Facebook

Λεξικό Συνωνύμων. Λέξεις που αρχίζουν από ανζ-ανσ

 

 

 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από ανζ-ανσ

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 28.7.202 

αναθεώρηση: 5.12.2020

 

 


Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στη στήλη a, δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει ένας αριθμός από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, που αφορά τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχνότητα 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχνότητα 2) και η λέξη «άβολα» (με συχνότητα 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Στη στήλη b, το γράμμα δ σημαίνει πως η λέξη χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής. Το γράμμα λ σημαίνει πως η λέξη είναι λόγια, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Στη στήλη c, μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Στη στήλη c, συνυπάρχουν οι λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με εκείνες της σύγχρονης γλώσσας, γνωστής και ως «κοινής νεοελληνικής». Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Στη στήλη c, με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους (στήλη d ) τα συνώνυμα. Στη ίδια στήλη, με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε (μια σειρά πριν ή μετά) και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως πλάι τους (στήλη d) δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Στη στήλη d και όταν στην προηγούμενη στήλη c υπάρχουν (με κόκκινο χρώμα) λέξεις της «κοινής νεοελληνικής», βρίσκονται συγκεντρωμένα μαζί τα διαλεκτικά συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Επίσης στη στήλη d, όπου βρίσκονται γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί, πρόκειται για τα ονόματα των τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της εγγραφής, της διπλανής στήλης c). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως το σύνολο των Ρωμιών του οικισμού εγκατέλειψε τον τόπο μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις στην αρχή της στήλης d, υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Τέλος στη στήλη e καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις και σε λιγότερο γνωστές λέξεις, που αποτελούν όμως λήμματα αναφοράς.

 

a

b

c

d

e

 

 

ανζάν [Κουκκίδης 1960]

Πόντος*

μόλις

 

 

άνζελος

Κύπρος, Όφις*

άγγελος

 

 

ανήασμα

Καστελλόριζο

ανέβασμα

 

 

ανήβα

Σάντα*

ανέβασμα

 

 

άνηβα

Σκόπελος

ανέβασμα

 

δ

ανήβα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ανηφόρα

 

δ

ανηβάζω [Germano 1622]

Κοτύωρα*

ανεβάζω

 

 

ανήβαιμαν

Τραπεζούντα*

ανέβασμα

 

δ

ανηβαίνω [Germano 1622]

Κοτύωρα*, Χίος

ανεβαίνω

 

 

ανηβασές

Νάξος

ανηφόρα

 

 

ανήβαση

Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

ανάβαση

 

δ

ανηβασιά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κοζάνη

ανηφόρα

 

 

ανηβασίγια

Κερασούντα*

ανέβασμα

 

δ

ανήβασμα [Germano 1622]

 

ανηφόρα

 

δ

ανήβασμα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Αϊβαλί, Κέρκυρα

ανέβασμα

 

 

ανηβασμένος [Germano 1622]

 

ανεβασμένος

 

 

ανηβασούρα

Σύμη

δύσπνοια

 

 

ανηβαστός

Ινέπολη*, Οινόη*

ζυμωτός

 

 

ανηβάτης

Χίος

άσθμα

 

 

ανηβατίζου [Ηπίτης 1903]

Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Καρδίτσα

ζυμώνω

 

 

ανηβατός

Αιτωλοακαρνανία

ζυμωτός

 

 

ανηβατός

Χίος

τηγανήτα

 

 

ανήβατος

Τραπεζούντα*, Σύμη

άζυμος

 

 

ανηβατούρ

αϊβαλί, Ίμβρος, Λέσβος

λουκουμάς

 

 

ανηβόλετος [ΙΛΝΕ 1933]

 

ακατόρθωτος

 

δ

ανηβόλιασμα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ανηφόρισμα

 

 

ανήβουλα

Κρήτη

άθελα

 

 

ανηβουλάς

Κρήτη

άθελα

 

 

ανηβουλεύου

Λέσβος

συχνάζω

 

 

ανηβουλίς

Κρήτη

άθελα

 

 

ανήβρεχος

Κάρπαθος

άβρεχτος

 

 

ανηγέριφτους

Ίμβρος

αγύρευτος

 

 

ανήγιαστα

Σίφνος

αξημέρωτα

 

 

ανηγκάζουμαι

Κύπρος

αναγκάζομαι

 

 

ανήγκαση

Κύπρος

ανάγκη

 

 

ανηγκασκά

Λέσβος

βιαστικά

 

 

ανηγκασκός

Λέσβος

βιαστικός

 

 

ανηγκασμένα

Κύπρος

αναγκαστικά

 

 

ανηγκασμένος

Κύπρος

αναγκασμένος

 

 

ανηγκαστά

Κύπρος

αναγκαστικά

 

 

ανηγκαστός

Κύπρος

βιαστικός

 

 

ανήγνταρτος

Κάρπαθος

άγδαρτος

 

δ

ανηγοριάρης [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

κακολόγος

 

δ

ανηγοριάρης [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

ραδιούργος

 

 

ανηζτώ

Λέσβος

ξαναζητώ

 

 

ανήθ

Χαλδία*

άνηθο

 

 

ανηθάρετα

Σαράντα Εκκλησιές*

απροσδόκητα

 

 

ανηθάριτα

Μαγνησία

άθελα

 

 

ανηθέλητος

Σαράντα Εκκλησιές*

διστακτικός

 

 

ανηθέλητους

Μελένικο

διστακτικός

 

 

άνηθθο

Ρόδος

άνηθο

 

 

άνηθθον

Ρόδος

άνηθο

3

λ

ανήθικος

ντεψίζης

ανήθικος

2

δ

άνηθο [Γεννάδιος 1914]

Anethum graveolens: άμηθθον, άνεθο, άνεθον, άνεθος, ανήθ, άνηθθο, άνηθθο, άνηθον, άνηθος, άνθος, άνθους, άννηθας, άννηθο, αντισόν, νύρισμα

άνηθο

 

 

άνηθο [Χελδράιχ 1926]

 

αγριάνηθο

 

 

άνηθον [Deheque 1825]

Κάρπαθος, Χαλδία*

άνηθο

2

 

άνηθος [Γεννάδιος 1914]

Αίγινα, Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Κρήτη, Κύπρος, Μύκονος, Πάργα

άνηθο

 

 

ανήκαος

Κάρπαθος

άκαυτος

 

 

ανήκοπος

Κάρπαθος

άκοφτος

 

 

ανήκοτος

Χίος

αστράγαλος

 

 

ανήκοτος

Χίος

άτολμος

 

δ

ανήκοτος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ασθενικός

 

λ

ανήκουστα

άκουστα, αξενάκουστα

ανήκουστα

 

λ

ανήκουστος

αγρίκιστος, αγρίκιτος, αήκουστος, ανεξάκουστος

ανήκουστος

4

λ

ανήκω

Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | ακαδέρω, απαρθενεύω, απαρτενεύω, ασπετάρω

ανήκω

 

δ

άνηλα [Ηπίτης 1903]

Νάξος

αξημέρωτα

 

 

ανήλαστος

Τραπεζούντα*

ανήλιος

 

 

άνηλγκια

Ρόδος

αξημέρωτα

 

 

άνηλγκιος

Ρόδος

ανήλιος

2

λ

ανηλεής

ανέλεος

ανηλεής

 

 

ανήλια

Κάρπαθος, Κως, Λέσβος, Νάξος, Ρόδος, Χάλκη

αξημέρωτα

 

 

άνηλια

Κάρπαθος, Ρόδος, Σύμη

αξημέρωτα

 

 

ανήλιαγα

Σάμος, Σκόπελος

αξημέρωτα

 

 

ανήλιαγη

Αρκαδία

μουνότριχα

 

 

ανήλιαγο

Αρκαδία

μουνί

 

δ

ανήλιαγος [Βλαστός 1931]

Θεσπρωτία, Λακωνία, Λευκάδα, Τρίγλια*

ανήλιος

 

 

ανήλιαγους

Αιτωλοακαρνανία, Καρδίτσα, Σάμος, Σέρρες, Σκόπελος, Χαλκιδική

ανήλιος

 

δ

ανηλιακό [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ταράτσα

 

 

ανηλιακός

Ήπειρος, Πιερία

ανήλιος

 

 

ανήλιαος

Μάνη

ανήλιος

 

 

ανήλιαστα

Κύθνος, Μήλος, Σάμος, Σίφνος

αξημέρωτα

 

δ

ανήλιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Μάνη

ανήλιος

 

 

ανήλιαστους

Ίμβρος, Σκόπελος

ανήλιος

 

 

ανήλιε

Χαβουτσί*

ανήλιος

 

δ

ανηλιό [Βλαστός 1931]

 

κελάρι

 

 

ανήλιος

& Θεσπρωτία, Ικαρία, Χίος

ανήλιος

 

 

άνηλιος

Ρόδος

ανήλιος

 

 

άνηλιος

Ρόδος

σκουληκαντέρα

 

δ

ανήλιος [Germano 1622]

ανάλιαστος, ανανήλιος, ανήλαστος, ανήλιαγος, ανήλιαγους, ανηλιακός, ανήλιαος, ανήλιαστος, ανήλιαστους, ανήλιε, ανήλιους, ανήλλιος

ανήλιος

 

 

ανήλιους

Γρεβενά, Καστοριά, Κοζάνη, Νιγρίτα, Πιερία, Τρίκαλα, Χαλκιδική

ανήλιος

 

 

ανήλιους

Λέσβος

ηλιοτρόπιο

 

 

ανήλλια

Κως, Νίσυρος

αξημέρωτα

 

 

άνηλλια

Νίσυρος

αξημέρωτα

 

 

ανήλλιος

Κύπρος

ανήλιος

 

 

ανήλλιος

Κύπρος

άφαντος

 

 

ανήλουστος

Κάρπαθος

άλουστος

 

 

ανημάρτετος

Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αναμάρτητος

 

 

ανημάρτοτος

Κερασούντα*, Σάντα*, Χαλδία*

αναμάρτητος

 

 

ανήμερα

Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύπρος, Νάξος, Παξοί, Χίος

επαύριον

 

 

ανήμερα

Θεσπρωτία, Κεφαλονιά

παραμονή

3

δ

ανήμερα [Βλάχος 1897]

Κερασούντα*, Κάλυμνος, Κύθνος, Μεσσηνία, Οινόη*, Πάργα, Τραπεζούντα*, Σαράντα Εκκλησιές*, Σινασός*

αυθημερόν

 

 

ανήμερε

Τσακωνιά

ανήμερος

 

δ

ανημέρευτος [Somavera 1709]

αλημέρευτος, αμέρευτος, αμέρουτε, αμέρουτος, αμέρωτος, ανημέρωτος, αλημέρευτος

ανήμερος

 

 

ανήμερος

Ζάκυνθος, Ηλεία, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Λευκάδα, Νίσυρος, Οινόη*, Τραπεζούντα*, Τσακήλι*, Χαλδία*

ανήμερος

 

δ

ανήμερος [Germano 1622]

ανήμερε, ανημέρευτος, ανημέρωτος

ανήμερος

 

 

ανημέρωτα

Χαλδία*

άγρια

 

δ

ανημέρωτος [Portius 1635]

Κάλυμνος. Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*

ανήμερος

 

 

ανήμιρα

Ευρυτανία, Ίμβρος, Καρδίτσα, Λέσβος, Σάμος, Τρίκαλα, Φωκίδα, Χαλκιδική

αυθημερόν

 

 

ανήμιρα

Αιτωλοακαρνανία

παραμονή

 

 

ανήμιρους

Λαγκαδάς, Σάμος, Τρίκαλα, Χαλκιδική

άγριος

 

 

ανημουσιούρσμα [Ηπίτης 1903]

Αιτωλοακαρνανία

ανεμοστοίβαγμα

 

 

ανημουστίβασμα [Ηπίτης 1903]

Αιτωλοακαρνανία

ανεμοστοίβαγμα

 

 

ανημουστούρ [Ηπίτης 1903]

Αιτωλοακαρνανία

χιονοθύελλα

 

 

ανήμπλετος

Κύπρος

τυφλός

 

 

ανημπόζα

Τσακωνιά

ανημποριά

 

 

ανημποζία

Τσακωνιά

ανημποριά

 

 

ανημπόιριο

Μάνη

ανημποριά

 

δ

ανημποράω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ανημποριάζω

 

 

ανήμπορε

Τσακωνιά

ανήμπορος

 

δ

ανημπορεσιά [Βλαστός 1931]

Νάξος, Χίος

ανημποριά

 

 

ανημπόρετος

Κρήτη

ακατόρθωτος

 

δ

ανημπόρετος [Somavera 1709]

 

ανήμπορος

 

 

ανημπορεύγω

Μέγαρα

ανημποριάζω

 

 

ανημπορεύγω

Μέγαρα

αρρωσταίνω

 

δ

ανημπόρευτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

ανήμπορος

 

 

ανημπορεύω

Κύθηρα, Μύκονος

αρρωσταίνω

 

δ

ανημπορεύω [Σκαρλάτος 1874]

Κεφαλονιά, Πάργα

ανημποριάζω

 

 

ανημπόρια

Κέρκυρα

αρρώστια

 

δ

ανημπόρια [Βλαστός 1931]

Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Ιωάννινα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Μεσσηνία, Πάργα, Τσακωνιά, Χίος

ανημποριά

 

 

ανημπορία [Ηπίτης 1903]

Δέλβινο, Εύβοια, Κύθηρα, Τσακωνιά, Χαβουτσί*

ανημποριά

 

δ

ανημποριά [Λεξικό Πρωίας 1933]

αμπορεσιά, αμπουριά, ανεμπόρια, ανεμπορτζιά, ανεμπορτσιά, ανημπόζα, ανημποζία, ανημπόιριο, ανημπορεσιά, ανημπόρια, ανημπορία, ανημπορκά, ανημπουράδα, ανημπουριά, ανημπούρια, ανμπόρια, ανουμποριά, ανπουριά

ανημποριά

 

 

ανημποριάζζω

Σύμη

ανημποριάζω

 

δ

ανημποριάζω [Βλαστός 1931]

ανημποράω, ανημπορεύγω, ανημπορεύω, ανημποριάζζω, ανημπορώ, ανημπουρεύου, ανμπουρεύου, ανουμποριάζω

ανημποριάζω

 

 

ανημπορκά

Κύπρος

ανημποριά

3

δ

ανήμπορος [Meursius 1614]

ανέμπορος, ανεμπόρετος, ανήμπορε, ανημπόρετος, ανημπόρευτος, ανήμπουρους, ανμπόριτους, ανουμποριασμένος, ανούμπορος, ζαΐφης

ανήμπορος

 

δ

ανημπορώ [Legrand 1882]

Κρήτη

ανημποριάζω

 

 

ανημπουράδα

Ίμβρος

ανημποριά

 

 

ανημπουρεύγου

Λέσβος

αρρωσταίνω

 

 

ανημπουρεύου

Ιωάννινα, Λιβίσι*, Σκύρος

ανημποριάζω

 

 

ανημπουριά

Αδριανούπολη*, Αϊβαλί, Αίνος*, Λέσβος*, Λιβίσι*, Σάμος

ανημποριά

 

 

ανημπούρια

Μακεδονία

ανημποριά

 

 

ανήμπουρους

Αδριανούπολη*, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καστοριά, Λέσβος, Λιβίσι*, Νιγρίτα, Πιερία, Σάμος, Σέρρες, Τρίκαλα, Χαλκιδική

ανήμπορος

 

 

ανήννοιος

Κάρπαθος

ανάνοιχτος

 

 

ανήντυτος

Κάρπαθος

άντυτος

 

δ

ανήξερα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

ανέξερτα

ανήξερα

 

 

ανήξερε

Τσακωνιά

ανήξερος

 

δ

ανηξεριά [Βλαστός 1931]

 

αμάθεια

 

 

ανηξερκά

Κύπρος

αμάθεια

2

δ

ανήξερος [Βλάχος 1897]

ανείξερος, ανέξερος, ανέξερτος, ανέφσερο, ανήξερε, ανήξευρος, ανήξιρους, άξευρος, άξιρους. νάφσερο

ανήξερος

 

 

ανηξεροσύνη

Κέρκυρα

άγνοια

 

 

ανηξευκά

Κύπρος

άγνοια

 

δ

ανήξευρος [Meursius 1614]

Κάρπαθος, Κερασούντα*, Οινόη*

ανήξερος

 

 

ανήξιρους

Αδριανούπολη*, Καρδίτσα, Νιγρίτα, Σάμος, Σέρρες, Τρίκαλα

ανήξερος

 

 

ανηολά

Κάρπαθος

άθελα

 

 

ανηολιάντζω

Κάρπαθος

ανηφορίζω

 

 

ανηόλιασμα

Κάρπαθος

ανηφόρισμα

 

 

ανηορεύγκω

Κάρπαθος

μνημονεύω

 

 

ανηόρευτος

Κάρπαθος

αγύρευτος

 

 

ανηόρευτος

Κύπρος

αμνημόνευτος

 

 

ανηοστώ

Κάρπαθος

βοηθώ

 

 

ανήουλα

Κάρπαθος

άθελα

 

 

ανήπλυτος

Θήρα, Κάλυμνος, Κρήτη, Νάξος, Νίσυρος, Πάρος, Ρόδος

άπλυτος

 

δ

ανηπρόκοπα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ανεπρόκοπα

 

δ

ανηπρόκοπος [Σκαρλάτος 1835]

Κρήτη

ανεπρόκοπος

 

 

ανήσαγος

Κοτύωρα*

ανήσυχος

 

 

ανήσβηστος

Κάρπαθος

άσβηστος

 

 

ανήσκαφτος

Κάρπαθος

άσκαφτος

 

δ

ανήσκιαστος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ανίσκιωτος

 

δ

ανήσκιωτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

ανίσκιωτος

 

 

ανήσπορος

Κάρπαθος

άσπαρτος

 

δ

ανήστευτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

ανέστευτος, ανήστφτους

ανήστευτος

 

 

ανήστφτους

Ιωάννινα

ανήστευτος

 

 

ανησύχαστος

Κάλυμνος, Μάνη

ανήσυχος

4

λ

ανήσυχος

ακατακάθστους, ακαταλάγιαστος, αλάρουτους, ανερήνευτος, ανήσαγος, ανησύχαστος, αρήνευτος, ασιγούριφτους

ανήσυχος

5

λ

ανησυχώ

Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | αλαζονεύομαι, αναμουριάζουμι, τριμιχούμαι

ανησυχώ

 

 

ανήσφαος

Κάρπαθος

άσφαχτος

 

 

ανήφερος

Ρόδος

ανηφόρα

 

 

ανηφοζακό

Τσακωνιά

ανηφορικός

 

 

ανηφοζίζου

Τσακωνιά

ανηφορίζω

 

 

ανηφοϊριά

Μάνη

ανηφόρα

 

 

ανηφοϊριακά

Μάνη

ανηφορικά

 

 

ανηφοϊριακός

Μάνη

ανηφορικός

 

 

ανήφορα

Ινέπολη*, Κύπρος, Χαβουτσί*

ανηφορικά

3

δ

ανηφόρα [Βεντότης 1790]

αναβάλουσα, αναβασιά, ανάβατο, αναβόλεμα, ανάβολος, αναδρομιά, αναουνιά, αναφόρι, ανέβα, ανέβαν, ανέβας (το), ανέβαση, ανεβασιά, ανεβασίδι, ανέβασμα, ανεβατό, ανεβόλεμα, ανεβόλιασμα, ανεόλιασμα, ανέταμα, ανέφαρος, ανεφορίγια, ανέφορο, ανέφορος, ανήβα, ανηβασές, ανηβασιά, ανήβασμα, ανήφερος, ανηφοϊριά, ανηφοράρης, ανήφορε, ανηφορέα, ανήφορης, ανηφορζά, ανηφόρι, ανηφορία, ανηφόρια, ανηφοριά, ανηφορίγια, ανηφορίδα, ανήφορο, ανήφορον, ανήφορος, ανήφουρους, ανιβασιά, ανιβουλάρς, ανφόρ, ανφόρα, ανφούρ, ανφουριά, κακόσκαα, ναμαρέα, νεβόλεμα, νηβόλεμα, νηφόρα, νταμπάν, νφορ, νωμαρέα, πανώφορος, πλαούνα, ρίζωμα

ανηφόρα

 

δ

ανηφοράκι [ΙΛΝΕ 1939]

 

ανηφορίτσα

 

 

ανηφοράκιν

Κάρπαθος

ανηφορίτσα

 

 

ανηφοράκος [ΙΛΝΕ 1939]

Αργολίδα

ανηφορίτσα

 

 

ανηφοράρης

Κάρπαθος

ανηφόρα

 

 

ανηφοράς

Κρήτη

φεγγίτης

 

 

ανηφοράς [Βλάχος 1659]

Κρήτη

καμινάδα

 

δ

ανηφοράω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Αρκαδία

ανηφορίζω

 

 

ανήφορε

Τσακωνιά

ανηφόρα

 

 

ανηφορέα

Μέγαρα

ανηφόρα

 

 

ανηφορέβω [Βλαστός 1931]

 

ανηφορέβω

 

δ

ανηφορεύω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

ανηφορίζω

 

 

ανηφορζά

Κάλυμνος

ανηφόρα