Λεξικό Συνωνύμων. Λέξεις που αρχίζουν από αναμ-αναψ


 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από αναμ-αναψ

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 25.3.2020

αναθεώρηση: 4.12.2020

 

 


 

Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στη στήλη a, δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει ένας αριθμός από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, που αφορά τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχνότητα 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχνότητα 2) και η λέξη «άβολα» (με συχνότητα 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Στη στήλη b, το γράμμα δ σημαίνει πως η λέξη χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής. Το γράμμα λ σημαίνει πως η λέξη είναι λόγια, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Στη στήλη c, μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Στη στήλη c, συνυπάρχουν οι λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με εκείνες της σύγχρονης γλώσσας, γνωστής και ως «κοινής νεοελληνικής». Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Στη στήλη c, με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους (στήλη d ) τα συνώνυμα. Στη ίδια στήλη, με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε (μια σειρά πριν ή μετά) και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως πλάι τους (στήλη d) δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Στη στήλη d και όταν στην προηγούμενη στήλη c υπάρχουν (με κόκκινο χρώμα) λέξεις της «κοινής νεοελληνικής», βρίσκονται συγκεντρωμένα μαζί τα διαλεκτικά συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Επίσης στη στήλη d, όπου βρίσκονται γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί, πρόκειται για τα ονόματα των τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της εγγραφής, της διπλανής στήλης c). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως το σύνολο των Ρωμιών του οικισμού εγκατέλειψε τον τόπο μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις στην αρχή της στήλης d, υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Τέλος στη στήλη e καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις και σε λιγότερο γνωστές λέξεις, που αποτελούν όμως λήμματα αναφοράς.


 

a

b

c

d

e

 

 

ανάμ

Χαλκιδική

ανάμνηση

 

 

ανάμ

Καρδίτσα

υπόληψη

 

 

ανάμ

Κοζάνη, Πιερία

φήμη

 

 

άναμα

Ιωάννινα

βάτεμα

 

 

άναμα

Κέρκυρα

έξαψη

 

 

άναμα

Μύκονος

καύλα

 

 

άναμα

Άνδρος, Βάτικα*, Ζάκυνθος, Ήπειρος, Κορινθία, Λακωνία, Μάνη, Σύμη

νάμα

 

δ

ανάμα [Somavera 1709]

το κρασί της μετάληψης: Άνδρος, Αρκαδία, Βελβεντός, Γρεβενά, Θεσπρωτία, Θήρα, Ίμβρος, Ιωάννινα, Κάλυμνος, Καρδίτσα, Κάρπαθος, Κάρυστος, Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Λευκάδα, Μέγαρα, Μεσσηνία, Πιερία, Σάμος, Σαράντα Εκκλησιές*, Σκόπελος, Τρίκαλα, Τσακήλι*, Τσακωνιά, Φθιώτιδα, Χαλκιδική, Χίος

νάμα

 

δ

αναμάζεμα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

συμμάζεμα

 

δ

αναμάζωμα [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

περισυλλογή

 

 

αναμαζωμός

Κρήτη

συμμαζεμός

 

 

αναμαζώνω

Κρήτη, Κύθηρα

αποθησαυρίζω

 

 

αναμαζώνω

Κρήτη, Κύθηρα

μαζεύω

 

δ

αναμαζώνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

συμμαζεύω

 

δ

αναμαζώνω [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

περισυλλέγω

 

δ

αναμάζωξη [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κρήτη

μάζωξη

 

 

αναμάιτιασμα

Μάνη

χλώμιασμα

 

δ

αναμαλαγμένη [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

τσούλα

 

 

αναμαλάσω

Κρήτη

ψαχουλεύω

 

 

ανάμαλη [Βλαστός 1931]

 

ξεμαλιάρα

 

 

αναμαλιάρα [Βλαστός 1931]

 

ξεμαλιάρα

 

 

αναμαλιαρέα

Κύθηρα

ξεμαλιάρα

 

 

αναμαλιαρίζω [Βλαστός 1931]

 

ξεμαλιάζω

 

 

αναμαλιασμένους

Σουφλί, Φθιώτιδα

αναμαλλιασμένος

 

 

αναμαλίδα

Αρκαδία

χνούδι

 

 

αναμαλίδι

Σινασός*

δαμάλα

 

 

αναμαλίου

Τσακωνιά

ανατριχιάζω

 

δ

αναμαλλιά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αναμάλλιασμα

 

δ

αναμαλλιάζομαι [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

αναχουρδίζω

αναμαλλιάζομαι

 

δ

αναμαλλιάρα [Λεξικό Πρωίας 1933]

Ηλεία

αναμαλλιασμένη

 

δ

αναμαλλιάρης [Germano 1622]

Ζάκυνθος, Κύπρος, Λιβίσι*, Μάνη

αναμαλλιασμένος

 

δ

αναμαλλιάρικος [Somavera 1709]

 

αναμαλλιασμένος

 

 

αναμαλλιαρκά

Κύπρος

αναμαλλιασμένη

 

δ

αναμάλλιασμα [Λεξικό Πρωίας 1933]

ανακακιάρομα, αναμαλλιά

αναμάλλιασμα

 

 

αναμαλλιασμένη

αλιμανιάρα, αλμανάρα, αναμαλλιάρα, αναμαλλιαρκά, ανεμαλιάρα, ανεμαλιαριά, ανεμαλλαρζά, αξεμαλιαριά

αναμαλλιασμένη

2

δ

αναμαλλιασμένος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αλμανάρς, ανακακιαρομένος, ανακούτρουλλος, αναμαλιασμένους, αναμαλλιάρης, αναμαλλιάρικος, ανάμαλλος, ανασκαγγιουιριασμένος, αναχούρδης, αναχουρδισμένος, ανεκατσουλομένος, ανεμαλιάρκος, ανεμαλλιάρης, ανεμάλλιαρος, ανιμαλιάρς, ανιμαλιασμένους, ανιμαλλιάρης, νανεμαλλιασμένος, νεμαλλιάρης, ξέξης, ξεσκούλης, ξεσκουλισμένος

αναμαλλιασμένος

 

δ

ανάμαλλος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αναμαλλιασμένος

 

 

άναμαν

Χαλδία*

άναμμα

 

 

αναμανικούμαι

Κερασούντα*

ανασκουμπώνομαι

 

 

αναμάρα

Ζάκυνθος, Ημαθία, Ήπειρος, Λευκάδα

έξαψη

 

 

αναμάρα

Κόνιτσα

ζέστη

 

 

αναμάρα

Κόνιτσα

πυρετός

 

 

αναμαρκιέμι

Μαΐστρος*

μηρυκάζω

 

δ

αναμαρμαρώ [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

απολιθώνομαι

 

δ

αναμαρμαρώνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

απολιθώνομαι

 

 

αναμάρτετος

Χαλδία*

αναμάρτητος

 

δ

αναμάρτητα [Somavera 1709]

ακριμάτιστα

αναμάρτητα

2

δ

αναμάρτητος [Germano 1622]

ακουτσούφλητος, ακριμάτιστος, ακριμάτστους, αναμάρτετος, ανημάρτετος, ανημάρτοτος

αναμάρτητος

 

 

αναμασάου

Ηλεία

μηρυκάζω

 

δ

αναμασάω [Λεξικό Πρωίας 1933]

Ζάκυνθος, Κορινθία

μηρυκάζω

 

δ

αναμάσημα [Βεντότης 1790]

 

μηρυκασμός

 

 

αναμάσισμα [Βλάχος 1659]

Κρήτη

μηρυκασμός

 

 

αναμασιώ

Λέσβος

μηρυκάζω

 

 

αναμάσκαλα

Κρήτη, Κύθηρα, Κως, Τραπεζούντα*

παραμάσχαλα

 

 

αναμασουλίζω

Κρήτη

μηρυκάζω

 

δ

αναμασώ [Germano 1622]

Μύκονος

μηρυκάζω

 

 

αναματέρι

Λακωνία

ναματερό

 

 

αναματερό [Βλαστός 1931]

Κάλυμνος

ναματερό

 

 

αναματίρ

Βελβεντός

ναματερό

 

 

αναματίρι

Αχαΐα, Κεφαλονιά

ναματερό

 

 

αναματιρό

Ιωάννινα

ναματερό

2

λ

αναμειγνύω

αναμίγω, ανασμίγω

αναμειγνύω

 

λ

ανάμεικτος

ανακατερός, μιγαδερός

ανάμεικτος

 

 

αναμέλ

Φθιώτιδα

μηνίγγι

 

 

αναμελά

Κάλυμνος

παραφυάδα

 

δ

ανάμελα [Germano 1622]

 

ανέμελα

 

 

ανάμελε

Τσακωνιά

ανέμελος

 

 

ανάμελες

Σκύρος

ανέμελος

 

δ

αναμελεύω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

τεμπελιάζω

 

δ

αναμελής [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αμελής

 

δ

αναμελής [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Μέγαρα, Χίος

ανέμελος

 

 

αναμελητής [Βλαστός 1931]

Χίος

ανέμελος

 

δ

αναμελητής [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

τεμπέλης

 

 

αναμελία

Κύμη, Λακωνία

ανεμελιά

 

δ

αναμελιά [Germano 1622]

Αίγινα, Άνδρος, Βιθυνία*, Ηλεία, Κάλυμνος, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύμη, Μάνη, Πάρος, Σύμη, Χίος

ανεμελιά

 

 

αναμελιώ

Κρήτη

αμελώ

 

 

ανάμελλντος

Ρόδος

ανέμελος

 

δ

ανάμελος [Germano 1622]

Άνδρος, Αστυπάλαια, Ζάκυνθος, Κάλυμνος, Κύθηρα, Λακωνία, Μάνη, Πάρος, Ρόδος, Σύμη, Χίος

ανέμελος

 

δ

αναμελώ [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αμελώ

2

λ

αναμενόμενος

 

αναμενόμενος

 

 

αναμένους

Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη

αναμμένος

 

 

αναμένους

Τρίκαλα

διψασμένος

 

 

αναμένω

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σαμψούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

περιμένω

 

 

ανάμερα

Κάλυμνος

αυθημερόν

 

δ

ανάμερα [Ηπίτης 1908]

Ήπειρος, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία

παράμερα

 

 

αναμεράω

Λευκάδα

τακτοποιώ

 

 

αναμεράω

Θεσπρωτία

φεύγω

 

 

αναμεράω [Ηπίτης 1908]

Ήπειρος

παραμερίζω

 

δ

αναμεράω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

παραμερίζω

 

δ

αναμεριάζω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Μέγαρα

παραμερίζω

 

δ

αναμεριαστός [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ατακτοποίητος

 

δ

αναμερίζομαι [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

 

παραμερίζομαι

 

 

αναμερίζου

Μάνη

παραμερίζω

 

 

αναμερίζω

Λευκάδα

τακτοποιώ

 

δ

αναμερίζω [Βλάχος 1897]

Κρήτη, Μεσσηνία

παραμερίζω

 

 

αναμέριο

Λευκάδα

συγύρισμα

 

 

αναμέριο

Λευκάδα

τακτοποίηση

 

δ

αναμέρισμα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

τακτοποίηση

 

 

αναμερισμένος

Λευκάδα

συγυρισμένος

 

δ

ανάμερος [Βλαστός 1931]

 

παράμερος

 

 

αναμερώ [Ηπίτης 1908]

Ήπειρος

παραμερίζω

 

 

ανάμεσα

Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | & Αμοργός, Αρκαδία, Αχαΐα, Θεσπρωτία, Κάλυμνος, Λευκάδα, Μεσσηνία, Νάξος, Ρόδος, Σίφνος

ανάμεσα

 

 

αναμεσά [Du Cange 1688]

Οινόη*, Σάντα*

ανάμεσα

5

δ

ανάμεσα [Germano 1622]

αναμεσά, αναμεσής, αναμεσιακώς, αναμεσικώς, ανάμεσο, αναμεσό, αναμεσόν, ανάμεσον, αναμεσόντας, αναμεσού, αναμεσώς, ανάμισα, αναμισό, αναμισού, ανάμσα, ανάψα, ανέμεσα, ναμεσό

ανάμεσα

 

 

αναμεσάδα

Κρήτη, Κύθηρα

ενδιάμεσο

 

 

αναμεσάδα

Κέρκυρα

ξέφωτο

 

δ

αναμεσαριά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

πέρασμα

 

δ

αναμεσής [Λεξικό Πρωίας 1933]

Αρκαδία, Ζάκυνθος, Κρήτη, Μάνη, Μεσσηνία, Μήλος, Οινόη*, Σύμη

ανάμεσα

 

 

αναμεσιακός

Κρήτη

ενδιάμεσος

 

 

αναμεσιακώς

Κρήτη

ανάμεσα

 

 

αναμεσικώς

Κρήτη

ανάμεσα

 

 

αναμεσό

Αχαΐα

ανάμεσα

 

δ

ανάμεσο [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

Άνδρος, Δαρδανέλια*, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Καστοριά, Κοτύωρα*, Σεμένι*, Σίφνος, Σύμη, Σύρος, Τήνος

ανάμεσα

 

 

αναμεσόν

Ήπειρος, Κερασούντα*, Κύπρος, Ρόδος, Σύμη, Χαλδία*, Χίος

ανάμεσα

 

 

ανάμεσον

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Κύπρος

ανάμεσα

 

 

αναμεσόντας

Χαλδία*

ανάμεσα

 

 

ανάμεσος

Κερασούντα*, Κρήτη

ανάμεσα

 

 

ανάμεσος [Βλαστός 1931]

Μάνη

ενδιάμεσος

 

 

αναμεσού

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

ανάμεσα

 

δ

ανάμεστα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

πλήρως

 

δ

ανάμεστος [Κοντόπουλος 1903]

 

μεστός

 

δ

αναμεστώνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

μεστώνω

 

 

αναμεσώς

Αρκαδία, Κρήτη, Μεσσηνία

ανάμεσα

 

 

αναμεταξύ

Ζάκυνθος, Κύθηρα

εντωμεταξύ

3

δ

αναμεταξύ [Βεντότης 1790]

Κάρπαθος, Κάσος, Κύπρος

μεταξύ

 

 

αναμεταπιάνω

Κρήτη

συγυρίζω

3

λ

αναμέτρηση

αντιμέτρημα

αναμέτρηση

 

λ

αναμετριέμαι

αντιμετριούμαι

αναμετριέμαι

 

 

αναμετρώ

Μάνη

ζυγίζω

 

δ

αναμετωρίζομαι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αστειεύομαι

 

 

ανάμι

Πωγώνι

δυσφήμηση

 

 

ανάμι

Θεσπρωτία, Κάλυμνος

φήμη

 

 

αναμιάζω

Κρήτη

μοιάζω

 

 

αναμιγή

Κρήτη

αναταραχή

 

 

αναμιγή

Κύπρος

θόρυβος

 

δ

αναμίγω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αναμειγνύω

 

 

αναμικιόρης

Χίος

ασυμπάθιστος

 

 

αναμικιόρης

Βουρλά*, Κύθηρα, Λέρος

αχάριστος

 

 

αναμικιόρης

Χίος

δύστροπος

 

 

αναμικιόρης

Μύκονος, Πάρος

μοχθηρός

 

 

ανάμικρος

Μάνη

μικρούτσικος

 

 

αναμικχιόρης

Νίσυρος

αχάριστος

 

 

αναμιλιά

Ήπειρος

ανεμελιά

 

 

αναμιλλάδιν

Λιβίσι*

παραφυάδα

 

 

αναμιλλαόνω [Ηπίτης 1908]

Κάρπαθος

ξαναφυτρώνω

 

 

ανάμιλους

Μάδυτος*

ανέμελος

 

 

αναμιμένος

Κύπρος

αναστατωμένος

 

 

ανάμιρα

Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Τρίκαλα

παράμερα

 

 

αναμιράου

Ιωάννινα

αποσύρομαι

 

 

αναμιράου

Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ιωάννινα, Καρδίτσα, ΤρίκαλαΦθιώτιδα

παραμερίζω

 

 

αναμιράου

Ιωάννινα

συγυρίζω

 

 

αναμιρίζου

Καρδίτσα, Μαγνησία

παραμερίζω

 

 

ανάμιρους

Τρίκαλα

παράμερος

 

 

ανάμισα

Ευρυτανία, Θεσσαλονίκη, Καρδίτσα, Λάρισα, Φωκίδα

ανάμεσα

 

δ

αναμισάω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

μισώ

 

 

ανάμισης

Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κάσος, Κρήτη, Κύπρος, Ρόδος, Χάλκη

ενάμισης

 

 

αναμισό

Μάδυτος*

ανάμεσα

 

 

αναμισού

Κομοτηνή

ανάμεσα

 

 

αναμίσου

Λιβίσι*

ξαναφυτρώνω

 

 

αναμίσου

Μάκρη*

φυτρώνω

 

 

αναμίσσου

Κύμη

κινούμαι

 

 

αναμιταξύ

Σάμος

μεταξύ

 

 

αναμιτσιόρης

Κως

αχάριστος

 

 

αναμιτσόρης

Κάλυμνος, Κως

αχάριστος

 

 

αναμιτσοριά

Κως

αχαριστία

 

 

αναμκιόρκους

Σάμος

δύστροπος

 

 

αναμκιόρς

Σάμος

δύστροπος

 

 

αναμκιουρλίκ

Σάμος

δυστροπία

2

δ

άναμμα [Somavera 1709]

άμμα, άναμαν, αναμός, αννάψιμο, άφτομα, άψιμο, άψιμον, νάψιμα, ννάψιμο

άναμμα

2

 

αναμμένος [Somavera 1709]

αμένος, αναμένους, αναφτέ, αναφτό, αναφτός, αναφτούμενος, αφτίμενος, αφτομένος, αφτόμενος, αφτός, αφτούμενος, νναμένος, ναττό, ναφτό

αναμμένος

 

 

αναμνής

Κάλυμνος

κοκέτης

 

 

αναμνής

Κάλυμνος

φιλάρεσκος

4

λ

ανάμνηση

Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | αναθύμημα, αναθύμηση, αναθυμιά, ανάμ

ανάμνηση

 

 

αναμνιάζω

Κρήτη

μοιάζω

 

 

αναμνιάζω

Κάρπαθος

νοσταλγώ

 

δ

αναμνιάζω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κρήτη

θυμάμαι

 

 

αναμνιέμι

Αίνος*

μνημονεύομαι

 

 

αναμογάμης

Κάλυμνος

κιρκινέζι

 

 

αναμοκάτουμα

Κάλυμνος

ανάκατα

 

 

αναμόμυλος

Κως

ανεμόμυλος

4

λ

αναμονή

πολιμένομα

αναμονή

 

 

αναμόννω

Κύπρος

μετρώ

 

 

αναμόνου

Σκόπελος

ορκίζομαι

 

 

αναμοπάς

Κάλυμνος

πετροχελίδονο

 

 

αναμός

Αιτωλοακαρνανία

άναμμα

 

 

αναμός

Μαγνησία

βιασύνη

 

 

αναμός

Ήπειρος, Σκόπελος

καύλα

 

 

αναμός

Αιτωλοακαρνανία

καύσωνας

 

 

αναμού

Λιβίσι*

ξαναφυτρώνω

 

 

αναμουζάλ

Λαγκαδάς

θύελλα

 

 

αναμούζι

Πωγώνι

αξιοπρέπεια

 

 

αναμουιριάρης

Μάνη

είρων

 

 

αναμουμπούλα

Φθιώτιδα

αναμπουμπούλα

 

 

αναμουπάς

Κάλυμνος

πετροχελίδονο

 

 

αναμούρ

Μαγνησία

έξαψη