Λεξικό Συνωνύμων. Λέξεις που αρχίζουν από αν-αναλ


 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από αν-αναλ

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 25.3.2020

αναθεώρηση: 4.12.2020

 

 

Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στη στήλη a, δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει ένας αριθμός από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, που αφορά τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχνότητα 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχνότητα 2) και η λέξη «άβολα» (με συχνότητα 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Στη στήλη b, το γράμμα δ σημαίνει πως η λέξη χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής. Το γράμμα λ σημαίνει πως η λέξη είναι λόγια, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Στη στήλη c, μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Στη στήλη c, συνυπάρχουν οι λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με εκείνες της σύγχρονης γλώσσας, γνωστής και ως «κοινής νεοελληνικής». Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Στη στήλη c, με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους (στήλη d ) τα συνώνυμα. Στη ίδια στήλη, με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε (μια σειρά πριν ή μετά) και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως πλάι τους (στήλη d) δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Στη στήλη d και όταν στην προηγούμενη στήλη c υπάρχουν (με κόκκινο χρώμα) λέξεις της «κοινής νεοελληνικής», βρίσκονται συγκεντρωμένα μαζί τα διαλεκτικά συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Επίσης στη στήλη d, όπου βρίσκονται γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί, πρόκειται για τα ονόματα των τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της εγγραφής, της διπλανής στήλης c). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως το σύνολο των Ρωμιών του οικισμού εγκατέλειψε τον τόπο μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις στην αρχή της στήλης d, υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Τέλος στη στήλη e καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις και σε λιγότερο γνωστές λέξεις, που αποτελούν όμως λήμματα αναφοράς.

 

a

b

c

d

e

 

 

αν

Swadesh List 205 | Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | & Αδριανούπολη*, Αίνος*, Αιτωλοακαρνανία, Αμοργός, Ανάφη, Άνδρος, Αργολίδαμ, Αρκαδία, Αυλωνάρι, Αχαΐα, Ευρυτανία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Ιθάκη, Ικαρία, Ιωάννινα, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κάρυστος, Κάσος, Καστελλόριζο, Κέα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κίμωλος, Κοζάνη, Κονίστρες, Κορινθία, Κοτύωρα*, Κρήτη, Κύθηρα, Κύθνος, Κύμη, Κύπρος, Κως, Λακωνία, Λάρισα, Λέρος, Λευκάδα, Λιβίσι*, Μάνη, Μεσσηνία, Μήλος, Νάξος, Νίσυρος, Παξοί, Ρόδος, Σαράντα Εκκλησιές*, Σέρρες, Σιάτιστα, Σίφνος, Σκύρος, Σύμη, Σύρος, Τραπεζούντα*, Φάρασα*, Χαλδία*, Χάλκη, Χίος

αν

 

 

αν

Καλαβρία

από

 

 

αν

Κοτύωρα*

πάνω

 

 

αν

Καστελλόριζο, Σίλλη*

σαν

7

δ

αν [Germano 1622]

α, άθεν, άι, άιν, άνε, ανέ, ανέν, άνι, άχε, εν, θαν, να, νάκι, νάκια

αν

 

 

ανά

Κάρπαθος, Τήλος, Τήνος

αμυδρά

 

 

ανά

Θήρα, Ρόδος, Σύμη, Χίος

ανάθεμα

 

 

ανά

Βουρλά*

μαμά

 

 

ανά

Χίος

τώρα

 

 

αναάλλουσα

Κάρπαθος

πηγή

 

 

αναασιά

Κάρπαθος

ανέβασμα

 

 

ανααστόπιτσα

Καστελλόριζο

λαγάνα

 

 

ανααστώ

Κάρπαθος, Καστελλόριζο

υποβαστάζω

 

 

ανάατε

Βάτικα*

ανάλατος

 

 

αναάτιν

Μάκρη*

εύνοια

 

 

ανάατος

Κάρπαθος, Καστελλόριζο

άζυμος

 

 

ανάβ

Αξός*

ένζυμος

 

 

άναβα

Ικαρία, Μακεδονία

πάνω

 

 

άναβα

Κοτύωρα*

χωρίς

 

 

ανάβα [Du Cange 1688]

 

ανάβαση

 

 

αναβαβουρίδα

Θήρα

φαγούρα

 

 

αναβαγούλα

Σαμψούντα*

αρουραίος

 

 

αναβαγούλα

Σαμψούντα*

τυφλοπόντικας

 

 

αναβάζω [Βλάχος 1659]

 

ανεβάζω

 

δ

ανάβαθα [Ηπίτης 1908]

Ζάκυνθος, Κύθηρα, Κρήτη, Λακωνία, Νάξος

ρηχά

 

 

αναβαθαίνω [Βλαστός 1931]

 

ρηχαίνω

 

 

αναβαθός

Κάρπαθος

ρηχός

 

δ

ανάβαθος [Σκαρλάτος 1835]

Αχαΐα, Κάρπαθος, Κρήτη, Κύθηρα, Λακωνία, Μάνη, Νάξος, Σινασός*

ρηχός

 

 

ανάβαθους

Μάδυτος*

ρηχός

 

 

ανάβαθυς

Κρήτη

ρηχός

 

 

αναβαΐζω

Ινέπολη*

χασομερώ

 

 

ανάβαιμα

Σωζόπολη*

ανέβασμα

 

 

αναβαίννω

Απουλία

ανεβαίνω

 

 

αναβαίνου

Σκόπελος

μνημονεύω

 

 

αναβαίνω [Germano 1622]

Αξός*, Ήπειρος, Καλλίπολη*, Κύπρος, Κοτύωρα*, Σέριφος

ανεβαίνω

 

 

αναβαλέους

Καρδίτσα

αρουραίος

 

 

αναβαλιάζω

Κέρκυρα

εγκυμονώ

 

 

αναβάλλντω

Ρόδος

αποκαλώ

 

 

αναβάλλου

Λιβίσι*

μνημονεύω

 

δ

αναβάλλουσα [Somavera 1709]

Κρήτη, Κύθηρα, Κως, Σκύρος, Χίος

πηγή

 

 

ανάβαλμα

Ήπειρος

μνεία

 

 

ανάβαλμα

Θεσσαλονίκη, Κοζάνη

ραδιουργία

 

 

ανάβαλμα

Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Πιερία

συκοφαντία

 

 

αναβαλούγα

Σαμψούντα*, Όφις*

αρουραίος

 

 

αναβαλούγα

Όφις*, Σαμψούντα*

τυφλοπόντικας

 

 

αναβαλούδα

Σαμψούντα*

αρουραίος

 

 

αναβαλούδα

Σαμψούντα*

τυφλοπόντικας

 

 

αναβαλούδας

Όφις*

αρουραίος

 

 

αναβαλούδας

Οινόη*

τυφλοπόντικας

 

 

αναβαλούκα

Σούρμενα*

αρουραίος

 

 

αναβαλούκα

Σούρμενα*

τυφλοπόντικας

 

 

αναβαλούσα

Κύθνος, Μύκονος

πηγή

 

 

αναβάλουσα

Κύθηρα

ανηφόρα

 

 

αναβαλσιά

Καρδίτσα

συκοφαντία

 

 

ανάβαλτοι

Ήπειρος

αρχίδια

 

 

ανάβαλτος [Βλαστός 1931]

Ήπειρος, Κρήτη

διάβολος

 

δ

ανάβαλτος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Ήπειρος

διάβολος

 

 

αναβαλτσιάζουμι

Φθιώτιδα

αναστατώνομαι

 

 

αναβάλω

Αυλωνάρι, Ήπειρος, Κάλυμνος, Κρήτη, Κύθηρα, Ρόδος

θυμάμαι

 

 

αναβάλω

Κύθηρα

καταλαβαίνω

 

δ

αναβάλω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Αυλωνάρι, Κάλυμνος, Λακωνία, Κρήτη

μνημονεύω

 

 

αναβάλωμα

Αρκαδία

ραδιουργία

 

 

αναβαλώνω

Λακωνία

αναρρώνω

 

 

άναβαν

Οινόη*

χωρίς

 

 

αναβάνου

Ιωάννινα, Μαγνησία

μνημονεύω

 

 

αναβάνου

Αιτωλοακαρνανία, Κοζάνη, Μαγνησία

συκοφαντώ

 

 

αναβαντζάρω

Καστελλόριζο

περισσεύω

 

 

αναβάνω

Κύθηρα

αναπολώ

 

 

αναβάνω

Σαράντα Εκκλησιές*

προδίδω

 

 

αναβάνω

Αρκαδία, Σαράντα Εκκλησιές*

συκοφαντώ

 

δ

αναβάνω [Ηπίτης 1908]

Ήπειρος, Κρήτη

μνημονεύω

 

 

αναβαρία

Κύπρος

ναυσιβλάβεια

 

δ

ανάβαρτος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

διάβολος

3

λ

ανάβαση

ανάβα, ανάβασμα, ανέβαση, ανεβασία, ανεβασίγια, ανήβαση

ανάβαση

 

 

αναβασιά

Κύπρος

ανηφόρα

 

 

ανάβασμα [Βλάχος 1659]

 

ανέβασμα

 

δ

ανάβασμα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ανάβαση

 

 

αναβάσταγος

Αρκαδία, Λακωνία

αβάσταχτος

 

 

αναβαστάζζω

Καλαβρία

ανασηκώνω

 

 

αναβασταΐδ

Πάρος

κηλεπίδεσμος

 

 

αναβάσταμα

Κρήτη

βοήθεια

 

 

αναβάσταξη

Κρήτη

περίθαλψη

 

 

αναβαστάτζω

Καλαβρία

ανασηκώνω

 

 

αναβάσταχτος

Κύθηρα, Παξοί

αβάσταχτος

 

 

αναβάστιο

Σύμη

βοήθεια

 

 

αναβάστιο

Σύμη

στήριγμα

 

 

αναβαστώ

Κρήτη

βαστώ

 

 

αναβαστώ

Κρήτη

συγκρατώ

 

 

αναβαστώ

Κρήτη

υποβαστάζω

3

λ

αναβάτης

ανεβάτης, ανιβάτης, ανιβάτς

αναβάτης

 

 

αναβατίζω

Κεφαλονιά

ατονώ

 

 

ανάβατο [Βλαστός 1931]

 

ανηφόρα

 

δ

αναβατόρι [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

 

αναβατόριο

2

λ

αναβατόριο

αναβατόρι, ανεβαστήρι, ανεβάστρα, ανεβατήρα, ανεβατήρας, ανεβάτης, ανεβατόρι, ανιβατόρ

αναβατόριο

 

 

ανάβατος [Portius 1635]

Χίος

αδιάβατος

 

δ

αναβατός [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

ένζυμος

 

δ

ανάβατος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

άζυμος

 

δ

αναβγαίνω [Βλαστός 1931]

 

φανερώνομαι

 

δ

ανάβγαλμα [Βλαστός 1931]

 

φανέρωμα

 

 

ανάβγαρος

Κερασούντα*, Χαλδία*

παραχαϊδεμένος

 

 

ανάβγου

Αυλωνάρι, Κονίστρες, Κύμη, Λέσβος

ανάβω

 

 

ανάβγω

Βάτικα*, Κάσος, Καστελλόριζο, Κύθνος, Νάξος

ανάβω

 

 

ανάβδαλα

Κρήτη

βίαια

 

 

αναβελάζου

Μάνη

βελάζω

 

 

αναβέλασμα

Μάνη

βέλασμα

 

 

αναβένου

Φθιώτιδα

επιπλήττω

 

 

αναβέτα

Κοζάνη

ασανσέρ

 

 

αναβζένου

Αιτωλοακαρνανία

αναδίνω

 

 

ανάβι

Καππαδοκία*

άζυμος

 

δ

αναβιβάνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Ζάκυνθος

μνημονεύω

 

 

αναβιβλύζω

Μυριόφυτο*

αναβλύζω

 

 

αναβιρβιρίζου

Φθιώτιδα

ανατριχιάζω

 

 

αναβιρβιρίζου

Σκόπελος

τσιρίζω

 

 

αναβιρβιρίζου

Καρδίτσα

φοβερίζω

 

 

ανάβκω

Κύπρος

ανάβω

 

 

αναβλαντίζω

Κρήτη

αποπαίρνω

 

δ

αναβλασταίνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ξαναβλαστάνω

 

 

αναβλαστώνω [Germano 1622]

 

φυλλοβολώ

 

 

ανάβλαχος

Λακωνία

άξεστος

 

 

ανάβλεμα [Βλαστός 1931]

Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κρήτη, Τήλος

ματιά

 

 

αναβλεματίζω [Βλαστός 1931]

 

ατενίζω

 

δ

ανάβλεπος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

τυφλός

 

 

αναβλέπω [Βλαστός 1931]

 

ατενίζω

 

δ

ανάβλεφτος [ΙΛΝΕ 1933]

 

αθέατος

 

 

αναβλιάζου

Ιωάννινα

αναβλύζω

 

 

αναβλιάζω

Κέρκυρα

εγκυμονώ

 

 

αναβλιάζω

Ήπειρος, Κεφαλονιά, Κέρκυρα

κλαψουρίζω

 

 

ανάβλιμα

Αίνος*

ματιά

 

δ

αναβλυάζω [Βλαστός 1931]

 

δακρύζω

 

δ

ανάβλυασμα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

δάκρυσμα

 

 

αναβλύζου

Ιωάννινα, Τσακωνιά

αναβλύζω

 

 

αναβλύζου

Τσακωνιά

κατουρώ

 

λ

αναβλύζω

αβκάζω, αλουμπρίζω, αναβιβλύζω, αναβλύζου, αναβράου, αναβράω, αναβρού, αναβρύζου, αναβρύζω, αναβρύου, αναβρυσάω, αναβρυσιάζω, αναβρυσώ, αναβρύω, αναβρυώ, αναβρώ, αναγαρύζου, αναγρύζου, ανεβαβουλίζω, ανεβαβουρίζω, ανεβρώ, ανεδώνω, ανιβράου, ανιβρύζου, ανιβρύω, ανιβρώ, ανιδουρίζου, βρυτσουλιάζω, ναγαρύζου, νεβρύζω, νιβρουλάου

αναβλύζω

 

λ

αναβλύζων

αναβρυστικός

αναβλύζων

 

 

αναβοΐζω

Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία

κραυγάζω

 

 

αναβόλ

Αδριανούπολη*, Κουβούκλια*

σάβανο

 

δ

ανάβολα [Germano 1622]

Κεφαλονιά, Κύθηρα, Κύθνος, Λακωνία, Μεσσηνία, Τσακωνιά

άβολα

 

δ

αναβόλα [Λεξικό Πρωίας 1933]

Λακωνία, Μεσσηνία

πεζούλα

 

 

αναβολάδα

Κρήτη

κακοτοπιά

 

 

αναβολάω

Καλαβρία

μεταστρέφω

2

λ

αναβολέας

κρίκος της σέλας: ζγκι, ζεγγί, ζεγκί, ζενγκί, ζενκί, ζιγκί, ζιγκιά, ζινγκί, ζουγκ, ζουγκί, κατόχι

αναβολέας

 

 

αναβόλεμα

Κρήτη

ανηφόρα

 

 

αναβολεματίζω

Κρήτη

ανηφορίζω

 

 

αναβολέος

Αυλωνάρι, Κονίστρες

αρουραίος

 

 

αναβολέος

Αυλωνάρι, Κονίστρες, Κύμη

τυφλοπόντικας

 

 

αναβολεύγω

Κρήτη

ανηφορίζω

 

 

αναβολεύω

Κρήτη

ανηφορίζω

 

 

αναβολή

Αραβανί*

ανάχωμα

 

 

αναβολή

Αξός*, Κάλυμνος, Κως

εμετός

 

 

αναβόλημα

Σίλλη*

εμετός

 

 

αναβόλι

Κάρπαθος

σάβανο

 

δ

αναβολιά [Somavera 1709]

όχι βολική κατάσταση: αβολέα, αβολιά, αβουλιά, αναβουλιά, ανασβολιά, ανασβουλιά, ασβολέ, ασβουλιά, κακοβολιά

αναβολιά

 

 

αναβολιάζου

Τσακωνιά

αναγουλιάζω

 

 

αναβολιάζω

Αξός*

αναγουλιάζω

 

 

αναβολίζομαι

Φερτέκι*

ανακατεύομαι

 

 

αναβολίζομαι

Αξός*

ξερνώ

 

 

αναβολίζουμαι

Φερτέκι*

αναγουλιάζω

 

 

αναβολίζουμου

Σίλλη*

αναγουλιάζω

 

 

αναβολιός

Κάρυστος

αρουραίος

 

 

αναβολιός

Κάρυστος

τυφλοπόντικας

 

 

αναβόλισμα

Αξός*

εμετός

 

 

ανάβολος

Πάρος

ανηφόρα

 

δ

ανάβολος [Germano 1622]

Κύθηρα, Κύθνος, Μάνη, Νίσυρος, Σίφνος

άβολος

 

 

αναβολούσα

Κύθνος

πηγή

 

 

αναβοτώ

Χίος

αναδίνω

 

 

ανάβου

Βοιωτία, Ευρυτανία, Κοζάνη, Λήμνος, Μάνη, Σαμοθράκη, Σάμος, Σίλλη*, Τρίκαλα

ανάβω

 

 

αναβουά

Μάνη

βοή

 

 

αναβουή

Μάνη

βοή

 

 

αναβούθια

Σαμοθράκη

βοήθεια

 

 

αναβούθισμα

Νάξος

βοήθεια

 

 

αναβουίζω

Ήπειρος

αντηχώ

 

 

αναβούλα

Τσακωνιά

αναγούλα

 

 

ανάβουλα

Ιωάννινα, Μαγνησία, Νιγρίτα

άβολα

 

 

ανάβουλα

Άνδρος, Καστελλόριζο, Νάξος

άθελα

 

 

ανάβουλα

Χαλκιδική

ανάποδα

 

 

ανάβουλα

Καστελλόριζο

απερίσκεπτα

 

 

αναβουλεύου

Λέσβος

ανηφορίζω

 

 

αναβουλιά

Ήπειρος

αναβολιά

 

 

αναβουλιάζω

Μάνη

αναγουλιάζω

 

 

αναβουλίζομαι

Φερτέκι*

ανακατεύομαι

 

 

ανάβουλος

Προποντίδα*

άβολος

 

 

ανάβουλους

Σκόπελος

άβολος

 

 

αναβουνάρι [Βλαστός 1931]

 

βουνό

 

 

αναβούρα

Λιβίσι*

αρραβώνας

 

 

αναβουριάννου

Λιβίσι*

αρραβωνιάζω

 

 

αναβουριαστική

Λιβίσι*

αρραβωνιαστικιά

 

 

αναβουριαστικός

Λιβίσι*

αρραβωνιαστικός

 

 

άναβους

Καρδίτσα

άναφτος

 

δ

ανάβρα [Ηπίτης 1908]

Ιωάννινα, Κρήτη, Λάρισα, Μαγνησία, Τρίκαλα, Φθιώτιδα, Χιμάρα

πηγή

 

 

ανάβραδα

Θεσσαλονίκη, Κέρκυρα, Νιγρίτα, Σέρρες

βραδιάτικα

 

 

αναβράζου

Μάνη, Τσακωνιά

αναβράζω

 

δ

αναβράζω [Βλάχος 1659]

αναβράζου, αναβράτζω, αναβράω, νεβράζω, χειλιαβρίζω

αναβράζω

 

 

αναβρακάτος

Λευκάδα, Χίος

παλικαράς

 

 

αναβρακάτος

Χίος

τολμηρός

 

 

αναβρακάτος [Βλαστός 1931]

 

ανασκουμπωμένος

 

δ

αναβρακάτος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ανασκουμπωμένος

 

 

αναβρακάτους

Ευρυτανία

ανασκουμπωμένος

 

 

αναβρακάτους

Αιδηψός

γκομενιάρης

 

 

αναβράκωτος

Κύπρος, Χίος

ξεβράκωτος

 

 

αναβράκωτος

Χίος

πάμφτωχος

 

 

αναβράου