Skip to main content

Η εθνική επιχείρηση εξελληνισμού των τοπωνυμίων [2005]

 

Η εθνική επιχείρηση εξελληνισμού των τοπωνυμίων

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Κάποιος που θα ανοίξει ένα χάρτη της Ελλάδας κλίμακας 1: 500.000, εκτός από τα ονόματα των οικισμών (χωριών και πόλεων), θα διαβάσει τα ονόματα βουνών, ποταμών, λιμνών, θαλασσών, νησιών, κόλπων και ακρωτηρίων. Αυτά είναι τα πιο γνωστά, τα “μεγάλα” τοπωνύμια.

Αν πάρει στα χέρια του ένα χάρτη 1: 50.000, θα μπορέσει επίσης να δει, τα ονόματα που έχουν οι βρύσες, τα ρέματα, οι βουνοκορφές, οι ράχες, οι λάκκες, οι κάμποι, οι λόγγοι, τα κάστρα, τα μοναστήρια, τα ξωκλήσια, οι όρμοι και οι παραλίες. Όλα αυτά θεωρούνται μικροτοπωνύμια.

Τέλος, αν ξεφυλλίσει ένα βιβλίο συλλογής μικροτοπωνυμίων μιας περιοχής, θα βρει επιπλέον ονόματα για χώματα, αμμούδες, πέτρες, βράχια, μάρμαρα, γκρεμούς, λαγκάδια, διάσελα, γούβες, πλεύρες, στενά, σπηλιές, βάλτους, καταβόθρες, φωλιές, τρύπες, λιβάδια, δέντρα, αμπέλια, χωράφια, καλύβια, αχούρια, μαντριά, αλώνια, περιβόλια, αυλάκια, κανάλια, γεφύρια, στέρνες, πηγάδια, λουτρά, πύργους, βίγλες, καμίνια, μύλους, χάνια, μνήματα, χαλάσματα, ρούγες, στράτες, διβάρια και άλλα πολλά.

Εάν υπολογίσουμε ότι σε κάθε έναν από τους 13.180 οικισμούς της χώρας (απογραφή 2001), αναλογούν από 50 έως 100 μικροτοπωνύμια, γίνεται φανερό ότι ο τοπωνυμικός θησαυρός της Ελλάδας, αριθμεί περίπου ένα εκατομμύριο λέξεις. Πρόκειται βέβαια για έναν καλά κρυμμένο θησαυρό, που όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, το ελληνικό κράτος δεν επιθυμεί την ανακάλυψή του.

Στα τοπωνύμια ενός τόπου, υπάρχει μια χρονική διαστρωμάτωση. Άλλα δηλαδή τοπωνύμια είναι παλιά και άλλα νέα. Ορισμένα από αυτά έχουν λάβει το όνομά τους, από ανθρώπους που είναι ακόμα ζωντανοί και άλλα έχουν δοθεί από γενιές που έζησαν πριν από δεκάδες ή και εκατοντάδες χρόνια.

Η σημασία ενός τοπωνυμίου, την εποχή της ονοματοδοσίας, είναι απολύτως κατανοητή, καθώς το τοπωνύμιο παίρνει το όνομα από την ομιλούμενη γλώσσα των κατοίκων της περιοχής που βρίσκεται. Εάν η λέξη – όνομα δεν είναι ιδιωματική ή διαλεκτική, αλλά ανήκει στην ευρύτερη γλωσσική οικογένεια, τότε είναι κατανοητή και από το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της χώρας.

Με το πέρασμα του χρόνου, το τοπωνύμιο αυτό μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Όσο το όνομα του τοπωνυμίου αποτελεί και λέξη (ή λέξεις) του καθημερινού λεξιλογίου, της ζωντανής γλώσσας, οι υπάρχουσες γενιές κατανοούν και τη σημασία του. Από ένα σημείο και μετά όμως, το τοπωνύμιο μπορεί να χρησιμοποιείται, δίχως αυτοί που το αναφέρουν να καταλαβαίνουν πια τι εννοεί. Γίνεται έτσι ένα “παράξενο” όνομα, μια άγνωστη λέξη, που όμως οι άνθρωποι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν, συχνά με φωνητική αλλοίωση, για να δηλώσουν τον ίδιο τόπο που δήλωναν και οι πρόγονοί τους.

Συμβαίνει επίσης συχνά, η σημασία ενός παλαιού τοπωνυμίου, να γίνεται αντιληπτή από τους ντόπιους ή τους κοντοχωριανούς, καθώς είναι όνομα – λέξη ενός διαλεκτικού λεξιλογίου, αλλά να είναι άγνωστη στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της χώρας, που χρησιμοποιεί την επίσημη κοινή γλώσσα.

Αντλώντας παραδείγματα από το τοπωνυμικό υλικό της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου [GeorgacasMcDonald 1968, σ. 114, 116, 126, 128, 163, 200, 238], βλέπουμε ότι οι κάτοικοι δέκα χωριών της περιοχής ονομάζουν “Οβορό”, δέκα αντίστοιχες τοποθεσίες, κατανοώντας και την, άγνωστη για τους περισσότερους Ρωμιούς, σημασία της λέξης, που είναι ο στάβλος, η στάνη, το μαντρί.

Όμως το τοπωνύμιο “Ποτόκι”, που συναντάτε σαν όνομα ρεμάτων, σε εννέα χωριά της ίδιας περιοχής, είναι τόσο για τους ντόπιους, όσο και για όλους τους Ρωμιούς μια άγνωστη λέξη.

Στη μία περίπτωση, το τοπωνύμιο “Οβορός”, είναι η λέξη “Obor” των νότιων σλαβικών γλωσσών, που σημαίνει το στάβλο, στην άλλη δε, το τοπωνύμιο “Ποτόκι” είναι η λέξη “Potok”, κοινή σε όλες τις σλαβικές γλώσσες, που σημαίνει το ρέμα, το χείμαρρο.

Μελετώντας το τοπωνυμικό αυτής της περιοχής, θα δούμε ότι χρησιμοποιούνται και άλλες σλαβικές λέξεις ως τοπωνύμια, όπως η “Γλίνα / Glina” (8 φορές) για τα αργιλώδη εδάφη, ο “Βιρός / Vir” (10 φορές) για τα βαθιά μέρη του ποταμού, η “Κορίτα / Korito” (24 φορές) για τις ποτίστρες των ζώων, η “Μουτσ(ι)άρα / Močur ή Močvara” (14 φορές) για τα στάσιμα ύδατα, η “Γρανίτσα / Granica” (15 φορές) για το όριο, το σύνορο.

Αν προχωρήσουμε την έρευνα για κάθε τοπωνύμιο χωριστά, θα δούμε για παράδειγμα, ότι με το όνομα “Γρανίτσα” υπάρχουν δύο οικισμοί στην Ελλάδα (στους νομούς Ευρυτανίας και Ιωαννίνων) και τέσσερα μετονομασμένα χωριά: Ανθόφυτον Αιτωλοακαρνανίας, Διακόπιον Φωκίδος, Λαφύστιον Βοιωτίας και Νυμφασία Αρκαδίας. Ψάχνοντας δε σε ένα γεωγραφικό λεξικό της Ευρώπης, θα βρούμε με το όνομα “Granica ή Granitsa”, τρία τοπωνύμια στη Βοσνία, ένα στη Βουλγαρία, ένα στην Κροατία, δέκα στην Πολωνία, ένα στη Ρωσία, ένα στην Ουκρανία και δεκαεπτά στη Γιουγκοσλαβία. Παρόμοιες αντιστοιχίες θα βρίσκαμε και για τα άλλα σλαβικά τοπωνύμια.

Το γεγονός αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η σλαβική γλώσσα, ήταν κάποτε γλώσσα μεγάλου τμήματος του πληθυσμού της εξεταζόμενης περιοχής, αλλά και άλλων περιοχών της χώρας.

Στο ίδιο συμπέρασμα, έφτασε και ο Φαλμεράυερ, έχοντας μάλιστα στη διάθεσή του, κυρίως ονόματα οικισμών και όχι κάποιο πλουσιότερο υλικό μικροτοπωνυμίων, όταν έγραφε πως όταν “βρίσκει κανείς δίπλα στα ερείπια της Μαντινείας, του Αιγίου, της Ωλένου, των Αμυκλών, της Μεσσήνης και της Μεγαλόπολης τόπους και ποταμάκια που ονομάζονται Γκοριτσά, Βοστίτζα, Καμίνιτσα, Πίρνατσα, Χλουμούτσι, Σλάβιτζα, Βελιγοστή και Αράχοβα, τότε δεν είναι αναγκαία μια σε βάθος εξέταση για να διακρίνει κανείς ότι τέτοια ονόματα δεν μπορεί να βρίσκονται σε μια χώρα που έχει παραμείνει αρχαιοελληνική, αλλά μάλλον στη Σερβία, στη Βουλγαρία, τη Γαλικία, τη Βοημία, την Κράινα, την Πομερανία και τη Ρωσία και, συνεπώς, ότι αυτά έχουν την προέλευσή τους όχι από Έλληνες, αλλά από ανθρώπους που μιλούσαν σλάβικα” [Φαλμεράυερ 2002, σ 207].

Έτσι όμως ο Φαλμεράυερ, συνέδεσε το ζήτημα των σλαβικών τοπωνυμίων της Ελλάδας, με το ζήτημα της καταγωγής των Ρωμιών και τον ελληνικό εθνικό μύθο, με αναπόφευκτη συνέπεια, εκτός από αυτόν και τα μεσαιωνικά βυζαντινά έργα που στήριζαν την άποψη του, να μπουν στο στόχαστρο του ελληνικού εθνικισμού και τα τοπωνύμια της χώρας.

Κι αν μεν τον Φαλμεράυερ τον έβριζαν, τους βυζαντινούς συγγραφείς τους χαρακτήριζαν αναξιόπιστους, με τα τοπωνύμια της χώρας, που σύμφωνα με την κλασσική έκφραση του Μηλιαράκη, ήταν ανάγλυφες επιγραφές στο έδαφος, τι θα έκαναν; Η απάντηση που δόθηκε από το ελληνικό κράτος, σε αυτή την ερώτηση, ήταν: οργανωμένη εθνική επιχείρηση για τον εξελληνισμό τους.

Η επιχείρηση εξελληνισμού, δεν αφορούσε βέβαια μόνο τα σλάβικα τοπωνύμια, γιατί στη χώρα υπήρχαν ακόμη, χιλιάδες τούρκικα, αρβανίτικα, βλάχικα, βενετσιάνικα λατινικά ή και άλλα αρχαιότερα (υπολείμματα ενός προελληνικού, βαλκανικού υποστρώματος).

Του λόγου το αληθές, επιβεβαιώνει μια πρόσφατη διδακτορική διατριβή, για το τοπωνυμικό της περιοχής του Ζαγορίου, ο συγγραφέας της οποίας, επί συνόλου 3.504 μικροτοπωνυμίων που ανήκουν σε 42 χωριά (35 ρωμιόφωνα και 7 βλαχόφωνα), βρήκε αμιγώς ρωμαίικα, περίπου μόνο τα μισά μικροτοπωνύμια (1800 ή 51,4 %). Από τα υπόλοιπα, τα 505  ή 14,4 % είναι βλάχικα (αρομούνικα), τα 444 ή 12,7 % σλάβικα, τα 235 ή 6,7 % αλβανικά και τα 190 ή 5,4 % τούρκικα [Οικονόμου 1991, σ. 754].

Η διοίκηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, εκδήλωσε από την αρχή της συγκρότησής της, την αρχαιολατρία της, όταν στους πρώτους νόμους για τη διοικητική διαίρεση της χώρας, άρχισε να δανείζεται ονόματα από την ελληνική αρχαιότητα για να ονομάσει τις περιφέρειες, τους νομούς, τις επαρχίες, τους δήμους και τους οικισμούς, παραβλέποντας τις παλιές ιστορικές ονομασίες. Πολύ γρήγορα το όνομα Μοριάς αντικαταστάθηκε από την Πελοπόννησο, η Ρούμελη από τη Στερεά, ο Έγριπος από την Εύβοια.

Στο πρώτο διάταγμα της 3ης Απριλίου 1833 “Περί της διαιρέσεως του βασιλείου και της διοικήσεώς του” [Χουλιαράκης 1973, σ. 97 – 99], αντί για Καρλέλι, Ζυγό, Βλοχό, Βενέτικο, Βλαχοχώρια, Δερβενοχώρια, Κράβαρα, Απόκουρο, Λεπάντο, Βοδονίτσα, Νεγκρεπόντε, βρίσκουμε στη Ρούμελη: Αιτωλία, Ακαρνανία, Φωκίδα, Λοκρίδα, Βοιωτία, Αττική και Εύβοια.

Στο Μοριά, εξαφανίζονται οι περιοχές Ιμπλάκικα, Κάτω Ναχαγιέ, Νεζερά, Χάσια, Λιβάρτζι, Κατσάνες, Κοντοβούνια, Λιοδώρα, Πέρα Μεριά, Σαμπάζικα, Λάκκοι, Κάμποι, Σαμπάζικα, Κουνουποχώρια, Ολυμποχώρια, Βρουστοχώρια, Οπισινά Χωριά, Βαρδουνοχώρια, Τρίγωνα, Κολοκύθια, Λάγια, Μαλέβρι, Φωκάς, Ζυγός [Σακελαρίου, 1978, σ. 99 – 113]. Στη θέση τους εμφανίζονται τα ονόματα Αχαΐα, Μεσσηνία, Αρκαδία, Λακωνία, Τριφυλία, Μεγαλόπολη, Μαντινεία, Γορτυνία, Κυνουρία, Λακεδαίμονα και άλλα.

Με αλλαγμένα ονόματα βρίσκουμε τα νησιά: Κούλουρη (Σαλαμίνα), Θερμιά (Κύθνος), Τζια (Κέα), Αρζαντιέρα (Κίμωλος), Πολύκαντρος (Φολέγανδρος), Σαντορίνη (Θήρα), Ναφιό (Ανάφη), Αξιά (Νάξος).

Έχουμε επίσης και τις πρώτες μετονομασίες οικισμών: Σπέτσες Τιπάρηνος), Βοστίτσα (Αίγιον), Καλάβρυτα (Κίναιθα), Πύργος (Πύλος Τριφυλιακή), Φανάρι (Παρρασία),  Αρκαδιά (Κυπαρισσία), Νεόκαστρο (Πύλος), Καλαμάτα (Καλάμαι),  Τριπολιτσά (Τρίπολις), Καρύταινα (Γόρτυνα), Πραστός (Πρασιαί), Μιστράς (Σπάρτη), Μονεμβασία (Επίδαυρος Λιμηρά), Μαραθονήσι (Γύθειον), Βάτουλο (Οίτυλος), Δραγαμέστο (Αστακός), Βραχώρι (Αγρίνιον), Καρπενήσι (Καλλιδρόμη), Ζητούνι (Λαμία), Ταλάντι (Αταλάντη) και Σάλωνα (Άμφισσα).

Η μετονομασία των τοπωνυμίων, πριν γίνει επίσημη πολιτική του ελληνικού κράτους, συνεχίζει με μικρά βήματα. Κάποια κεφαλοχώρια αλλάζουν όνομα από απογραφή σε απογραφή: Κούντουρα (Μάνδρα), Τσίμοβα (Αρειόπολις), Καστρί (Ερμιόνη), Κουρσαλάς (Κορωπί), Καστρί (Δελφοί), Καρβασαράς (Αμφιλοχία).

Στους χάρτες αλλάζουν τα ονόματα των ποταμών: Αλαμάνα (Σπερχειός), Άρτα (Άραχθος), Ασπροπόταμος (Αχελώος), Βαλανάς (Ερασίνος), Βασιλοπόταμος (Ευρώτας), Βίστριτσα (Αλιάκμων), Βούλγαρης (Τιταρήσιος), Βουριένης (Ασωπός), Γαστούνης (Πηνειός), Ζελεχοβίτικος (Λάδων), Καστανάς (Αροάνιος), Λεστινίτσα (Ενιπεύς), Λυκόρμας (Εύηνος), Μαυρονέρι (Κράθις), Μέγδοβας (Ταυρωπός), Μπούζης (Νέδων), Πάνιτσα (Ίναχος), Πιρνάτσα (Πάμισος), Ρουφιάς (Αλφειός), Φίδαρης (Ευήνος).

Αλλάζουν επίσης τα ονόματα των βουνών: Βελούχι (Τυμφρηστός), Βοδιάς (Παναχαϊκό), Βουλκάνο (Ιθώμη), Ελατιάς (Κιθαιρών), Ζίρια (Κυλλήνη), Λιάκουρα (Παρνασσός), Μαλεβό (Πάρνων), Ντουρντουβάνα (Πεντέλεια), Οζιά (Πάρνηθα), Ολύτσικας (Τόμαρος), Παλαιοβούνα (Ελικών), Πενταδάκτυλος (Ταΰγετος), Σκίπεζα (Σκίαθις), Τετράζι (Λύκαιον), Χελμός (Αροάνια) [Βάλδκαμπφ 1901, σ 19 – 40, 70 – 94].

Το 1855 δημοσιεύεται το πρώτο βασιλικό διάταγμα, που αφορά αποκλειστικά τη μετονομασία ενός οικισμού. Διαβάζουμε στο φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως αρ. 38, της 22ας Σεπτεμβρίου: “Ο οικισμός Γαϊδουροχώρι του δήμου Άριος (επαρχία Καλαμών), μετωνομάσθη Αριοχώρι”.

Μέχρι το 1909, μετονομάζονται άλλοι 23 οικισμοί. Και τότε γίνεται η μεγάλη τομή. Αποφασίζεται η οργανωμένη εθνική επιχείρηση για τον εξελληνισμό των ονομάτων των οικισμών, με το διάταγμα “περί συστάσεως επιτροπείας προς μελέτην των τοπωνυμίων της Ελλάδος και εξακρίβωσιν του ιστορικού λόγου αυτών” [Χουλιαράκης 1973, σ. 208].

Στην εισηγητική έκθεση του υπουργού Εσωτερικών Ν. Λεβίδη, εξηγούνται οι λόγοι που επέβαλαν την απόφαση του εξελληνισμού: “Τα βάρβαρα ονόματα και τα κακόφωνα ελληνικά λυπούσι μεν το γλωσσικόν αίσθημα, έχουσι δε και επιβλαβή μορφωτικήν επήρειαν εις τους κατοικούντας, συστέλλοντά πως και ταπεινούντα το φρόνιμα αυτών, αλλά και παρέχουσι ψευδή υπόνοιαν της εθνικής συστάσεως του πληθυσμού των χωρίων εκείνων, ων τα ξενικά ονόματα ηδύνατο να εκληφθώσιν ως μαρτυρούντα και ξενικήν καταγωγήν”.

Τα πρώτα διορισμένα μέλη της επιτροπής είναι γνωστοί εθνικά έλληνες λόγιοι. Πρόεδρος αναλαμβάνει ο πατέρας της λαογραφίας στην Ελλάδα Νικόλαος Πολίτης και μέλη άνδρες που ήταν (ή θα γίνουν) καθηγητές πανεπιστημίου και ακαδημαϊκοί: οι ιστορικοί Σπυρίδων Λάμπρος, Σωκράτης Κουγέας, Νικόλαος Βέης, Κωνσταντίνος Άμαντος και Δημήτρης Καμπούρογλους, οι αρχαιολόγοι Παναγιώτης Καββαδίας, Γεώργιος Σωτηριάδης και Χρήστος Τσούντας και ο γλωσσολόγος Γεώργιος Χατζιδάκης [Λιθοξόου 1991, σ. 63]. Ό,τι δηλαδή θα αποκαλούσαμε, βαρύ πυροβολικό του ελληνικού εθνικισμού.

Στην αρχή η επιτροπή φαίνεται πως αναλώθηκε σε συζητήσεις, γιατί μεταξύ 1910 και 1914, έχουμε μόνο εννέα μετονομασίες. Το 1915, με 61 μετονομασίες θεωρείται καλή χρονιά. Μεταξύ 1916 και 1919 σημειώνονται άλλες 65 μετονομασίες. Η χαμηλή παραγωγικότητα της επιτροπής, ωθεί την κυβέρνηση να υποχρεώσει την επιτροπή, να προχωρήσει σε αναγκαστική συνεργασία με τους δασκάλους όλης της χώρας, προκειμένου να προχωρήσει ο εξελληνισμός. Η επιτάχυνση των διαδικασιών επιβάλλεται, λόγω και της ενσωμάτωσης των νέων επαρχιών, με τα χιλιάδες νέα “βάρβαρα” τοπωνύμια. Στις 10 Οκτωβρίου 1919, η επιτροπή, με εγκύκλιο επιστολή, ανακοινώνει στους εκπαιδευτικούς τη νέα απόφαση:

Η επί των τοπωνυμιών της Ελλάδος Επιτροπεία, της οποίας έργον κυριώτατον είναι η εκβολή όλων των τουρκοφώνων ονομάτων των συνοικισμών και κοινοτήτων, τα οποία μολύνουσι και ασχημίζουσι την όψιν της ωραίας ημών πατρίδος, παρέχουσι δε και αφορμήν εις δυσμενή δια το ελληνικό έθνος εθνολογικά συμπεράσματα, τα οποία οι αντίπαλοι λαοί μεταχειρίζονται εναντίον ημών, απεφάσισε κατ’ εντολήν του Υπουργείου των Εσωτερικών όπως εντείνει τας προσπαθείας της δια την αντικατάστασιν των ξενοφώνων ονομάτων δι’ ελληνοφώνων. Αλλ’ η εκλογή του νέου ονόματος δεν είναι καθόλου εύκολος. Απαιτείται γνώσις ακριβής του τόπου, την οποίαν, τα μέλη της Επιτροπείας, ζώντα εν Αθήναις δεν έχουσι. Δια τούτο η Επιτροπεία απεφάσισε να αποταθή εις τους κατά τόπους κυριωτάτους αντιπροσώπους του πνευματικού βίου της Ελλάδος, τους δημοδιδασκάλους” [Χουλιαράκης  1973, σ. 209].

Το νέο σχήμα της εθνικής επιχείρησης μετονομασιών, υπήρξε στην αρχή συγκρατημένο, λόγω της διεθνούς συγκυρίας, της συζήτησης περί μειονοτικών δικαιωμάτων και τις ανταλλαγές των πληθυσμών. Μεταξύ 1920 και 1925, ανακοινώνονται μόνο 61 νέες μετονομασίες. Η αλλαγή των ονομάτων 500 περίπου οικισμών της Θράκης, περνάει “λάθρα”, μέσα από  την απογραφή του 1920 [Λεξικόν 1923].

Μόλις ωστόσο το τοπίο ξεκαθαρίζει, το ελληνικό κράτος διατάζει την επιτροπή να αλλάξει το χάρτη της χώρας με συνοπτικές διαδικασίες. Με το διάταγμα της 17ης Σεπτεμβρίου 1926, επιτρέπεται “ίνα μεταβληθώσι ξενόφωνα ή κακόηχα ονόματα συνοικισμών, πόλεων ή κωμών”. Σε κάθε νομαρχία, συγκροτείται υποεπιτροπή μετονομασιών υπό την προεδρία του νομάρχη. Εκτός των εκπαιδευτικών, συνιστάται  η συμμετοχή σε αυτή “δημοσίων υπαλλήλων και εντοπίων προσώπων, δυναμένων να συντελέσωσιν εις τον επιδιωκόμενον σκοπόν”. Μετά τη μετονομασία, “απαγορεύεται απολύτως η χρήσις των παλαιών ονομάτων”. Η παράβαση της απαγόρευσης, “αποτελεί πταισματικήν παράβασιν τιμωρουμένην με πρόστιμον μέχρις 100 δραχμών, ή με κράτησιν μέχρι 10 ημερών” [Χουλιαράκης 1975, σ. 344 – 345].

Το διάταγμα αυτό δίνει το σύνθημα. Μέχρι το 1928, μετονομάζονται 2.500 περίπου οικισμοί !

Μετά οι ρυθμοί πέφτουν. Μεταξύ 1929 – 1952 ακολουθούν 354 μετονομασίες. Τη πενταετία 1953 – 1957 σημειώνονται 760 και ανάμεσα 1958 και 1971 άλλες 326. Έκτοτε οι μετονομασίες των οικισμών γίνονται σπάνιες, καθώς δεν έχουν απομείνει και πολλά ξενόφωνα ονόματα για αλλαγή. Ο σκοπός έχει επιτευχθεί, τα μισά περίπου ονόματα των οικισμών άλλαξαν, η Ελλάδα έγινε αγνώριστη.

Για την ποιότητα βέβαια της εργασίας αυτής, καλύτερα να μη γίνεται λόγος. Για παράδειγμα, το όνομα “Κρήνη” επιλέχθηκε για τη μετονομασία 10 οικισμών, η “Λεύκη” για 10, η “Χαραυγή” για 10, η “Κυψέλη” για 11, η “Εξοχή” για 11, η “Αγία Τριάς” για 12, η “Μεταμόρφωσις” για 12, ο “Πλάτανος” για 12, ο “Άγιος Γεώργιος” για 13, η “Αγία Παρασκευή” για 15, ο “Άγιος Νικόλαος” για 15, η “Πηγή” για 15, ο “Σταυρός” για 15, το “Κρυονέρι” για 17, η “Δάφνη” για 24 και η “Καλλιθέα” (μακράν όλων) για 44.

Εκτός όμως από τους οικισμούς, τα ονόματα των οποίων εξελληνίσθηκαν, “δυσμενή δια το ελληνικό έθνος εθνολογικά συμπεράσματα”, μπορούσαν να αντληθούν και από τα μικροτοπωνύμια. Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης δίνει την πληροφορία, πως η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, είχε ζητήσει προπολεμικά, τη βοήθεια της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, για τη μετονομασία των μικροτοπωνυμίων των επιτελικών χαρτών [Τριανταφυλλίδης 1938, σ. 257].

Η Γεωγραφική Υπηρεσία, εξελλήνισε πολλά ονόματα στους χάρτες κλίμακας 1: 100.000 και 1: 50.000, χωρίς να προβεί σε δημόσια ανακοίνωση. Κυκλοφόρησε μάλιστα εμπιστευτικά σήματα προς χρήση των αξιωματικών, που συνόδευαν τους νέους χάρτες και σημείωναν τα παλιά και τα νέα ονόματα, ώστε να είναι δυνατή η χρήση τους και να αποφευχθούν ολέθρια σφάλματα, σε περίπτωση πολεμικών επιχειρήσεων. Τα σήματα αυτά κυκλοφορούσαν πολυγραφημένα, στα γραφεία της υπηρεσίας πληροφοριών, στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Ο αριθμός των μετονομασμένων ανά φύλλο τοπωνυμίων, ποικίλει. Έτσι βρίσκουμε λόγου χάρη, 100 τοπωνύμια στο φύλλο 1620 IV / Μέτσοβον, 106 στο φύλλο 1622 I / Φλώρινα, 112 στο φύλλο 1721 I / Σιάτιστα και 139 στο φύλλο 2022 Ι / Σοχός.

Είναι προφανές ότι με αυτό τον τρόπο, η Γεωγραφική Υπηρεσία, επιτέλεσε ένα “εθνικό” έργο, προσφέροντας με τους νεώτερους χάρτες της, μια “πηγή” γλωσσικού υλικού, κατασκευασμένη από τους στρατιωτικούς στο γραφείο.

Στην κατεύθυνση του εξελληνισμού των μικροτοπωνυμίων (θέσεων), κινήθηκε επίσης το υπουργείο Εσωτερικών από το 1962 και από την επαρχία Ξάνθης (ΦΕΚ 210 της 13/12) [Χουλιαράκης 1976, σ. 220]. Οι μαζικές μετονομασίες των μικροτοπωνυμίων, μέσω διαταγμάτων, αρχίζουν ωστόσο από το 1969 και συνεχίζονται τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα το υπουργείο Εσωτερικών εγκρίνει κάθε τόσο και κάποια μετονομασία “βαρβαρόφωνου” οικισμού, όπως εκείνη των “Νέων Λιοσίων” σε “Ίλιον”, το Σεπτέμβριο του 1994.

Το τελευταίο παράδειγμα, χαρακτηρίζει και την ποιότητα της σκέψης των σύγχρονων νονών. Με το να μετονομάζει μια χώρα, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια συνοικία της πρωτεύουσάς της, δίνοντάς της ένα αρχαιοπρεπές όνομα, για να ξορκίσει το γεγονός  της εκεί ύπαρξης Αρβανιτών, Τσιγγάνων και ρωσοφώνων προσφύγων, το μόνο που επιτυγχάνει επί της ουσίας, είναι να αποκαλύπτει, εκτός από κεκτημένη ταχύτητα, ενός προπατορικού αμαρτήματος, τη σημερινή ιδεολογική ένδεια και ανασφάλεια των ταγών της.

Όπως και να έχει, ακόμα και αν η ιστορία (της τραγωδίας του εξελληνισμού του τοπωνυμικού της χώρας) επαναλαμβάνεται σαν κωμωδία πλέον, το τέλος αυτού του κεφαλαίου, δεν έχει ακόμα γραφτεί.

Βάλδκαμπφ 1901: Αντωνίου Τούμα Φον Βάλδκαμπφ, Ελλάς, Μακεδονία και Νότιος Αλβανία ήτοι η μεσημβρινή ελληνική χερσόνησος περιγραφομένη υπό στρατιωτικήν, γεωγραφικήν, στατιστικήν και πολεμικοϊστορικήν έποψιν, μετάφραση Ευγενίου Ρίζου Ραγκαβή, Αθήναι 1901.

Λεξικόν 1923: Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας / Διεύθυνσις Στατιστικής, Λεξικόν των δήμων, κοινοτήτων και συνοικισμών της Ελλάδος επί τη βάσει της απογραφής του πληθυσμού του έτους 1920, Αθήναι 1923.

Λιθοξόου 1991: Δημήτρη Λιθοξόου, Μειονοτικά ζητήματα και εθνική συνείδηση στην Ελλάδα / Ατασθαλίες της ελληνικής ιστοριογραφίας, Αθήνα 1991.

Οικονόμου 1991: Κων. Οικονόμου, Τοπωνυμικό της περιοχής Ζαγορίου, Ιωάννινα 1991.

Σακελαρίου, 1978: Μιχαήλ Σακελαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατία, Αθήνα 1978.

Τριανταφυλλίδης 1938: Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Νεοελληνική γραμματική / Ιστορική εισαγωγή, Αθήνα 1938.

Φαλμεράιερ 2002: Jac. Phil. Fallmerayer,  Ιστορία της χερσονήσου του Μοριά κατά το Μεσαίωνα / πρώτο μέρος, μετάφραση Παντελή Σοφτζόγλου, Αθήνα 2002.

Χουλιαράκης 1973: Μιχαήλ Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821 – 1971, τόμος Α΄, Αθήναι 1973.

Χουλιαράκης 1975: Μιχαήλ Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821 – 1971, τόμος Β΄, Αθήναι 1973.

Χουλιαράκης 1976: Μιχαήλ Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821 – 1971, τόμος Γ΄, Αθήναι 1976.

GeorgacasMcDonald 1968: Demetrius GeorgacasWilliam McDonald, Place Names of Southwest Peloponnesus, Πελοποννησιακά, τόμος ΣΤ΄, Αθήναι 1968.