Λεξικό Συνωνύμων. Λέξεις που αρχίζουν από ανβ-ανε


 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από ανβ-ανε

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 29.6.2020

αναθεώρηση: 5.12.2020

 

 


Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στη στήλη a, δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει ένας αριθμός από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, που αφορά τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχνότητα 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχνότητα 2) και η λέξη «άβολα» (με συχνότητα 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Στη στήλη b, το γράμμα δ σημαίνει πως η λέξη χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής. Το γράμμα λ σημαίνει πως η λέξη είναι λόγια, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Στη στήλη c, μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Στη στήλη c, συνυπάρχουν οι λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με εκείνες της σύγχρονης γλώσσας, γνωστής και ως «κοινής νεοελληνικής». Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Στη στήλη c, με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους (στήλη d ) τα συνώνυμα. Στη ίδια στήλη, με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε (μια σειρά πριν ή μετά) και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως πλάι τους (στήλη d) δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Στη στήλη d και όταν στην προηγούμενη στήλη c υπάρχουν (με κόκκινο χρώμα) λέξεις της «κοινής νεοελληνικής», βρίσκονται συγκεντρωμένα μαζί τα διαλεκτικά συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Επίσης στη στήλη d, όπου βρίσκονται γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί, πρόκειται για τα ονόματα των τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της εγγραφής, της διπλανής στήλης c). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως το σύνολο των Ρωμιών του οικισμού εγκατέλειψε τον τόπο μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις στην αρχή της στήλης d, υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Τέλος στη στήλη e καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις και σε λιγότερο γνωστές λέξεις, που αποτελούν όμως λήμματα αναφοράς.

 

 

a

b

c

d

e

 

 

ανβαίνου

Ιωάννινα, Λέσβος

ανεβαίνω

 

 

ανβατώ

Ήπειρος

πλειοδοτώ

 

 

ανβελόπ

Ζάκυνθος

φάκελος

 

 

ανβουκατβάζου

Ιωάννινα

ανεβοκατεβάζω

 

 

ανβουκατιβαίνου

Ιωάννινα

ανεβοκατεβαίνω

 

 

άνβους

Αιτωλοακαρνανία

άνιφτος

 

 

ανγγαρεία

Καλαβρία

αγγαρεία

 

 

ανγγαριά

Ουλαγάτς*

αγγαρεία

 

 

ανγγαρούντα

Καλαβρία

αγγαρειούλα

 

 

ανγγείο

Καλαβρία

δοχείο

 

 

άνγγελο (ο)

Καλαβρία

άγγελος

 

 

ανγγελόπουντο

Καλαβρία

αγγελάκι

 

 

άνγγελος

Κάρπαθος

άγγελος

 

 

ανγγελούκι

Καλαβρία

αγγελάκι

 

 

ανγγί

Απουλία

δοχείο

 

 

ανγγιό

Πιερία

δοχείο

 

 

άνγγιστο

Απουλία

ανέγγιχτος

 

 

άνγγιστο

Απουλία

ευέξαπτος

 

 

άνγγονας

Κως

εγγονός

 

 

ανγγονάτσι

Καλαβρία

εγγονάκι

 

 

ανγγόνισσα

Καλαβρία

εγγονή

 

 

ανγγονισσούντα

Καλαβρία

εγγονούλα

 

 

ανγγουνός

Πιερία, Χαλκιδική

εγγονός

 

 

ανγγουράι

Απουλία

αγγουράκι

 

 

ανγγουράτσι

Απουλία

αγγουράκι

 

 

ανγγούρι

Απουλία

αγγούρι

 

 

ανγγούρι

Καλαβρία

πεπόνι

 

 

ανγγουρουμάνα

Πιερία

αγγουρομάνα

 

 

ανγκαδιακός

Κύπρος

γκαρδιακός

 

 

ανγκαζάρω

Ζάκυνθος

αγκαζάρω

 

 

ανγκάθ

Πιερία

αγκάθι

 

 

ανγκάθθι

Κως

αγκάθι

 

 

ανγκαθίζου

Πιερία

αγκυλώνω

 

 

ανγκαθιρός

Πιερία

αγκαθερός

 

 

ανγκαίους

Πιερία

αποχωρητήριο

 

 

ανγκαλιά

Γρεβενά

δεμάτι

 

 

ανγκαλία

Απουλία, Καλαβρία

δεμάτι

 

 

ανγκαλιάζζω

Καλαβρία

αγκαλιάζω

 

 

ανγκάλλια (τα)

Κως

αγκαλιά

 

 

ανγκανιά

Κύπρος

γκάρισμα

 

 

ανγκανίζζω

Καλαβρία, Κάρπαθος, Κάσος, Κύπρος, Νίσυρος

γκαρίζω

 

 

ανγκάνισμα

Κάσος

γκάρισμα

 

 

ανγκάνισμαν

Κύπρος, Χίος

γκάρισμα

 

 

ανγκανίστρα

Κύπρος

γκάρισμα

 

 

ανγκανίτζω

Καλαβρία

γκαρίζω

 

 

ανγκαρδιακός

Κύπρος

γκαρδιακός

 

 

ανγκαρδντζακός

Αστυπάλαια

γκαρδιακός

 

 

ανγκαρίζου

Γρεβενά, Ίμβρος, Πιερία

γκαρίζω

 

 

ανγκαρξιά

Γρεβενά

γκάρισμα

 

 

ανγκάρσμα

Γρεβενά

γκάρισμα

 

 

ανγκαστρά

Γρεβενά

εγκυμοσύνη

 

 

ανγκαστρουμέν

Γρεβενά, Ίμβρος, Σουφλί

έγκυος

 

 

ανγκαστρώνου

Γρεβενά, Ιωάννινα, Πιερία

γκαστρώνω

 

 

ανγκέρα

Απουλία

αέρας

 

 

ανγκινάρ

Πιερία

παρακλάδι

 

 

ανγκινάρα

Κάρπαθος

αγκινάρα

 

 

ανγκίνιος

Κάρπαθος

αχρησιμοποίητος

 

 

ανγκιούνη

Καλαβρία

γωνιά

 

 

άνγκισμα

Πιερία

αγκύλωμα

 

 

ανγκίτς

Πιερία

βιολέτα

 

 

ανγκλαή

Χάλκη

προικοσύμφωνο

 

 

ανγκλαντίζου

Σουφλί

εξηγώ

 

 

ανγκλαντίζου

Σουφλί

καταλαβαίνω

 

 

ανγκλησοπούντα

Καλαβρία

εκκλησάκι

 

 

ανγκλοπέγκουω

Καλαβρία

δένω

 

 

ανγκλούπι

Κως, Ρόδος, Σύμη

αγκλιά

 

 

ανγκναντίζω

Αξός*

καταλαβαίνω

 

 

ανγκνάρ

Πιερία

παρακλάδι

 

 

ανγκνατιρντίζω

Αξός*

εξηγώ

 

 

άνγκολο

Ζάκυνθος

γωνιά

 

 

ανγκόν

Γρεβενά, Πιερία

εγγόνι

 

 

ανγκονατίζζω

Καλαβρία

γονατίζω

 

 

ανγκονατίτζω

Καλαβρία

γονατίζω

 

 

ανγκόνι

Καλαβρία

εγγόνι

 

 

ανγκόρφι

Αστυπάλαια, Κάλυμνος, Κάσος, Καστελλόριζο, Κως, Ρόδος, Τήλος

γκόλφι

 

 

ανγκοτανίτζω

Απουλία

γονατίζω

 

 

άνγκουνας

Γρεβενά, Πιερία

αγκώνας

 

 

ανγκουνιά

Γρεβενά

γωνιά

 

 

ανγκουρόσπουρου

Πιερία

αγγουρόσπορος

 

 

ανγκούσα

Καστοριά, Πιερία

δύσπνοια

 

 

ανγκρανίζζω

Κάσος

γκαρίζω

 

 

ανγκράνισμα

Κάσος

γκάρισμα

 

 

ανγκρεμίζζω

Καλαβρία

γκρεμίζω

 

 

ανγκρέμισμα

Κίμωλος

γκρέμισμα

 

 

άνγκρεμμα

Καλαβρία

γκρεμός

 

 

ανγκρεμμίζζομαι

Καλαβρία

γκρεμίζομαι

 

 

ανγκρεμμίτζομαι

Καλαβρία

γκρεμίζομαι

 

 

ανγκρεμμίτζω

Καλαβρία

γκρεμίζω

 

 

ανγκρεμμό (ο)

Καλαβρία

γκρεμός

 

 

ανγκρεμνός

Φολέγανδρος

γκρεμός

 

 

ανγκρίζουμι

Πιερία

θυμώνω

 

 

ανγκρίφιν

Κως

αρπάγη

 

 

ανγκροπέω

Καλαβρία

δένω

 

 

ανγκυλώνου

Πιερία

αγκυλώνω

 

 

άνγκωνα (ο)

Καλαβρία

αγκώνας

 

 

άνγμα

Γρεβενά, Καστοριά, Λήμνος

άνοιγμα

 

 

ανγμένους

Καστοριά

ανοιγμένος

 

 

ανγουγέριψ

Ίμβρος

ψάξιμο

 

 

ανγουγυρεύου

Ίμβρος

ψάχνω

 

 

ανγουζντώ

Ίμβρος

ψάχνω

 

 

ανγουκλιώ

Αιτωλοακαρννία

ανοιγοκλείνω

 

 

ανγουστώ

Ίμβρος

ψάχνω

 

 

ανγουσφαλίζου

Ίμβρος

ανοιγοκλείνω

 

 

ανγουσφαλιώ

Ίμβρος

ανοιγοκλείνω

 

 

ανγουσφάλμα

Αδριανούπολη*

ανοιγοκλείσιμο

 

 

ανγουσφαλνώ

Κοζάνη

ανοιγοκλείνω

 

 

ανγουσφάλσμα

Αδριανούπολη*, Κοζάνη

ανοιγοκλείσιμο

 

 

ανγουσφαλώ

Ίμβρος

ανοιγοκλείνω

 

 

ανγούτι

Φάρασα*

ανόητος

 

 

ανδιξίμ

Θάσος

βαφτιστήρι

 

 

ανδιξιμνιός

Θάσος

βαφτισιμιός

 

δ

ανδραβάνα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κρήτη

ανάγυρος

 

δ

ανδράβανο [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κρήτη

ανάγυρος

 

 

ανδράβενα [Χελδράιχ 1926]

 

ανάγυρος

 

 

ανδραΐδα

Αργυρόκαστρο

αγκαθιά

 

δ

ανδράινας [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ανάγυρος

 

δ

ανδράκλα [Βεντότης 1790]

 

αντράκλα

 

 

ανδράκλα [Χελδράιχ 1926]

Κρήτη

αγριοκουμαριά

 

 

άνδρακλας [Χελδράιχ 1926]

Κεφαλονιά

αγριοκουμαριά

 

 

ανδράκλιν [Ηπίτης 1908]

Οινόη*

αντράκλα

 

 

άνδρακλος [Χελδράιχ 1926]

 

αγριοκουμαριά

 

δ

ανδραμίδα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αντρομίδα

 

 

Ανδράς

Σουφλί

Ανδρέας

 

 

άνδραχλος [Χελδράιχ 1926]

 

αγριοκουμαριά

 

 

ανδράχτι

Μεσσηνία

αδράχτι

3

λ

Ανδρέας

Ανδράς, Αντζία, Αντιργιάς, Αντράς, Αντρέα, Αντρέας, Αντρία, Αντριάς, Αντρίας, Νδρηάς

Ανδρέας

3

λ

ανδρεία

αγουράτε, αγουρέτα, αγουροσύνα, αγουρότα, αγουρότε, αγουρότη, αγρότα, αντράδα, αντρέ, αντρεία, αντρειά, αντρειαρκά, αντρειγιά, αντρεικιά, αντρεικοσύνη, αντρειοθκιά, αντρειοσύνη, αντρειότη, αντρειουσύν, αντρειτζιά, αντρειορκά, αντριά, αντριάδα, αντριγιά

ανδρεία

2

λ

ανδρείος

αγουρωμένος, αντρείος, ασιλάνης, ασλάνης, ασλάνς

ανδρείος

 

λ

ανδρειωμένος

 

ανδρειωμένος

 

 

ανδριά

Αιτωλοακαρνανία, Σάμος

ανομβρία

 

 

Ανδριάνα

Ανδριανή, Αντριάνα, Αντριανή

Ανδριάνα

 

 

Ανδριανή

 

Ανδριάνα

 

 

ανδρικλίδα

Θήρα

αντράκλα

3

λ

ανδρισμός

αγουρότε, αντροσύνη

ανδρισμός

 

 

ανδρόινας

Σύμη

ανάγυρος

 

δ

ανδρομίδα [Ηπίτης 1908]

Ηλεία, Κύμη, Μεσσηνία

αντρομίδα

 

 

ανδρομίδι

Κάρυστος

αντρομίδα

 

λ

Ανδρονίκη

Αντρόνα, Αντρώ

Ανδρονίκη

 

 

άνδρος

Πάρος

άνυδρος

 

 

άνδρους

Αιτωλοακαρνανία, Σάμος

άνυδρος

 

 

άνε

Κρήτη, Τσακωνιά

αν

 

 

άνε

Σινασός*

ναι

 

δ

ανέ [Λεξικό Πρωίας 1933]

Ίμβρος, Κρήτη, Κύθηρα

αν

 

 

ανέα

Σκόπελος

ανέμη

 

 

ανεαίννω

Απουλία, Κάρπαθος, Κάσος, Κύπρος

ανεβαίνω

 

 

ανεαίνω

Κάρπαθος

ανεβαίνω

 

 

ανεακρυώννω

Κάρπαθος

βουρκώνω

 

 

ανεαλιάζω

Θήρα, Νάξος

αγαλλιάζω

 

 

ανεάλιαση

Νάξος

αγαλλίαση

 

 

ανεάντζω

Κάρπαθος

ανεβάζω

 

 

ανεαρίδα

Πάρος

νεράιδα

 

 

ανεασιά

Κάρπαθος

ανέβασμα

 

 

ανεασιά

Κάρπαθος

δυσπεψία

 

 

ανεασιά

Κάρπαθος

δύσπνοια

 

 

ανεαστώ

Νίσυρος

υποβαστάζω

 

 

ανεατός

Κάρπαθος

ένζυμος

 

 

ανέατος

Νίσυρος

άζυμος

 

 

ανεαυτός

Κάρπαθος

εαυτός

 

 

ανέβα (η)

Ινέπολη*, Κερασούντα*, Σάντα*

ανέβασμα

 

δ

ανέβα (το) [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Ίμβρος, Κερασούντα*, Κύπρος

ανέβασμα

 

δ

ανέβα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ανηφόρα

 

 

ανεβαβουλίζω

Θήρα

αναβλύζω

 

 

ανεβαβουρίζω

Θήρα

αναβλύζω

 

 

ανεβαζάρω

Μύκονος

ακριβαίνω

 

 

ανεβάζζω

Καλαβρία

ανεβάζω

 

 

ανεβάζου

Μάνη

ανεβάζω

3

δ

ανεβάζω [Portius 1635]

αναβάζω, ανεάντζω, ανεβάζου, ανεβάλω, ανεβάνου, αναβάζζω, ανεβάντζω, ανεβάτζω, ανεβέζω, ανηβάζω, ανιβάζου, ανιβάζω, ανιβαίζου, νάζζω, νεάζζω, νεβάζζω, νεβάζω, νεβατίζω, νιβάτζω, νιεβάζω

ανεβάζω

 

 

ανέβαθα

Κρήτη

ρηχά

 

δ

ανέβαθος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κρήτη, Κύπρος

ρηχός

 

 

ανέβαθυς

Κρήτη

ρηχός

 

 

ανεβαίννου

Χίος

ανεβαίνω

 

 

ανεβαίννω

Καλαβρία, Κύπρος

ανεβαίνω

 

 

ανεβαίνου

Μάνη

ανεβαίνω

4

δ

ανεβαίνω [Somavera 1709]

Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | αναβαίννω, αναβαίνω, ανβαίνου, ανεαίννω, ανεαίνω, ανεβαίννου, ανεβαίννω, ανεβαίνου, ανηβαίνω, ανιβαίννου, ανιβαίννω, ανιβαίνω, ανιαίννω, ανιαίνω, ανιβαίνου, ανιβαίνω, αννεβαίννω, αντεβαίννω, αξεβαίννω, ενέννω, εννέννω, εντεβαίννω, απανιβαίνου, βγαίνω, μπαΐνου, ναβαίνω, νεβαίννω, νεβαίνω, νέννω, νιβαίνω, νιεβαίνω, ννένω, ντεβαίννω

ανεβαίνω

 

 

ανέβαλμα

Λακωνία

ραδιουργία

 

 

ανεβαλμός

Θράκη

αδιαφορία

 

δ

ανεβάλουσα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κύθνος, Πάρος

πηγή

 

 

ανεβάλσα

Πάρος

πηγή

 

 

ανεβάλω

Λακωνία

ανεβάζω

 

 

ανεβάλω

Κως

μνημονεύω

 

 

ανεβάλω

Κρήτη

συκοφαντώ

 

 

ανεβάλωμα

Κρήτη

κακολογία

 

 

ανεβάλωμα

Κρήτη

ραδιουργία

 

 

ανεβαλώνω

Κρήτη

κακολογώ

 

 

ανεβαλώνω

Κρήτη

συκοφαντώ

 

 

ανεβαλωτής

Κρήτη

συκοφάντης

 

 

ανεβαμένο

Καλαβρία

ανεβασμένος

 

 

ανέβαν

Κύπρος

ανηφόρα

 

 

ανεβάνου

Μάνη

ανεβάζω

 

 

ανεβαντζάρω

Σίφνος

πλειοδοτώ

 

 

ανεβάντζω

Χίος

ανεβάζω

 

 

ανεβάνω

Αυδήμι*

μνημονεύω

 

 

ανεβάουσα

Νάξος

πηγή

 

 

ανεβαρεσιά

Κρήτη

εργατικότητα

 

 

ανεβαρσά

Κρήτη

κακολογία

 

 

ανέβαρτος