Facebook

Λεξικό Συνωνύμων. Λέξεις που αρχίζουν από αλ-αλθ


 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από αλ

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 17.1.2020

αναθεώρηση: 3.11.2020

 

 


Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στη στήλη a, δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει ένας αριθμός από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, που αφορά τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχνότητα 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχνότητα 2) και η λέξη «άβολα» (με συχνότητα 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Στη στήλη b, το γράμμα δ σημαίνει πως η λέξη χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής. Το γράμμα λ σημαίνει πως η λέξη είναι λόγια, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Στη στήλη c, μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Στη στήλη c, συνυπάρχουν οι λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με εκείνες της σύγχρονης γλώσσας, γνωστής και ως «κοινής νεοελληνικής». Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Στη στήλη c, με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους (στήλη d ) τα συνώνυμα. Στη ίδια στήλη, με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε (μια σειρά πριν ή μετά) και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως πλάι τους (στήλη d) δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Στη στήλη d και όταν στην προηγούμενη στήλη c υπάρχουν (με κόκκινο χρώμα) λέξεις της «κοινής νεοελληνικής», βρίσκονται συγκεντρωμένα μαζί τα διαλεκτικά συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Επίσης στη στήλη d, όπου βρίσκονται γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί, πρόκειται για τα ονόματα των τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της εγγραφής, της διπλανής στήλης c). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως το σύνολο των Ρωμιών του οικισμού εγκατέλειψε τον τόπο μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις στην αρχή της στήλης d, υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Τέλος στη στήλη e καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις και σε λιγότερο γνωστές λέξεις, που αποτελούν όμως λήμματα αναφοράς.

 

 

 

a

b

c

d

e

 

 

αλ

Λευκάδα, Πάρος

αλίμονο

 

 

αλά

Ρόδος

αγελάδα

 

 

αλά

Νικόπολη*

εδώ

 

 

άλα

Απουλία, Καλαβρία

αλάτι

 

 

άλα

Σύρος

βοήθεια

 

 

άλα

Νάξος

γάλα

 

 

άλα

Κύπρος

εμπρός

 

 

αλάανος

Κάρπαθος

λαδανιά

 

 

αλαβαγιό

Κρήτη

συχνά

 

 

αλαβάρι

Κρήτη

αληθώς

 

 

αλάββου

Καλαβρία

αλλάζω

 

 

αλάββω

Καλαβρία

αλλάζω

 

 

αλάβερσι

Ρόδος

μακάρι

 

 

αλαβέτα

Χίος

ασανσέρ

 

 

αλαβία

Μάνη

αμέσως

 

 

αλαβία

Κύθηρα

επιπροσθέτως

 

 

αλαβό

Απουλία

λαγός

 

 

αλαβονίζουμου

Σίλλη*

αναγουλιάζω

 

 

αλαβοσή

Κύπρος

θόρυβος

 

 

αλαβουρσού

Πιερία

μακάρι

 

 

αλαβούτα

Βουρλά*

αγκλιά

 

 

αλάβουτους

Καρδίτσα, Σέρρες

αλάβωτος

 

 

αλαβρά

Κύπρος

ελαφρά

 

 

αλαβράκι

Μάνη

λαβράκι

 

 

αλαβράκομα

Μάνη

καβγάς

 

 

αλαβρακώνου

Μάνη

καβγαδίζω

 

 

αλαβρένταβος

Κόνιτσα

ελαφρόμυαλος

 

 

αλάβρες

Δέλβινο

μακάρι

 

 

αλαβριός

Κύπρος

ελαφρύς

 

 

αλάβρισουν

Πιερία

μακάρι

 

 

αλαβροκοπημένος

Κύπρος

ξαλαφρωμένος

 

 

αλαβροκοπιά

Κύπρος

ξαλάφρωμα

 

 

αλαβροκοπκιούμαι

Κύπρος

ξαλαφρώνω

 

 

αλαβρόνω

Απουλία

καψώνω

 

 

αλαβροπκιάννω

Κύπρος

αλαφροπιάνω

 

 

αλαβρός

Κάρπαθος, Κύπρος

ελαφρύς

 

 

αλαβροστισιώτης

Κύπρος

αλαφροΐσκιωτος

 

 

αλαβρυνίσκω

Κύπρος

ελαφρώνω

 

 

αλαβρύς

Κάρπαθος

ελαφρύς

 

 

αλαβρώνω

Κύπρος

ελαφρώνω

 

 

αλάβωτα

Κρήτη

αμάτιαστα

 

 

αλάβωτε

Χαβουτσί*

αλάβωτος

 

 

αλάβωτος

Κρήτη

αμάτιαστος

 

δ

αλάβωτος [Βλάχος 1659]

άβουτε, αλάβουτους, αλάβωτε

αλάβωτος

 

 

άλαγα

Κοτύωρα*, Σαμψούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

εναλλάξ

 

δ

αλαγάριστος [Βεντότης 1790]

 

ακαταστάλαχτος

 

 

αλαγάρσμα

Ίμβρος

απομάκρυνση

 

 

αλαγάρστους

Αδριανούπολη*, Αίνος*, Ευρυτανία, Ήπειρος, Μακεδονία, Σάμος

ακαταστάλαχτος

 

 

άλαγας

Φερτέκι*

ξανά

 

 

αλαγηγνωμώ

Κύθηρα

αλλαξογνωμώ

 

δ

αλαγήνιαστος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αλαγήνιστος

αλαγήνιαστος

 

δ

αλαγήνιστος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αλαγήνιαστος

 

 

αλαγιά

Λιβίσι*

αλλαγή

 

 

αλάγια

Καστελλόριζο, Λιβίσι*

γαμπριάτικα

 

 

αλαγιάζου

Μάνη

αντικαθιστώ

 

 

αλαγιάζω

Κρήτη

αλαλιάζω

 

 

αλάγιασμα

Μάνη

αντικατάσταση

 

 

αλαγιασμός

Μάνη

αντικατάσταση

 

 

αλάγιαστα

Κρήτη

συνεχώς

 

 

αλαγιμνά

Αραβανί*

ξανά

 

 

αλαγιούζη (ο)

Τσακωνιά

ποντίκι

 

 

αλαγίτα

Αυδήμι*

τηγανίτα

 

 

αλαγίτας

Χαλδία*

λαϊκός

 

 

αλαγίτες

Χαλδία*

λαϊκός

 

 

αλαγκίτα

Ιωάννινα, Λάρισα, Νιγρίτα, Σουφλί

τηγανίτα

 

 

αλαγκρέτσα

Κέρκυρα

κέφι

 

 

άλαγμαν

Κερασούντα*, Οινόη*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

άλλαγμα

 

 

αλαγμένους

Καστοριά

αλλαγμένος

 

 

αλαγμιάς

Σινασός*

άλλοτε

 

 

αλαγμός [Corona Preciosa 1527]

 

άλλαγμα

 

δ

αλαγμός [Λεξικό Ηπίτη 1908]

Κερασούντα*, Οινόη*

αλαλαγμός

 

 

αλαγνιάς

Σινασός*

άλλοτε

 

 

αλαγό

Απουλία

λαγός

 

 

άλαγο

Κάλυμνος, Λέρος, Σύμη

άλογο

 

 

αλαγογή

Κρήτη, Χίος

αλλαγή

 

 

αλαγοή

Κρήτη

αλλαγή

 

 

άλαγου

Κοζάνη, Νιγρίτα, Στενήμαχος*

άλογο

 

 

αλαγραμέντε

Παξοί

περαστικά

 

 

αλαγραμέντο

Κύθηρα

κέφι

 

 

αλάγω

Ικαρία

αλλάζω

 

 

αλάδα

Παξοί

τούφα

 

 

αλαδανέ

Κρήτη

λαδανιά

 

 

αλαδανιά [Γεννάδιος 1914]

 

λάδανο

 

 

αλαδανιά [Σκαρλάτος 1835]

Κρήτη

λαδανιά

 

 

αλάδανο [Χελδράιχ 1926]

 

λάδανο

 

 

αλάδανος

Κρήτη

λάδανο

 

 

αλάδανος [Somavera 1709]

Κρήτη

λαδανιά

 

 

αλάδανους

Ίμβρος

λαδανιά

 

 

αλαδερέ

Τσακωνιά

νερουλός

 

 

αλάδερφος

Θεσπρωτία

ετεροθαλής

 

 

αλάδι

Καλαβρία

λάδι

 

δ

αλαδιά [Λεξικό Πρωίας 1933]

χρονιά με μικρή παραγωγή λαδιού: αναλαδιά

αλαδιά

 

 

αλάδιαγους

Αιτωλοακαρνανία

αλάδωτος

 

δ

αλάδιαστα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αλάδιαστα

αλάδωτα

 

δ

αλάδιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

αλάδωτος

 

 

αλάδιαστους

Ίμβρος

αλάδωτος

 

 

αλαδικό

Καλαβρία

λαδικό

 

 

αλάδιρφους

Άρτα, Σάμος

ετεροθαλής

 

 

αλάδκιαστος

Κύπρος

αλάδωτος

 

 

αλάδουτους

Ευρυτανία, Λάρισα, Πιερία, Σκόπελος, Χαλκιδική

αβάπτιστος

 

 

αλάδουτους

Γρεβενά, Ευρυτανία, Καστοριά, Λάρισα, Πιερία, Σάμος, Σκόπελος, Τρίκαλα

αλάδωτος

 

 

αλάδριφους

Ιωάννινα

ετεροθαλής

 

δ

αλάδωτα [Λεξικό Πρωίας 1933]

αλάδιαστα, ανάλαδα

αλάδωτα

 

 

αλάδωτος

Κεφαλονιά

αβάπτιστος

 

 

Αλάδωτος

Πόντος*

Εβραίος

 

δ

αλάδωτος [Βλάχος 1897]

αλάδιαγους, αλάδιαστος, αλάδιαστους, αλάδκιαστος, αλάδουτους, άλαος, ανάλαδος, ανάλαδους, ανάλαος, ανίλαδος, ανίλαδους

αλάδωτος

 

 

αλάζα

Μάνη

σιγά

 

 

αλαζαδένιος

Μύκονος

αλατζαδένιος

 

 

αλαζάς

Μύκονος

αλατζάς

 

 

αλαζζάς

Κως, Νίσυρος

αλατζάς

 

 

αλαζζένιος

Κως

αλατζαδένιος

3

λ

αλαζονεία

ντουβλέτ

αλαζονεία

 

 

αλαζονεύομαι

Θεσπρωτία

ανησυχώ

 

 

αλαζόνι

Κρήτη

γλυκάνισο

 

 

αλαζονιά

Θεσπρωτία

ανησυχία

 

 

αλάζου

Γρεβενά, Ευρυτανία, Καστοριά, Λέσβος, Λήμνος, Μάνη, Νιγρίτα, Πιερία, Τρίκαλα, Τσακωνιά, Χαλκιδική

αλλάζω

 

 

αλαζουνεύουμι

Ιωάννινα

στεναχωριέμαι

 

 

αλαζουνιά

Ιωάννινα

θλίψη

 

 

αλαζουνιά

Ιωάννινα

στεναχώρια

 

 

αλαή

Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ζάκυνθος, Κάλυμνος, Καστοριά, Κέρκυρα, Κύπρος, Κως, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Μύκονος, Νίσυρος, Πόντος*, Σκύρος, Σύμη, Σύρος, Χαλκιδική

αλλαγή

 

 

αλάθαστα [Germano 1622]

 

αλάνθαστα

 

 

αλάθαστος [Germano 1622]

Αμοργός, Νάξος

αλάνθαστος

 

 

αλάθετος

Μάνη

αλάνθαστος

 

 

αλαθεύου

Γρεβενά, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Πιερία

λαθεύω

 

 

αλάθευτα

Τσακωνιά

ασφαλώς

 

δ

αλάθευτα [Βεντότης 1790]

Ζάκυνθος, Ήπειρος, Λακωνία, Τραπεζούντα*

αλάνθαστα

 

δ

αλάθευτος [Βεντότης 1790]

Τραπεζούντα*

αλάνθαστος

 

 

αλάθθαστος

Κύπρος

αλάνθαστος

 

 

αλάθι

Νάξος

αλάτι

 

 

αλαθιέρα

Αϊβαλί, Νάξος

αλατιέρα

 

 

αλάθιφτους

Αδριανούπολη*, Αιτωλοακαρνανία, Ήπειρος, Μακεδονία

αλάνθαστος

 

 

αλαθόνου

Καστοριά, Κοζάνη, Κόνιτσα, Τρίκαλα

λαθεύω

 

 

αλάθοστος

Ήπειρος

αλάνθαστος

 

 

αλάθουν

Κοζάνη

λάθος

 

 

αλάθους

Καστοριά, Κοζάνη, Πιερία

λάθος

 

 

αλάθους

Κοζάνη

λάθος

 

 

αλαθρινός

Αίγινα

αθερίνα

 

 

άλαθτο

Καλαβρία

ανόργωτος

 

 

αλάι

Κέρκυρα, Μάνη

βάρδια

 

 

αλάι

Πάρος

γύρω

 

 

αλάι

Μάνη

δίπλα

 

 

αλάι

Λακωνία

κοντά

 

 

αλάι

Ρόδος

κοπάδι

 

 

αλάι

Αραβανί*, Ουλαγάτς*

κοροϊδία

 

 

αλάι

Απουλία, Τσακωνιά

λάδι

 

 

αλάι

Κάρπαθος

μαζί

 

 

αλάι

Ρόδος

μάλωμα

 

 

αλάι

Άνδρος, Κρήτη, Κύπρος, Ρόδος, Χίος

πλήθος

 

 

αλάι

Τήλος

τριγύρω

 

 

αλάι

Λακωνία, Μάνη

ύστερα

 

 

αλάι [Σκαρλάτος 1835]

 

θρίαμβος

 

 

αλαΐα

Τσακωνιά

λαδιά

 

δ

αλαίμαργα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Μεσσηνία

λαίμαργα

 

 

αλάιν

Ρόδος

κοπάδι

 

 

αλάιν

Κύπρος

σμήνος

 

 

αλάιστα

Κάλυμνος

ανάλατα

 

 

αλάιστος

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

ακούνητος

 

 

αλάιστος

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

άσειστος

 

 

αλαΐτας

Κερασούντα*, Χαλδία*

λαϊκός

 

 

αλαΐτες

Κοτύωρα*, Σαμψούντα*, Σάντα*, Χαλδία*

λαϊκός

 

 

αλαΐτης

Κοτύωρα*

λαϊκός

 

 

αλακάη

Απουλία

ρόκα

 

 

αλακάπα

Δέλβινο

ανάκατα

 

 

αλακάπα

Αργολίδα, Κορινθία, Παξοί

αναπεταρίκι

 

 

αλακάπα

Βουρλά*, Τσακωνιά

άσχημα

 

 

αλακάπα

Πάργα

εγωιστικά

 

 

αλακάπα

Θήρα, Κρήτη

σοβαρά

 

δ

αλακάπα [Γούλας 1961]

Τρίκαλα

ξαφνικά

 

δ

αλακάπα [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

Χίος

ανάποδα

 

 

αλακαπνιά

Θήρα

καπνιά

 

 

αλακάπφα

Νίσυρος

ανάποδα

 

 

αλακάτ

Ίμβρος, Λέσβος

ρόκα

 

 

αλακατέα

Κάρπαθος

ρόκα

 

 

αλακάτη

Κύπρος, Λιβίσι*, Μεσσηνία, Νίσυρος, Ρόδος, Σύμη, Χίος

ρόκα

 

 

αλακατιά

Μάκρη*

ρόκα

 

 

αλακάτιν

Κύπρος

μαγγανοπήγαδο

 

 

αλακάτιν

Λιβίσι*

ρόκα

 

 

αλάκερα [Germano 1622]

 

ολοκλήρως

 

 

αλακέρντα

Ρόδος

λακέρδα

 

δ

αλάκερος [Germano 1622]

Άνδρος, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κέρκυρα, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος, Λακωνία, Μάνη, Μύκονος, Παξοί, Πάργα, Σύρος

ολόκληρος

 

δ

αλάκητα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αλάκιστα

 

δ

αλάκητος [Λεξικό Πρωίας 1933]

που δεν λάκησε: αλάκιστος

αλάκητος

 

 

αλακιόνω

Πάρος

αλατίζω

 

 

αλάκιρους

Αϊβαλί*, Βελβεντός, Καστοριά, Λέσβος, Μοσχονήσι*, Σάμος, Σκόπελος

ολόκληρος

 

 

αλάκισμα

Τσακωνιά

αλάτισμα

 

δ

αλάκιστα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αλάκητα

αλάκιστα

 

δ

αλάκιστος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

αλάκητος

 

 

αλακίχου

Τσακωνιά

αλατίζω

 

 

αλάκκερος

Κως, Λέρος, Ρόδος

ολόκληρος

 

δ

αλάκκιαστα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αλάκκωτα

 

δ

αλάκκιαστος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αλάκκωτος

 

δ

αλάκκωτα