Λεξικό Συνωνύμων. Λέξεις που αρχίζουν από αμ

 

 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από αμ

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 18.1.2020

αναθεώρηση: 3.11.2020

 

 


Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στη στήλη a, δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει ένας αριθμός από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, που αφορά τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχνότητα 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχνότητα 2) και η λέξη «άβολα» (με συχνότητα 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Στη στήλη b, το γράμμα δ σημαίνει πως η λέξη χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής. Το γράμμα λ σημαίνει πως η λέξη είναι λόγια, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Στη στήλη c, μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Στη στήλη c, συνυπάρχουν οι λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με εκείνες της σύγχρονης γλώσσας, γνωστής και ως «κοινής νεοελληνικής». Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Στη στήλη c, με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους (στήλη d ) τα συνώνυμα. Στη ίδια στήλη, με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε (μια σειρά πριν ή μετά) και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως πλάι τους (στήλη d) δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Στη στήλη d και όταν στην προηγούμενη στήλη c υπάρχουν (με κόκκινο χρώμα) λέξεις της «κοινής νεοελληνικής», βρίσκονται συγκεντρωμένα μαζί τα διαλεκτικά συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Επίσης στη στήλη d, όπου βρίσκονται γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί, πρόκειται για τα ονόματα των τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της εγγραφής, της διπλανής στήλης c). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως το σύνολο των Ρωμιών του οικισμού εγκατέλειψε τον τόπο μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις στην αρχή της στήλης d, υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Τέλος στη στήλη e καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις και σε λιγότερο γνωστές λέξεις, που αποτελούν όμως λήμματα αναφοράς.

 

 

 

a

b

c

d

e

 

 

αμ

Πάργα, Τσακωνιά

αμέ

 

 

αμ

Αρκαδία, Σάμος

από

 

 

αμ

Αραβανί*

μαζί

 

δ

αμ [Λεξικό Πρωίας 1933]

Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | εμ

αμ

 

 

αμά

Κάλυμνος, Κως, Ρόδος

αμάδα

 

 

αμά

Νιγρίτα, Σουφλί

αμάν

 

 

αμά

Κύπρος, Κως

αμέ

 

 

αμά

Λέσβος

μα

 

 

αμά

Κάλυμνος, Κάρπαθος, Ρόδος

μαμά

 

 

αμά

Κεφαλονιά, Λευκάδα

μετά

 

 

άμα

Αξός*, Αραβανί*, Ίμβρος, Κουβούκλια*, Κωνσταντινούπολη, Σουφλί

αλλά

 

 

άμα

Κεφαλονιά

ανάθεμα

 

 

άμα

Αραβανί*, Κάρπαθος

άντε

 

 

άμα

Κερασούντα*

δρεπάνι

 

 

άμα

Λακωνία, Τσακωνιά

μόλις

 

 

άμα

Ίμβρος, Κωνσταντινούπολη, Κοτύωρα*, Μάκρη*, Πόντος*, Φάρασα*

όμως

 

 

αμά [Βεντότης 1790]

Άνδρος, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Κύπρος, Κως, Λέρος, Λευκάδα, Λιβίσι*, Μάνη, Μέγαρα, Νίσυρος, Πάργα, Ρόδος, Σύρος, Τσακωνιά

έχθρα

 

 

άμα [Βεντότης 1790]

 

μαζί

 

 

αμά [Ηπίτης 1908]

Κοζάνη, Κρήτη, Μάκρη*, Νιγρίτα, Ουλαγάτς*, Σαράντα Εκκλησιές*, Σουφλί, Χίος

αλλά

4

δ

άμα [Ηπίτης 1908]

Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | άμα & Αργολίδα, Αρκαδία, Κορινθία | άμαν, άματα, άματι, άματις, άμε, άμμα, άμο, άμον, αμόν, άμου, μα, όμο, όμον, ομόν, σαμόν

άμα

 

δ

αμά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κοτύωρα*, Μάκρη*, Φάρασα*

όμως

 

 

αμάα

Κάρπαθος

αμάδα

 

 

αμάαλη

Λιβίσι*

πρωτόγαλα

 

 

αμαάρα

Κάλυμνος

αμμότοπος

 

 

αμαγάζιστε

Τσακωνιά

αμαγάριστος

 

δ

αμαγάριστα [Βλάχος 1659]

 

καθαρώς

 

 

αμαγάριστε

Τσακωνιά

αμαγάριστος

 

δ

αμαγάριστος [Portius 1635]

αγαμάζιστε, αγαμάριστος, αμαγάζιστε, αμαγάριστε

αμαγάριστος

 

δ

αμαγείρευτα [Λεξικό Πρωίας 1933]

αμαγέρευτα, αμαείρευτα

αμαγείρευτα

 

δ

αμαγείρευτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αμαγέρευτε, αμαγέρευτος, αμαγέριφτους, αμαείρευτος, αμαέρευτος

αμαγείρευτος

 

δ

αμαγέρευτα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κρήτη

αμαγείρευτα

 

 

αμαγέρευτε

Τσακωνιά

αμαγείρευτος

 

δ

αμαγέρευτος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Αυλωνάρι, Κερασούντα*, Κορινθία, Κοτύωρα*, Κρήτη, Μάνη, Οινόη*, Σαράντα Εκκλησιές*

αμαγείρευτος

 

 

αμαγέριφτους

Ίμβρος

αμαγείρευτος

 

 

αμάγευτε

Τσακωνιά

αμάγευτος

 

δ

αμάγευτος [Somavera 1709]

αγήτευτος, αμάγευτε, αμάευτος, αμάισωτος, αμάιφτος, άμαϊφτος

αμάγευτος

 

 

αμάγκο

Κύθηρα

τουλάχιστον

 

 

αμάγκου

Κύπρος

τουλάχιστον

 

 

αμάγκουμου

Μύκονος

τουλάχιστον

 

 

αμαγκούρωτη [Βλαστός 1931]

 

τσούλα

 

 

αμάδα

& Αιτωλοακαρνανία, Αμοργός, Αστυπάλαια, Αχαΐα, Κάλυμνος, Κάρυστος, Καστελλόριζο, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Μεσσηνία, Νάξος, Ρόδος, Σκύρος, Χαλκιδική

αμάδα

 

δ

αμάδα [Germano 1622]

η πέτρα που πετάνε σε ομώνυμο παιδικό παιχνίδι: αλμάδα, αμά, αμάα, αμάζα, αμάντζα, αμάτζα, αμπάδα, απαλέτι, αρμάδα, γουμάδα, λαμπάδα, λομάδα, λουμάδα, μάδα, ναμάδα, ολμάδα, ομάδα, ομαδέλα, ουμάδα, σαμάδα, σιαμάδα, σιομάδα, σιουμάδα, σομάδα, σουμάδα, τσαμάδα

αμάδα

 

 

αμαδάρα

Ίμβρος

αμμότοπος

 

 

αμαδάρα

Σάμος

ξέφωτο

 

 

αμάδητε

Βάτικα*, Τσακωνιά, Χαβουτσί*

αμάδητος

 

δ

αμάδητος [Βεντότης 1790]

αμάδητε, αμάδιστος, αμάητε, αμάθιγος, αμάθιστος, αμάιστος, αμάτζιστος

αμάδητος

 

 

αμάδι

Κρήτη

μαζί

 

 

αμάδις

Χίος

μαζί

 

 

αμάδιστος [Βλάχος 1659]

Κως, Σαράντα Εκκλησιές*

αμάδητος

 

 

αμαείρευτα

Νάξος

αμαγείρευτα

 

 

αμαείρευτος

Άνδρος, Κοτύωρα*, Κύπρος, Μύκονος, Ρόδος, Σύμη

αμαγείρευτος

 

 

αμαέρευτος

Άνδρος, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κοτύωρα*, Νάξος, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αμαγείρευτος

 

 

αμάευτος

Ρόδος, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αμάγευτος

 

 

αμάευτος

Σύμη

αμάζευτος

 

 

αμάζα

Αρκαδία, Αχαΐα

αμάδα

 

δ

αμάζευτα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αμάζωχτα

αμάζευτα

 

δ

αμάζευτος [Ηπίτης 1908]

αμάευτος, αμάζουγους, αμάζουος, αμάζουτε, αμάζουχτος, αμάζουχτους, αμάζωκτος, αμάζωτε, αμάζωτος, αμάζωχτος, άμαστους, αμάωχτος

αμάζευτος

 

 

αμαζί

Κέρκυρα

μαζί

 

 

αμαζόνα

Κοτύωρα*

μπλούζα

 

 

αμάζουγους

Αιτωλοακαρνανία

αμάζευτος

 

 

αμάζουος

Μάνη

αμάζευτος

 

 

αμάζουτε

Τσακωνιά

αμάζευτος

 

 

αμάζουχτος

Μάνη

αμάζευτος

 

 

αμάζουχτους

Γρεβενά, Καρδίτσα, Σιάτιστα

αμάζευτος

 

δ

αμάζωκτος [Somavera 1709]

 

αμάζευτος

 

 

αμάζωτε

Χαβουτσί*

αμάζευτος

 

δ

αμάζωτος [Βλάχος 1659]

Ζάκυνθος, Παξοί

αμάζευτος

 

 

αμάζωχτα

Νάξος

αμάζευτα

 

δ

αμάζωχτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Ζάκυνθος, Κρήτη, Παξοί

αμάζευτος

 

 

Αμάης

Μάνη

Μάιος

 

 

αμάητε

Τσακωνιά

αμάδητος

 

 

αμαθαριά

Μύκονος

αρμαθιά

 

 

αμαθάτσι

Πάρος

ματάκι

 

 

άμαθε

Τσακωνιά

άπειρος

2

λ

αμάθεια

αγνωσιά, ακατεχιά, αμαθίλα, ανηξεριά, ανηξερκά

αμάθεια

 

 

αμάθετος

Ινέπολη*, Κερασούντα*, Μάνη, Οινόη*, Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αμάθητος

 

δ

αμάθευτα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αμάθητα

 

δ

αμάθευτος [Portius 1635]

αμάθιφτους

αμάθευτος

2

λ

αμαθής

άγνωθο, ανάγνωρος, ανέγνωρος

αμαθής

 

δ

αμάθητα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αμάθευτα

αμάθητα

 

 

αμάθητε

Τσακωνιά

άπειρος

 

 

αμαθήτευτος [Βλάχος 1659]

 

ασόφως

 

δ

αμάθητος [Germano 1622]

αμάθετος, αμάθητους, αμάθιγος, αμάθιστος, άμαθος, άμαθους, αμάθτος, αμάθτους, ανίγνουσους, ανίγνουστους, ανάπαθους, άπαθους

αμάθητος

 

 

αμάθητους

Λιβίσι*

αμάθητος

 

 

αμάθητους

Λιβίσι*

άπειρος

 

 

αμαθιά

Κρήτη

ματιά

 

δ

αμαθιά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κρήτη, Νάξος

αιματιά

 

 

αμάθιαστος

Κρήτη

αμάτιαστος

 

 

αμάθιγος

Κεφαλονιά

αμάδητος

 

 

αμάθιγος

Κοτύωρα*, Μέγαρα, Χαλδία*

αμάθητος

 

 

αμαθίλα

Μάνη

αμάθεια

 

 

αμάθιστος

Κονίστρες

αμάδητος

 

 

αμάθιστος

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αμάθητος

 

 

αμάθιφτους

Γρεβενά, Καστοριά

αμάθευτος

 

 

αμαθός

Νίσυρος

άπειρος

 

δ

άμαθος [Ηπίτης 1908]

Αχαΐα, Εύβοια, Λακωνία

αμάθητος

 

 

άμαθους

Ίμβρος, Κοζάνη, Σκόπελος, Χαλκιδική

αμάθητος

 

 

αμάθτος

Ήπειρος

αμάθητος

 

 

αμάθτους

Λήμνος

αμάθητος

 

 

αμάικιαστος

Μάνη

αμάτιαστος

 

 

αμαΐσκιστους

Λιβίσι*

αμάσητος

 

 

αμάιστος

Κάλυμνος, Κάρπαθος, Ρόδος

αμάδητος

 

 

αμάιστους

Θεσσαλία, Πιερία

αμάσητος

 

 

αμάισωτος

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αμάγευτος

 

 

αμαΐτικος

Μάνη

μαγιάτικος

 

 

αμάιφτος

Ρόδος

αμάγευτος

 

 

άμαϊφτος

Ρόδος

αμάγευτος

 

 

αμάκα

Κορινθία

αραχνιά

 

 

αμάκα

Χίος

κόλακας

 

δ

αμάκα [Γούλας 1961]

Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Αχαΐα, Βουρλά, Ζάκυνθος, Θήρα, Θεσπρωτία, Καλλίπολη*, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κορινθία, Κρήτη, Κύπρος, Λευκάδα, Μάνη, Μέγαρα, Μεσσηνία, Μύκονος, Νίσυρος, Πάργα, Πάρος, Σάμος, Σέρρες, Σύρος, Τρίγλια*, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική

τράκα

 

δ

αμάκα [Ηπίτης 1908]

Χαλκιδική

κλεψιά

 

δ

αμάκα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Καρδίτσα, Κέρκυρα, Κρήτη, Λακωνία, Λάρισα, Παξοί, Σέρρες, Τήνος, Τρίκαλα, Χαλκιδική

τζάμπα

 

δ

αμακαδόρικος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

τρακαδόρικος

 

 

αμακαδόρος

Παξοί

τζαμπατζής

 

δ

αμακαδόρος [ΙΛΝΕ 1933]

 

αβανταδόρος

 

δ

αμακαδόρος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κορινθία, Λευκάδα, Μάνη, Πάργα

τρακαδόρος

 

 

αμακαδόρους

Σάμος, Φθιώτιδα

τρακαδόρος

 

 

αμακαζζής

Νίσυρος

τρακαδόρος

 

 

αμάκας

Λάρισα

τζαμπατζής

 

 

αμάκας

Κοζάνη, Μύκονος, Σύρος

τρακαδόρος

 

 

αμακατζής

Λάρισα, Χαλκιδική

τζαμπατζής

 

 

αμάκατζης

Κύπρος

τρακαδόρος

 

δ

αμακατζής [Ηπίτης 1908]

 

κλέφτης

 

δ

αμακατζής [Λεξικό Πρωίας 1933]

Βουρλά, Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Κορινθία, Κρήτη, Λευκάδα, Μαγνησία, Μύκονος, Νιγρίτα, Πάργα, Πιερία, Σουφλί, Σύρος, Χαλκιδική

τρακαδόρος

 

δ

αμακατζίδικος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

τρακαδόρικος

 

 

αμακέλιγος

Κοτύωρα*

άσκαφτος

 

 

αμακιά

Λέσβος

αιματιά

 

 

αμάκιστε

Τσακωνιά

αμάτιαστος

 

 

αμάκκωτη

Κύπρος

παρθένα

 

 

αμάκουτε

Τσακωνιά

αμαλάκωτος

 

δ

άμακρος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

κοντός

 

 

αμακώνω

Αρκαδία

κλέβω

 

δ

αμάλαγα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αμάλαχτα

 

δ

αμάλαγη [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Ζάκυνθος, Κύθηρα, Λευκάδα

παρθένα

 

 

αμαλαγιά

Κορινθία

ασυδοσία

 

 

αμαλαγιά

Τήνος

βολικά

 

 

αμαλαγιά

Σίφνος

ερημιά

 

 

αμαλαγιά

Αιτωλοακαρνανία, Θάσος, Μαγνησία, Σάμος, Σύρος, Τήνος, Χίος

ευκαιρία

 

 

αμαλαγιά

Τήνος

ευκολία

 

 

αμαλαγιά

Σάμος, Σίφνος, Χίος

καταλάγιασμα

 

 

αμαλαγιά

Θάσος

παρθένα

 

δ

αμαλαγιά [Λεξικό Πρωίας 1933]

Κρήτη

παρθενιά

 

δ

αμάλαγος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Οινόη*

αμάλαχτος

 

 

αμάλαγους

Τήνος

άθικτος

 

 

αμάλαγους

Σκόπελος

αμάλαχτος

 

 

αμαλαή

Κύπρος

χνάρι

 

 

αμάλαη

Κύπρος, Μάνη

παρθένα

 

 

αμάλαθρος

Κως

μάραθο

 

 

αμάλαθρους

Λέσβος

μάραθο

 

 

αμαλάκι

Κάρπαθος

δαμαλάκι

 

 

αμαλάκουτε

Τσακωνιά

αμαλάκωτος

 

 

αμάλακτος [Germano 1622]

 

αμάλαχτος

 

δ

αμαλάκωτος [Βεντότης 1790]

αμάκουτε, αμαλάκουτε

αμαλάκωτος

 

 

αμάλαος

Κως, Μύκονος, Ρόδος, Σύμη

αμάλαχτος

 

 

αμάλαους

Σκόπελος

αμάλαχτος

 

 

αμαλαριτός

Κάρπαθος, Κρήτη

αμολητός

 

 

αμάλαττο

Καλαβρία

παρθένα

 

δ

αμάλαχτα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αμάλαγα

αμάλαχτα

 

δ

αμάλαχτος [Ηπίτης 1908]

αμάλαγος, αμάλαγους, αμάλακτος, αμάλαος, αμάλαους

αμάλαχτος

 

 

αμαλείφω

Κεφαλονιά

πασαλείβω

3

λ

Αμαλία

Αμαλίγια, Αμάλια

Αμαλία

 

 

Αμάλια

Παξοί

Αμαλία

 

 

αμάλιαγος

Ηλεία

νεοσσός

 

δ

αμάλιαγος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κύθηρα, Λευκάδα, Παξοί

αμάλλιαστος

 

 

αμάλιαγους

Ίμβρος, Καρδίτσα, Χαλκιδική

αμάλλιαστος

 

 

αμάλιαστε

Τσακωνιά

αμάλλιαστος

 

 

αμάλιαστος

Κρήτη

νεοσσός

 

 

αμάλιαστους

Αίνος*, Λέσβος, Σάμος

αμάλλιαστος

 

 

αμάλιατε

Τσακωνιά

αμάλλιαστος

 

 

Αμαλίγια

Κέρκυρα

Αμαλία

 

 

αμάλιν

Κάρπαθος

δαμάλι

 

 

αμάλιως

Κύθηρα

βέβαια

 

 

αμαλλιασίλα

Ακαδία

ανέχεια

 

δ

αμάλλιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αμάλιαγος, αμάλιαγους, αμάλιαστε, αμάλιαστους, αμάλιατε, άμαλλος, άμαλους

αμάλλιαστος

 

δ

άμαλλος [Βεντότης 1790]

Δαρδανέλια*, Ζάκυνθος, Καλλίπολη*, Προποντίδα*, Σαράντα Εκκλησιές*, Σωζόπολη*

αμάλλιαστος

 

 

αμαλό

Καλαβρία

επίπεδος

 

 

άμαλος

Κύπρος

αδύναμος

 

 

άμαλος [Βλαστός 1931]

 

άτριχος

 

 

άμαλους

Αδριανούπολη*, Αίνος*, Ίμβρος*, Κοζάνη, Λέσβος, Σέρρες

αμάλλιαστος

 

 

αμάλουτε

Τσακωνιά

αμάλωτος

 

 

αμάλωτε

Χαβουτσί*

αμάλωτος

 

 

αμάλωτον

Κύπρος

ενέχυρο

 

δ

αμάλωτος [Βλάχος 1659]

αμάλουτε, αμάλωτε

αμάλωτος

 

 

αμάν

Κοτύωρα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*,

αμέσως

 

 

αμάν

Χαλδία*

όμως

 

 

άμαν

Ίμβρος, Κερασούντα*, Κουβούκλια*, Κύπρος, Μύκονος, Ρόδος, Τραπεζούντα*, Τρίπολις*

άμα

 

 

άμαν

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

όμως

 

 

άμαν

Πάρος

όταν

4

δ

αμάν [Λεξικό Πρωίας 1933]

αϊμάν, αμά, αμάνι, αμάνιν

αμάν

 

 

αμανάθια

Φούρνοι

τρόφιμα

 

 

αμανάκι

Τσακωνιά

ενέχυρο

 

 

αμανάτ

Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Θάσος, Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Λαγκαδάς, Λέσβος, Λευκάδα, Λήμνος, Σάμος, Σκόπελος, Τραπεζούντα*, Τρίκαλα, Φωκίδα, Χαλδία*, Χαλκιδική

ενέχυρο

 

 

αμανατάς

Κύπρος

ενέχυρο

 

 

αμανάτε

Μύκονος

ενέχυρο

 

 

αμανατέ [Somavera 1709]

 

ενέχυρο

 

 

αμανατέβω [Βλαστός 1931]

 

ενεχυριάζω

 

 

αμανάτεμα [Somavera 1709]

 

ενεχυρίαση

 

 

αμανατεμένος [Somavera 1709]

 

ενεχυριασμένος

 

 

αμανατευτής [Somavera 1709]

 

ενεχυριαστής

 

 

αμανατεύτρα [Somavera 1709]

 

ενεχυριάστρια

 

 

αμανατεύω [Somavera 1709]

 

ενεχυριάζω

 

 

αμανατεφτής [Βλαστός 1931]

 

ενεχυριαστής