Skip to main content

ζάλα-ζαπώνω

 

Ρωμαίικα Διαλεκτικά

 

ζάλα-ζαπώνω

 

Δημήτρη Λιθοξόου

πρώτη δημοσίευση: 3.12.2016

προσθήκες: 11.7.2017

 

ζάλα η

ζάλη, ζαλάδα ~ ζάλα Κύπρος | ζαλά Ρόδος

ζάλα η

ζαλίκι ~ ζάλα Βούρμπιανη, Ηλεία, Κορινθία

ζάλα τα

βήματα ~ ζάλα Ηπίτης 1908, Λέσβος

ζαλάδα η

ζάλη, ίλιγγος (λόγιο), σκοτοδίνη (λόγιο) ~ ζαλάα Κύπρος | ζαλάδα Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Θήρα, Λέσβος, Μάνη, Πιερία, Τσακώνικα | ζαοάδα Τσακώνικα

ζαλαλός

τρελός ~ ζαλαλός Πόντος

ζαλάλωμαν το

ζαλάδα ~ ζαλάλωμαν Πόντος

ζαλαλώνω

ζαλίζω ~ ζαλαλώνω Πόντος

ζαλαμουκιάρης

δύστροπος (λόγιο) ~ ζαλαμουκιάρης Κρήτη | ζουλουμακιάρης Κρήτη | ζουλουμικιάρης Κρήτη

ζαλάπατα τα

θόρυβος στο σκοτάδι | ήχος βημάτων~ ζαλάπατα Ρόδος | ντζαλάπατα Κάρπαθος

ζαλαριά η

κάποια αρρώστια ~ ζαλαριά Δρόπολη

ζαλάτσιν το

το πουλί Gyps fulvus, όρνιο, αγιούπας, βατσίλα, σκανίτης ~ ζαλάτζιν Κύπρος | ζαλάτσιν Κύπρος

ζαλάτσιν το

το φυτό Lycium barbarum, ζανατζιά, λουτσιά ~ αζουλάτζιν Κύπρος | ζαλάτζιν Κύπρος | ζαλάτσιν Κύπρος | ζιλίτσιν Κύπρος | ζουλάτζιν Κύπρος | ζουλάτσιν Κύπρος ~ αρσενικό: ζάλακος Κύπρος

ζαλαχανάς ο

σφαγείο ζώων | τούρκικο salhana ~ ζαλαχανάς Κουκκίδης 1960, Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Πόντος, Χαλκιδική

ζαλάχισμα το

σαλάγημα, φώναγμα του βοσκού στο κοπάδι ~ ζαλάχισμα Δελβίνο

ζάλαχος ο

σάλαγο | αλβανικό zallahi ~ ζάλαχος Δρόπολη | ζάλαχους Σουφλί

ζαλαχώ

σαλαγώ ~ ζαλαχώ Δελβίνο

ζαλέβω

ζαλικώνω ~ ζαλέβω Βλαστός 1931

ζαλεύω

σαλεύω | ζαλίζω ~ ζαλεύω Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995

ζαλέχου

διαλέγω ~ ζαλέχου Τσακώνικα

ζάλη η

 ζάλ Αιτωλοακαρνανία, Καστοριά, Λήμνος | ζάλη Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Passow 1860, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ήπειρος, Κύπρος, Κρήτη, Λευκάδα, Πόντος, Τσακώνικα | ντζάλη Κάρπαθος

ζάλη η

πηγή με λίγο νερό ~ ζάλη Αρκαδία

ζαλιά η

ζαλίκι ~ ζαλιά Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Κορινθία, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Φθιώτιδα, Φωκίδα | ζαλία Τσακώνικα

ζαλιά η

χνάρι | βήμα ~ ζαλέ Κρήτη | ζαλιά Αιτωλοακαρνανία, Κρήτη

ζαλιάζω

ζαλικώνω ~ ζαλιάζω Πελοπόννησος

ζαλιακό το

ζάλη, ζαλάδα ~ ζαλιακό Αρκαδία

ζαλιάρα

αυτό που κάνει τις άλλες να ζηλεύουν (λόγω της ομορφιάς της) ~ ζαλιάρα Θεσπρωτία

ζαλιάρης

φορτικός (λόγιο), ενοχλητικός (λόγιο) ~ ζαλιάρης Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | ζαλιάρς Άρτα ~ θηλυκό: ζαλιάρα Ιωάννινα | ζαλιάρισσα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: ζαλιάρικο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

ζαλιάρικος

ζαλιάρης ~ ζαλιάρικος Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Λακωνία | ζαλιάρκους Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ιωάννινα ~ θηλυκό: ζαλιάρικη Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: ζαλιάρικο Δημητράκος 1938 | ζαλιάρκου Ιωάννινα

ζαλίζομαι

ζαλίζομαι Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Πρωία 1933 | ζαλίζουμαι Πρωία 1933, Κωνσταντινούπολη | ζαλίζουμι Καστοριά, Λήμνος | ζαλίζουμου Καππαδοκία

ζαλίζω

ζαλίζου Κοζάνη, Μάνη, Σέρρες, Σιάτιστα, Τσακώνικα | ζαλίζω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Passow 1860, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Πόντος, Τσακώνικα | ζαλίνου Λυκία | ζιαλίζου Καστοριά | ντζαλίντζω Κάρπαθος

ζαλίκα η

ζαλίκι ~ ζαλίγκα Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Αιτωλοακαρνανία, Άρτα | ζαλίκα Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αλόννησος, Γρεβενά, Ίμβρος, Καρδίτσα, Μαγνησία, Πωγώνι, Σάμος, Σκόπελος, Τσακώνικα, Φθιώτιδα

ζαλίκα η

πρόχειρο έλκηθρο για μεταφορά πραγμάτων ~ ζαλίκα Πιερία

ζαλίκας

πειραχτήρι ~ ζαλίκας Πιερία

ζαλίκι το

το φορτίο που κουβαλάει κάποιος στους ώμους ~ ζαλήκι Ηπίτης 1908 | ζαλίγκ Άρτα, Καρδίτσα, Τρίκαλα | ζαλίκ Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Βελβεντός, Βόρεια Εύβοια, Γρεβενά, Θεσπρωτία, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Μαγνησία, Πιερία, Σέρρες, Σιάτιστα, Φωκίδα | ζαλίκι Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Πωγώνι | ζαλίτσιν Κύπρος | σαλάκ Πόντος | σελέκ Πόντος

ζαλικιάρς ου

πειραχτήρι ~ ζαλικιάρς Πιερία

ζαλικιόρικος

ζαλιάρης ~ ζαλικιόρικος Δελβίνο ~ θηλυκό: ζαλικιόρικη Δελβίνο ~ ουδέτερο: ζαλικιόρικο Δελβίνο

ζαλικό το

ζαλάδα | ελαφρά αδιαθεσία ~ ζαλιακό Μεσσηνία | ζαλικό Μύκονος | ζαλικόν Πόντος

ζαλίκωμα το

ζαλίκι ~ ζαλίκουμα Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Σαρακατσάνικα | ζαλίκωμα Κριαράς 1995

ζαλικώνομαι

φορτώνομαι στους ώμους ~ ζαλιγκώνουμαι Πρωία 1933 | ζαλιγκώνομαι Πρωία 1933 | ζαλικόνομαι Ηπίτης 1908 | ζαλικώνουμαι Πρωία 1933 | ζαλικώνομαι Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998 | ζαλικώνουμι Άρτα, Καβάλα, Κοζάνη, Σιάτιστα, Πιερία | ζαλκώνουμι Ίμβρος, Ιωάννινα, Κοζάνη, Μαγνησία, Πιερία, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σιάτιστα, Φωκίδα, Χαλκιδική | ζαρλακώνομαι Μάνη

ζαλικώνω

φορτώνω στους ώμους ~ ζαλιγκώνου Κοζάνη | ζαλιγκώνω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Στερεά | ζαλικώνου Καστοριά, Μάνη | ζαλικώνω Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | ζαλκώνου Βόρεια Εύβοια, Ίμβρος, Μαγνησία | ζαρλακώνου Μάνη | σαλιακιάζω Πόντος | σελεκιάζω Πόντος

ζαλίμης

άδικος, σκληρός, νευρικός | τούρκικο zalim ~ ζαλήμης Ηπίτης 1908 | ζαλίμης Παμπούκης 1988 | ζαλίμς Ιωάννινα | ζαλούμης Παμπούκης 1988

ζαλίμι το

το πολύ ζωηρό, το άταχτο παιδί | το γαϊδούρι ~ ζαλίμ Αιτωλοακαρνανία, Βοιωτία, Θάσος, Μαγνησία, Φωκίδα, Χαλκιδική | ζαλίμι Λευκάδα

ζαλίμικος

ζαλίμης ~ ζαλίμικος Βλαστός 1931, Παμπούκης 1988 | ζαλίμκους Μαγνησία

ζάλισμα το

ζαλάδα ~ ζάλισμα Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μάνη | ζάλισμαν Πόντος | ζάλτσμα Σέρρες

ζαλισμάρα η

ζάλισμα ~ ζαλισμάρα Πρωία 1933, Ζάκυνθος

ζαλισμένος

ζαλισμένος Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Πόντος | ζαλσμένους Λέσβος, Βοιωτία, Φωκίδα | ζαλτζμένους Καστοριά ~ θηλυκό: ζαλισμένη Somavera 1709

ζαλισούρα η

ζαλάδα ~ ζαλισούρα Κύπρος

ζαλιχές

εύπιστος (λόγιο) ~ ζαλιχές ζάβαλι

ζαλκιά η

το ζαλίκι ~ ζαλκιά Πιερία

ζαλκούρα η

ζαλίκι ~ ζαλκούρα Σάμος

ζαλλίδι το

χόρτο που μοιάζουν με βλίτο ~ ζαλλίδι Κως | ζζαρλίδι Κως, Νίσυρος

ζαλνώ

ζαλίζω ~ ζαλνώ Καστοριά ~ ζαλνιούμι Καστοριά

ζάλο το

βήμα, πήδημα | πατημασιά, χνάρι ~ ζαλέ η Κρήτη | ζάλο Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κύθηρα, Κρήτη | ζάλον Βλάχος 1659, Lange 1708, Legrand 1882 | ζάλου Λέσβος | ζάρο Passow 1860 | ζζάλο Κως, Νίσυρος | ντζάλο Κάρπαθος ~ ουδέτερο: ντζάλος Κάρπαθος

ζαλοβροντισμένος

τρελός | ταραγμένος | αλαφιασμένος ~ ζαλοβροντισμένος Βλαστός 1931 | ζαλουβροντσμένους Ιωάννινα

ζάλογγο το

ο πυκνός λόγγος ~ ζάλογγο Δημητράκος 1938 | ζάλουγγου Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα ~ πληθυντικός: ζάλογγα Βλαστός 1931

ζαλοκουνημένη

ζαλιάρα ~ ζαλοκουνημένη Θεσπρωτία

ζαλοκουνισμένος

τρελός ~ ζαλοκουνισμένος Βλαστός 1931

ζαλοπατώ

τσαλαπατώ | περπατώ με μικρά βήματα ~ ζαλοπατώ Δημητράκος 1938 | ζαλουπατώ Λέσβος

ζάλος ο

η ζάλη | το ζαλίκι | πήδημα | βήμα | το φορτίο στην πλάτη ~ ζάλος Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κύθηρα, Πόντος | ζάλους Αιτωλοακαρνανία

ζαλότ το

φυτό που φτιάχνανε σκούπες ~ ζαλότ Πόντος

ζαλοτάραμα το

ζαλίμι ~ ζαλοτάραμα Αιτωλοακαρνανία

ζαλουβρουντιούμι

ταράζομαι ~ ζαλουβρουντιούμι Ιωάννινα

ζαλουζί τα

περσίδες (λόγιο) | τούρκικο jaluzi > γαλλικό jalouzi ~ ζαλουζί Κωνσταντινούπολη

ζαλούκα η

ζαλίκι ~ ζαλούκα Αρκαδία, Μεσσηνία

ζαλουκφαίνου

ζαλίζω ~ ζαλουκφαίνου Λέσβος

ζαλούκωμα το

ζαλίκι ~ ζαλούκωμα Αρκαδία

ζάλουμα το

ζαλίκι ~ ζάλουμα Τσακώνικα | ζάουμα Τσακώνικα

ζαλουξλώνου

ξυλοφορτώνω ~ ζαλουξλώνου Ίμβρος

ζαλούρα η

ζάλη ~ ζαλούρα Λέσβος

ζαλουταραμένους

ζωηρός (λόγιο), ιδιότροπος (λόγιο) | ζαλουταραμένους Αιτωλοακαρνανία, Άρτα

ζαλουφόρτουμα

ζαλίκι ~ ζαλουφόρτουμα Αιτωλοακαρνανία

ζαλουφουρτουμένους

φορτωμένος στους ώμους ~ ζαλουφουρτουμένους Αιτωλοακαρνανία

ζαλουφουρτώνουμι

ζαλώνομαι ~ ζαλουφουρτώνουμι Αιτωλοακαρνανία

ζαλοφρόντισμα το

σκοτούρα ~ ζαλοφρόντισμα Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

ζαλταρδιά η

θάμνος που μοιάζει με ρείκι ~ ζαλταρδιά Ανατολική Ρωμυλία

ζάλω

σαλεύω ~ ζάλω Ικαρία

ζάλωμα το

το ζαλίκι ~ ζάλωμα Αιτωλοακαρνανία, Δρόπολη, Θεσπρωτία, Κέρκυρα, Λακωνία | ζάουμα Τσακώνικα

ζαλώνω

φορτώνω ~ ζαλώνου Μάνη, Φθιώτιδα | ζαλώνω Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αχαΐα, Αρκαδία, Θεσπρωτία, Ηλεία, Κέρκυρα, Κορινθία, Κύθηρα, Λακωνία, Μεσσηνία, Τσακώνικα, Χίος | ζαλώννω Κύπρος | ζαλούκου Τσακώνικα | ζαούκου Τσακώνικα ~ ζαλόνομαι Ηπίτης 1908 | ζαλώνομαι ΑΠΘ 1998 ~ μετοχή: ζαλουμένους Φωκίδα | ζαλωμένος Κύπρος

ζαλωτά

στον ώμο, στην πλάτη ~ ζαλωτά Δημητράκος 1938, Μάνη

ζάμα το

πηγαιμός ~ ζάμα Τσακώνικα

ζαμακιά η

πέσιμο ~ ζαμακιά Καβάλα

ζαμάκουμα του

σύλληψη (λόγιο), φόρτωμα | τρύπωμα ~ ζαμάκουμα Σέρρες, Χαλκιδική

ζαμακώνω

δέρνω, συλλαμβάνω (λόγιο), φορτώνω | τρυπώνω ~ ζαμακώνω Βάλληνδας 1887 | ζαμακώνου Αλόννησος, Ανατολική Ρωμυλία, Θεσσαλονίκη, Μαγνησία, Σέρρες, Σουφλί, Χαλκιδική | ζαπακώνω Δελβίνο

ζαμαναριά η

γεροντοκόρη ~ ζαμαναριά Βούρμπιανη, Καστοριά

ζαμάνας ο

ζαμανίσος ~ ζαμάνας Κοζάνη

ζαμάνι το

χρόνος (λόγιο), καιρός, εποχή (λόγιο) | τούρκικο zaman ~ ζαμάν Κουκκίδης 1960, Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλονίκη, Ήπειρος, Ίμβρος, Ιωάννινα, Κοζάνη, Λέσβος, Λήμνος, Μακεδονία, Πόντος, Σάμος, Σέρρες, Σιάτιστα, Σουφλί, Φωκίδα, Χαλκιδική | ζαμάνι Passow 1860, Miklosich 1884, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Ηλεία, Θεσπρωτία, Καππαδοκία, Καστελλόριζο, Κύθηρα, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Λευκάδα, Μεσσηνία, Νάξος, Πωγώνι, Ρόδος | ζαμάνιν Κύπρος, Λυκία, Πόντος, Ρόδος | ζζαμάνι Νίσυρος | ζζαμάννιν Νίσυρος | ζεμάνι Παμπούκης 1988 | ντζαμάνιν Κάρπαθος ~ πληθυντικός: ζαμάνια (τα) Βλαστός 1931, Ακαδημία 2016, Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Άρτα, Γρεβενά, Εύβοια, Ηλεία, Θεσπρωτία, Καστοριά, Κοζάνη, Κορινθία, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Λέσβος, Μοσχονήσι, Νάξος, Σαρακατσάνικα, Φωκίδα, Χαλκιδική | ζζαμάννια Νίσυρος | ντζαμάνιν Κάρπαθος

ζαμανίσιους

αιωνόβιος (λόγιο) | αναχρονιστικός (λόγιο) | μικρομέγαλος ~ ζαμανίσιους Κοζάνη, Σέρρες, Σουφλί

ζαμάρα η

διχαλωτό κόκαλο στο στήθος της κότας ~ ζαμάρα Πιερία

ζαμάρα η

η κοιλιά της γκαστρωμένης | το φουσκωμένο ασκί ~ ζαμάρα Σουφλί

ζαμάρα η

το κοτσάνι του κρεμμυδιού ~ ζαμάρα Χαλκιδική

ζαματούρα η

πρόχειρη σούπα με λάδι και κομματάκια ψωμί μέσα ~ ζαματούρα Δρόπολη | ζεματούρα Δρόπολη

ζαμενάδι το

τορβάς | δισάκι ~ ζαμενάδι Βλαστός 1931

ζαμέτι το

πάθημα, νίλα, κάζο ~ γιαμέτι Μάνη | ζαμέτι Μάνη

ζάμινα η

εξέταση (λόγιο), έρευνα (λόγιο) | ιταλικό esame , βενετσιάνικο exàme ~ ζαμίνα Ζάκυνθος

ζαμινάρω

εξετάζω (λόγιο), ερευνώ (λόγιο) | ιταλικό esaminare , βενετσιάνικο examinàr ~ ζαμινάρω Ζάκυνθος

ζαμλάκια τα

κίτρινα αγριολούλουδα ~ ζαμλάκια Ιωάννινα

ζαμμός ο

μασιά ~ ζαμμός Κύπρος

ζαμνί το

κυψέλη μελισσών ~ ζαμνί Πόντος | ζαμνίν Πόντος

ζαμούξ ου

ατροφικός (λόγιο) ~ ζαμούξ Σουφλί

ζαμουριάζω

ζαρώνω | μαραζώνω ~ ζαμουριάζου Λέσβος | ζαμουριάζω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938

ζαμουρώ

ζαρώνω | είμαι κακόκεφος ~ ζαμουρώ Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Λέσβος

ζαμουρώνω

ζαρώνω ~ πατικώνω ~ ζαμουρώνου Ίμβρος | ζαμουρώνω Προύσα ~ μετοχή: ζαμουριασμένους Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι

ζαμούχα η

γκρινιάρα ~ ζαμούχα Λέσβος

ζάμπα η

μπράσκα, βούζα, φουρνιά, φρύνος (λόγιο) | Bufo bufo | σλάβικο žaba ~ ζάμπα Portius 1635, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Miklosich 1870, Meyer 1894, Βλαστός 1931, Αρκαδία, Ηλεία, Θεσπρωτία, Ιωάννινα, Καστοριά, Κέρκυρα | ζάπα Δελβίνο | ζιάμπα Άρτα, Γρεβενά, Δρόπολη, Ημαθία, Θεσσαλονίκη, Θράκη, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Πιερία, Σέρρες, Μελένικο, Σιάτιστα | ζιάμπρα Κοζάνη | ζιάπα Αιτωλοακαρνανία, Δρόπολη, Κοζάνη | ζιάπκα Θράκη, Σέρρες | ζόμπα Βλαστός 1931 | ζούμπα Meyer 1894 | τζάμπα Πιερία ~ αρσενικό: ζάμπας Θράκη | ζιάπκους Θράκη ~ μεγεθυντικό: ζιάμπακας Γρεβενά, Κοζάνη, Πιερία | ζιαμπαρόκας Θεσσαλονίκη | ζιάμπλακας Θράκη ~ υποκοριστικό: ζαμπίτσι Κέρκυρα | ζιαπλακάκι Δρόπολη | ζιάπκους Θράκη

ζάμπαβους

πλαδαρός (λόγιο) ~ ζάμπαβους Καστοριά

ζαμπάζης ο

ζωέμπορος (λόγιο) ~ ζαμπάζης Κρήτη | τζαμπάζης Κρήτη | τσαμπάγης Κρήτη | τσαμπάζης Κρήτη | τσαμπάτζης Κρήτη

ζαμπαζοδουλειά η

απατεωνιά (λόγιο) ~ ζαμπαζοδουλειά Κρήτη

ζαμπαθάρης

παθιασμένος ~ ζζαμπαθάρης Νίσυρος

ζάμπακας

κοντός, αδύνατος κι άσχημος ~ ζάμπακας Ηλεία | ζάμπακος Πωγώνι | ζιάμπλακας Πωγώνι

ζαμπάκι το

το φυτό Narcissus tazetta, βούτσινο, γκρίζο, ίτσο, μανουσάκι, τεμπέρι, τουμπάκι, τσαμπάκι, νάρκισσος (λόγιο) | τούρκικο zambak ~ ζαμπάκ Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ιωάννινα, Κοζάνη, Λήμνος, Μαγνησία, Σέρρες, Σιάτιστα, Χαλκιδική | ζαμπάκι Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Θεσπρωτία, Κρήτη, Σύρος | ζαμπάκιν Κύπρος, Λυκία | ζαμπακιά Παμπούκης 1988, Ηπίτης 1908 | ζαμπάτς Λέσβος | ζαμπάτσιν Κύπρος | ζαμπάκον Κύπρος ~ αρσενικό: ζαμπάκος Κύπρος ~ πληθυντικοί: ζαλαμπάκκοι Ρόδος

ζαμπακώνω

βουλώνω | πλακώνω | γαμώ ~ ζαμακώνω Θήρα | ζαμπακώνω Βούρμπιανη, Θεσπρωτία | ζαμπακώνου Θράκη, Κοζάνη, Λάρισα, Πιερία, Σιάτιστα

ζαμπάρα η

παιδική σφυρίχτρα ~ ζαμπάρα Πόντος

ζαμπαραλίκι το

μπερμπαντιά, τσιλιμπούρδισμα, κορτάρισμα | τούρκικο zamparalık ~ ζαμπαραλίκ Λέσβος, Σουφλί | ζαμπαραλίκι Κουκκίδης 1960, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη | ζαμπαραλίτς Λέσβος

ζαμπαράς ο

γυναικάς, κορτάκιας, μπερμπάντης, μουρντάρης | τούρκικο zampara ~ ζαμπαράς Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Αϊβαλί, Ίμβρος, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Λέσβος, Λήμνος, Μοσχονήσι, Πόντος, Σάμος, Σουφλί, Χαλκιδική | ζαρπαράς Νάξος | ζουμπούρς Σέρρες

ζαμπάρκια η

ο ζυγός της πατήτρας στον αργαλειό ~ ζαμπάρκια Ρόδος

ζαμπάρκουδο το

πολύ άσχημος ~ ζαμπάρκουδο Λευκάδα

ζαμπαρόλα η

γυρίνος (λόγιο) ~ ζαμαπρόλα Ηλεία

ζαμπαρόλα η

το ψάρι Aphanius fasciatus, ζαχαριάς ~ ζάμπα Μεσολόγγι | ζαμπαρέλα Μεσολόγγι | ζαμπαρόλα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | ζαμπαρόλι Ηλεία

ζαμπάς ου

ζαμπάκι ~ ζαμπάς Λέσβος

ζαμπάς ου

σημάδι ~ ζαμπάς Σαρακατσάνικα

ζαμπάφα η

συνάχι, κρύωμα ~ ζαμπάφα Ιωάννινα

ζαμπαφίζουμι

ανακουφίζομαι (λόγιο) ~ ζαμπαφίζουμι Χαλκιδική

ζαμπαχείλα

κλαψιάρα ~ ζαμπαχείλα Λέσβος

ζαμπαχτιάρς

κρυωμένος, συναχωμένος ~ ζαμπαχτιάρς Κοζάνη

ζαμπέλα η

ποικιλία αμπελιού ~ ζαμπέλα Ζάκυνθος, Ιωάννινα

ζαμπέλς

τεμπέλης ~ ζαμπέλς Πάρος

ζαμπέτα η

μυθικό πλάσμα που σχετίζεται με τα νερά ~ ζαβέτα Καππαδοκία | ζαμπέτα Καππαδοκία

ζαμπέτης

μπεκρής ~ ζαμπέτης Ηπίτης 1908 | θηλυκό: ζαμπέτω Ηπίτης 1908

ζαμπέτι το

ζώα της οικογένειας Viverridae | μοσχογαλή (λόγιο) | ιταλικό zibetto ~ ζαμπέτι Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

ζαμπετούλα η

μικρή στάμνα ~ ζαμπιτούλα Σάμος

ζαμπί το

ζεμπερέκι πόρτας ~ ζαμπί Καστοριά

ζαμπίτεμα το

αστυνόμευση (λόγιο) ~ ζαμπίτεμα Κρήτη

ζαμπιτεύω

αστυνομεύω (λόγιο) ~ ζαμπιτεύω Κρήτη

ζαμπιτιανός ο

ζαμπίτης ~ ζαμπιτιανός Κουκκίδης 1960

ζαμπίτης ο

αξιωματικός (λόγιο) | αστυνομικός (λόγιο) | χωροφύλακας (λόγιο) | κακότροπος | τούρκικο zabit ~ ζαμπίτ Καππαδοκία | ζαμπίτης Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Αρκαδία, Καστελλόριζο, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Λακωνία, Πάρος | ζαμπίτσης Καππαδοκία | ζαμπίτς Αιτωλοακαρνανία, Ίμβρος, Ιωάννινα, Λήμνος, Μαγνησία, Προύσα, Σάμος, Σέρρες, Χαλκιδική | ζαπίτης Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Κύπρος, Λυκία, Μεσσηνία, Πάρος | ζαπίτς Καππαδοκία | τζαμπίτης Κρήτη | τσαμπίτης Κρήτη | τζαπίτης Miklosich 1884

ζαμπιτιλίκι το

η στρατιωτική καριέρα | τούρκικο zabitlik ~ ζαμπιτιλίκι Κουκκίδης 1960, Κρήτη | ζαμπιτλίκι Κουκκίδης 1960 | ζαπιτλίκκιν Κύπρος | τσαμπιτιλίκι Κρήτη

ζαμπίτς ου

το φίδι Malpolon insignitus, σαπίτης ~ ζαμπίτς Κοζάνη

ζαμπλαγκούδ του

φίμωτρο (λόγιο) ~ ζαμπλαγκούδ Σέρρες

ζαμπλάκα η

ανημποριά ~ ζαμπλάκα Σαρακατσάνικα

ζαμπλάκ του

συνάχι ~ ζαμπλάκ Άρτα

ζαμπλακούρα η

ζαβλακωμάρα | ζαλάδα ~ ζαμπλακούρα Κρήτη

ζαμπλαρίκος

τραχανάς ~ ζαμπλαρίκος Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Κορινθία, Λακωνία, Μεσσηνία | ζαμπλαρίκους Μαγνησία

ζαμπλάρωμα το

δάρσιμο, πλάκωμα ~ ζαμπλάρωμα Μάνη

ζαμπλαρώνω

δέρνω, πλακώνω ~ ζαμπλαρώνω Μάνη

ζαμπνά η

η πρασινάδα στην επιφάνεια των στάσιμων νερών | σλάβικο žabina ~ ζαμπνά Πιερία ~ ουδέτερο: ζιαμπνάκ Γρεβενά, Καστοριά | ζιαμπνιάκ Κοζάνη | ζιαμπνιάκι Meyer 1894

ζαμπνιά η

ζαμπούνιασμα ~ ζαμπνιά Λέσβος

ζαμπνόκ του

είδος μανιταριού που δεν τρώγεται | σλάβικο žabnjak ~ ζαμπνόκ Πιερία

ζαμπόγα η              

υλική βοήθεια παράνομης προέλευσης ~ ζαμπόγα Σιάτιστα, Κοζάνη

ζαμπόγερος ο

καχεκτικός γέρος | ξεκουτιάρης ~ ζαμπόγερας Μάνη | ζαμπόγερος Αρκαδία, Πόντος

ζαμπόγρια η

καχεκτική γριά ~ ζαμπόγρια Αρκαδία, Ηλεία | ζαμπογραία Πόντος

ζαμποθάνης

αρρωστιάρης ~ ζαμποθάνης Κως

ζαμποκιούλης

κοιλαράς ~ ζαμποκιούλης Ηλεία

ζαμπόνι το

χοιρομέρι | γαλλικό jambon ~ ζαμπόν Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ζαμπόνι Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Νάξος ~ υποκοριστικό: ζαμπονάκι Ακαδημία 2016

ζαμπονοτυρόπιτα η

τυρόπιτα με ζαμπόν ~ ζαμπονοτυρόπιτα ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ζαμπούκ του

παραφυάδα του καλαμποκιού ~ ζαμπούκ Πιερία

ζαμπούκα η

ο καυλός του κρεμμυδιού ~ ζαμπούκα Πιερία

ζαμπούκια τα

πόντοι, ρούμποι ~ ζαμπούκια Γρεβενά

ζαμπουκκιά η

το φυτό Sambucus racemosa, αντριάνος ~ ζαμπουκκιά Κύπρος

ζαμπούκος ο

το φυτό Sambucus nigra, κουφοξυλιά, αφροξυλιά, φροξυλιά, φροξυλάνθι, φρουσκλιά | λατινικό sambucus, ιταλικό sambuco, βενετσιάνικο sanbùgo ~ ζαμπούκκος Κύπρος, Ρόδος | ζαμπούκο Τσακώνικα | ζαμπούκος Ηπίτης 1920, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Ακαδημία 2016, Πάρος | ζαμπούκους Αϊβαλί, Κοζάνη, Λέσβος, Μοσχονήσι | σαμπούκο Τσακώνικα | σαμπούκους Λέσβος ~ θηλυκό: σαμπουκλία Τσακώνικα | σουμπουκλία Τσακώνικα | σουμπουτσία Τσακώνικα

ζαμπούλα η

σκουλήκι παράσιτο στην πλάτη ζώου ~ ζαμπούλα Πόντος ~ ουδέτερο: ζαμπούλιν Πόντος

ζαμπούνα η

αιμορραγία από κόψιμο ~ ζαμπούνα Γρεβενά, Σέρρες

ζαμπούνα η

αυλός (λόγιο), τσαμπούνα | ιταλικό zampogna, βενετσιάνικο sanpògna ~ ζαμπούνα Αϊβαλί, Θράκη, Λέσβος, Μοσχονήσι, Χαλκιδική | ζαμπούτα Βούρμπιανη | ζαρπούνα Λυκία

ζαμπούνα η

κακοδιαθεσία (λόγιο) | γρίπη (λόγιο) ~ ζαμπούνα Θεσπρωτία, Καστοριά | ζαμπούνια Βούρμπιανη | ζαμπνιά Αλόννησος

ζαμπούνα η

ο καυλός του κρεμμυδιού ~ ζαμπούνα Θεσσαλονίκη, Κέρκυρα, Σέρρες

ζαμπουνεύω

αρρωσταίνω | αδυνατίζω ~ ζαμπνεύγου Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι | ζαμπνεύου Αιτωλοακαρνανία, Ίμβρος | ζαμπουνέβω Βλαστός 1931 | ζαμπουνεύγω Κύθνος | ζαμπουνεύω Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Παμπούκης 1988, Ηλεία, Θεσπρωτία, Χίος | ζαμπνεύου Καρδίτσα, Λήμνος, Μαγνησία | ζαπουνεύκω Κύπρος

ζαμπούνης

αδύναμος, αδύνατος | άρρωστος, καχεκτικός (λόγιο) | τούρκικο zebun ~ ζάμπουνας Πωγώνι | ζαμπούνης Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κύθνος, Κωνσταντινούπολη, Μεσσηνία | ζάμπουνος Παμπούκης 1988, Θεσπρωτία, Πωγώνι | ζαμπούνς Αϊβαλί, Βοιωτία, Γρεβενά, Ίμβρος, Λέσβος, Λήμνος, Μαγνησία, Μοσχονήσι, Σάμος, , Σαρακατσάνικα, Σουφλί | ζαπούνης Ρόδος | ζαπούνης Κύπρος, Πόντος | ζαπούνζ Πόντος | ζιμπούνης Κωνσταντινούπολη ~ θηλυκό: ζαμπούνα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | ζαμπούνισσα Somavera 1709, Legrand 1882 ~ ουδέτερο: ζαμπούνικο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | ζαπούνικον Κύπρος

ζαμπουνιάζου

ζαμπουνίζω ~ ζαμπουνιάζου Κοζάνη, Μάνη

ζαμπουνιάρης

ζαμπούνης ~ ζαμπονιάρης Κρήτη | ζαμπουνιάρης Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Μάνη | ζαμπνιάρς Ίμβρος, Πιερία

ζαμπούνιασμα το

ζάρωμα, καχεξία (λόγιο) ~ ζαμπούνιασμα Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

ζαμπουνίζω

αρρωσταίνω, αδυνατίζω ~ ζαμπνίζου Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική | ζαμπουνίζου Πιερία | ζαμπουνίζω Somavera 1709

ζαμπουνίκκιν το

αρρώστια, καχεκτικότητα (λόγιο) ~ ζαμπουλίκ Αιτωλοακαρνανία | ζαπουνίκκιν Κύπρος

ζαμπούνικος

αρρωστιάρικος ~ ζαμπούνικος Somavera 1709, Legrand 1882, Πρωία 1933, Κουκκίδης 1960 | ζαμπούνκαβους Κοζάνη | ζαμπούνκας Κοζάνη | ζαμπούνκους Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Ημαθία, Θεσσαλονίκη, Θάσος, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Λήμνος, Μαγνησία, Μοσχονήσι, Πιερία, Σιάτιστα, Φθιώτιδα, Χαλκιδική ~ θηλυκό: ζαμπούνικη Πρωία 1933, Κουκκίδης 1960 ~ ουδέτερο: ζαμπούνικο Πρωία 1933, Κουκκίδης 1960 | ζαμπούνκου Σουφλί

ζαμπουντίζω

αδυνατίζω ~ ζαπουναντίζω Καππαδοκία | ζαπουντίζω Καππαδοκία

ζαμπουνώ

ζαμπουνίζω ~ ζαμπουνώ Πιερία

ζαμπούνωμα

ζαμπούνιασμα ~ ζαμπούνωμα Ηλεία

ζαμπούρ του

το πουλί Anas crecca, κιρκίρι ~ ζαμπούρ Βοιωτία

ζαμπούρα η

το φυτό Mandragora officinarum, μαντραγόρας, καλάθρωπος ~ ζαμπούρα Κύπρος

ζαμπουράου

πιέζω, στίβω ~ ζαμπουράου Αιτωλοακαρνανία

ζάμπουρας ο

μεγάλη ζέστη | σλάβικο zapor ~ ζάμπουρας Λάρισα ~ ουδέτερο: ζάμπουρου Πιερία

ζαμπουρίτα η

φυτό που τα φύλλα του μοιάζουν με της συκιάς ~ ζαμπουρίτα Πόντος

ζαμπούρμα

πίεση, ξεζούμισμα ~ ζαμπούρμα Αιτωλοακαρνανία

ζαμπούσιν το

ζαμπούχα ~ ζαμπούσιν Κύπρος

ζαμπούχα η

τριγωνικό μπουρέκι με πλιγούρι και μάραθο ~ ζαμπούχα Κύπρος ~ ουδέτερο: ζαμπούσιν Κύπρος

ζαμποφάης ο

το φίδι Natrix natrix, νεροφίδα, νερόφιδο, φουρνοφάισα ~ ζαμποφάης Κέρκυρα

ζαμπόχα η

μπομπότα ~ ζαμπόχα Αρκαδία

ζαμπόχελο

μικρό χέλι | ζαργάνα ~ ζαμπόχελο Βλαστός 1931 | ζαμπόχιλου Κοζάνη, Ιωάννινα | ζιαμπόχιλου Κοζάνη, Σιάτιστα | τζιαμπόχιλου Κοζάνη

ζαμποχιά η

το φίδι Natrix natrix ~ ζαμποχιά Κέρκυρα

ζαμπράκα η

πανί που μπαίνει κάτω από τη σέλα για να μην πληγωθεί το ζώο ~ ζαμπράκα Ηπίτης 1908

ζαμπραχιάρης

καχεκτικός (λόγιο) ~ ζαμπραχιάρης Βούρμπιανη

ζαμπριχτός

στημένος ~ ζαμπριχτός Αιτωλοακαρνανία

ζαμπροάνης ο

παλιάνθρωπος ~ ζαμπροάνης Δελβίνο

ζαμώνου

σημαδεύω ~ ζαμώνου Σέρρες

ζαναγκαντές ο

ζαμπάκι ~ ζαναγκαντές Κοζάνη

ζαναέτης ο

συμφεροντολόγος (λόγιο) ~ ζαναέτης Δημητράκος 1938, Κρήτη | ζαναέτς Σέρρες

ζαναέτι το

τέχνη, δουλειά, επάγγελμα (λόγιο) | χούι, συνήθεια (λόγιο) | συμφέρον (λόγιο) | τούρκικο zanaat ~ ζαναάτ Μαγνησία, Σουφλί, Χαλκιδική | ζαναγιάτ Σέρρες | ζαναγέτ Θράκη | ζαναέτ Κουκκίδης 1960, Θράκη, Σέρρες | ζαναέτι Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Κρήτη | ζαναέττιν Κύπρος | ζανάτ Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Ημαθία, Θεσσαλονίκη, Θράκη, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Μοσχονήσι, Σέρρες | ζανάτι Παμπούκης 1988, Θεσπρωτία, Κωνσταντινούπολη, Σαρακατσάνικα | ζανάτς Σιάτιστα | ζαναχάτ Θάσος, Λέσβος, Σέρρες | ζαναχάτι Λακωνία | ζενεές Καππαδοκία | ζανεέτ Καππαδοκία | ζανεέτι Καππαδοκία | ζανέτ Μαγνησία | ζεναέττιν Κύπρος | ζενάτι Παμπούκης 1988

ζαναϊτσής

τεχνίτης ~ ζαναϊτσής Σέρρες | ζανατζής Κοζάνη

ζανάκα η

απάνεμο μέρος ανάμεσα σε βράχια που έχει πολλά σαλιγκάρια ~ ζανάκα Θεσπρωτία

ζαναμπεθκιά η

τζαναμπετιά ~ ζαναμπεθκιά Χίος

ζαναμπέτης ο

τζαναμπέτης | τούρκικο cenabet ~ ζαναμπέτης Κρήτη, Χίος | ζαναπέττης Κύπρος, Ρόδος | τζαναμπέτης Κρήτη

ζανατζιά η

το φυτό Lycium barbarum, βλ. ζαλάτσιν ~ ζανατζιά Κύπρος

ζανατλής ο

τεχνίτης | τούρκικο zanaatçı ~ ζανατλής Παμπούκης 1988

ζανεύω

ευθυμώ (λόγιο) ~ ζανεύω Καππαδοκία | ζαντεύω Καππαδοκία

ζαναχεύω

περιγελώ (λόγιο) ~ ζαναχεύω Καππαδοκία

ζανιά η

κιτρινιάρης | κακοζωισμένος ~ ζανιά Θράκη

ζανιάζουμαι

παθαίνω χρυσή (ίκτερο) ~ ζανιάζουμαι Κύπρος

ζανίν το

χρυσή, ίκτερος (λόγιο) | γαλλικό jaune ~ ζανίν Κύπρος | ντζανίν Κύπρος | τζαννίν Κύπρος

ζαννούπας ο

δοντάς ~ ζαννούπας Κύπρος

ζάνος

κοντός ~ ζάνος Κύπρος

ζάνος ο

μικρό ξύλο που συνδέει το άροτρο με το ζυγό ~ ζάνος Λακωνία

ζανός ο

το πουλί Accipiter nisus, ξεφτέρι, σαΐνι ~ ζανός Κύπρος | ζάνος Κύπρος

ζάνουζας ο

ή άζαλος, εξάρτημα του αργαλειού, με το οποίο σφίγγουν το αντί | σλάβικο zanoz ~ ζάνουζας Κοζάνη, Πιερία | ζάνουνας Πιερία | ζάνουτζας Πιερία | ζάντης Πιερία | ζάντζους Γρεβενά, Κοζάνη | ζώνατζους Πιερία | ζώντζας Πιερία

ζάνουμα το

το σφίξιμο του αντιού ~ ζάνουμα Πιερία

ζάντα η

η μεταλλική βάση της ρόδας | γαλλικό jante ~ ζάντα Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

ζάντα η

κορδέλα ~ ζάντα Παξοί

ζανταβέλι το

γαϊδούρι ~ ζανταβέλι Λευκάδα | ζαντραβέλ Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Φθιώτιδα

ζανταλιά η

σκανταλιά ~ ζανταλιά Σιάτιστα

ζανταλιάρης

σκανταλιάρης ~ ζανταλιάρς Σιάτιστα

ζαντάλωμα το

σκοτοδίνη (λόγιο), παραζάλη ~ ζαντάλωμα Ηπίτης 1908 | ζαντάλωμαν Πόντος

ζανταλώνω

τρελαίνω από το ξύλο | ζαλίζω ~ ζανταλόνω Ηπίτης 1908 | ζανταλώνω Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Πόντος ~ ζανταλώνουμαι Πρωία 1933 | ζανταλώνομαι Δημητράκος 1938

ζανταρμάς ο

χωροφύλακας (λόγιο) | τούρκικο jandarma > γαλλικό gendarme ~ ζανταρμάς Κωνσταντινούπολη

ζάντεμα το

χαζομάρα | τρέλα ~ ζάντεμα Αρκαδία | ζάντεμαν Πόντος

ζαντές ο

ευγενής (λόγιο) | τούρκικο zade ~ ζαδές Κουκκίδης 1960 | ζαντές Κουκκίδης 1960, Θράκη, Ιωάννινα, Κωνσταντινούπολη, Ήπειρος, Μακεδονία

ζαντεύω

χαζοφέρνω | μουλαρώνω | ευθυμώ (λόγιο) ~ ζανεύω Καππαδοκία | ζαντεύου Αιτωλοακαρνανία | ζαντεύω Αρκαδία, Καππαδοκία

ζάντζα η

παραξενιά | γκρίνια | ιδιοτροπία (λόγιο) | ελάττωμα (λόγιο) | γκρίνια | χούι ~ ζάντζα Ηπίτης 1908, Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Γρεβενά, Δελβίνο, Δρόπολη, Ευρυτανία, Θεσπρωτία, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Μαγνησία, Πωγώνι, Σαρακατσάνικα, Τρίκαλα, Φθιώτιδα, Φωκίδα

ζαντζεύου

δυστροπώ (λόγιο), γκρινιάζω | ζαλίζομαι ~ ζαντζεύου Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Καρδίτσα, Τρίκαλα

ζαντζιάρης

παράξενος, ιδιότροπος (λόγιο), γκρινιάρης ~ ζαντζάρης Δελβίνο | ζαντζάρς Αιτωλοακαρνανία, Φθιώτιδα | ζιαντζιάρς Καρδίτσα ~ θηλυκό: ζαντζάρα ~ ουδέτερο: ζαντζάρικο Δελβίνο

ζαντζιάρκους

ιδιότροπος (λόγιο), γκρινιάρης ~ ζαντζιάρκους Άρτα, Καστοριά, Μαγνησία

ζαντία η

τρέλα ~ ζαντία Πόντος

ζαντίζω

χαζεύω ~ ζανίζω Καππαδοκία | ζαντίζω Καππαδοκία

ζαντιλόμος

ευγενής (λόγιο) | βενετσιάνικο zentilòmo ~ ζαντιλόμος Meyer 1895, Κύπρος | ζιντιλόμος Κύπρος | τσεντιλόμος Κύπρος

ζαντίτα η

άγριος θάμνος του ο καρπός (που μοιάζει με κεράσι) δεν τρώγεται ~ ζαντίτα Πόντος

ζαντνά τα

αγριόχορτα που βγαίνουν ανάμεσα στα στάρια ~ ζαντνά Πιερία

ζαντολάστιχο το

η ζάντα της ρόδας μαζί με το λάστιχο ~ ζαντολάστιχο ΑΠΘ 1998 ~ πληθυντικός: ζαντολάστιχα Ακαδημία 2016

ζαντομαριώ η

άσχημη γριά ~ ζαντομαριώ Αρκαδία

ζαντόμελο το

μέλι που ζαλίζει και βγαίνει από το φυτό «αζαλέα η ποντική» ~ ζαντόμελο Πόντος | ζαντόμελον Πόντος

ζαντός

χαζός | τρελός ~ ζανός Καππαδοκία | ζαντός Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Αρκαδία, Καππαδοκία, Πόντος ~ υποκοριστικό: ζαντούλης Αρκαδία ~ θηλυκό: ζαντή Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: ζαντό Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

ζαντούρι το

σούρουπο ~ ζαντούρι Βούρμπιανη

ζαντούφα η

κουφόβραση ~ ζαντούφα Θεσπρωτία

ζαντούχαβους

καχεκτικός (λόγιο) ~ ζαντούχαβους Καστοριά | θηλυκό: ζαντούχαβ Καστοριά ουδέτερο: ζαντούχαβου Καστοριά

ζαντούχας

καχεκτικός (λόγιο) | αρρωστιάρης ~ ζαντούχας Καστοριά, Κοζάνη, Σιάτιστα ~

ζαντούχας

που τρώει πολύ, βλάχικο zanduh | σλάβικο zaduh ~ ζαντούχας Κοζάνη

ζαντούχι το

κρυολόγημα (λόγιο) | συνάχι  ~ ζαντούχι Αρκαδία, Αχαΐα

ζαντοφέρνω

χαζοφέρνω ~ ζαντοφέρνω Αρκαδία

ζαντραβέλα η

ζαντραβέλι ~ ζαντραβέλα Λευκάδα

ζαντραβέλι το

γαϊδούρι ~ ζαντραβέλ Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Φθιώτιδα | ζαντραβέλι Ηπίτης 1908

ζαντράνι το

μαχαίρι του πεταλωτή | τούρκικο sontraş ~ ζαντράνι Ηπίτης 1908 | ζαντράτς Πιερία

ζαντρουνίγουμαι 

αμφιταλαντεύομαι καλπάζοντας ~ ζαντρουνίγουμαι Πόντος

ζαντύνω 

τρελαίνομαι ~ ζαντύνω Πόντος

ζάντωμα το

κλείδωμα, αμπάρωμα ~ ζάντωμα Καππαδοκία

ζαντωμένο

κλειδωμένος, αμπαρωμένος ~ ζαντωμένο Καππαδοκία

ζαντώνω

κλειδώνω, αμπαρώνω ~ ζαντώνω Καππαδοκία

ζαντωτός 

τρελούτσικος ~ ζαντωτός Πόντος

ζανώνου

σφίγγω το αντί με το ζάνουνα ~ ζανώνου Πιερία

ζαοθωρώ

θωρώ ζαβά, στραβοκοιτάζω ~ ζαοθωρώ Κύπρος

ζαομάσελλος ο

που έχει ζαβή μασέλα, στραβό σαγόνι ~ ζαομάσελλος Κύπρος

ζαομούτσουνος ο

στραβομούτσουνος ~ ζαομούτσουνος Κύπρος

ζαονούρης ο

που έχει στραβή ουρά (για ζώο) ~ ζαονούρης Κύπρος

ζαοπατώ

στραβοπατώ ~ ζαοπατώ Κύπρος

ζαοπόας ο

στραβοπόδης ~ ζαοπόας Κύπρος

ζάου

πολύ ~ ζάου Καππαδοκία

ζαπαλώ

καταπατώ (λόγιο) ~ ζαπαλώ Ίμβρος

ζαπαρίζουμι

συγκαίγομαι ~ ζαπαρίζουμι Ανατολική Ρωμυλία

ζαπαρίζω

κακοαναθρέφω ~ ζαπαρίζω Βούρμπιανη

ζάπαρος ο

η κάψα, η μεγάλη ζέστη | σλάβικο zaparta ~ ζάπαρος Meyer 1894 | ζάπαρους Ανατολική Ρωμυλία, Σουφλί

ζαπάρτα η

επίπληξη (λόγιο) | τούρκικο saparta ~ ζαπάρτα Κουκκίδης 1960, Θράκη, Καβάλα, Κωνσταντινούπολη, Μακεδονία, Πόντος, Σέρρες, Χαλκιδική

ζαπάτ του

φταίξιμο ~ ζαπάτ Ημαθία

ζαπατάρς

κουτσός ~ ζαπατάρς Φωκίδα

ζαπελού

πεταχτούλα ~ ζαπελού Κύπρος

ζαπέτιν το

μαύρη μπογιά για τα φρύδια ~ ζαπέτιν Κύπρος

ζαπεύου

ζαπώνω ~ ζαπεύου Ημαθία, Πιερία

ζαπεύου

κοιμάμαι ~ ζαπεύου Σιάτιστα

ζαπίζω

ζαπώνω ~ ζαπίζω Αρκαδία, Αχαΐα, Μεσσηνία | ζαπίζου Κοζάνη

ζάπισμα το

χτύπημα ~ ζάπισμα Ηλεία

ζάπκα η

η κόφτρα του νερού στο αυλάκι ~ ζάπκα Μαγνησία

ζαπλαντίζου

δαμάζω (λόγιο) ~ ζαπλαντίζου Λέσβος

ζαπλάρουμα του

δυνατό χτύπημα ~ ζαπλάρουμα Βόρεια Εύβοια

ζάπλια

αυτή που έχει πλακουτσωτή μύτη ~ ζάπλια Ιωάννινα

ζαπλιάζου

ζουπώ, ζουλάω ~ ζαπλιάζου Ιωάννινα

ζάπλιακας ο

αγριόχορτο με κίτρινο λολούδι που φυτρώνει σε υγρά μέρη ~ ζάπλιακας Δελβίνο

ζαπομύτης

πλατσομύτης ~ ζαπομύτης Δελβίνο ~ θηλυκό: ζαπομύτα Δελβίνο | ζαπομύτισσα Δελβίνο ~ ουδέτερο: ζαπομύτικο Δελβίνο

ζαπονέ το

μανίκι που αποτελεί συνέχεια του υπόλοιπου ενδύματος, χωρίς να έχει ραφή | γαλλικό japonais ~ ζαπονέ Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016,

ζαπόνι το

καλύπτρα (λόγιο) | σλάβικο zapon ~ ζαπόν Θεσσαλία | ζαπόνι Miklosich 1870, Meyer 1894

ζαπρακάκ του

καχεκτικό παιδί ~ ζαπρακάκ Σάμος

ζάπτι το

χαλιναγώγηση (λόγιο), πειθαρχία (λόγιο), υποταγή (λόγιο) | τούρκικο zapt ~ ζάμπτι Παμπούκης 1988 | ζαπ Κουκκίδης 1960, Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Ανατολική Ρωμυλία, Άρτα, Θεσσαλονίκη, Ίμβρος, Καρδίτσα, Καβάλα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Μοσχονήσι, Πιερία, Προύσα, Σέρρες, Μαγνησία, Πωγώνι, Σαρακατσάνικα, Σιάτιστα, Σουφλί, Φωκίδα, Χαλκιδική | ζάπι Βεντότης 1790, Miklosich 1884, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κορινθία, Λευκάδα, Μάνη, Μεσσηνία | ζαπτ Κουκκίδης 1960, Ιωάννινα, Καστοριά | ζάπτι Miklosich 1884, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Καππαδοκία, Κωνσταντινούπολη, Μύκονος, Πάρος, Χίος | ζάστι Κύθηρα | ζάφι Ηλεία | ζαφκ Θεσσαλονίκη, Κοζάνη | ζαφτ Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Γρεβενά, Λέσβος, Λήμνος, Σάμος, Φωκίδα, Χαλκιδική | ζάφτι Passow 1860, Miklosich 1884, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Αρκαδία, Θήρα, Ηλεία, Καστελλόριζο, Κρήτη, Κύθηρα, Λυκία, Μεσσηνία, Μύκονος, Νάξος, Νότια Εύβοια, Σίφνος, Σύρος, Ρόδος, Τήνος, Χίος | ζάφτιν Κύπρος, Ρόδος | ζζάφτι Κως, Λέρος, Νίσυρος | ντζάφτι Νίσυρος | ντζάφτιν Κάρπαθος

ζαπτιές ο

χωροφύλακας (λόγιο) | τούρκικο zaptiye ~ ζαπιές ΑΠΘ 1998, Καρδίτσα | ζαπιτιές Παμπούκης 1988, Θεσπρωτία | ζαπτγές Ίμβρος, Λέσβος, Λήμνος | ζαπτιάς Καππαδοκία | ζαπτιές Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, ΑΠΘ 1998, Αϊβαλί, Ιωάννινα, Κοζάνη, Κύπρος, Κρήτη, Καστελλόριζο, Κωνσταντινούπολη, Λέσβος, Λυκία, Μοσχονήσι, Πόντος, Φωκίδα, Χαλκιδική | ζαπχιές Κοζάνη | ζαφθιές Κρήτη | ζαφτγές Ίμβρος | ζαφτιγές Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Κρήτη | ζαφτιές Δημητράκος 1938, Κύπρος, Κρήτη, Ρόδος | ζζαφτιές Κως, Νίσυρος | ντζαφτιές Κάρπαθος | σαπτιές Καστελλόριζο

ζαπτιζής

φοροεισπράκτορας (λόγιο) | χωροφύλακας (λόγιο) ~ ζαπτιζής Πάρος | ζαπτζής Παμπούκης 1988 | ζαπτιτζής Νάξος

ζαπτιλίκι το

η εξουσία του χωροφύλακα | τούρκικο zabitlik ~ ζαπτιλίκι Παμπούκης 1988, Κρήτη, Πελοπόννησος | ζαφτιελίκκιν Κύπρος | ζαφτιλίκι Κρήτη | ντζαφτιλίκι Κάρπαθος

ζαπλαπούδα η

στραγάλια ανακατεμένα με σταφίδες ~ ζαπλαπούδα Αϊβαλί, Μοσχονήσι

ζάπωμα το

ζάπτι ~ ζάπουμα Αιτωλοακαρνανία, Σαρακατσάνικα, Σουφλί, Φωκίδα | ζάπωμα Αρκαδία

ζαπώνω

εξαναγκάζω (λόγιο), υποτάσσω (λόγιο), αρπάζω | καταπλακώνω (λόγιο) | αντιστέκομαι (λόγιο) | τούρκικο zapt ~ ζαμπώννω Κύπρος | ζαπώνου Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Θεσσαλονίκη, Θράκη, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Λάρισα, Μαγνησία, Πιερία, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Σιάτιστα, Τρίκαλα, Χαλκιδική | ζαπώνω Παμπούκης 1988, Δελβίνο, Αρκαδία, Ηλεία, Θεσπρωτία, Πωγώνι, Σαράντα Εκκλησιές  ~ μετοχή: ζαπουμένους Καστοριά