Facebook

Λεξικό Συνωνύμων. Λέξεις που αρχίζουν από αδ


 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από αδ

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 31.10.2019

αναθεώρηση: 3.11.2020

 

 


Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στη στήλη a, δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει ένας αριθμός από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, που αφορά τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχνότητα 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχνότητα 2) και η λέξη «άβολα» (με συχνότητα 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Στη στήλη b, το γράμμα δ σημαίνει πως η λέξη χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής. Το γράμμα λ σημαίνει πως η λέξη είναι λόγια, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Στη στήλη c, μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Στη στήλη c, συνυπάρχουν οι λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με εκείνες της σύγχρονης γλώσσας, γνωστής και ως «κοινής νεοελληνικής». Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Στη στήλη c, με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους (στήλη d ) τα συνώνυμα. Στη ίδια στήλη, με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε (μια σειρά πριν ή μετά) και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως πλάι τους (στήλη d) δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Στη στήλη d και όταν στην προηγούμενη στήλη c υπάρχουν (με κόκκινο χρώμα) λέξεις της «κοινής νεοελληνικής», βρίσκονται συγκεντρωμένα μαζί τα διαλεκτικά συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Επίσης στη στήλη d, όπου βρίσκονται γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί, πρόκειται για τα ονόματα των τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της εγγραφής, της διπλανής στήλης c). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως το σύνολο των Ρωμιών του οικισμού εγκατέλειψε τον τόπο μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις στην αρχή της στήλης d, υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Τέλος στη στήλη e καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις και σε λιγότερο γνωστές λέξεις, που αποτελούν όμως λήμματα αναφοράς.

 

 

a

b

c

d

e

 

 

αδά

Δέλβινο

άλλωστε

 

 

αδά

Ιωάννινα

δήθεν

 

 

αδά

Κοτύωρα*, Οινόη*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Φάρασα*, Χαλδία*

εδώ

 

 

αδά

Χαβουτσί*

εδωδά

 

 

άδα

Όφις

ήσυχα

 

δ

αδά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Ζάκυνθος, Λευκάδα

μήπως

 

 

αδάβατε

Χαβουτσί*

αδιάβατος

 

 

αδάβατος

Κερασούντα*, Οινόη*

αδιάβατος

 

δ

αδάγκαστος [Βλάχος 1897]

Κεφαλονιά

αδάγκωτος

 

 

αδάγκατος

Μάνη

αδάγκωτος

 

 

αδάγκατους

Σέρρες

αδάγκωτος

 

 

αδάγκουτους

Αιτωλοακαρνανία, Σκόπελος

αδάγκωτος

 

δ

αδάγκωτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αδάγκαστος, αδάγκατος, αδάγκατους, αδάγκουτους, άδακος, αδάκουτους, αδάκχαστος, αδάκωτος, ακάτσιτε

αδάγκωτος

 

 

αδάζω

Βάτικα*, Χαβουτσί*

αδειάζω

 

 

αδάζω

Βάτικα*, Χαβουτσί*

ευκαιρώ

 

 

αδαθέμπεραν

Κερασούντα*

αποδώ

 

δ

αδαιμόνιστος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αδιμόνστους

αδαιμόνιστος

 

 

αδακά

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

εδωδά

 

 

αδακεκά

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

εδωδά

 

 

αδάκεκα

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

εδωδά

 

 

αδακιά

Ευρυρτανία

αδικία

 

 

αδάκλυγος

Σάντα*

αξέπλυτος

 

 

αδάκλυστος

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αξέπλυτος

 

 

αδάκλυτο

Καλαβρία

αδάκρυτος

 

 

αδακόμπετος

Πόντος

ασυγύριστος

 

 

άδακος

Τραπεζούντα*

αδάγκωτος

 

 

αδάκουτους

Βόρεια Εύβοια, Σκόπελος

αδάγκωτος

 

 

αδάκραστος

Χαλδία*

αδάκρυτος

 

 

αδάκρατος

Οινόη*

αδάκρυτος

 

 

αδακρύατος

Οινόη*

αδάκρυτος

 

 

αδάκρυστος

Κρήτη, Οινόη*, Σαμψούντα*, Τραπεζούντα

αδάκρυτος

 

δ

αδάκρυτος [Germano 1622]

αδάκλυτο, αδάκραστος, αδάκρατος, αδακρύατος, αδάκρυστος, αδάκρυτους, αδάκρυωτος

αδάκρυτος

 

 

αδάκρυτους

Αιτωλοακαρνανία

αδάκρυτος

 

 

αδάκρυωτος [Germano 1622]

 

αδάκρυτος

 

 

αδάκχαστος

Σίφνος

αδάγκωτος

 

 

αδάκωτος

Κορινθία, Κοτύωρα*, Σύρος, Τραπεζούντα*

αδάγκωτος

4

λ

Αδάμ

Αδάμους, Αδάμς

Αδάμ

 

λ

αδάμαστος

για ζώα: απαίδευτος, άπαιδος, άπιδους

αδάμαστος

 

 

αδάμαστος

Νάξος

εύσωμος

 

 

αδαμερκεκά

Χαλδία*

εδωδά

 

 

αδάμος

Κάλυμνος

ελαφρόμυαλος

 

 

Αδάμους

Σάμος

Αδάμ

 

 

Αδάμς

Κοζάνη, Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

Αδάμ

 

 

αδανά [Somavera 1709]

Χίος

τώρα

 

 

αδαναχτώ

Κρήτη

αγανακτώ

 

 

αδανέ

Βάτικα*, Χαβουτσί*

άδειος

 

δ

αδάνειστος [Βεντότης 1790]

αδάνστους

αδάνειστος

 

 

αδάνι

Αμοργός, Κρήτη, Χίος

αϊδάνι

 

 

αδάνστους

Τρίκαλα

αδάνειστος

 

 

αδάπη

Κάρπαθος

αγάπη

 

 

αδαρά

Θάσος, Σίλατα*, Σινασός*

τώρα

 

 

αδάρα

Νάξος

γαϊδούρα

 

 

αδάριγος

Χαλδία*

αμοίραστος

 

 

αδαρίσος

Νάξος

γαϊδουρινός

 

 

αδάριστος

Τραπεζούντα*

αμοίραστος

 

 

αδαρμένευτος

Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Σάντα*, Χαλδία*

ασυμβούλευτος

 

 

αδαρμσιά

Ίμβρος

ακαταστασία

 

 

αδάρμστους

Ίμβρος, Λέσβος, Λήμνος

ακατάστατος

 

 

άδαρος

Νάξος

γάιδαρος

 

 

άδαρτε

Τσακωνιά

άδαρτος

 

 

αδάρτι

Απουλία

αδράχτι

 

δ

άδαρτος [Βεντότης 1790]

άδαρτε, άδαρτους, άδιρτε, ανταμπάνιαστους, αξύλιστος, άξυλος

άδαρτος

 

 

άδαρτους

Βόρεια Εύβοια, Κοζάνη, Σέρρες, Σιάτιστα, Σκόπελος

άδαρτος

 

 

αδαρφός

Λιβίσι*

αδερφός

 

 

αδαρφουποιτός

Λιβίσι*

αδελφοποιητός

 

 

αδασκάλευτε

Τσακωνιά

αδασκάλευτος

 

δ

αδασκάλευτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αδασκάλευτε, αδασκάλεφτος, αδασκάλιφτους, αδάσκευτος, αξεσκόλιστος

αδασκάλευτος

 

 

αδασκάλεφτος [Βλαστός 1931]

 

αδασκάλεφτος

 

 

αδασκάλιφτους

Ήπειρος, Ίμβρος

αδασκάλευτος

 

 

αδάσκευτος

Κερασούντα*, Οινόη*, Τραπεζούντα*, χαλδία*

αδασκάλευτος

 

 

άδατε

Τσακωνιά

άκαυτος

 

 

αδάτρευτος

Χαλδία*

αγιάτρευτος

 

 

αδαυτού

Άρτα, Μαγνησία

εδωδά

 

 

αδάφορα

Σαμψούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

μάταια

 

 

αδαφόρετα

Κερασούντα*

αδιάφορα

 

 

αδαφόρετα

Σαμψούντα*, Κερασούντα*

μάταια

 

 

αδαφόρετος

Τραπεζούντα*

αδιάφορος

 

 

αδαφόρετος

Κερασούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

άκερδος

 

 

αδαφόρετος

Κερασούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

ανώφελος

 

 

αδαφόρευτα

Κερασούντα*, Χαλδία

ακερδώς

 

 

αδαφόρευτα

Τραπεζούντα*

άτοκα

 

 

αδαφόρευτος

Κερασούντα*

ανώφελος

 

 

αδαφόρευτος

Σάντα*, Τραπεζούντα*

άτοκος

 

 

αδαφόριτους

Ίμβρος

καχεκτικός

 

 

αδάφορος

Σάντα*, Χαλδία*

αδιάφορος

 

 

αδάφορος

Σάντα*, Τραπεζούντα*

ανώφελος

 

 

άδαφος

Σύμη

άβαφος

 

 

αδάφτιστος

Καστελλόριζο, Νίσυρος, Σύμη

αβάπτιστος

 

 

αδαχά

Όφις*

εδωδά

 

 

αδαχάν

Όφις*

εδωδά

 

 

αδαχάνας

Όφις*

εδωδά

 

 

αδαχαντζεκά

Όφις*

εδωδά

 

 

αδαχαντζεκάνας

Όφις*

εδωδά

 

 

αδαχαντζεχάνας

Όφις*

εδωδά

 

 

αδβόλστους

Αιτωλοακαρνανία, Χαλκιδική

αδιβόλιστος

 

 

αδβόλτους

Ίμβρος

αδιβόλιστος

 

 

αδγδιά

Κύπρος

ιτιά

 

 

άδγκια

Κως

σχόλη

 

 

αδγκιαλόιστος

Κως

απερίσκεπτος

 

 

αδγκιαφόρετος

Κως

άχρηστος

 

 

αδδέ

Κάρπαθος

ειδεμή

 

 

αδδένο

Ρόδος

αλλιώς

 

 

αδέ

Τρίκαλα

αλλιώς

 

 

αδέ

Δέλβινο

άλλωστε

 

 

αδέ

Θεσπρωτία, Καρδίτσα

ειδεμή

 

 

αδέ

Μύκονος

μακάρι

 

 

άδε

Χίος

άντε

 

 

άδε

Μύκονος

μακάρι

 

δ

αδέ [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

μήπως

 

 

αδεβαρούχι

Μύκονος

αδιαφορία

 

 

αδέβαστε

Βάτικα*

αδιάβατος

 

 

αδέβαστος

Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αδιάβαστος

 

 

αδέβαστος

Κερασούντα*

αδιάβατος

 

 

αδέβατος

Όφις, Σαμψούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*

αδιάβατος

 

 

αδεζένου

Τσακωνιά

χαλαρώνω

 

 

αδεία

Κεφαλονιά, Κύθηρα, Μάνη, Τσακωνιά

σχόλη

5

λ

άδεια

Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | για να κάνεις κάτι: αδειά, αμπντέστι, αμπέστι

άδεια

 

 

άδεια [Germano 1622]

 

σχόλασμα

 

 

άδεια [Somavera 1709]

 

ευκαιρία

3

δ

αδειάζω [Germano 1622]

Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | Άνδρος, Αρκαδία, Βουρλά*, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Κύθηρα, Λακωνία, Λευκάδα, Μεσσηνία, Μύκονος, Νάξος, Ρόδος, Τσακήλι*, Χίος

ευκαιρώ

 

δ

αδειάζω [Portius 1635]

 

σχολάω

3

δ

αδειάζω [Βεντότης 1790]

κενώνω: αβγκόννω, αγκιάζζω, αδάζω, αδιάζζω, αδιάζου, αδιάννου, αδιάντζω, αδτζιάζζω, αϊδιάζου, ακκιάζζω, αντιάζου, απαδειάζω, απαδκιάζω, αποδιάζω, ατζιάζω, διάζζω, δτζιάζζω, νιδιάζου, ποδιάζω, ποδκιάζω

αδειάζω

 

δ

αδειανιά [Βλαστός 1931]

 

κενότητα

 

δ

αδειανός [Germano 1622]

Buck List 13.22

άδειος

 

δ

αδειανός [Germano 1622]

 

σχολαστός

 

 

αδειανός [Βλαστός 1931]

 

άνεργος

 

 

αδειασερός [Βλαστός 1931]

 

άνεργος

 

δ

αδειασερός [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

άνεργος

2

δ

άδειασμα [Deheque 1825]

κένωση: άδειασμαν, αδιασιά

άδειασμα

 

 

άδειασμαν

Λιβίσι*

άδειασμα

 

δ

αδείλιαστα [Λεξικό Πρωίας 1933]

ανάτριχα

αδείλιαστα

 

 

αδείλιαστε

Τσακωνιά

αδείλιαστος

 

δ

αδείλιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αδείλιαστε, αδείλιαστους, αδείλιατος

αδείλιαστος

 

 

αδείλιαστους

Αιτωλοακαρνανία

αδείλιαστος

 

δ

αδείλιατος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αδείλιαστος

 

 

αδειλίνιστε

Τσακωνιά

αδείπνητος

 

δ

αδειλίνιστος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αδείπνητος

 

 

αδειλίνστους

Θεσσαλία, Μακεδονία

αδείπνητος

 

 

αδείλνιστος

Παξοί

αδείπνητος

 

 

αδείλνιστους

Μακεδονία

αδείπνητος

 

 

αδειοπούγκης

Πωγώνι

μπατίρης

3

δ

άδειος [Germano 1622]

Atlas Linguarum Europae 504 | Buck List 13.22 | κενός: αγκιανός, αδανέ, αδιανέ, αδειανός, αδιατός, αδιάτος, άδιε, αδιετές, άδιους, άδκιος, αδτζιανός, άιδε, αϊδιανός, άιδιος, ακκιανός, άντιους

άδειος

 

 

άδειος [Germano 1622]

 

σχολαστός

 

 

άδειος [Somavera 1709]

 

εύκαιρος

 

 

αδειοσύνη [Βλαστός 1931]

αγεμισιά

αδειοσύνη

 

 

αδείπνητε

Τσακωνιά

αδείπνητος

 

λ

αδείπνητος

αείπνητος, αδειλίνιστε, αδειλίνιστος, αδειλίνστους, αδείλνιστος, αδείλνιστους, αδείπνητε, αδείπνιγους, αδείπνιστος, αδείπνιστους, άδειπνος

αδείπνητος

 

 

αδείπνιγους

Αιτωλοακαρνανία

αδείπνητος

 

 

αδείπνιστος

Κρήτη

αδείπνητος

 

 

αδείπνιστους

Μακεδονία

αδείπνητος

 

δ

άδειπνος [Germano 1622]

Ήπειρος, Κεφαλονιά, Λευκάδα

αδείπνητος

 

 

αδέιτε

Τσακωνιά

άδετος

 

δ

άδειχτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αδένατε

άδειχτος

 

δ

αδεκαρία [Λεξικό Πρωίας 1933]

αδεκαρίλα, απενταρία

αφραγκία

 

 

αδεκαρίλα

Ηλεία

αφραγκία

3

δ

αδέκαρος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αδιοπούγκης

άφραγκος

 

λ

αδεκάτιστος

αφορολόγητος (από δεκάτη): αδικάτγους, αδικάτστους, ξεχάρτσωτος

αδεκάτιστος

 

 

αδεκελιώς

Κέρκυρα

ειδαλλιώς

 

 

αδεκεμί

Κέρκυρα

ειδαλλιώς

 

 

αδέλα

Χίος

βδέλλα

 

 

αδέλαγος

Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αμπέρδευτος

 

 

αδελιώς

Θήρα

αλλιώς

 

 

αδέλοιπα

Κύθηρα

υπόλοιπα

 

 

αδέλοιπος

Κρήτη, Κύθηρα, Σύρος

υπόλοιπος

 

 

αδελφακά

Κερασούντα*

αδερφικά

3

 

αδελφάκι [Germano 1622]

 

αδερφάκι

 

 

αδελφακός

Κερασούντα*, Σάντα*, Χαλδία*

αδερφικός

2

 

αδελφάρα [Χρηστικό Λεξικό 2016]

 

πουστάρα

5

δ

αδελφή [Corona Preciosa 1527]

& Κοτύωρα*, Χαλδία*

αδερφή

3

 

αδέλφι [Βεντότης 1790]

 

αδέρφι

 

 

αδελφιδερός

Καππαδοκία*

αδερφοπαίδι

 

 

αδελφιδής

Σινασός*

αδερφοπαίδι

 

 

αδελφιδός

Πάρος

ανιψιός

 

 

αδελφιδούς

Πάρος

ανιψιός

2

δ

αδελφικά [Portius 1635]

αδελφωτικά

αδερφικά

 

 

αδελφικάτα [Germano 1622]

Ζάκυνθος, Λάρισα

αδερφικά

 

 

αδελφικόν

Κύπρος

επιληψία

2

δ

αδελφικός [Germano 1622]

 

αδερφικός

 

 

αδέλφιν

Κερασούντα*

αδέρφι

 

 

αδελφίνα

Ανατολική Θράκη*

αδερφούλα

 

 

αδελφίνος

Οινόη*

δελφίνι

2

 

αδελφίστικα [Χρηστικό Λεξικό 2016]

 

πούστικα

 

 

αδελφίτσα

Σάντα*, Χαλδία*

αδερφούλα

 

 

αδελφό

Όφις*

αδερφός

 

 

αδελφόκας

Καππαδοκία

αδερφούλης

 

 

αδελφοκόριτσο

Κοτύωρα*

πρωτοξαδέρφη

2

λ

αδελφοκτονία

αδελφοφονία

αδελφοκτονία

 

λ

αδελφοκτόνος

αδελφοφονιάς

αδελφοκτόνος

 

 

αδελφομοίρ

Λευκάδα, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αδερφομοίρι

 

δ

αδελφομοιράζω [Γούλας 1961]

Σύρος

αδερφομοιράζω

 

 

αδελφομοίρασμαν

Τραπεζούντα*

αδερφομοιρασιά

 

 

αδελφομοίρι [Somavera 1709]

Κύθνος, Χίος

αδερφομοίρι

 

δ

αδελφοξάδελφα [Γούλας 1961]

 

αδερφοξαδέλφια

 

 

αδελφοπαίδ

Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αδερφοπαίδι

 

 

αδελφοπαίδα

Κοτύωρα*

πρωτοξάδερφα