Κέρκυρα || αγριόσκορδο

αγριοσκόρδο || Κρήτη || αγριόσκορδο

αγριόσκορδο [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Allium neapolitanum: αγριοκρόμμυδο, αγριόπρασο, αγριόσκορδε, αγριοσκορδί, αγριοσκόρδο, αγριόσκουρδου, αγρόσκορντο, αγρόσκουρδου, αμπροσκόρντο || αγριόσκορδο

αγριόσκου || Ίμβρος, Πιερία, Σκόπελος || αγριόσυκο

αγριόσκουπα || Κέα || αλογοθυμάρι

αγριόσκουρδου || Πιερία || αγριόσκορδο

αγριόσκυλο [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αγιριόσκυλο, αγκρόσυντο, αγρεόσκυου, αγριόσκλου, αγριόσκυλου, αγρόσκιου, αγρόσκλου, αγρόσσυντο || αγριόσκυλο

αγριόσκυλος [ΙΛΝΕ 1933] || δημοτική || αγκριγιόσκυλος, αγρόσκυλος, αρκόσυλος || αγριόσκυλος

αγριόσκυλου || Καβακλί* || αγριόσκυλο

αγριοσμερτιά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || φιλυρέα

αγριοσουκέα || Μεσσηνία || αγριοσυκιά

αγριοσουκιά || Μάνη || αγριοσυκιά

αγριοσουτσουμίδα || Ζάκυνθος || καρπόνι

αγριοσπάναγκο || Τσεσμέ* || αγριοσπανάκι

αγριοσπανάκι [Χελδράιχ 1926] || φυτά του γένου Chenopodium: αγκριγιοσπάνακο, αγρζοσπάνακο, αγριοσπάναγκο, αγριοσπάνακο, αγριουσπανάκ, αγριουσπάνακου || αγριοσπανάκι

αγριοσπάνακο || Ζάκυνθος, Ήπειρος, Κέρκυρα, Μάνη || αγριοσπανάκι

αγριοσπανακόχορτο || Ρόδος || αγριόπρα

αγριοσπαράγγι [Χελδράιχ 1926] || δημοτική || Asparagus aphyllus: αγρελλιά, αγριοσπάραγγο, αγριοσφαραγγιά, αγριουσφαραγγιά, αγριουσφάραγγου, αγρουσπαράγγ, σπαράγγι, σπαραγγιά, σπαραγγούδι, σπαραγουνιά, σπαραουνιά, σφαραγγιά || αγριοσπαράγγι

αγριοσπάραγγο [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αγριοσπαράγγι

αγριοσπάρτι || Κέρκυρα || σκορπιδόχορτο

αγριόσπινος || Χίος || σπίνος

αγριοσπλόνος || Κέρκυρα || αγιαννόχορτο

αγριοσσιλοκρομμύδα || Κύπρος || αγιοβασιλίτσα

αγριοστάρι || Κρήτη || αγριοκρίθαρο

αγριοσταφία || Κάρπαθος || ψειροβότανο

αγριοσταφίδα || Κέα, Κύθνος, Σκύρος || ψειροβότανο

αγριοσταφυλιά || Βιθυνία*, Σύμη || στρύχνος

αγριοστάφυλο || Ήπειρος, Θήρα, Λακωνία || στρύχνος

αγριοστάφυλο [Χελδράιχ 1926] || αγραδίνα, αγρέντζιαλου, αγριοστάφυλον, αγριουστάφλου, αγροστάφυλε, αγροστάφυλε, γρέντζουλου, παρπούλι || αγριοστάφυλο

αγριοστάφυλον [Deheque 1825] || αγριοστάφυλο

αγριοστοιβή || Αρκαδία || στοιβάδα

αγριοστροβιλιά || Αρκαδία || αγριόπευκος

αγριοσυκία || Κάρπαθος || αγριοσυκιά

αγριοσυκιά [Germano 1622] || δημοτική || Ficus carica caprificus: αγζοσυντζά, αγιριοσουκιά, αγκριγιοσκιά, αγκριγιοσυκιά, αγκροσουτσία, αγριασκιά, αγρινιά, αγριοσκιά, αγριοσουκέα, αγριοσουκιά, αγριοσυκία, αγριουσκιά, αγριουσυκιά, αγρόσκια, αγροσουκία, αγρόσυκον, αγρουσκιά, άλιθθας, αλιθιά, αλιτσά, άλοθθας, άλοττας, αμπουρκουνιά, αρινός, αρκοσυτζιά, αρκοσυτσιά, γροσουκία, έλισος, έλιτθας, ερινιά, έρινος, ορνιά, ορνιός, ορνός || αγριοσυκιά

αγριοσυκιά [Χελδράιχ 1926] || Ζάκυνθος || φραγκοσυκιά

αγριόσυκο [Germano 1622] || δημοτική || αβόσουκο, αβουγόσουκο, αγιριόσουκο, αγριγιόσκου, αγριόλιτζο, αγριόσκου, αγρόσυκο, άλιθας, αλίθθι, αλίθι, αλίθος, άλιτας, αλίτθι, άλοθθας, αλόθθι, αλόττι, αλύθι, αμπουρκούνα, αρινός, αρνός, γρόσυκο, έλιζος, έρινας, έρονας, λιθθι, λίσι, λόθθι, λύθι, ορνέλα, ορνιά, ουρνιός, ουρνός || αγριόσυκο

αγριοσύνη [Germano 1622] || δημοτική || Κέρκυρα, Πάργα || αγριότητα

αγριοσφακιά [Γεννάδιος 1914] || Salvia calycina: άγρια αλισφακιά, αγριαλισφακιά, αγριαλισφακιά || αγριοσφακιά

αγριοσφαραγγιά || Αρκαδία || αγριοσπαραγγιά

αγριοσφαραγκιά || Λακωνία || λαγομηλιά

αγριοτζιτζιφία || Ζάκυνθος || αγριοτζιτζιφιά

αγριοτζιτζιφιά [Βλάχος 1897] || δημοτική || Elaeagnus angustifolia: αγριοτζιτζιφία, αγριουτζιτζιφιά, μοσχοϊτιά, τζιτζιφιά, φιρικιά || αγριοτζιτζιφιά

αγριοτζίτζιφο || αγριουτζίτζιφου || αγριοτζίτζοφο

αγριότζοχος || Ζάκυνθος || αγριοζοχός

αγριότη || Αρκαδία, Κέρκυρα, Νάξο