Λεξικό Συνωνύμων. Λέξεις που αρχίζουν από απο-απω

 

 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από απο-απω

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 15.3.2021

 

 


Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στη στήλη a, δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει ένας αριθμός από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, που αφορά τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχνότητα 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχνότητα 2) και η λέξη «άβολα» (με συχνότητα 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Στη στήλη b, το γράμμα δ σημαίνει πως η λέξη χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής. Το γράμμα λ σημαίνει πως η λέξη είναι λόγια, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Στη στήλη c, μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Στη στήλη c, συνυπάρχουν οι λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με εκείνες της σύγχρονης γλώσσας, γνωστής και ως «κοινής νεοελληνικής». Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Στη στήλη c, με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους (στήλη d ) τα συνώνυμα. Στη ίδια στήλη, με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε (μια σειρά πριν ή μετά) και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως πλάι τους (στήλη d) δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Στη στήλη d και όταν στην προηγούμενη στήλη c υπάρχουν (με κόκκινο χρώμα) λέξεις της «κοινής νεοελληνικής», βρίσκονται συγκεντρωμένα μαζί τα διαλεκτικά συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Επίσης στη στήλη d, όπου βρίσκονται γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί, πρόκειται για τα ονόματα των τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της εγγραφής, της διπλανής στήλης c). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως το σύνολο των Ρωμιών του οικισμού εγκατέλειψε τον τόπο μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις στην αρχή της στήλης d, υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Τέλος στη στήλη e καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις και σε λιγότερο γνωστές λέξεις, που αποτελούν όμως λήμματα αναφοράς.

 

a

b

c

d

e

 

 

από

Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | & Αδριανούπολη*, Αίνος*, Αιτωλοακαρνανία, Αμοργός, Ανάφη, Άνδρος, Αργολίδα, Αρκαδία, Αυλωνάρι, Αχαΐα, Ευρυτανία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Ιθάκη, Ικαρία, Ιωάννινα, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κάρυστος, Κάσος, Καστελλόριζο, Κέα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κίμωλος, Κονίστρες, Κορινθία, Κοτύωρα*, Κρήτη, Κύθηρα, Κύθνος, Κύμη, Κύπρος, Κως, Λακωνία, Λάρισα, Λέρος, Λευκάδα, Λιβίσι*, Μάνη, Μεσσηνία, Μήλος, Νάξος, Νίσυρος, Παξοί, Ρόδος, Σαράντα Εκκλησιές*, Σέρρες, Σίλλη*, Σίφνος, Σκύρος, Σύμη, Σύρος, Τραπεζούντα*, Φάρασα*, Χαλδία*, Χάλκη, Χίος

από

 

 

από

Αρκαδία, Θήρα, Μεσσηνία

μετά

7

δ

από [Germano 1622]

α, άε, αμ, αμέ, αμπί, άμπι, αμπό, αμπός, αν, αξ, αξέ, αό, αού, απ, απά, απέ, απίν, απίς, αποντά, απός, αποτά, απτ, απού, άπου, απούς, απούτ, ας, ασς, ασσέ, άσσε, ατ, ατζέ, ατς, ατσέ, αφ, αφς, αφού, αφσέ, αψ, αψέ, επ, με, μπε, νι, ντα, οπ, πε, πετά, πι, πο, πος, ποτά, που, πουτ, τσε, φσε

από

 

 

αποαβράχου

Τσακωνιά

αποπαίρνω

 

 

αποαγλέουρον

Κάρπαθος

ξεδιάλεγμα

 

 

αποαζίκου

Τσακωνιά

αποπαίρνω

 

 

αποαλημό

Τσακωνιά

ξεθέωμα

 

 

αποαλητέ

Τσακωνιά

φλυαρία

 

 

αποάλλω

Κάρπαθος

στέλνω

 

 

απόαλο

Ρόδος

αφρόγαλα

 

 

απόαλον

Ρόδος

αφρόγαλα

 

 

απόαλος

Ρόδος

αφρόγαλα

 

 

αποαντραπία

Κάρπαθος

ξεδιαντροπιά

 

 

αποάντραπος

Κάρπαθος

ξεδιάντροπος

 

 

αποαού

Τσακωνιά

ξεθεώνομαι

 

 

αποαρζίκου

Τσακωνιά

αποπαίρνω

 

 

αποαρίκου

Τσακωνιά

αποπαίρνω

 

δ

αποαρματώνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αφοπλίζω

 

 

αποαύλιν

Κάρπαθος

αποδαύλι

 

 

απόβα

Κρήτη

απόφαση

 

δ

αποβάζω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

διαχωρίζω

 

δ

απόβαθα [Βλαστός 1931]

 

κατάβαθα

 

δ

απόβαθα [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

βαθιά

 

δ

απόβαθος [Βλαστός 1931]

 

κατάβαθος

4

λ

αποβάθρα

ναυτοσκάλα, σκάλα

αποβάθρα

3

λ

αποβάλλω

για έγκυο: αποβάνου, αποβάνω, αποβάρνω, αποδέρνομαι, αποξεζίχου, αποξερίχου, απορίχνου, απορίγνω, απορίχνω, απορρίχνω, απουβαίρνουμι, απουρίχνου, ποκόβγω

αποβάλλω

 

δ

απόβαλμα [Du Cange 1688]

Αδριανούπολη*, Καστοριά, Φιλιππούπολη*

αποβολή

 

δ

απόβαλμα [Meursius 1614]

Αδριανούπολη*

έκτρωμα

 

 

απόβαλμαν

Τραπεζούντα

ξεθώριασμα

 

 

απόβαλση [Βλαστός 1931]

Φιλιππούπολη*

αποβολή

 

 

αποβαλσίδι

Αρκαδία

έκτρωμα

 

δ

αποβαλσίδι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

σκουπίδι

 

 

αποβάνου

Τσακωνιά

αποβάλλω

 

δ

αποβάνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Ζάκυνθος, Κρήτη

αποβάλλω

 

δ

αποβάνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

απογεμίζω

 

δ

αποβαραίνω [Κοντόπουλος 1903]

 

χειροτερεύω

 

δ

αποβαραίνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Θήρα

επιβαρύνω

 

 

απόβαρμα

Χίος

αποφόρι

 

 

απόβαρμα

Αιτωλοακαρνανία, Λέσβος

έκτρωμα

 

 

απόβαρμαν

Λιβίσι*

αποβολή

 

 

αποβάρνω

Ζάκυνθος

αποβάλλω

 

λ

απόβαρο

αντάρα, αντζύγ, ντάρα

απόβαρο

 

 

αποβαρσάρικο

Κρήτη

έκτρωμα

 

 

αποβαρσάρικο

Κρήτη

πρόωρο

 

 

απόβαρση

Κρήτη

αποβολή

 

 

απόβαρσο

Χίος

έκτρωμα

 

 

αποβασίλεμα

Μάνη

ηλιοβασίλεμα

 

 

αποβασιλεύου

Μάνη

δύω

 

δ

αποβαστάζω[Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

υποβαστάζω

 

δ

αποβαστάω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

βαστώ

 

δ

αποβαστώ [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

βαστώ

 

δ

αποβαστώ [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

υποβαστάζω

 

 

αποβατανίζω

Χαλδία*

ξεβοτανίζω

 

 

αποβάτζερμα

Κρήτη

περίσσευμα

 

 

αποβατζέρνω

Κρήτη

περισσεύω

 

δ

απόβατος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

βατεμένος

 

 

αποβάφτω

Σάντα*, Χαλδία*

ξεθωριάζω

 

δ

αποβάφω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ξεβάφω

 

 

απόβγα

Κύπρος

τελικά

 

 

απόβγα

Κύπρος

ύστερα

 

 

αποβγάζω

Κύθηρα

ξεβγάζω

 

 

αποβγάζω

Κύθηρα, Κωνσταντινούπολη, Χίος

ξεπροβοδίζω

 

δ

αποβγάζω [Λεξικό Πρωίας 1933]

Θήρα

διώχνω

 

 

αποβγαινίσκω

Όφις

ξεφεύγω

 

 

αποβγαίνω

Κύπρος

εξαιρούμαι

 

 

αποβγαίνω [Βλαστός 1931]

 

βγαίνω

 

δ

αποβγαίνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

κλάνω

 

 

αποβγάλλω

Κύπρος

ξεπληρώνω

 

δ

απόβγαλμα [Βλαστός 1931]

 

αποβολή

 

 

απόβγαλμα [Βλάχος 1659]

 

διώξιμο

 

δ

απόβγαλμα [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

έκτρωμα

 

 

αποβγαλμένος [Βλάχος 1659]

 

διωγμένος

 

 

αποβγαλμός [Βλάχος 1659]

 

διώξιμο

 

 

αποβγαλτής [Βλάχος 1659]

 

διώκτης

 

 

αποβγάλω

Τραπεζούντα*

ξοφλώ

 

 

αποβγάνω

Κύθηρα

ξεπροβοδίζω

 

δ

αποβγάνω [Βλάχος 1659]

Κρήτη

διώχνω

 

 

απόβγαρμαν

Κύπρος

αποβολή

 

 

απόβγαρμαν

Κύπρος

απομάκρυνση

 

δ

αποβγενικός [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αγενής

 

 

αποβγκάζζω

Κως

αφανίζω

 

 

αποβγκάλλω

Κως

αφανίζω

 

 

αποβγκάλλω

Κάρπαθος

διώχνω

 

 

αποβγκάλλω

Χίος

ξεπροβοδίζω

 

 

αποβγκαλλωμός

Κάρπαθος

ξεπροβόδισμα

 

 

αποβδόμαδα

& Άνδρος, Ζάκυνθος, Ήπειρος, Θήρα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθνος, Χίος

αποβδόμαδα

 

δ

αποβδόμαδα [Κοντόπουλος 1903]

από βδομάδα: αποβδομάδα, αποβδομάδας, απουβδόμαδα

αποβδόμαδα

 

δ

αποβδομάδα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αποβδόμαδα

 

δ

αποβδομάδας [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αποβδόμαδα

 

δ

αποβενετώνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

χλωμιάζω

 

 

αποβεντεμίζω

Θήρα

αποτρυγώ

 

 

αποβεντέμισμα

Νάξος

αποτρύγημα

 

 

αποβεντεμισμός

 

αποτρύγημα

 

δ

αποβεργίζω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

λυγίζομαι

 

 

απόβι

Βάτικα*, Χαβουτσί*

φώλι

 

δ

αποβιάζομαι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

βιάζομαι

3

λ

αποβίβαση

 

αποβίβαση

 

δ

αποβιγλάω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

βιγλιζω

 

δ

αποβιγλίζω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

βιγλίζω

 

 

αποβίδωμαν

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

ξεβίδωμα

 

 

αποβιδώνω

Σάντα*, Τραπεζούντα*

ξεβιδώνω

 

 

αποβίω

Κάρπαθος

εξαντλούμαι

2

λ

αποβλακωμένος

ζαβωμένος, ντότσας, ντότσκαρους, ντότσκας

αποβλακωμένος

 

λ

αποβλακώνομαι

ντρουβαλιάζω

αποβλακώνομαι

 

λ

αποβλακώνω

αποζαβώνω, αποκουτιαίνω, αποπουνταλιάζω, αποχαϊλώνου, ζαβώνω, σιομπουταλιάω, σομπουταλιάζω

αποβλακώνω

 

δ

αποβλαστάνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ξεβλαστώνω

 

 

αποβλήματα

Νίσυρος

αποφάγια

2

λ

απόβλητος

αποδιαβασμένος

απόβλητος

 

 

αποβλίχαδο

Μάνη

απολειφάδι

 

 

απόβο

Βάτικα*

φώλι

 

δ

αποβοήθιο [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

βοήθεια

 

δ

απόβολα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

άβολα

3

λ

αποβολή

διακοπή της κύησης: απόβαλμα, απόβαρμαν, απόβγαλμα, απόβγαρμαν, απόβαλση, απόβαρση, απόβγαλμα, αποριξιά, μπεμπάλομα, μπεμπάλοση, μπιμπάλοση, πίρβαση

αποβολή

 

 

αποβορδιννιάζζω

Νίσυρος

μπαγιατεύω

 

 

αποβορδινός

Νίσυρος

μπαγιάτικος

 

δ

αποβόρι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

βοριαδάκι

 

 

αποβορίζω

Χαλδία*

απολιχνίζω

 

 

αποβορώνω

Τραπεζούντα*

ψύχω

 

δ

αποβοσκάω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αποβόσκω

 

δ

αποβόσκω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

τελειώνω τη βοσκή: αποβοσκάω

αποβόσκω

 

 

αποβοτάνισμαν

Σάντα*, Χαλδία*

ξεβοτάνισμα

 

δ

αποβουβαίνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αποστομώνω

 

 

αποβουλώνω

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αποσφραγίζω

 

 

απόβουνος [Βλαστός 1931]

 

ορεινός

 

 

αποβουτορώνω

Σάντα*, Χαλδία*

αποβουτυρώνω

 

 

αποβουτουρώνω

Κοτύωρα*, Σάντα*

αποβουτυρώνω

 

δ

αποβουτυρώνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αποβουτορώνω, αποβουτουρώνω, αποκορυφώνω, ντουρβανίζω, ξεβουτυρίζω

αποβουτυρώνω

 

 

απόβραδα

Θήρα, Κρώμνη*, Νάξος, Τραπεζούντα, Χαλδία*

απόβραδα

 

δ

απόβραδα [Βλαστός 1931]

αποσκότεινα, απόσπερα, αποσπέρα, πρόσπερα

απόβραδα

 

 

αποβραδάσκομαι

Κοτύωρα*

νυχτώνομαι

 

 

αποβραδάσκουμαι

Χαλδία*

νυχτώνομαι

 

 

αποβραδές

Οινόη*

αποβραδίς

 

 

αποβραδί

Ήπειρος, Λακωνία, Παλιά Αθήνα, Χαβουτσί*

αποβραδίς

 

δ

αποβραδινός [Λεξικό Πρωίας 1933]

Ζάκυνθος

χτεσινοβραδινός

 

 

αποβραδίς

& Αίγινα, Άνδρος, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Κάρυστος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κίμωλος, Κοτύωρα*, Κύθνος, Λακωνία, Μεσσηνία, Νάξος, Νικόπολη*, Σάντα*, Σίφνος, Σύρος, Χαλδία*

αποβραδίς

2

δ

αποβραδίς [Σκαρλάτος 1835]

απισπιριού, αποβραδές, αποβραδί, αποβραδύς, αποβραϊδιού, απορβαδίς, αποσπέρας, αποσπεριάς, αποσπεριού, αποσπερίς, αποσπερού, απουβραδί, απουβραδίς, απουρβαδίς, απουσπιρί, απουσπιρί, ομπανέ, ποβραδίς, ποσπερίς, πουβραδί, πουβραδίς, πουβραΐς

αποβραδίς

 

 

απόβραδο

& Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, 'Ηπειρος, Λακωνία, Μάνη

απόβραδο

2

δ

απόβραδο [Λεξικό Δημητράκου 1933]

απόβραδου, αποσπεριά, αποσπεριού, απόσπερνο, αποσπερού

απόβραδο

 

 

απόβραδος [Βλαστός 1931]

 

βραδινός

 

δ

απόβραδος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

απόσπερος

απόβραδος

 

 

απόβραδου

Ιωάννινα, Σέρρες, Τρίκαλα, Φωκίδα

απόβραδο

 

 

αποβραδύς [Germano 1622]

 

αποβραδίς

 

 

αποβράζω

& Κερασούντα*, Κύθηρα, Οινόη*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*, Χίος

αποβράζω

 

δ

αποβράζω [Deheque 1825]

τελειώνω το βράσιμο: ποβράσου

αποβράζω

 

 

αποβραϊδιού

Μάνη

αποβραδίς

 

 

αποβρακίζω

Τραπεζούντα*

ξεβρακώνω

 

 

αποβράκισμαν

Τραπεζούντα*

ξεβράκωμα

 

 

αποβράκωμαν

Σάντα*, Τραπεζούντα*

ξεβράκωμα

 

 

αποβρακώνω

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδια*

ξεβρακώνω

 

 

αποβρακωτίζω

Όφις*

ξεβρακώνω

 

δ

αποβρασμένος [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

 

βρασμένος

 

 

απόβρεχα

Κορινθία

απόβροχα

 

δ

αποβρεχάρης [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Πελοπόννησος

αποβροχάρης

 

 

αποβρέχια

Αμοργός

αποβρόχια

 

 

απόβρεχο

Αχαΐα

απόβροχο

 

δ

αποβρέχω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

μουσκεύω

 

 

απόβριχου

Αιτωλοακαρνανία, Καρδίτσα, Μαγνησία

απόβροχο

 

 

αποβρομώ

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

ξεβρομίζω

 

δ

αποβρόντητος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

εμβρόντητος

 

 

αποβροτίζω

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

μολύνω

 

 

απόβρουχου

Ιωάννινα

απόβροχο

 

 

απόβροχα

& Αρκαδία, Αχαΐα, Κορινθία, Μεσσηνία, Μυριόφυτο*, Τσακωνιά

απόβροχα

 

δ

απόβροχα [Λεξικό Πρωίας 1933]

απόβρεχα, αποβροχάρι, αποβροχάρικα, απόνερου

απόβροχα

 

 

αποβροχάρης

Αρκαδία, Ηλεία, Ήπειρος, Μεσσηνία

αποβροχάρης

 

δ

αποβροχάρης [Ηπίτης 1908]

για καιρό: αποβρεχάρης, αποβροχάρικος

αποβροχάρης

 

 

αποβροχάρι

Ηλεία

απόβροχα

 

 

αποβροχάρικα

Κέρκυρα

απόβροχα

 

 

αποβροχάρικος

Κέρκυρα

αποβροχάρης

 

 

αποβρόχι

Ήπειρος, Νάξος

απόβροχο

 

δ

αποβρόχια [Ηπίτης 1908]

αντίθετο του πρωτοβρόχια: αποβρέχια, απουβρόχια

αποβρόχια

 

δ

αποβροχιά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

απόβροχο

 

 

αποβρόχιν

Κάρπαθος

απόβροχο

 

δ

απόβροχο [Βλαστός 1931]

απόβρεχο, απόβριχου, απόβρουχου, αποβρόχι, αποβροχιά, αποβρόχιν, απουβρουχιά, απουβρόχ, πόβρουχου

απόβροχο

 

δ

αποβυζαίνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κρήτη

απογαλακτίζω

 

 

αποβυζαλίζω

Χαλδία*

απογαλακτίζω

 

 

αποβυζάνω

Μάνη, Νάξος, Κρήτη

απογαλακτίζω

 

δ

αποβύζι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κρήτη

στερνοπαίδι

 

 

απογαβρούμαι

Χαλδία*

αποξεραίνομαι

 

 

απογαγγλάζω

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σεμένι*, Χαλδία*

στραμπουλίζω

 

 

απογαϊδιρίσκουμαι

Σάντα*, Χαλδία*

γαϊδουρεύω

 

λ

απογαλακτίζομαι

αποκόβγομαι

απογαλακτίζομαι

 

λ

απογαλακτίζω

αποκόβγομαι, ακόβγκω, απεκόβγω, απικόβου, αποβυζαίνω, αποβυζαλίζω, αποβυζάνω, απογαλίζω, απογατσάζου, αποκόβγω, αποκόβκω, αποκόβου, αποκόβω, αποκόφου, αποκόφτω, απουκόβγου, απουκόβου, πεκόβγω, πικόφτου, ποκόβγω, ποκόβκω, σακάζω

απογαλακτίζω

 

λ

απογαλακτισμένος

αποκομμένος, αποκοψάρης, απουκουμένους

απογαλακτισμένος

 

λ

απογαλακτισμός

απόκομα, απόκομμα, απόκουμα, αποκόψιμο, σάκασμα

απογαλακτισμός

 

 

απογαλανισμένος

Κρήτη

ωχρός

 

 

απογαλαχτισμένο [Βλαστός 1931]

αποκοψιόνι

απογαλαχτισμένο

 

 

απογαλγανίζω

Χαλδία*

κατακαίω

 

 

Απογαλέρκα

Κύπρος

Ωρίων

 

 

απογαληνώνου

Μάνη

ηρεμώ

 

 

απογάλι

Ηπειρος

σιγά

 

δ

απογάλια [Brighenti 1912]

Ήπειρος, Μελένικο*

σιγά

 

 

απογαλίζω

Κρήτη, Κύθνος

απογαλακτίζω

 

 

απογαλιώ

Ήπειρος

προσέχω

 

 

απόγαλος

Ρόδος

αφρόγαλα

 

 

απογαμπιλώνω

Σάντα*, Χαλδία*

γουρλώνω