Facebook

Λεξικό Συνωνύμων. Λέξεις που αρχίζουν από αε-αι


 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από αε-αι

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 12.11.2019

αναθεώρηση: 3.11.2020

 

 


Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στη στήλη a, δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει ένας αριθμός από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, που αφορά τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχνότητα 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχνότητα 2) και η λέξη «άβολα» (με συχνότητα 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Στη στήλη b, το γράμμα δ σημαίνει πως η λέξη χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής. Το γράμμα λ σημαίνει πως η λέξη είναι λόγια, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Στη στήλη c, μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Στη στήλη c, συνυπάρχουν οι λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με εκείνες της σύγχρονης γλώσσας, γνωστής και ως «κοινής νεοελληνικής». Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Στη στήλη c, με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους (στήλη d ) τα συνώνυμα. Στη ίδια στήλη, με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε (μια σειρά πριν ή μετά) και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως πλάι τους (στήλη d) δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Στη στήλη d και όταν στην προηγούμενη στήλη c υπάρχουν (με κόκκινο χρώμα) λέξεις της «κοινής νεοελληνικής», βρίσκονται συγκεντρωμένα μαζί τα διαλεκτικά συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Επίσης στη στήλη d, όπου βρίσκονται γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί, πρόκειται για τα ονόματα των τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της εγγραφής, της διπλανής στήλης c). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως το σύνολο των Ρωμιών του οικισμού εγκατέλειψε τον τόπο μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις στην αρχή της στήλης d, υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Τέλος στη στήλη e καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις και σε λιγότερο γνωστές λέξεις, που αποτελούν όμως λήμματα αναφοράς.

 

 

a

b

c

d

e

 

 

άε

Βάτικα*

άγιος

 

 

άε

Χίος

από

 

δ

άε [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Δέλβινο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύμη, Λευκάδα, Μάνη, Μέγαρα, Παξοί, Πόντος*, Σίφνος

άντε

 

 

αεβγήμα

Χαλδία*

αγιοβήμα

 

 

αεβγήμαν

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αγιοβήμα

 

 

αέβγημαν

Σάντα*

αγιοβήμα

 

 

αέβγησμαν

Κοτύωρα*

αγιοβήμα

 

 

αεβδήμ

Όφις*

αγιοβήμα

 

 

αεβδήμαν

Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αγιοβήμα

 

 

αεβέντιστος

Νάξος

αδιαπόμπευτος

 

 

αεβήμα

Τραπεζούντα*

αγιοβήμα

 

 

αεβήμαν

Κερασούντα*, Τραπεζούντα*

αγιοβήμα

 

 

αεδήμαν

Τραπεζούντα*

αγιοβήμα

 

 

άεζα

Κέρκυρα

αμισθί

 

 

αέζι

Τσακωνιά

αεράκι

 

 

αεζικό

Τσακωνιά

αερικό

 

 

αέζω

Χαλδία*

αγιάζω

 

 

άειδα

Λακωνία

σχόλη

 

δ

αείδωτος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Αρκαδία

αόρατος

 

δ

αείδωτος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

άπειρος

2

λ

αεικίνητος

αλάροτος, άμπαστο, ανέπαυτο, νέμπαστο, νέμπαυτο

αεικίνητος

 

 

αείνος

Σαμψούντα*

εκείνος

 

 

αείπνητος

Κάλυμνος

αδείπνητος

 

 

αειτόνευτος

Κάλυμνος

ακοινώνητος

 

 

αέκα

Οινόη*, Σαμψούντα*

έτσι

 

 

αεκέρ

Σάντα*, Χαλδία*

μελισσοκέρι

 

 

αέκο

Μάκρη*

αμέσως

 

 

αέκο

Σύμη

μετά

 

 

αέκος

Οινόη*

τέτοιος

 

 

αέλ

Σιάτιστα

κοπάδι

 

 

αελά

Κάρπαθος, Κάσος, Χίος

αγελάδα

 

 

αελάδ

Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αγελάδα

 

 

αελάδα

Αμοργός, Άνδρος, Κάλυμνος, Καστελλόριζο, Κρήτη, Κύθνος, Νάξος, Νίσυρος, Παξοί, Πάρος, Σέριφος, Σύμη, Τραπεζούντα*, Χίος

αγελάδα

 

 

αελαδές

Σάντα*

αγελαδινός

 

 

αελάδι

Νάξος

αγελάδι

 

 

αελάδιν

Όφις*

αγελάδα

 

 

αελάδιν

Όφις*

αγελάδι

 

 

αελαδόπον

Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αγελαδάκι

 

 

αέλαμνος

Νάξος

αγιάλοπας

 

 

αέλαμος

Αστυπάλαια, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κρήτη, Κοζάνη, Κως, Λέρος, Ρόδος, Σάμος, Σύμη, Χίος

αγιάλοπας

 

 

αέλαμος

Καστελλόριζο

ανόητος

 

δ

αέλαμος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Ικαρία, Κύθηρα

αγιάλοπας

 

δ

αέλαμος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Ρόδος

βρόμη

 

δ

αέλαμος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

κεχρί

 

 

αέλαστος

Κάλυμνος, Κάρπαθος, Νάξος, Όφις*, Σύμη, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αγέλαστος

 

 

αέλαστους

Σιάτιστα

αγέλαστος

 

 

αελέ

Ικαρία, Κρήτη

αγελάδα

 

 

αελέα

Κάρπαθος

αγελάδα

 

 

αελζιά

Κως

αγελάδα

 

 

αέλη

Ρόδος

κοπάδι

 

 

αελιά

Αμοργός, Ικαρία, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κρήτη, Κως, Λέρος, Νίσυρος, Πάτμος, Ρόδος, Σύμη, Τήλος, Χάλκη

αγελάδα

 

 

αελίδι

Σύμη

αγελαδάκι

 

 

αελίν

Κάρπαθος

αγελαδίτσα

 

 

αελίστικος

Ρόδος

αγελαδινός

 

 

αελκιά

Ρόδος

αγελάδα

 

 

αελλιά

Κως, Νίσυρος

αγελάδα

 

 

αελλοπόης

Κάρπαθος

γοργοπόδαρος

 

 

αέλοπας

Χίος

βρόμη

 

 

αελφή

Σίλλη*

αδερφή

 

 

αελφό

Σίλλη*

αδερφός

 

 

αελφός

Καππαδοκία*, Καστελλόριζο, Μισθί*

αδερφός

 

 

αέμιστος

Κάλυμνος

αγέμιστος

 

 

αενά

Κάρπαθος

αγένεια

 

 

αενή

Κάρπαθος

φωνή

 

 

αένητος

Ικαρία, Σύμη

αγέννητος

 

 

αενιά

Κάρπαθος

αγένεια

 

 

αενικά

Κάρπαθος

αγενώς

 

 

αενικά

Κάρπαθος

λαίμαργα

 

 

αενικός

Κάρπαθος

αγενής

 

 

αενικός

Κάρπαθος

αδηφάγος

 

 

αενικός

Κάρπαθος

λαίμαργος

 

 

άεννη

Κάλυμνος, Κάρπαθος

άγεννη

 

 

αέννητος

Κάλυμνος, Κάρπαθος

αγέννητος

 

 

άενος

Ικαρία, Κάλυμνος

αγένειος

 

 

άενος

Κάρπαθος

άπειρος

 

 

αενταφίτικος

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αγιοταφίτικος

 

 

άεντε

Κύμη

άντε

 

 

Αεντρέας

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

Δεκέμβριος

 

 

αένωτος

Σύμη

αγίνωτος

 

 

αέξιος

Κάρπαθος

απρόσφορος

 

 

αεουάδα

Νάξος

αγελάδα

 

 

αεπάνου

Κεφαλονιά

πάνω

 

 

αέρ

Πάρος

αερικό

 

 

αέρα

Κοτύωρα*, Τσακωνιά

αέρας

 

δ

αέρα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ήρα

 

 

αέρακας

Σούρμενα*, Τραπεζούντα*

βραχοκιρκίνεζο

 

 

αέρακας

Σούρμενα*, Τραπεζούντα*

γεράκι

 

 

αεράκι

Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κύθνος, Νάξος, Νίσυρος, Ρόδος, Σύμη, Χοινούσα, Τήλος

γεράκι

3

 

αεράκι [Βλάχος 1659]

αβόρας, αγέρ, αγέρι, αέζι, αεράκιν, αεράτσι, αέρζι, αέρι, αερούιν, αϊράκ, αϊρούδας, ανέμι, ανεμίδι, ανεμοσάλεμα, ανεμοσάλευμα, εβγολή, μπαχαρία

αεράκι

 

 

αεράκιν

Κάρπαθος

αεράκι

 

 

αεράκιν

Κάρπαθος, Κύθνος, Νάξος, Νίσυρος, Ρόδος, Τήλος, Σύμη, Σχινούσα

βραχοκιρκίνεζο

 

 

αεράκιν

Ικαρία, Κάρπαθος, Νίσυρος, Ρόδος

γεράκι

 

 

αεράνι

Καστελλόριζο

ασβέστωμα

 

 

αεράνιν

Μάκρη*

ξινόγαλα

 

 

αερανός

Νάξος, Χαλδία*

γερανός

 

 

αέρανος

Νάξος

γερανός

 

 

αέρας

Buck List 1.71 | Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | & Αδριανούπολη*, Αιτωλοακαρνανία, Αμοργός, Αρκαδία, Αχαΐα, Θεσπρωτία, Ιωάννινα, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κίμωλος, Κοτύωρα*, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Λευκάδα, Λιβίσι*, Μεσσηνία, Νάξος, Νίσυρος, Σέρρες, Χάλκη, Χίος

αέρας

 

 

αέρας

Πιερία

βιαστικά

 

 

αέρας

Γρεβενά, Κοζάνη, Κονίστρες, Μέγαρα, Σιάτιστα

ήρα

 

 

αέρας

Μύκονος, Πάρος

ταράτσα

4

δ

αέρας [Germano 1622]

αγέρα, άγερα, αγέρας, άγερο, αγέρους, αγίας, αγκέρα, αδέρας, αέρα, άερο, άερος, αέρους, ανγκέρα, ξαγέρ

αέρας

 

 

αέραστος

Κάλυμνος, Νάξος, Χαλδία*

αγέραστος

 

 

αεράτι

Κρήτη

εισόδημα

 

 

αερατίζω

Κερασούντα*, Χαλδία*

αερίζω

 

 

αερατικό

Ινέπολη*

επιληψία

 

 

αερατίω

Ινέπολη*

αερίζω

 

 

αεράτσι

Άνδρος, Τσακωνιά

αεράκι

 

 

αεράτσι

Κάλυμνος, Καστελλόριζο

βραχοκιρκίνεζο

 

 

αεράτσι

Ίος, Κάλυμνος, Καστελλόριζο

γεράκι

 

 

αέργαστους

Πιερία

απονήρευτος

 

 

αεργεύω

Καστελλόριζο

αγριεύω

 

 

αέργι

Πάρος

αερικό

 

 

αεργίζω

Τσακωνιά

αερίζω

 

 

αεργιομάδα

Καστελλόριζο

αγριότητα

 

 

αέργιος

Καστελλόριζο

άγριος

 

 

Αεργίτας

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

Νοέμβριος

 

 

Αεργίτες

Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

Νοέμβριος

 

 

άεργος

Χαλδία*

άνεργος

 

 

άεργος [Germano 1622]

 

εύκαιρος

 

 

αέρζι

Τσακωνιά

αεράκι

 

 

αέρζι

Τσακωνιά

αερικό

 

 

αέρι

Κρήτη, Μάνη

αύρα

 

δ

αέρι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Μάνη, Τσακωνιά

αεράκι

 

δ

αέρι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

επιληψία

 

δ

αέρι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Άνδρος, Θήρα, Κύθηρα, Κρήτη, Σύρος

κλίμα

 

 

αεριζζής

Νίσυρος

αεριτζής

 

 

αερίζομαι

Μάνη

κλάνω

 

δ

αερίζομαι [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

αγερίζομαι, αγερίζουμ

αερίζομαι

 

λ

αεριζόμενος

αγερινός, αερινός

αεριζόμενος

 

 

αερίζου

Μάνη, Τσακωνιά

αερίζω

 

 

αερίζουμαι

Αρκαδία, Κύπρος

κλάνω

2

δ

αερίζω [Somavera 1709]

αγερίζω, αερατίζω, αερατίω, αεργίζω, αερίζου, αερίντζω, αερολογώ, αηριάζου, αηρίζου, ανερολοώ

αερίζω

 

 

αερικά

Άνδρος, Χίος

ευάερα

 

 

αερικάτος

Σίφνος

ευάερος

 

δ

αερική [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

 

νεράιδα

 

 

αερίκι

Ρόδος

άγρωστη

 

δ

αερικιά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

νεράιδα

 

 

αερικό

Αρκαδία, Αχαΐα, Εύβοια, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κάλυμνος, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία

αερικό

 

 

αερικό

Καστελλόριζο

κλίμα

 

 

αερικό

Μέγαρα

κόσκινο

 

 

αερικό

Καστελλόριζο

τρέλα

 

δ

αερικό [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ερυσίπελας

2

δ

αερικό [Λεξικό Πρωίας 1933]

αγέρ, αγερικό, αγερκό, αγιρκό, αεζικό, αέρ, αέργι, αέρζι, αερικόν, αϊρκό, ανεμική, ανεμικό, ανεμογαζού, ανεμογαζούδα, ανεμοκαλή, ανεμοκαλίτζα, ανιμκό, σμερδάκι, φαντασία, φουσάτο

αερικό

 

 

αερικόν

Σύμη

γεράκι

 

 

αερικόν [Somavera 1709]

Κάρπαθος

αερικό

 

δ

αερικός [Germano 1622]

Κερασούντα* Κύθηρα, Σαμψούντα*, Χαλδία*

ευάερος

 

 

αέριν

Κύπρος

αύρα

 

 

αερινά

Κρήτη

ψυχρά

 

δ

αερινά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κρήτη, Κυκλάδες

ευάερα

 

 

αερινάδα

Κρήτη

αύρα

 

 

αερινίζω

Κρήτη

δροσίζω

 

δ

αερινός [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αεριζόμενος

 

δ

αέρινος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κάρπαθος, Κάσος, Κρήτη, Ρόδος

δροσερός

 

δ

αερινός [Λεξικό Πρωίας 1933]

Κρήτη, Κύθηρα, Μήλος

ευάερος

 

 

αερίντζω

Κάρπαθος

αερίζω

 

 

αερίσκουμαι

Κοτύωρα*

κλάνω

 

δ

αέρισμα [Βεντότης 1790]

αγέρισμαν, αέρισμαν, αΐρισμαν

αέρισμα

 

 

αέρισμαν

Πόντος

αέρισμα

 

δ

αερισμένος [Βεντότης 1790]

αγερισμένος

αερισμένος

 

δ

αεριστήρας [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

εξαεριστήρας

 

 

αεριστήρι [Deheque 1825]

 

βεντάλια

 

δ

αεριστήρι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

εξαεριστήρας

 

δ

αεριστής [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

εξαεριστήρας

 

 

αεριστίρ

Τραπεζούντα*

βεντάλια

 

 

αερίστρα

Φθιώτιδα

βεντάλια

 

δ

αερίστρα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

εξαεριστήρας

 

δ

αεριτζής [Λεξικό Πρωίας 1933]

αεριζζής

αεριτζής

 

 

αέρκια

Κύπρος, Χίος

αδέρφια

 

 

αερκό

Λευκάδα

αερικό

 

 

αερνά

Κυκλάδες

ευάερα

 

 

αερνός

Θήρα

δροσερός

 

δ

αερνός [Λεξικό Πρωίας 1933]

Θήρα

ευάερος

 

 

άερο

Καλαβρία, Κεφαλονιά, Κρήτη

αέρας

 

 

άερο

Ουλαγάτς*

άχυρο

 

 

άερο

Κύθηρα

κλίμα

 

 

αερογάμης [Απαλοδήμος 1988]

 

βραχοκιρκίνεζο

 

δ

αερογάμης [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

Αρκαδία, Ζάκυνθος, Κρήτη, Λακωνία, Μάνη, Μύκονος, Νίσυρος, Πάργα

κιρκινέζι

 

δ

αερογάμης [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

κιρκινέζι

 

 

αερογάμι

Κρήτη, Μάνη

κιρκινέζι

 

 

αερογαμί [ΙΛΝΕ 1980]

 

βραχοκιρκίνεζο

 

 

αερογγάστρι

Μύκονος

ανεμογγάστρι

 

δ

αεροδέρνομαι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ανεμοδέρνομαι

 

δ

αεροδέρνω [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

ταλαιπωρούμαι

 

 

αερόζος

Κύθηρα

ευάερος

 

δ

αεροκοπανάω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

φλυαρώ

 

δ

αεροκοπανίζω [Λεξικό Πρωίας 1933]