Skip to main content

9. Η σφαγή στη Ζαγκορίτσανη

 

Η σφαγή στη Ζαγκορίτσανη

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Τη Δευτέρα 21 Μαρτίου 1905, ο Βάρδας με τους άντρες του, περιμένει στη μονή Σισανίου το νέο ελληνικό μισθοφορικό σώμα του υπολοχαγού Στέφανου Δούκα (Μάλλιου). Ο Μάλλιος φτάνει επικεφαλής 58 αντρών. Μεταξύ τους βρίσκονται: οι ανθυπίλαρχοι Παναγιώτης Κλείτος (Δίμπρας) και Φιλόλαος Πηχέων (Λιούπος), οι επιλοχίες Γιώργος Παπαϊωάννου και Φώτης Ποζιόπουλος, οι λοχίες Στέφανος Ακριβός, Γιάννης Καρφής, Φίλιππος Κιτρινιάρης, Πέτρος Σταύρου, Πέτρος Μαλεύρης.

Μαζί του ήταν ο ληστής Κώστας Γκούτας με τους δυο γιους του, ο κρητικός οπλαρχηγός Ηλίας Δελιγιαννάκης με δώδεκα μισθοφόρους και ο Γιώργος Δικώνυμος (Μακρής) με 20 μισθοφόρους.

Ο Βάρδας είχε ήδη σχεδιάσει να αιματοκυλήσει το μεγάλο μακεδόνικο εξαρχικό (στην πλειοψηφία) χωριό Ζαγκορίτσανη. Για το σκοπό αυτό βρίσκεται σε συνεννόηση και επικοινωνία με το μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη, ο οποίος τον έχει εφοδιάσει και με κατάλογο προγραφών.2 Μαζί με το Μάλλιο αποφασίζουν η σφαγή να γίνει συμβολικά τη μέρα της ελληνικής εθνικής εορτής, στις 25 Μαρτίου.

Όλοι μαζί ξεκινούν για τη Λόσνιτσα και τελικά λημεριάζουν στο μετόχι της μονής των Αγίων Αναργύρων, στο δάσος του Κουμανίτσοβου. Εκεί έρχεται προς ενίσχυση και ο Καραβίτης με την ομάδα του, που μόλις είχε ξαναγυρίσει στη Μακεδονία. Έτσι η συνολική δύναμη φτάνει τώρα τους 180 - 200 άντρες.

Ξημερώματα 25ης Μαρτίου, οι ενωμένες ελληνικές μισθοφορικές ομάδες, υπό την ηγεσία του Βάρδα, κυκλώνουν το χωριό. Ένας άντρας του Μάλλιου σαλπίζει, και “αμέσως ο Κουκουλάκης, ο Πούλακας, ο Κλειδής, ο Καούδης, ο Μακρής, ο Νικολούδης, ο Σκαλίδης, ο Δούκας και άλλοι, ως θύελλα επέπεσαν μεσ’ την κωμόπολιν.3

Το πρώτο σπίτι τινάχτηκε στις φλόγες απ’ το Μακρή. Μετά ένα - ένα στη σειρά, η νύχτα έγινε φωτεινότερη από μέρα […]. Δεν άκουγε κανέναν κανείς. Πάνω απ’ τις μπόμπες, τις σφαίρες και τα ουρλιαχτά υψώθηκε μόνο η φωνή του Τσόντου. Τόσο δυνατή που την άκουσε η μισή Ζαγορίτσανη: Από δεκάξι και πάνω κανείς ζωντανός”.4

Λεπτομέρειες της σφαγής, δίνει ο Ράπτης: “Ο Πούλακας, ο Καραβίτης, ο Μακρής, ο Νικολούδης, ο Σκαλίδης, ο γέρων Γκούτας και όλοι οι εκδικηταί δεν γνωρίζουν πλέον τι πράττουν […]. Έσκουζον και ωλόλυζον και εις τας πεντακοσίας οικίας του χωρίου. Η προ μιας ώρας ειρηναία σιγή μετεβλήθη εις κραυγάς παραφρονησάντων ανθρώπων. Εζήτουν σωτηρίαν και δεν εύρισκον. Η φυγή ήτο αδύνατος, ο οίκτος είχεν εκλείψει ολοτελώς. Η τελεία απελπισία […]. Η Ζαγορίτσανη είχε μεταβληθή εις φρενοκομείον μανιακών”.5

Αφηνίασαν μερικοί και δεν ακούγανε. Ο Πούλακας με την παρέα του, ο Κουκουλάκης, ο Σκουντρής, όποιον ευρίσκανε τον σκότωναν”, γράφει ο Καούδης.6

Χορτάσαμε την ημέραν αυτήν να σφάζωμεν”, σημειώνει στο ημερολόγιό του ένας άντρας του Πούλακα.7

Οι Έλληνες σφάζουν, καίνε και πλιατσικολογούν, για τρεις περίπου ώρες. Το έργο τους σταματάει με την ειδοποίηση των τσιλιαδόρων για την εμφάνιση ενός μικρού οθωμανικού αποσπάσματος χωροφυλακής από το διπλανό χωριό Κουμανίτσοβο [Kumaničevo]8. Οι "γενναίοι" σφαγείς των αμάχων, σπεύδουν αμέσως να πιάσουν το βουνό, παίρνοντας μαζί τους και 27 αιχμαλώτους. Πίσω τους αφήνουν ένα φλεγόμενο χωριό και τους δρόμους γεμάτους με πτώματα.

Θυμάμαι πως περνάγαμε τους δρόμους του χωριού για να φύγουμε και σε κάθε δρόμο εύρισκες 8 - 10 πτώματα γυναίκες και παιδιά να μοιρολογούνε”, λέει ο Ηλίας Καπετανάκης9.

Στο βουνό σφάζουν με αγριότητα τους αιχμάλωτους. Τη δουλειά αναλαμβάνει ο Παύλος Πατρός. “Ο Πατρός είχε και το μαχαίρι και τη λόγχη. Βάζει λοιπόν, τη λόγχη στο γκρα και αρχίζει να λογχίζη τους αιχμαλώτους στη γραμμή”.10

Η περιγραφή της σφαγής, με την αυστηρότητα του διπλωματικού λόγου, υπάρχει και σε έγγραφο του αυστριακού προξενείου Μοναστηρίου, με ημερομηνία 12/4/1905:

Η ελληνική συμμορία ξεθεμελίωσε το χωριό το πρωί της 7ης τρέχοντος μηνός [νέα ημερομηνία], αφού επετέθη το χάραμα από πολλές πλευρές ταυτόχρονα […]. Όταν οι κάτοικοι άκουσαν σάλπιγγες, πίστεψαν ότι ένα τμήμα του στρατού έφθασε στο χωριό, πολλοί μάλιστα βγήκαν να τους υποδεχθούν, αλλά αμέσως πυροβολήθηκαν. Οι Έλληνες έβγαλαν αυτούς και όσους μπόρεσαν από τα σπίτια, καθώς και γυναικόπαιδα, και τους σκότωσαν κατά βάρβαρο τρόπο. Άλλα σπίτια, που δεν μπόρεσαν να καταλάβουν, τα ανατίναξαν με δυναμίτη ή τα πυρπόλησαν. Επιπλέον δε, περί τους 20 άνδρες οδηγήθηκαν στο βουνό, όπου και σφαγιάσθηκαν. Ταυτόχρονα πήραν λάφυρα, πλιατσικολόγησαν και εκβίασαν για χρήματα. Μ’ αυτό τον τρόπο έδρασε η συμμορία επί τρεις ολόκληρες ώρες και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι πολύ άνθρωποι θα είχαν φονευθεί αν δεν προλάβαινε να έρθει ο ανθυπολοχαγός της Χωροφυλακής Νεζίρ εφέντη με 40 άνδρες από το παρακείμενο χωριό Κομανίτσεβο και τότε μόνο οι Έλληνες αποσύρθηκαν στα βουνά”.11

Η ελληνική ιστοριογραφία, για να μειώσει τη φρίκη που προκάλεσε σε όλη την Ευρώπη η σφαγή, υποστήριξε ότι στο χωριό είχε βρει κατάλυμα μια βουλγαρική τσέτα και ότι αυτήν χτύπησαν οι Έλληνες. Πρόκειται για ένα ακόμα ψέμα.

 

Στο αρχείο του Στέφανου Δραγούμη, υπάρχει ένα ανυπόγραφο ντοκουμέντο με τίτλο “Αι εν Ζαγοριτσάνη σφαγαί”12, και ημερομηνία 19/4/1905, το οποίο απαντά σε αυτό το ιστορικό ψέμα. Παρουσιάζεται εδώ, εις μνήμην των θυμάτων, καθώς δημοσιεύονται για πρώτη φορά τα ονόματα τους:

Εξηκριβώθη ότι υπό του σώματος του υπολοχαγού του πεζικού Στεφάνου Δούκα εν Ζαγοριτσάνη διεπράχθησαν σφαγαί κατά αόπλων πληθυσμών, και ότι ουδεμία συμπλοκή εγένετο προς Βουλγάρους, διότι Βούλγαροι δεν είχον καταφύγει εις Ζαγορίτσανην.

Εφονεύθησαν οι εξής:

Φίλιππος Γκιών, ορθόδοξος ελληνίζων, και ο υιός αυτού Στογιάν. Οι αντάρται τους ελήστευσαν συγχρόνως λαβόντες 150 λίρας.

Κοσμάς Σαμαρτζής, σχισματικός, μετά πενταμελούς οικογενείας του (εσφάγησαν).

Βάνε Κολοκοτρόνης, σχισματικός εκ φόβου.

Αναστάσιος Ράπτης, σχισματικός.

Γιάννης Κάντζος, μουχτάρης σχισματικός.

Χρήστος Κάντζος, σχισματικός, αδελφός του προηγουμένου, έκαυσαν και τας οικίας των.

Νικόλαος Κωστάντσας, σχισματικός, 65 ετών.

Γιάννης Κωστάντσας (του πήραν και 40 λίρας).

Κυριάκος Σαπουνάρας, σχισματικός.

Μανώλης Δούκας (85 ετών) σχισματικός.

Νικόλαος Δούκας, σχισματικός.

Παπαστέφανος, σχισματικός.

Νικόλαος Φιλίππου, ορθόδοξος.

Γεώργιος Φιλίππου (υιός), ορθόδοξος.

Πέτρος Ματσούρης, σχισματικός.

Δημ. Λάζου, σχισματικός.

Τέσσερις ξένοι ελληνόβλαχοι.

Μάρκος Κάλφας, ορθόδοξος 70 ετών.

Δημήτρ. Κόντος, σχισματικός.

Χρ. Ναούμ, ορθόδοξος.

Κωνστ. Μπούας, ορθόδοξος.

Κ. Χ. Τσουτσουλίδης ελληνοδιδασκαλοσ, ούτινος ο πατήρ εδολοφονήθη υπό των Βουλγάρων.

Σύζυγος Παντελή Μητάλκα.

Αργυρ. Μόδης, σχισματικός.

Αντώνιος Πατσιτίκωφ.

Γιάννης Κοροβέσης, ορθόδοξος.

Αναστάσιος Κοροβέσης, ορθόδοξος, ο αδελφός των [είναι] μοναχός εν τη Μονή Πεντέλης.

Β. Τσίτσος, 55 ετών, σχισματικός, μετά της γυναικός του.

Δημ. Κωνστάντας, σχισματικός.

Γεώργ. Ρόνζας εξηκοντούτης σχισματικός.

Χρήστος Μάζαρης, εξηκοντούτης ορθόδοξος.

Μανώλης Μάντσης, ογδοηκοντούτης, σχισματικός.

Ναούμ Χαντζή Μωρέας εξηκοντούτης σχισματικός.

Πέτρος Τύρπου, σχισματικός.

Δημ. Φίλτσας, σχισματικός.

Δημ. Κωνσταντίνου, σχισματικός.

Δημ. Πογώνης, ορθόδοξος 75 ετών.

Ιωαν. Τορωφίας, ορθόδοξος, 60 ετών.

Κοσμάς Νάνος, ορθόδοξος 65 ετών.

Εις Εβραίος Γιακής ονόματι εκ Καστορίας.

Κατά τας προς με πληροφορίας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ. Καραβαγγέλη, η Ζαγορίτσανη κατοικείται υπό ορθοδόξων και υπό σχισματικών, και αμφότεροι εκκλησιάζονται εν τω αυτώ ναώ εναλλάξ. Δεν ήτο δε κέντρον βουλγαρισμού ως παρίσταται, μόλον ότι είνε πατρίς του Γιανκώφ, ούτινος οι συγγενείς εισίν έλληνες ορθόδοξοι, πρωτοξέδελφος δε αυτού ο φονευθείς Φίλιπ. Γκιων ορθόδοξος.

Εκ των φονευθέντων μόνον περί τους 5 ήσαν ίσως θανάτου άξιοι ως υποκινηταί του κομιτάτου. Οι δε φονευθέντες ορθόδοξοι έχουσι συγγενείς και εις τα περίχωρα και εννοείται οποίον αίσθημα φρίκης κατέλαβε αυτούς προς τα ελληνικά σώματα παρ’ ων ανέμεναν προστασίαν ζωής, τιμής, περιουσίας”.

Η τελευταία πράξη του δράματος της Ζαγκορίτσανης, παίζεται από τους φονιάδες μισθοφόρους, τέσσερις μέρες αργότερα.

Στη μονή Αγίου Δημητρίου, κοντά στη Λόσνιτσα, στις 29 Μαρτίου, η ομάδα του Μάλλιου τσακώνεται για τη μοιρασιά των λάφυρων. Ο Φιλόλαος Πηχίων (καπετάν Φιλώτας) σημειώνει στο ημερολόγιο του:

Ενταύθα όμως επήλθε μικρά τις ρήξις μεταξύ του αρχηγού Μάλλιου και των υπαρχηγών Ντίμπρα και Φιλώτα εκ του εξής επεισοδίου. Το πλείστον των ανδρών εξέφραζον παράπονα διότι ενώ αυτοί κατά την επίθεσιν της Ζαγοριτσάνης εφύλαττον σκοποί έξω και εις μεμακρυσμένα σημεία οι εισελθόντες προέβησαν και εις λεηλασίας και μάλιστα ανέφερον πολλά ονόματα ανδρών, οίτινες είχον ωρολόγια, αρχαία νομίσματα και διάφορα χρυσαφικά τα οποία άμα τη προσκλήσει κατέθεσαν πάντες ίνα εξ ίσου διαμοιρασθώσιν. Ο αρχηγός επέμενεν όπως ταύτα διαμοιρασθώσιν ως ταύτα διανέμονται οι λησταί ήτοι αυτός να λάβη το τετραπλάσιον [!], οι υπαρχηγοί το διπλάσιον, οι οπλαρχηγοί το τριπλάσιον και ανά εν μερίδιον οι άνδρες, εγώ όμως ως και ο Ντίμπρας εδηλώσαμεν ότι τοιούτον μερίδιον δεν θέλομεν επίσης δε και ο Γκούτας ηρνήθη να λάβη ειπόντες να διανεμηθώσι μεταξύ των ανδρών. Τούτο όμως δυσαρέστησε τον αρχηγόν όστις το εξεδήλωσε διά τρόπου αποτόμου”.13

Μαζική σφαγή αθώων Μακεδόνων και πλιάτσικο της περιουσίας τους, από τους έλληνες αξιωματικούς και τους μισθοφόρους τους. Αυτά συνέβησαν στη Ζαγκορίτσανη και σε δεκάδες άλλα μακεδονικά χωριά. Αυτή ήταν η ουσία του αντιμακεδονικού αγώνα, που οι έλληνες ιστορικοί, παρουσιάζουν ως αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας.

1 Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Нова Зора (τεύχος 2, Ιούλιος 1997).

2 Καούδης, Απομνημονεύματα, σ. 96.

3 Αναμνήσεις Παύλου Γύπαρη - Κ. Βακαλόπουλος, σ. 127.

4 Κλειδής, σ. 209 - 211.

5 Σταμάτης Ράπτης, Ιστορία του μακεδονικού αγώνος, έκδοσις Β΄, Αθήναι, χ.χ., σ. 333 - 334.

6 Καούδης, Απομνημονεύματα, σ. 98.

7 Ράπτης, σ. 338.

8 Kumaničevo ή Komaničevo. Χωριό του καζά Καστοριάς. Ο Кънчов δίνει 1.170 κατοίκους, διακρίνοντάς τους σε 150 Τούρκους, 1.020 χριστιανούς Βούλγαρους. Ο Brancoff χαρακτηρίζει εξαρχικούς, τους 1.360 χριστιανούς Βούλγαρους του χωριού. Στο χωριό φαίνεται πως υπήρχε και μικρή πατριαρχική μερίδα [έγγραφο 4278]. Ο Милојевић σημειώνει 250 σπίτια, από τα οποία 30 τουρκικά και 220 χριστιανικά σλαβικά. Το 1913 απογράφονται 1.927 άτομα, και το 1920, 755 άτομα. Το 1923 απογράφονται ως ανταλλάξιμοι μουσουλμάνοι και φεύγουν για την Τουρκία 30 οικογένειες - 250 άτομα. Τη θέση τους παίρνουν το 1926, 23 οικογένειες, από τις οποίες 20 είναι ποντιακές και 3 θρακιώτικες [Πελαγίδης]. Οι πρόσφυγες καταμετρούνται σε 21 οικογένειες - 76 άτομα δύο χρόνια αργότερα [Κατάλογος Ε.Α.Π.]. Το 1928 απογράφονται 642 άτομα. Το 1932 καταμετρούνται 130 σλαβόφωνες οικογένειες, εκ των οποίων 50 θεωρούνται δεδηλωμένων σλαβικών φρονημάτων [Στατιστική 1932]. Το 1945 αριθμεί 365 σλαβόφωνους μη ελληνικής εθνικής συνείδησης. [Στατιστική 1945]. Το 1951 απογράφονται 427 άτομα. Το 1926 μετονομάστηκε Λιθιά.

9 Ράπτης, σ. 343.

10 Καραβίτης, τ. Α΄, σ. 237.

11 Το δίνει ο Πετσίβας σε μετάφραση Κ. Καίσαρη. Βλ. Καραβίτης, τομ. Α΄, σ. 240.

12 Αρχείο Στέφανου Δραγούμη, υποφακ. 206. 1. 2.

13 Εφημερίδα Δυτική Μακεδονία (Καστοριάς), 25/5/1930.