Ρωμαίικα και Ελληνικά

 


 

Για τη σχέση αρχαίας ελληνικής και ρωμαίικης γλώσσας


 

Δημήτρη Λιθοξόου


 

13.6.2017

αναθεώρηση 2026

 

 

 

 

Η σχέση της γλώσσας μας με την αρχαία ελληνική, είναι κατά τη γνώμη μου, ο βασικός πυρήνας του ελληνικού εθνικού μύθου.

Η κυρίαρχη θέση, ότι η σημερινή γλώσσα (κοινή νεοελληνική, όπως τη λένε) βγήκε μέσα από τη μεσαιωνική και αυτή από την αλεξανδρινή, η οποία βγήκε από την αττική, όπως οι μπάμπουσκες (οι ρώσικες κούκλες που βγαίνει η μία μέσα από την άλλη), είναι ιδεολόγημα και άποψη ενός φανατικού εθνικιστή, του Γ. Χατζιδάκι, που λειτούργησε αντιεπιστημονικά και ηγήθηκε της κρατικής προσπάθειας για τον εξελληνισμό των τοπωνυμίων της χώρας (για να μην παρέχουν αυτά στους αντιπάλους αντεθνικά επιχειρήματα, ότι δηλαδή δεν είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων) [βλ. σημείωση 2].

Ο Χατζιδάκις ηγήθηκε στον αγώνα κατά των δημοτικιστών και κατάφερε να απαγορευτεί το 1911 η δημοτική (με συνταγματική διάταξη) στη δημόσια διοίκηση.

Ο Χατζιδάκις (και όλοι οι κορυφαίοι καθαρευουσιάνοι) ήθελε να εξαφανίσει τη ρωμαίικη γλώσσα, γιατί ήξερε πως η ύπαρξή της διαψεύδει το εθνικό αφήγημα.

Ο Χατζιδάκις στα γεράματα του, επέβαλε ακόμα στον εκδότη Δημητράκο να ανακατέψει, για εθνικούς λόγους, σε ένα πολύτομο λεξικό τη δημοτική, την καθαρεύουσα και την αρχαία γλώσσα. Για να φανεί η «συνέχεια» των Ελλήνων.

Η γλώσσα που ονομάστηκε δημοτική, λεγόταν Ρωμαίικη και ο λαός που τη μιλούσε ρωμαίικος (Ρωμιοί και Ρωμιοσύνη). Το Ελλάς, Έλληνες, Ελληνική, Νέα Ελληνική, είναι όλα εθνικές ονομασίες και επιβάλλονται μετά τη δημιουργία του ελληνικού Βασιλείου.


Το εθνικό κίνημα της καθαρεύουσας δεν κατάφερε να αλλάξει τη σύνταξη και τη γραμματική της ρωμαίικης γλώσσας, άλλαξε όμως διαχρονικά, με το δημόσιο σχολείο το λεξιλόγιο. Έτσι οι δύο από τις τρεις λέξεις που βρίσκουμε σήμερα στα λεξικά της «Νεοελληνικής» είναι νεκραναστημένες αρχαίες λέξεις, από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα, τα τελευταία 150 χρόνια. Αυτό το γεγονός δεν είναι γενικά γνωστό. Ο Μπαμπινιώτης για παράδειγμα στα λεξικά του (συνήθως) δεν αναφέρει αυτές τις λέξεις σαν «λόγιες» ή λέξεις της «καθαρεύουσας» με καταλήξεις της δημοτικής, που φυτεύτηκαν από τους καθαρευουσιάνους λόγιους, αλλά αφήνει να εννοηθεί πως υπάρχουν διαχρονικά στο στόμα του λαού από την αρχαιότητα.

Η ρωμαίικη γλώσσα, όπως πολλές ζωντανές γλώσσες, καταγράφεται για πρώτη φορά σε μεσαιωνικά κείμενα. Στην περίπτωση της ρωμαίικης, οι λέξεις της πρωτοεμφανίζονται στα κείμενα της λεγόμενης βυζαντινής δημώδους γραμματείας, ανάκατα με λόγιες λέξεις. Το γεγονός ότι τις πρωτοσυναντάμε σε μεσαιωνικά κείμενα, δεν σημαίνει ότι οι λέξεις αυτές δημιουργήθηκαν το μεσαίωνα (όπως διδάσκεται). Τότε, κάποιοι λόγιοι, αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν στα έργα τους και «χυδαίες» λέξεις, από το λαϊκό λεξιλόγιο, που μέχρι τότε το περιφρονούσαν. Η ηλικία αυτών των λέξεων, που σιγά-σιγά καταγράφονται, μέχρι και τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, μας είναι άγνωστη. Ο χρόνος της πρώτης καταγραφής τους από τους λόγιους, δεν σημαίνει πως είναι και ο χρόνος που πλάστηκαν από τον λαό. Πολλές από αυτές (στις διάφορες παραλλαγές τους) μπορεί να είναι πανάρχαιες. Ο χαρακτηρισμός τους λοιπόν, ως λέξεων μεσαιωνικών (καθώς δεν υπάρχουν σε παλαιότερα έργα), είναι αυθαίρετος, κόντρα στη λογική και υπηρετεί μόνο το εθνικό αφήγημα.

Επιπλέον, η προσπάθεια να ετυμολογηθούν συνδεόμενες (πάση θυσία) με την ελληνική αρχαιότητα, οδηγεί συχνά σε παρετυμολογικές ακροβασίες, πέρα από τα όρια της σοβαρότητας.

Η δική μου άποψη είναι ότι η ρωμαίικη γλώσσα, τον πλούτο της οποίας ανακαλύπτεις μόνο αν ασχοληθείς συστηματικά με τις διαλέκτους της (βλ. διαλεκτικά του Μοριά, της Ρούμελης, της Κρήτης, της Κύπρου, των νησιών του Ιονίου, των Κυκλάδων) είναι η γλώσσα που μιλούσαν οι δούλοι της αρχαίας Ελλάδας. Αυτή η γλώσσα έχει τις ρίζες της στο γλωσσικό υπόστρωμα της προελληνικής περιόδου. Ένα υπόστρωμα που είναι τόσο Ινδοευρωπαϊκό όσο και μη Ινδοευρωπαϊκό.

Οι έλληνες γλωσσολόγοι δεν γνωρίζουν ότι οι αφέντες Έλληνες της κλασσικής Ελλάδας σχεδόν αφανίστηκαν. Αυτά τα ιστορικά γεγονότα δεν διδάσκονται στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Οι δούλοι (που ήταν δεκαπλάσιοι των πολιτών) και η γλώσσα τους ωστόσο διασώθηκαν.

Επίσης οι διαφορές και η ποικιλία των διαλέκτων της ρωμαίικης είναι τέτοια, που παραπέμπει λογικά σε προϋπάρχουσα αρχαία πολυδιάσπαση και ποικιλία.


 W. Smith, Λεξικόν της ελληνικής αρχαιολογίας

 


Υπάρχει ένα βασικό λεξιλόγιο αποτελούμενο από 207 λέξεις που επιτρέπει να βρεθεί η γλωσσική συγγένεια ανάμεσα σε δύο γλώσσες. Πρόκειται για τον κατάλογο Σουάντες (Swadesh List). Με βάση αυτή τη λίστα, η σχέση ανάμεσα στην αρχαία Ελληνική και τη Ρωμαίικη γλώσσα είναι περίπου 50%, αν μείνουμε στην «κοινή ρωμαίικη» ή καλύτερα στη σύγκριση των κειμένων της αρχαίας γραμματείας με το λεξιλόγιο του δυτικού τμήματος της νότιας ρωμαίικης διαλέκτου.* Αν προχωρήσουμε και στις άλλες διαλέκτους το ποσοστό συγγένειας είναι ακόμα μικρότερο. 

Όσον αφορά τέλος τη «μοναδικότητα» της Αρχαίας Ελληνικής, είναι απλά ένας ακόμη μύθος. Αυτή αποτελεί ένα μόνο παρακλάδι της συμβατικά ονομαζόμενης Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας.


* Όπως: ΥΔΩΡ / νερό,  ΥΕΤΟΣ / βροχή, ΠΥΡ / φωτιά, ΤΕΦΡΑ / στάχτη, ΟΡΟΣ / βουνό, ΥΛΗ / δάσος, ΠΟΑ / χορτάρι, ΑΝΘΟΣ λουλούδιΟΜΙΧΛΗ / καταχνιά, ΣΕΛΗΝΗ / φεγγάρι, ΙΧΘΥΣ / ψάρι, ΟΡΝΙΣ / πουλί, ΩΟΝ / αβγό, ΚΥΩΝ / σκυλί, ΟΦΘΑΛΜΟΣ/ μάτι, ΟΣΤΟΥΝ / κόκαλο, ΟΥΣ / αυτί , ΡΙΣ / μύτη, ΔΗΜΟΣ / ξίγκι,  ΝΟΤΟΝ / πλάτη, ΗΠΑΡ / συκώτι, ΕΤΟΣ / χρονιά, ΜΗΤΗΡ / μάνα, ΟΔΟΣ / δρόμος.


  Βλ. επίσης τα δύο κείμενα: "Η ρωμαίικη και η μακεδoνικη Swadesh List" και "Για τη μακεδονική και την ελληνική εθνική γλώσσα" στην ενότητα "Για τη μακεδονική γλώσσα".


σημείωση 1

Εξετάζοντας τη λίστα «Greek Core Vocabulary» του Dickinson College, με τις 524 συχνότερες λέξεις της αρχαίας ελληνικής, που καλύπτουν το 65% των λέξεων των ελληνικών κειμένων, από τον Όμηρο μέχρι και τους ελληνιστικούς χρόνους, φαίνεται πως το ποσοστό γλωσσικής συγγένειας, μεταξύ αρχαίας ελληνικής και ρωμαίικης, είναι μικρότερο του 45%.


σημείωση 2

Η επικρατούσα άποψη για την προέλευση της νεότερης γλώσσας στην Ελλάδα είναι ιδεολογική (υπηρετεί το εθνικό αφήγημα), είναι ατεκμηρίωτη ιστορικά και ασύμβατη με τη λογική.

Η ιστορία των διαλέκτων, από τον αρχικό διαχωρισμό μιας πρωτογλώσσας, μέχρι τη σύγχρονη εποχή, είναι μια πορεία, που γνωρίζει μόνο διασπάσεις. Η επιβολή μιας «κοινής» εθνικής-κρατικής γλώσσας, με την καθολική σχολική μόρφωση του πληθυσμού, συντελείται τον 20ο αιώνα και οδηγεί στο τέλος αυτής της αγράμματης εξέλιξης της γλώσσας.

Η ελληνική εθνική γλώσσα, γνωστή σήμερα και σαν «Κοινή Νεοελληνική», αρχίζει να δημιουργείται με τη καθιέρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στα δημοτικά σχολεία του Ελληνικού Βασιλείου. Οι εφημερίδες και τα περιοδικά στην αρχή, το ραδιόφωνο και ο κινηματογράφος στη συνέχεια και τέλος η τηλεόραση ολοκληρώνουν αυτή τη διαδικασία, τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Χιλιάδες λέξεις της καθαρεύουσας ενσωματώνονται στη δομή της δημοτικής γλώσσας. Είναι η πρώτη και μοναδική γλωσσική ενοποίηση που συντελείται στην Ελλάδα, από τους προϊστορικούς χρόνους. Είναι ένα νεότερο εθνικό φαινόμενο.

Η διαλεκτική πολυδιάσπαση που υπάρχει στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, δεν ξεκινά από το Βυζάντιο, ούτε από την ελληνιστική, την κλασική ή την αρχαϊκή εποχή. Η διαδικασία γλωσσικής ενοποίησης του χώρου προϋποθέτει στοιχεία ανύπαρκτα κατά το παρελθόν. Οι γλωσσικές κοινότητες ζουν για χιλιάδες χρόνια απομονωμένες και αγράμματες. Η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού δεν γνωρίζει γραφή. Η γλώσσα της διοίκησης και της θρησκευτικής ιεραρχίας, είναι αποκλειστικά υποθέσεις του κρατικού και εκκλησιαστικού μηχανισμού. Οι διάλεκτοι της ρωμαίικης γλώσσας, έρχονται από μία άγνωστη προϊστορία, που προηγείται της ελληνικής κυριαρχίας στην περιοχή. Το απώτερο παρελθόν του διαχωρισμού αυτών των διαλέκτων είναι απροσδιόριστο.


σημείωση 3


Ο Mario Alinei (1926-2018), καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης, ιδρυτικό μέλος της Ιταλικής Γλωσσολογικής Εταιρείας, ιδρυτής και πρόεδρος του κορυφαίου ερευνητικού προγράμματος για τη συστηματική χαρτογράφηση των διαλέκτων της ευρωπαϊκής ηπείρου και τη δημιουργία του Άτλαντα των Γλωσσών της Ευρώπης - Atlas Linguarum Europae – ALE, πίστευε πως η γλωσσική διαφοροποίηση στην Ευρώπη δεν συνέβη σε πρόσφατους ιστορικούς χρόνους, αλλά ανάγεται στην προϊστορία. Η γλωσσική αλλαγή είναι μια εξαιρετικά αργή διαδικασία. Τα συντηρητικά στοιχεία των γλωσσών διατηρούνται για χιλιάδες χρόνια.

Όσον αφορά την Ιταλία, υποστήριξε πως οι τοπικοί πληθυσμοί δεν ξέχασαν ξαφνικά τις γλώσσες τους, για να μάθουν τα λαϊκά λατινικά και μετά να τα διασπάσουν πάλι σε διαλέκτους. Αντίθετα, συνέχισαν να μιλούν τα δικές τους πανάρχαιες διαλέκτους, παράλληλα με τη λατινική.

Την ίδια θέση έχει και ο Xaverio Ballester, καθηγητής λατινικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Βαλένθια, που θεωρεί πως η κλασική λατινική δεν υπήρξε ποτέ η φυσική, καθημερινή γλώσσα των πληθυσμών της Ευρώπης. Ήταν μια διοικητική και στρατιωτική γλώσσα, που δημιουργήθηκε για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της αυτοκρατορίας. Οι τοπικοί πληθυσμοί συνέχισαν να μιλούν τις δικές τους διαλέκτους, οι οποίες διαμορφώθηκαν από τη νεολιθική εποχή. Η πλάνη της λατινογένεσης οφείλεται στο γεγονός, ότι οι μόνες γραπτές πηγές που διαθέτουμε από την αρχαιότητα είναι στη λατινική. Αυτό δημιούργησε την οπτική απάτη ότι μόνο αυτή η γλώσσα υπήρχε.